Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (109ο): «Κήπος»…

-«Φιλαμαρτήμων κήπος η καρδιά σου …» (Νίκος Καρούζος)

-«Στον κήπο μού γελούσανε τα ρόδα, οι μενεξέδες
κάτου από πέπλους μού έστελναν δροσοχαιρετισμούς.
Και πέρασα. Οι αμύριστοι στοχαστικοί πανσέδες
με κοίταζαν, ασάλευτοι. Και στάθηκα σ’ αυτούς.»
(Κωστής Παλαμάς)

-«…ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος
ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους
καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου
ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.»
(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

-Ο. Ελύτης, «Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ»

«Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων
Ω τι ωραία που είσαι
Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα
Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή
Για να σ’ ακούω που ζεις και που διαβαίνεις!
Ω τι ωραία που είσαι
Τρέχοντας με το χνούδι της κορυδαλλένιας
Γύρω από τις μοσκιές που σε φυσούνε
Καθώς φυσάει ο στεναγμός το πούπουλο
Μ’ ένα μεγάλον ήλιο στα μαλλιά
Και με μια μέλισσα στη λάμψη του χορού σου

Ω τι ωραία που είσαι
Με το καινούριο χώμα που πονείς
Από τη ρίζα έως την κορυφή των ίσκιων
Ανάμεσα στα δίχτυα των ευκάλυπτων
Με τον μισό ουρανό μέσα στα μάτια σου
Και με τον άλλον στα μάτια που αγαπάς
Ω τι ωραία που είσαι
Καθώς ξυπνάς τον μύλο των ανέμων
Και γέρνεις τη φωλιά σου αριστερά
Για να μην πάει χαμένος τόσος έρωτας
Για να μην παραπονεθεί ούτε μια σκιά
Στην ελληνίδα πεταλούδα που άναψες
Ψηλά με την αυγερινή ευφροσύνη σου
Γεμάτη από τη χλόη της ανατολής
Γεμάτη απ’ τα πρωτάκουστα πουλιά
Ω τι ωραία που είσαι
Ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων!»
(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Ίκαρος)

-Κ. Π. Καβάφης, «Σπίτι με Κήπον»

«Ήθελα νάχω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο – όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για νάχω ζώα. Α νάχω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες – η δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλλο, να τον αγροικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θάθελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κ’ εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ η κεφαλές των.»
(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, ύψιλον/βιβλία)

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ο κήπος»

«Μύριζε πυρετός
κήπος δεν ήταν αυτός
κάτι παράξενα ζευγάρια μέσα του
περπατούσαν
στα χέρια τα παπούτσια τους
φορούσαν
τα πόδια τους ήταν μεγάλα άσπρα
και γυμνά
κάτι κεφάλια σαν άγρια φεγγάρια επιληπτικά
και κόκκινα τριαντάφυλλα ξάφνου
φυτρώσανε
για στόματα
και ορμούσαν και τα ξέσκιζαν
οι πεταλούδες-σκύλοι»
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

– Κώστας Καρυωτάκης, «Ο κήπος της αχαριστίας»

«Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος.
Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την
Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος
ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Στη
νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι
εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών.
Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις
γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες,
ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την
Αχαριστία.

Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου
θα ‘ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του
είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος
θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους,
μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας
με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή
στεφάνη τους, θα νιώθω στο απρόσωπο τους
αιχμηρούς των στημόνες και θ’ αναπνέω
το άρωμά τους.

Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα, και
οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας
ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.

Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές, τα
παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική
αδιαφορία.
θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να
σκέπτομαι, χωρίς να βλέπω, χωρίς να
εκφράζω τίποτε άλλο. Θα είμαι ολόκληρος μια
πικρή ανάμνησης, ένα άγαλμα που γύρω του
θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά, θα πυκνώνουν,
θα μπερδεύονται μεταξύ τους, θα κερδίζουν τη
γη και τον αέρα. Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα
περισφίγγουν το λαιμό μου, θα πλέκονται στα
μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη
περίσκεψη.

Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα
βυθίζομαι στο χώμα.

Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της
Αχαριστίας.»

-Ουίλιαμ Μπλέικ, «Ο κήπος του έρωτα»

«Στον κήπο του Έρωτα πήγα,
Και είδα εκείνο που δεν είχα ξαναδεί:
Ένα Ξωκλήσι είχε χτιστεί καταμεσής,
Εκεί που έπαιζα συχνά πάνω στη χλόη.
Και στο Ξωκλήσι οι πόρτες ήτανε κλειστές,
Και «Απαγορεύεται» έγραφε πάνω από την πύλη•
Κι έτσι επέστρεψα στου Έρωτα τον Κήπο
Που είχε πολλά υπέροχα λουλούδια,
Και τον βρήκα κατάμεστο από μνήματα
Και ταφόπλακες εκεί που περίμενα λουλούδια•
Και Ιερείς με μαύρα ράσα περπατούσαν,
Και έδεναν τους πόθους μου και τις χαρές μ’ αγκάθια.»
[Από την ανθολογία 16 ποιήματα από τις εκδόσεις Κουκούτσι.]

-Θανάσης Κωσταβάρας, «Φωταγωγημένος κήπος τη νύχτα»

«Παράξενος σελαγισμός διασχίζει την άναστρη νύχτα.
Σαν μαγικός καθρέφτης, μεταμορφώνει τα δέντρα στον κήπο.
Αλλάζει τα χρώματα στα λουλούδια.
Φωτίζει μικρά εξωτικά πουλιά στα κλαδιά.

Και γύρω, τα πυκνά μαύρα σκοτάδια.
Με τ’ αγρίμια κρυμμένα στις λόχμες τους.
Και τα τρομερά, τρομαγμένα γρυλίζοντας
και τα τρομαγμένα, τρομερά αλυχτώντας.

Όμως μέσα στον κήπο, ο περιβολάρης ανέγγιχτος.
Ήρεμος αν και κουρασμένος.
Ευτυχισμένος, μα μόνο για λίγο.

Έτοιμος για άλλες νύχτες, για άλλα ξενύχτια.
Για άλλες, περιπλανήσεις στα ζοφερά περίχωρα.

Μέσα στις καταιγίδες φυτεύοντας τα τρομερά δέντρα.
Αποσπώντας τη δροσιά ακόμα κι απ’ τη στεγνή πέτρα.
Και το άγριο χώμα ημερεύοντας
και τα ζώα του δάσους, τα ήμερα και τ’ ανήμερα, καταχτώντας.

Ωστόσο φωτισμένος από παράφορα φώτα
ν’ αστράψει ακόμα ένας κήπος.

Έως ότου μέσα στη νύχτα καταυγάσει πάλι το ποίημα.»
(Θ. Κωσταβάρας, Στο βάθος του χρώματος, Νεφέλη)

– Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ο πράσινος κήπος»

«Έχω τρεις κόσμους. Μια θάλασσα, έναν
ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρεις, να σας έλεγα
πού φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ο ουρανός, υποψιάζομαι. Για τον πράσινο κήπο μου,
μη με ρωτήσετε.»

Advertisements

Single Post Navigation

17 thoughts on “Πες το με ποίηση (109ο): «Κήπος»…

  1. Γεια σου, Γιάννη!
    Μετά τα βασανιστικά προηγούμενα θέματα, επιτέλους να κι ένα που ανοίγει η καρδιά σου. Καθένας μας καλλιεργεί τον κήπο της ποίησης που του ταιριάζει.

    1. Ο κήπος

    Σαν κουβάρι από χαλαρό μετάξι που έσπρωξε ο άνεμος σε τοίχο
    περνά πλάι στα κάγκελα ενός μονοπατιού
    στους Κήπους του Κέσινγκτον,
    και αργοπεθαίνει λίγο-λίγο
    από κάποια αναιμία συναισθηματική.

    Και γύρω της είναι το τσούρμο
    με τα βρομερά, καλοθρεμμένα, ανεξολόθρευτα μωρά
    όλων των φτωχών.
    Αυτά θα κληρονομήσουν τη γη.

    Μέσα της παύει η γονιμότητα.
    Η ανία της είναι βαριά και υπέρμετρη.
    Θα ‘θελε κάποιος να της μιλήσει,
    και σχεδόν φοβάται ότι εγώ
    θα τη διαπράξω ετούτη την απρέπεια.

    «Έζρα Πάουντ – 32 Ποιήματα», εισαγωγή και μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, εκδόσεις «Κουκούτσι», Δεκέμβριος 2013

    Όταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο/ για να κρύβομαι εκεί

    2. [Ο ΚΗΠΟΣ ΕΙΜΑΙ…]

    Ὁ κῆπος εἶμαι ποὺ ἄλλοτε μὲ τ᾿ ἄνθη του εὐωδοῦσε
    κι ἐγέμιζε μὲ χαρωπὸ τιτύβισμα πουλιῶν,
    ποὺ μὲ κρυφομιλήματα καὶ ψίθυρο φιλιῶν,
    τὴ νύχτα, στὴ σκιάδα του, ἡ ἀγάπη ἐπερπατοῦσε.

    Ὁ κῆπος εἶμαι ποὺ ἔμεινε χρόνια πολλὰ στὴν ἴδια
    θέση, μάταια προσμένοντας κάποιαν ἐπιστροφή,
    ποὺ ἀντὶ λουλούδια τώρα πιὰ στ᾿ ἀγκάθια ἔχει ταφεῖ,
    ποὺ σώπασαν τ᾿ ἀηδόνια του καὶ πνίγεται στὰ φίδια.

    ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ-ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ

    3. «Άνοιξη»

    “Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.
    Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
    Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
    στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
    παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία…

    Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
    όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
    Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα
    σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.

    Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
    οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
    Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
    τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.”

    (Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. Πέλλα)

    Θα σπείρω κήπους μαγικούς, Γκαϊφύλλιας

    5. Ο Κήπος

    Ο κήπος βαθύς και γαλήνιος
    η αίθουσα άδεια και μικρή
    Σε λίγο θ’ αρχίσει
    το σφυροκόπημα των πλυστρών
    ν’ ανακατεύεται με τον αέρα
    Σ’ αυτήν την αιώνια νύχτα
    μόνο ένας άγρυπνος άντρας ακούει
    τους διαλείποντες θορύβους
    που φευγαλέα παρουσιάζονται στις κουρτίνες
    απ’ το σεληνόφως.

    Li Yu (937-978) μτφρ. Δημήτρης Παλάζης

    6. ΒΡΟΧΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

    Κοίταγα με περιέργεια πώς κάνουν οι πεταλούδες
    που τις αιφνιδίασε η βροχή στον κήπο.
    Ματαίως γυρεύαν καταφύγιο μες στα φύλλα
    και στων λουλουδιών τα βάθη.
    Μια τους όμως ανέβηκε πετώντας
    προς τα μαύρα ασήκωτα σύννεφα
    επιλέγοντας να βρει τον θάνατο σε μιαν αχτίδα
    και να χαθεί του είδους της η μνήμη.
    Με καρτερία εκάπνιζα εγώ πίσω από το τζάμι
    και επιζούσα ήρεμος, προβάροντας
    την ενασχόλησή μου με τη σχόλη, τις μεταφυσικές διακοπές μου,
    αλλά συνάμα και σκεπτόμενος
    ποιά κλάση θανάτου, ποιό μοντέλο τάφου
    θα ταίριαζε στην αποκλειστική προσωπική μου ιστορία
    και ποιό είδος πόνου θα μου πήγαινε εμένα καλύτερα.

    JOAQUÍN GIANNUZZI, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    7. ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΕ ΤΑ ΜΗΛΑ

    Περνούσαμε οι δύο από ’ναν κήπο με μηλιές
    Εγώ δεν ήμουν ο Αδάμ, Εύα δεν ήσουνα εσύ,
    Φθινόπωρο. Οι τελευταίοι ώριμοι καρποί
    μας προσκαλούσανε από ψηλά, όλο γεύση.
    Πήραμε να τεντωνόμαστε, να τραβολογάμε τα κλαδιά,
    Εις μάτην, τα μήλα άφταστα.
    Αν δεν ήσουνα στο πλάι μου τότε εκεί
    Πεινασμένος θα ’μενα ως τα σήμερα.

    Rudolf Marku [Ο θάνατος διαβάζει εφημερίδα, 1995] μετάφραση από τα αλβανικά: Valbona Hysi

    Μπήκα στον κήπο σου πρωί, Πουλόπουλος

    8. Ο ΚΗΠΟΣ

    Ποτὲ δὲν ὑποπτεύεσαι
    πόσο παλεύει μὲ τὴν παγωνιὰ ὁ πεθαμένος κῆπος
    γιὰ νὰ χαρίσει στὰ πουλιὰ τὴν ἄνοιξη.
    Ποτὲ οἱ μέλισσες
    πού θὰ ρουφοῦν τὰ ἄνθη του,
    πῶς βγῆκε ἀπὸ τὸ θάνατο δὲ θὰ γνωρίσουν
    κι οἱ πεταλοῦδες
    θὰ ’ναι πάντα ξέγνοιαστες.
    Μόνο αὐτὸς θὰ ξέρει·
    αὐτὸς ποὺ ἔζησε τὴν περιπέτεια τοῦ νεκροῦ
    καὶ εἶναι
    μὲς στὴν ὀμορφιὰ του λυπημένος.
    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    9. ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

    Μές στό μυαλό μου ἕνας κῆπος
    σπουργίτια φτερουγίζουν
    μ᾿ ἕνα πανέρι
    κι ἕνα τεράστιο ψαλίδι μαῦρο
    ἡ μητέρα μου
    κόβει τριαντάφυλλα καί ντάλιες
    κάθεται ὁ πατέρας μου
    στήν πεντακάθαρη αὐλή
    (θά εἶναι Κυριακή)
    κι ἐγώ
    (ἑξήντα χρόνια τώρα)
    στό χωματόδρομο νά τρέχω.

    XΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    Κάθε κήπος

    10. (Σε φτερωτό περιβολάκι θα σε ξαναβρώ)

    Σε φτερωτό περιβολάκι θα σε ξαναβρώ
    Αργότερα στο κύμα θα διασταλώ
    όπως στα βάθη ενός φιλιού
    Σιγά σιγά ξεκουμπωνόταν το νησί
    απ’ τις πορτοκαλιές του
    Το αλλόφρον φως
    δε μας επρόλαβε στον Πόρο
    Έτρεχε ο άνεμος
    σαν αλογάκι μες στο δειλινό
    Έτρεχε ο χρόνος φοβερός
    με μυστικό σκοπό

    Γέλιο που σκούραινες το νερό
    στην άκρη της θάλασσας
    Πανσέ που μοσχοβόλαγες
    κάτω στα πρωινά χόρτα

    το ‘ξερες πως ο θάνατος είναι ένα
    τρίκοχο καπέλο
    Κι η ζωή μαζεύει πάνω του σκόνη

    Ζέφη Δαράκη
    από τη συλλογή Κοιμήθηκα η αχάριστη, 1992

    11. Το περιβόλι με τα σιντριβάνια του στη βροχή

    Το περιβόλι με τα σιντριβάνια του στη βροχή
    θα το βλέπεις μόνο από το χαμηλό παράθυρο
    πίσω από το θολό τζάμι. Η κάμαρά σου
    θα φωτίζεται μόνο από τη φλόγα του τζακιού
    και κάποτε, στις μακρινές αστραπές θα φαίνουνται
    οι ρυτίδες του μετώπου σου, παλιέ μου Φίλε.
    Το περιβόλι με τα σιντριβάνια που ήταν στο χέρι σου
    ρυθμός της άλλης ζωής, έξω από τα σπασμένα
    μάρμαρα και τις κολόνες τις τραγικές
    κι ένας χορός μέσα στις πικροδάφνες
    κοντά στα καινούργια λατομεία,
    ένα γυαλί θαμπό θα το ‘χει κόψει από τις ώρες σου.
    Δε θ’ ανασάνεις, το χώμα κι ο χυμός των δέντρων
    θα ορμούν από τη μνήμη σου για να χτυπήσουν
    πάνω στο τζάμι αυτό που το χτυπά η βροχή
    από τον έξω κόσμο.

    Γιώργος Σεφέρης (Μυθιστόρημα, ΣΤ’)

    Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους

    12. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

    Σαν το άνθος της βουκαμβίλιας
    αέρινο
    είναι το χάδι σου.
    Και σαν του ροδιού τους σπόρους
    αμέτρητα
    τα χαρίσματά σου.
    Κι όπως του ρυακιού το ανάβρυσμα
    έτσι κυλάει η φωνή σου.
    Καθώς μου τραγουδάει τα κελαρυστά
    ρήματα της Αγάπης.
    Μου περιγράφει τα φανταστικά ταξίδια
    που μας έχει προγραμματίσει ο Έρωτας.
    Τελικά, ένας ανθισμένος κήπος είσαι.
    Μια όαση μέσα στην έρημο.
    Με τα νερά, τα πουλιά
    τα φιλιά και τα χάδια σου.
    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ , Από τους «ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ» – 2006

    13. O ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
    ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΡΟΥΣΣΩ

    Έχω στον κήπο μου ένα παράξενο ζώο.
    Κάτω από τα βαθύσκιωτα δέντρα, ανάμεσα στα λουλούδια
    κυκλοφορεί ένα αγρίμι που ζητάει συνέχεια κι άλλη τροφή
    ζητάει να πιει κι άλλο αίμα, να δροσιστεί με άλλα δάκρυα.

    Έναν δυνάστη κρύβω στο σπίτι μου.
    Μέρα νύχτα γυροφέρνει γρυλίζοντας
    κι ούτε λεπτό δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω
    να περιποιηθώ τις πληγές μου επιτέλους να κοιμηθώ
    να ξεχάσω για λίγο τον πόνο μου.

    Με σκοτώνει αυτή η εξάρτηση.
    Μάταια προσπαθώ να βρω λύση στο πρόβλημα.
    Αν και το χειρότερο είναι πως έχω πια συνηθίσει
    κι ούτε ξέρω τι θα’ κανα δίχως αυτό.

    Κι όμως, αυτό το καταραμένο θηρίο
    αυτό το αχόρταγο πλάσμα που μ’ έχει ρημάξει
    έρχονται ώρες που δείχνει σαν να με σκέφτεται.
    Σαν να με λυπάται, έρχεται και ξαπλώνει στα πόδια μου.
    Κι αρχίζει κάτι σαν κλάμα
    κάτι σαν κελάρυσμα ρυακιού αρχίζει να βγαίνει απ’ το
    στόμα του.

    Και τότε όλος ο κήπος αναθαρρεύει
    κι ανοίγει ένα ένα τα φύλλα του.
    Και τα λουλούδια βρίσκουν καινούργια χρώματα
    κι αρχίζουν ξανά το τραγούδι τους τα πουλιά.

    Και όπως εικόνα αχειροποίητη
    λάμπει εκτυφλωτικά
    τελειωμένο το ποίημα.

    Θανάσης Κωσταβάρας, Από τη συλλογή: Οι μεταμορφώσεις των κήπων, 2003

    14. «Σου χρωστάω πάντα έναν παράδεισο»

    Σου ‘ φτιαξα έναν κήπο
    να στολίζεις τις μέρες σου.
    Nα ‘ ρχονται τα πουλιά να χτίζουν τις φωλιές τους.
    Nα σε καλημερίζουν με δοξαστικά κελαηδίσματα.

    Όμως εσύ δεν αρκείσαι στα ρόδα του.
    Δεν σε καλύπτουν οι φυλλωσιές του.
    Eσύ έχεις πάντα στο νου τον Παράδεισο.

    Eγώ σου πρόσφερα τη φωνή μου, για ν’ ακούς τα τραγούδια μου
    Kι εσύ ψάχνεις να ανακαλύψεις
    τους μυστικούς ρυθμούς που ορίζουν τη σκέψη μου.
    Nα διαβάσεις τους άγραφους στίχους
    που είναι κρυμμένοι στη σιωπή μου.

    Mα εγώ σου την έχω εκχωρήσει τη σκέψη μου.
    Σε σένα ανήκει η σιωπή μου.
    Δικά σου είναι και τα γραμμένα και τ ‘ άγραφα
    και τα φανερά και τα κρυφά μου ποιήματα.
    Tι μένει λοιπόν άλλο να σου χαρίσω;

    Kι έτσι ξεκινάω πάλι απ’ το τίποτα.
    Σου φτιάχνω έναν καινούριο κήπο
    να δοξάζει τις μέρες σου.
    Mα εσύ επιμένεις να ζητάς τον Παράδεισο.

    Δεν ξέρεις
    πως τον Παράδεισο έχω πάντα στο νου μου.
    Πως του Παραδείσου κλέβω τ ‘ άνθη, ξεσηκώνω τα δέντρα
    πως αντιγράφω με τους στίχους μου τα πουλιά
    όταν σου φτιάχνω τον κήπο σου.
    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ, «Κατάθεση» – 1965

    ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

    15. Το περιβόλι

    Ήρθα στον κόσμο αυτό να φτιάξω περιβόλι
    να σχηματίσω ένα δέλτα στην έρημο,
    να φυτέψω λεμονιές για τους γάμους σας
    να συνθέσω τα χρώματα φτιάχνοντας
    ουράνια τόξα για τα παιδιά
    που θα παίξουνε στο χορτάρι μου
    όταν εγώ θα κοιμάμαι βαθιά
    και το χαμόγελό μου θα κρέμεται ολόλευκο
    σ’ ένα κλωνάρι μυγδαλιάς
    που ο ουρανός θα το κουνάει.

    Να φύγω αφήνοντας πίσω μου
    ένα λιβάδι μ’ απίθανα χρώματα,
    έτσι που να μπορείτε να ‘χετε όλοι σας
    ένα μπουκέτο καλοσύνης στο τραπέζι σας
    έτσι που να ‘χει ο Χριστός δυο λουλούδια στα χέρια του
    την Κυριακή που θα τον βγάλει η μητέρα του
    να τον φωτογραφίσει με τους ψαράδες.

    Νικηφόρος Βρεττάκος -Από τη συλλογή Βασιλική δρυς (1959)

    16. Αναγέννηση

    Κανείς δε νοιάστηκε τον κήπο, χρόνια τώρα. Ωστόσο
    εφέτος-Μάης, Ιούνης-άνθισε από μόνος του και
    πάλι,
    λαμπάδιασε όλος ως τα κάγκελα, -χίλια τριαντάφυλλα,
    χίλια γαρύφαλλα, χίλια γεράνια, χίλια μοσχομπίζελα-
    μενεξελί, πορτοκαλί, πράσινο, κόκκινο και κίτρινο,
    χρώματα-χρώματα-φτερά˙-τόσο που πρόβαλε ξανά
    η γυναίκα
    με το παλιό της ποτιστήρι να ποτίσει-ωραία και πάλι,
    γαλήνια, με μια αόριστη καλή πεποίθηση. Κι ο κήπος
    την έκρυψε ως τους ώμους, την αγκάλιασε, την κέρδισε
    όλη˙
    τη σήκωσε στα χέρια του. Κι είδαμε τότε, μέρα μεσημέρι,
    που ο κήπος κι η γυναίκα με το ποτιστήρι αναληφθήκαν-
    κι όπως κοιτούσαμε ψηλά, κάτι σταγόνες απ’ αυτό το πο-
    τιστήρι
    έπεσαν ήσυχα στα μάγουλά μας, στο πιγούνι μας, στα
    χείλη.
    3.VI.69

    Γιάννης Ρίτσος, Aπό την ποιητική συλλογή Κιγκλίδωμα (γράφτηκε στο Καρλόβασι από τις 7 Νοεμβρίου του 1968 ως τις 3 Ιουνίου του 1969)

    ROSE GARDEN

    17. Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

        Στον Βάσια· στην Ντίνα· στον Δαίδαλο.

    Κήπος είναι η ποίηση με δέντρα
    οπωροφόρα μέσα εκεί τους ποιητές.
    Στον κήπο τούτον ο σοφός πάντοτε παίρνει
    αυτό που κάθε δέντρο από τη φύση του
    έχει να του προσφέρει· δεν ζητά
    μήλα απ’ τη συκιά ή μανταρίνια
    από την κερασιά. Όμως οι άσοφοι
    κήπος της ποίησης δεν ξέρουν τί θα πει
    γι’ αυτό κι απ’ τον παράδεισο των λόγων
    φεύγουνε πάντα όπως ήρθαν νηστικοί.

    Γιάννης Υφαντής

  2. Καλημέρα Αγγελική, καλό μήνα!… Ας είναι πάντα ανθισμένος ο κήπος της ποίησης!

    -ANTONIO MACHADO, «ΚΗΠΟΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ»

    «Κήποι των παιδικών μου χρόνων
    αγνού φωτός, που το θαμπώνει κιόλα ο χρόνος
    με του απριλιού τις μπόρες… μ’ ένα θαύμα
    λάμψετε, κήποι, κάποιων νέων ματιών.»

    (Antonio Machado, «Ποιήματα», εκδ. Εκάτη)

    -ANTONIO MACHADO, «Οι κήποι του ποιητή»

    Στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

    «Ο ποιητής είναι κηπουρός. Στους κήπους του
    διαβαίνει αύρα λεπτή
    με απαλούς απόηχους βιολιών,
    μοιρολόι των αηδονιών,
    ηχώ απόμακρης φωνής, και κρύσταλλο γέλιο
    φλύαρων νεαρών αγαπημένων.
    Κι έχει κι άλλους κήπους. Εκεί η πηγή
    του λέγει: Σε γνωρίζω και σε καρτερούσα.
    Κι εκείνος αντικρίζοντας τον εαυτό του στο διάφανο
    κυμάτισμα:

    μόλις πως είμαι αυτός που χτες ονειρευόμουν!
    Κι άλλους ακόμα κήπους έχει. Τα γιασεμιά
    νοσταλγούν πια γιορτές καλοκαιριάτικες
    κι είναι λύρες αρώματος οι κήποι αυτοί,
    λύρες γλυκιές που αναχορδίζει κρύος αγέρας.
    Και παν και φεύγουν ώρες μοναξιασμένες
    Και οι πηγές πια, στην πανσέληνο,
    Αναστενάζουν στα μάρμαρα, τραγουδήστρες,
    Κι αντηχεί σ’ όλη την πλάση μόνο το νερό.»
    (Α. Ματσάδο. Ποιήματα, Οι εκδόσεις των φίλων»

    -Μαρία Πολυδούρη, «ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ»

    «Ποιὰ μοίρα νὰ μοῦ ἑτοίμασε τὸ πέρασμα,
    ποιὸ πνεῦμα μ᾿ ἔχει πάρει,
    τὴ νύχτα ἀπόψε τὴ φθινοπωριάτικη
    μ᾿ ἕνα μεγάλο θλιβερὸ φεγγάρι.
    Στὸν κῆπο τοῦ Ζαππείου, φωλιὰ τοῦ ἔρωτα;
    Ἐγὼ μία σκιὰ ποὺ σέρνεται στὸ χῶμα,
    ἕνα φύλλο ποὺ πιὰ τὴ ρίζα του ἔχασε
    καὶ ποὺ τὸ παίρνει ὁ ἄνεμος ἀκόμα.
    Ἔρημα τὰ δρομάκια, ἔρημοι οἱ πάγκοι του.
    Τὸ σπάνιο φύλλωμα σωπαίνει
    ἀμφίβολα. Πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἐφύγανε
    οἱ ἐρωτευμένοι.
    Ἐδῶ ἕνας νέος σκυθρωπὸς ἑτοίμαζε
    κάποια χαρὰ στὴν παθιασμένη ζωή του.
    Φιλοῦσε ἑνὸς μικροῦ χεριοῦ τὰ δάχτυλα
    μεθοῦσεν ἡ συλλοή του.
    Ἐκεῖ, κάποιος ποτὲ ποὺ δὲν ἐπίστεψε
    ζητᾶ ἀπ᾿ τὰ ὡραῖα χείλη
    τὸ μάταιον ὅρκο. Πόσο πιὸ καλλίτερα
    νἄτανε σιωπηλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφίλει.
    Ἐδῶ, πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀρχαῖο μάρμαρο
    εἶχε καθήσει ἡ κόρη
    κ᾿ ἕνας ἄντρας ξανθὸς σὰν ἥλιος, τὸ εἴδωλο
    τῆς ἀγάπης ἐθώρει.
    Κάποιος, μέσ᾿ στὶς σκιὲς ποὺ ὅλο βαθαίνουνε,
    ἕνας θεὸς ποὺ ἐξιλασμὸ ζητοῦσε,
    μιᾶς παρθένας τὸ σῶμα ξέσκεπο ἅπλωσε
    καὶ τῆς νύχτας τὰ πνεύματα καλοῦσε.
    Στὸν πάγγο ποὺ τὸ βάρος τὸν γονάτισε
    τὸν ἔδειρε μία τρικυμία,
    κλαίγανε, κλαίγαν δυὸ ψυχὲς ποὺ ἀρρώστησαν
    καὶ δὲν τοὺς δίνει ἡ ἀγάπη τους χαρὰ καμμία.
    Τόσα φιλιὰ καὶ κρυφοαναστανέγματα
    σὲ μία στιγμὴ πὼς σβήσαν!
    Τὸ ἀγέρι τοῦ φθινόπωρου δυνάμωσε
    κ᾿ οἱ ἐρωτευμένοι φύγαν καὶ μ᾿ ἀφῆσαν.
    Νά, μόλις φύγαν. Μένει ἀκόμα τὸ ἄρωμα
    τριγύρω ἐδῶ χυμένο.
    – Καὶ γὼ μία σκιὰ ποὺ δὲ θὰ μὲ ὑποψιάζονταν
    κανείς, τί θέλω ἐδῶ, τί μένω;»
    (Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, εκδ, Γράμματα)

  3. Γεια σου, Λύσιππε!!!… Καλή Κυριακή!!!

  4. Η ζέστη είναι σχεδόν αβάσταχτη. Μόνη διέξοδος δροσιάς οι κήποι της ποίησης.

    1. Κήποι Μυστηρίων Ερώτων
    Όπου Αγάπες Πίνουν Το Νερό Των

    Στέρνα δωρίζει τα νερά της
    ξεχειλίζουν τα χείλη της αγάπης
    έρχεται με τα τρελά της πουλάρια
    αρώματα γεμίζει τα κηπάρια
    Σκιρτάν καημοί λάμπουν αστέρια
    έρχεται με πλούσια χέρια
    του οίστρου μεθά τα περιστέρια
    Απ’ των μαλλιών της τον καταρράκτη
    χύνει την ομορφιά της κράχτη
    ίμερος μπαίνει σε όλες τις γωνίες
    γλυκειές του έρωτα οι αγωνίες
    χαρά και πόθος τα πάντα μερώνει
    χέρι θεού τον κήπο μυρώνει

    Κήπος είναι από κήπο αγάπης
    άρωμα έχει το άρωμα της
    όπως μικρό κορίτσι της μαμά της
    κήπος που στέλνει στην ποδιά της
    ν’ ανάβουν τα λουλούδια στη φωτιά της
    κήπος όπου ερώτων χείλη πίνουν το νερό των

    Κήπος όπου σκιρτά η καρδιά του ανθρώπου
    και λάμπουν ονείρατα φωτιά του κάθε τόπου
    αγάπης χέρια τον φύτεψαν
    καθώς τα γέλια της προφήτεψαν:
    Θα γονατίσεις δίπλα του εσύ και θα πεις
    εκεί μαζί στη φωτεινή σκιά που πλάι στέκει
    γλυκό το νάι τραγούδι προσευχής
    θα πάει ευθύς σε βάθη ψυχής
    -ρίγος ψυχής που θα αλλοιώσει –
    άσπρο μετάξι ρούχο της θα δώσει

    Ώστε θα πετάξει με άρμα λαμπηδόνων
    μέσα σε άσματα πιο λεπτά από θρήνο αηδόνων
    σε ρόδων μυστικών τα αρώματα εύοσμα
    περνώντας τους λεπτούς τοίχους προς τα εύκοσμα
    Γύρε και δες καημένη ψυχή
    το μυστικό σου χι και ψι
    σώμα ένα που σε σηκώνει
    πέραν των άστρων όπου φως πυκνώνει
    ήλιων αόρατων χρυσή μια σκόνη
    τα πάθη της καρδιάς μάθη ξεσηκώνει
    σαν από αντιγραφή που αμάθητος σκαρώνει
    κι εκεί πυκνά στοχάζεται τα λάθη του
    ιδού λάμπει απροσδοκήτως ο δρόμος του αλάθητου.

    Ο δρόμος της καρδιάς δεν έχει πώς
    (πλούσια το αίμα τις πληγές μας ελεεί στο φως)
    ίχνη φωτός τα βήματα μυστήριας Ξένης η ατραπός.

    Στα πένθη ευχές πέμπεις
    καρδιά ή προσευχές αναπέμπεις;
    Α! η καρδιά μας πως θες ν’ ανασαίνει
    αν όχι στου έρωτα τις φωνές
    που, θεέ! μας ανασταίνει!

    Έκτωρ Πανταζής – Δυο καρέ σε ένα

    2. ο μυστικός κήπος

    κλείνουν τις πόρτες, τα παράθυρα
    βουλώνουν με κουρέλια κάθε χαραμάδα
    κι ενώ τα σκεύη στην κουζίνα ηχούν
    και το διπλό κρεβάτι τρίζει
    ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο

    ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο μυστικά
    μεταμορφώνεται σε πουπουλένιο στρώμα
    τα φύλλα και τα πράσινα κλαριά
    γίνονται επιδερμίδα, χείλη
    γίνονται κεντημένα μαξιλάρια

    με τα λουλούδια και τα σιντριβάνια του
    με χώμα μυρωμένο, αφράτο
    ανθίζει ο κήπος στο δωμάτιο
    τα γκρίζα πρόσωπα μιας άλλης εποχής
    θυμούνται και παράξενα φωτίζονται
    στου τοίχου τις παλιές φωτογραφίες

    ο κήπος κατακτά και παραδίδεται
    εξερευνά κι ανακαλύπτει
    με χίλιες δυο κραυγές, επιφωνήματα
    με αναστεναγμούς και βογκητά
    ως το μακρόσυρτο αχ και τη σιγή του τέλους

    όλα τριγύρω είναι καθημερινά
    κι όμως ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο
    ο προαιώνιος κήπος
    από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά

    (Τόλης Νικηφόρου, Από τη συλλογή Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, 2007)

    3.ο κηπουρός των άστρων

    εξόριστος
    απ’ όλους τους περιφραγμένους κήπους
    φυτεύει νυχτολούλουδα σε άγριο χώμα
    και τα ραντίζει με σταγόνες φως

    στον ίσκιο εκείνα ενός μαντρότοιχου
    κρύβουν προσεχτικά τους σπόρους τους
    κι ανέμελα στον άνεμο τους παραδίδουν
    μεταναστεύουν το φθινόπωρο στο αόρατο
    και απροσδόκητα ξαναφουντώνουν μεγαλύτερα
    το τελικό σίγμα της άνοιξης
    όταν προφέρει ο χρόνος

    με σκόρπιες πινελιές
    στα φύλλα τους χορεύει το αύριο
    κίτρινα χρωματα φούξια και μωβ
    το σούρουπο φεγγοβολούν στο κούτελο

    εξόριστος
    απ’ όλους τους περιφραγμένους κήπους
    ο πρεσβευτής του εγγύτατα απρόσιτου
    στη γη προσφέρει όνειρο
    τον ουρανό

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)

    4. μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα

    καθένας στον μυστικό του κήπο να ευφραίνεται
    με τα δικά του παραδείσια πουλιά και δέντρα
    νερά που λάμπουν με απίστευτη στιλπνότητα
    κι άλλοτε με φωνές παιδιών και μουσικές
    που ζωγραφίζουν όνειρα
    καθένας στην ψυχή του ν’ ανασαίνει
    μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα
    που είναι δέντρα και φωνές και μουσικές
    που είναι μνήμη και όνειρο
    πατρίδα
    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    O κήπος των ευχών, ΜΑΡΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

    5. Δενδρόκηπος (Χ)

    Στην πλατιά λεωφόρο προς το προάστιο,
    – Ένας μονήρης δενδρόκηπος με στέγες χαμηλές –
    Ψυχή…
    Κάτι αγαθά σκυλιά χωμένα στο πετσί τους
    Κ’ επάνω κάποια πρόωρα πλανημένα χελιδόνια,
    Μετέωρα, σα να μας χαιρετούν και να μας δείχνουν
    Το δρόμο προς την άνοιξη που πλησιάζει.
    Μόλις προφταίνουμε να ιδούμε λίγο πίσω, λίγο εμπρός,
    Κάποιον ακίνητο καπνό ή δέντρο που φεύγει.

    Ήτανε κι άλλοι στην είσοδο, ξενιτεμένοι,
    Φτασμένοι εκεί από τόπους μακρινούς.
    (Σαν ένας τελευταίος σταθμός ή αίθουσα αναμονής).
    Κοιτάζοντας με μάτια ασάλευτα προς το κιγκλίδωμα.

    Γυρίσαμε και είδαμε τα ρούχα μας πούχαν παλιώσει
    Και τα κατάκοπα γόνατά μας γυρισμένα προς τη γη.
    Και νιώσαμε τα χέρια που άγγισαν τα χέρια μας να σαλεύουν
    Όπως τα ζωντανά ψάρια που πιάνεις στον ύπνο σου και ξεφεύγουν.
    Να λάμπουν πίσω τα σπίτια που σκέπασαν τη γύμνια μας.

    Ακούσαμε μέσα την καρδιά μας, όπως μια πέτρα που κυλάει.

    Είδαμε τότε τον εαυτό μας σαν έναν άλλο,
    Τριγυρισμένο απόνα φως,
    Ανάμεσα σε καθαρές φωνές και ήχον οργάνων.

    Χαιρετήσαμε τον ήλιο που βασιλεύει.

    Πλησίασε κάποτε από μέσα ο Φύλαξ – Κηπουρός
    (Κλειδιά στη ζώνη, την αξίνα στον ώμο).
    Μας κοίταξε λίγο και χάθηκε στους διαδρόμους
    Ανάμεσα δέντρα πανύψηλα κ’ αιώνιους ήσκιους.

    Καθίσαμε κι εμείς εκεί με τους άλλους,
    Μαζί με τις παλιές εικόνες που κρατούσαμε,

    Κοιτάζοντας με μάτια ασάλευτα προς το κιγκλίδωμα.

    Γιώργος Θέμελης, Από τη συλλογή Δενδρόκηπος (1955)

    6. Ο κήπος /Άνοιξη

    Ψηλά ως το γαλάζιο ανεβαίνει ο κήπος
    σ’ αναβαθμούς. Κι όποιος γνωρίζει ξέρει
    πως θα πεζέψω στ’ ανεξήγητο.

    Θροΐσματα και βόμβοι, ψίθυροι, κραυγές.
    Κι ο έρωτας ανοίγει το όστρακο της ηδονής
    και συντελείται η αρμονία του κόσμου.

    Μ’ ένα μονάχα πρώιμο αρτιγέννητο
    μυρώνει κι εκμαυλίζει η άνοιξη
    το τραχύ αίνιγμα της μοίρας.

    Τώρα γνωρίζω πια με ποιο κλειδί
    ανοίγει το φως τα μυστικά του
    κι αλλάζει χρώματα το θαύμα.

    Η μέρα φέρνει τον κήπο μέσα μου
    μ’ όλα τα δέντρα του και τα πουλιά
    κι αρχίζω να φυσώ σαν τον αέρα.

    Κι αυτό που έλαμψε και το πήρε
    ο αυλός του ανέμου συλλαβίζει
    την ίδια πάμφωτη λέξη: αγάπη.

    Νίκος Γρηγοριάδης, Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)

    7.
    ΙΙΙ.
    Η σιωπή ήταν τότε
    ένας ανθισμένος κήπος·
    οι λέξεις κρέμονταν απ’ τα κλαδιά
    των δέντρων
    όχι σαν απαγορευμένοι καρποί
    αλλά σαν πέτρινα καλόχτιστα γεφύρια.
    Ακούγονταν παντού νερά και γέλια
    ανερμήνευτα
    χωρίς τις αυριανές υποψίες.
    Τα πουλιά διαλαλούσαν
    αθώα τη ψυχή τους
    και τα ανήμερα ζώα έγλυφαν
    το τρίχωμά τους
    με την ίδια μελλοντικά συμβιβασμένη γλώσσα.

    Χανόμουν για χρόνια
    μέσα σ’ αυτό τον κήπο
    μέχρι εκείνο το πρωινό
    όταν εμφανίστηκε στο κατώφλι του

    ο ανθρώπινος ήχος.

    Σπύρος Αραβανής, «Σημειώσεις από μιαν αόρατη ηλικία»

    8. Ο κήπος

    «Το χώμα είναι τάφος»
    Ισίδωρος Αιγεάτης – Παλατινή Ανθολογία

    Ο κήπος σου ερμητικά κλεισμένος
    έχει το σχήμα του σώματός σου,
    τίποτα δεν μπορεί να τον παραβιάσει,
    υπακούει στον θρίαμβό του πεπρωμένου.
    Από τις ανεπαίσθητες ρωγμές του
    ένα ρίγος στροβιλίζεται αποτινάζοντας τη ζωή,
    μια οδύνη αναβλύζει σκάβοντας
    τον ραγισμένο καθρέφτη της ψυχής μας.
    Κι ούτε μια λέξη σου μπορεί να ξεγλιστρήσει,
    στον ήλιο να δώσει πνοή,
    να ελευθερωθούν όνειρα καταδικασμένα,
    τα μάτια μας σαν ζαφείρια να λάμψουνε
    στις διαμελισμένες ημέρες.

    Στον κήπο σου
    μόνο μια γλάστρα με βασιλικό ανθεί,
    διώχνει τ’ ανεπιθύμητα κουνούπια,
    να μη ενοχλούν τον αιώνιο ύπνο σου.

    Τρίτη 19 Νοέμβρη, 2012 10 το βράδυ
    Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, από τη συλλογή Του χορού και της απουσίας, 2013

    9. ΑΠ᾿ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΟΥ ΣΤ᾿ ΑΝΑΠΛΙ

    Χειμωνικά μου χρώματα οἱ ἀποθῆκες τὸ μικρὸ τρένο
    μὲ οὐράνιους καπνοὺς
    χρωματιστὰ παιδιὰ κορδέλες
    οἱ ἕλληνες μὲ βάσανα καὶ δάφνες
    καὶ ὁ θεός μας τόσο πατρικὸς ὑάκινθε.
    Ἀνάληψη ζωαρχικὴ
    μικρὸ τρένο μὲ τοὺς οὐράνιους καπνούς.
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ΤΑ ΠΕΡΙΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΤΙΑ~ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

    10. Γυναίκες με ψυχή κήπου

    Υπάρχουν γυναίκες με ψυχή κήπου
    ανθίζουν, μαραίνονται, φυλλορροούν, αιμορραγούν,
    αναπαράγονται
    με κιρκαδική ροή, με αυτιστική πλήξη
    μέχρι να σβήσουν οριστικά ως
    τον αφανισμό τους

    κι αν τις ρωτήσεις το ίδιο θα έκαναν από την αρχή
    οι γυναίκες με την ψυχή κήπου
    θα πρόσφεραν τα εαυτό τους γύρη τροφή στα
    λεπιδόπτερα
    να γέρνουν ξένοι πάνω τους να γεύονται γεννήτορες να
    γεννούν να γίνονται εραστές ξενιστές
    της καταστροφής τους

    έτσι περιμένουν καρτερικά χωρίς ποτέ να παραπονεθούν
    αγκιστρωμένες στη ζωή
    ρίζες τραχιές
    οι γυναίκες με την ψυχή κήπου

    ζουν για τη θαυμαστική στιγμή που τα χρώματα
    προσπερνούν
    που τα φτερά ξεδιπλώνονται
    και η λεπίδα του πόθου επικρέμαται
    κοφτερή,
    δαμόκλειος των εραστών η αποδημία

    Ελένη Ν. Γαλάνη, από τη συλλογή Terrarium, To Πείραμα του Ward, 2014

    11. Ο DON JUAN
    ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΗΠΟ

    Ελάτε κι όλες γύρω μου καθίστε,
    οι αγάπες μου οι μικρές και οι μεγάλες•
    αυτές που χάρηκα μα και οι άλλες,
    που δεν, μες στις αγάπες μου αριθμείσθε.

    Γυμνές μέσα στη σκέψη μου όλες τρέξτε
    κι η μια την άλλη τώρα καμαρώστε,
    αγκαλιαστείτε, φιληθείτε, ξεσαλώστε,
    κάθε λογής παιχνίδια αγάπης παίξτε.

    Και τραγουδήστε εν χορώ στον Don Giovanni
    λόγια γλυκά, του Έρωτα, δοξάστε
    αυτόν που απ’ την Αγάπη έχει πεθάνει
    φορές μυριάδες ζωντανός κι ακόμα
    το γέρικο κορμί του αγκαλιάστε
    φορά στερνή στου θάνατου το στρώμα.

    Και πείτε του ψιθυριστά, σαν χάδι,
    –προτού πατήσει των Νεκρών τη Νήσο–
    σαν φως μπροστά στο αδήριτο σκοτάδι,
    «Απόψε έσει μεθ’ ημών εν παραδείσω».

    Θεοδόσης Βολκώφ

    12. Πρόδρομος Μάρκογλου, Η Ναυσικά των κήπων

    [Από την ενότητα Καθημερινό τοπίο]

    Κάποτε μας ωθούν οι ανάγκες
    επιστρέφουμε στους παλιούς κήπους,
    όπου
    αγαπήσαμε τις περίβλεπτες γυναίκες,
    αυτές που τις πήρανε
    οι μηχανές, οι εύκολοι δρόμοι.

    Επιστρέφουμε
    στους κήπους που τώρα είναι αμμουδιές
    κι η θάλασσα
    αφήνει μαλακά κορμούς μιας άνοιξης,
    λησμονημένα οστά,
    όπου αναγνωρίζουμε
    ή μέσα στις ανάγκες μας πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε,
    το λευκό χέρι και την κρυπτή κοιλότητα
    της Ναυσικάς.

    Από τη συλλογή Τα κύματα και οι φωνές (1971)

    The Beatles – Octopus’s Garden

    13. Στον καθρέφτη του κήπου.

    Όταν βρέχονται τα παγόνια
    κάτω απ’ τις σημύδες και τους ψευδοπλάτανους
    του μεγάλου πύργου
    η λάσπη κολλάει στα πόδια τους
    γιατί υπάρχουν μέρες
    που και το πιο παράξενο
    πρέπει να πορευτεί αυτόνομα,
    με το βάρος του ρίσκου ν’ αδικηθεί
    απ’ το ότι δεν το εξηγούμε.
    ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

    14. ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

    Υπάρχει μια αρχαία πληγή
    Περνάει από χώμα σε χώμα.

    Μια αβέβαιη μάχη
    Ένας θεός έτοιμος
    Δεν ξέρεις τι να του ζητήσεις
    Γιατί αναρωτιέσαι
    Τι επιτρέπεται.

    Πόθος βαθύς για την ήττα
    Μητέρα τόσων τραυμάτων
    Έμπειρη προξενήτρα.

    Υπάρχει ένα απόγευμα
    Αφημένο στην άκρη
    Διάστικτο μ’ αγκάθια.

    Αυτό μου απαντά η σιωπή σας, λουλούδια.

    Λένα Καλλέργη, Κήποι στην άμμο, εκδ. Γαβριηλίδης, 2010.

    15. «Στη μέση»

    Κήπος δεν είναι άπειρα ρόδα
    Κήπος είναι άπειρα τάγματα αγγέλων

    Ακόμα και τάγμα ομπρελοφόρων
    πάνω από τα πλήθη
    (όταν βρέχει δε νοείται όλα τα κεφάλια ν’ ανθίσουν)

    Κήπος είναι αυτό το ρόδο
    στη μέση της ερήμου
    (Ανδρέας Κεντζός: από τη συλλογή «Συγκεκριμένα ποιήματα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

    16. ΛΕΥΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

    Ήταν ένας κήπος;
    Λευκά φυτά έχω στο νου μου.
    Τυφλές λάμψεις.
    Το βαθμιαίο συναίσθημα
    Ότι κάποιος έχει χαθεί
    Στο λαβύρινθο μιας ασύλληπτης σκέψης.

    Κάποτε ήμουν εκεί.
    Στο όνειρο όλων όσων δεν έχουν ποτέ λεχθεί.
    Δεν ήθελα να συλλάβω τον ήλιο.
    Όλα τα σχήματα ήταν σαν να είχαν εκτεθεί.
    Σε πρόωρη ζωή.
    Η μέρα ήταν υποθετική.
    Όπως και η νύχτα.
    ΝΑΝΑ ΗΣΑΐΑ

    17. ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΝ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

    Τά κοτσυφάκια τά λάλα
    (Α. Παπαδιαμάντης)

    Στόν κῆπο τόν ἐλάχιστο τῆς γειτονιᾶς,
    κότσυφας πίνει νεράκι·
    στά μάτια κοιταζόμαστε λιγάκι
    νιώθοντας καί οἱ δυό μας διψασμένοι.

    Στόν κῆπο τόν ἐλάχιστο τῆς γειτονιᾶς,
    κότσυφας βρῆκε κλαρί καί κάθισε·
    ὄμορφα πού κελάιδησε
    ἀκούγοντας τήν ἄνοιξη κοντά.

    -Γαλάζια πού εἶν᾿ ἡ θάλασσα μελαχρινό τό κύμα.

    Δέν χάνεται ἡ ζωή, ἀλλάζει μονάχα βῆμα,
    καινούργια φυλλωσιά φοράει·
    βιαστική καί τούτη ἡ ἄνοιξη ποῦ τάχα πάει;

    -Δέν ἀναβάλλεται ἡ ζωή,
    πόσο τό αὔριο ν᾿ ἀργοπορήσει.

    Κώστας Πασβάντης

    In the garden, Elvis Presley

    18. Παραμύθια του κήπου (Ι)

    I
    Η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά
    άσπρα φορεί, άσπρα κρατεί, άσπρη είναι η φορεσιά της.
    Απλώνεται, ξαπλώνεται στον ήλιο,
    και περιμένει να της φιλήσει
    τα μικρά τριαντάφυλλα, να τα μεθύσει τόσο
    από χρυσάφι και φωτιά γλυκιά,
    ώσπου να κοκκινίσουνε
    απ’ την πολλή του αγάπη.

    Ζωή Καρέλλη, Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955)

    19. Ο ΜΥΘΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΝΕΝΟΗΜΕΝΩΝ ΜΑΡΑΣΜΩΝ

    Έφτιαξα πρώτα έναν μικρό κήπο. Κάποιος μου ευχήθηκε να μου φέρει μόνο χαρά. Τα λουλούδια του ήταν εξωστρεφή, πέρασαν στις διπλανές αυλές και μπερδεύτηκαν με γειτονικούς θάμνους. Έγιναν –κάτι σαν– φίλοι λουλούδια και θάμνοι. Εκείνοι όμως φθόνησαν τα ανθισμένα τους χρώματα και τα ξερίζωσαν. Ύστερα έφτιαξα ένα κάστρο. Ψηλό και απόρθητο, σκοτεινό, χωρίς κανένα λουλούδι. Έμεινε για χρόνια στο λόφο του ανεξερεύνητο. Κάποτε συνάντησε τα γειτονικά κάστρα των απέναντι λόφων. Έγιναν –κάτι σαν– φίλοι κάστρο και κάστρα. Μιλούσαν μέσα από τα τείχη τους κάθε πρωί για τον καιρό.

    Πόλυ Μαμακάκη, “Νήματα ουτοΠοίησης’, Γαβριηλίδης, 2015

    20. Κ Α Τ Ω Σ Τ Ο Υ Σ Κ Η Π Ο Υ Σ

    Κάτω στους κήπους στις ιτιές η αγάπη μου με βρήκε,
    μες στις ιτιές το πόδι της λευκό σαν χιόνι είχε·
    οι αγάπες έλεγε είν’ απλές, σαν φύλλα, δες, φυτρώνουν
    μα στην τρελή μου νιότη εγώ δεν τη συμμεριζόμουν.

    Σ’ έναν αγρό στον ποταμό ήρθε να μ’ ανταμώσει
    πάνω στον ώμο μου λευκό το χέρι της ν’ απλώσει·
    απλή ‘ναι μού ‘πε η ζωή, χορτάρι που φουντώνει
    μα την τρελή είχα νιότη εγώ, και δάκρυ με βουρκώνει.

    (William Buttler Yeats, 70 Ερωτικά, Εστία, μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος)

  5. Γεια σου, Αγγελική, καλή εβδομάδα!… Και πάλι μας χάρισες ένα πλούσιο ποιητικό σχόλιο! Grazie mille!!!

    -Γιάννης Ρίτσος, «Αντίληψη κηπουρού»

    «Ήμερα, αρχοντικά, περήφανα περιβόλια,
    σεργιανάνε μοναχικά μέσα στο απόβραδο
    πίσω από το κιγκλίδωμά τους. Κάποτε
    μια φούχτα αστέρια πέφτει απ’ τα κλαδιά τους
    μέσα σε στέρνες σκοτεινές, όπου πλέον
    φασματικοί, αόρατοι κύκνοι.
    Μια μικρή λεμονιά
    έτρεξε με το νυφικό της, δίχως κανείς να καταλάβει
    κ’ έπεσε στο πηγάδι. Ένας λευκός αχνός
    υψώθηκε ανάμεσα στα δέντρα. Κάποιος τρέχοντας
    απ’ τη μεγάλη σιδερένια εξώπορτα,
    φώναξε: “Εγώ την είδα με τα μάτια μου”. Από τότε
    ο φύλακας των κήπων είναι κωφάλαλος.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Δειλινός κήπος»

    «Μες απ’ τα κάγκελα της εξώπορτας είδε τον κήπο.
    Ο κηπουρός επάνω σε μια σκάλα μάζευε καρπούς.
    Πιο μέσα, ένα κορίτσι σε μια ψάθινη καρέκλα-
    τα μάτια της κλεισμένα, ένα βιβλίο στα γόνατά της.
    Στο βάθος, ρόδιζε το σπίτι απέναντι στο λιόγερμα. Μόνο
    ένα παράθυρο ήταν φωτισμένο- της κουζίνας. Από κει
    φώναξαν τ’ όνομά του κοριτσιού. Το κορίτσι σηκώθηκε. Εκείνος
    ένιωσε πάλι τόσο μόνος, ένοχος, λαθραία ευτυχισμένος
    καθώς είχε περάσει σαν καλάθι κάτω απ’ τον αγκώνα του
    όλο τον κήπο, κρεμασμένον απ’ αυτή την εσωτερική φωνή,
    απ’ αυτό τ’ όνομα που βάθυνε όλη την εσπέρα, -ένα καλάθι
    γεμάτο φύλλα και καρπούς, κι ανάμεσά τους ένα ολόχρυσο, μικρό
    μαχαίρι.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

    -ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ, «ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ»
    (απόσπασμα)

    «Αγαπημένε μου, γίνε για μένα
    Σαν τις φλόγες που χορεύουν με τον Έρωτα
    Πυρά μες στην πυρά…
    Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.

    Το κερί μου λιώνει με καημό
    Κλαίει κέρινα δάκρυα.
    Το φυτίλι καίγεται-
    Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.

    Εμείς που βαδίσαμε το μονοπάτι του Έρωτα
    Δεν κλίνουμε μάτι όλη νύχτα.
    Στην ταβέρνα των μεθυσμένων
    Ο τυμπανιστής χτυπάει το τύμπανο-
    Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.

    Στη μαυρίλα της νύχτας
    Οι εραστές ξαγρυπνούν
    Μην τους μιλάτε για ύπνο
    Το μόνο που θέλουν
    Είναι να βρίσκονται μαζί μας-
    Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.

    Η Ένωση είναι ένας μανιασμένος ποταμός
    Που χύνεται κατ’ ευθείαν στη θάλασσα
    Απόψε η Σελήνη δίνει φιλιά στα αστέρια…
    Ό,τι αγγίζω ό,τι βλέπω
    Γίνεται φωτιά της αγάπης-
    Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.
    …………………………………………………………
    Όλη τη νύχτα χόρευα γύρω απ΄το σπίτι
    Του Αγαπημένου μου
    Το πρωί εκείνος βγήκε έξω
    Και μου πρόσφερε να πιω κρασί
    Δεν είχα κύπελλο-
    «Να το άδειο μου κρανίο», του είπα.
    «Ρίξε μέσα το κρασί σου».
    …………………………………………………………..
    Χτύπησα την πόρτα
    Εκείνου που αγκαλιάζει την αγάπη.
    Άνοιξε, με είδε να στέκω εκεό
    Κι άρχισε να γελάει.
    Με τράβηξε μέσα.-
    Έλιωσα όπως η ζάχαρη, στην αγκαλιά εκείνου του Εραστή
    Εκείνου του Μάγου του Κόσμου.»
    (Τζελαλαντίν Ρουμί, Στον κήπο του Αγαπημένου, εκδ. Αρμός)

  6. 1. Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

    Ο κηπουρός του τάφου, γέροντας αγαθός,
    αυτός που παραστάθηκε στα ογκώδη γεγονότα,
    και στις πρωινές οράσεις των γυναικών,
    σε όλες τις ανοιξιάτικες καλωσύνες
    όχι απαθής, άλλα μεστός (γέροντας καθώς ήτο)
    έμενε κι’ ασυγκίνητος εν μέρει τούς φαινόταν.

    Αλλά η ψυχή του ακέραια δίχως ν’ αναλωθεί
    σε άκαιρες πράξεις ή σε λόγια περισσά,
    ωρίμασε σε πλήρη ιδέα της θεογνωσίας.

    Μελέτες, περιδιάβασες, μετεωρισμοί,
    αιώνων απασχόληση για ν’ αποβεί
    κάποτε ανέβασμα ψυχών των νέων παιδιών,
    πολλάκις άκαρπη, πάντοτε μισερή,
    – ηλιοδαρμός και πάμπλουτη αχτινοβολία,
    βίαιο χύμα κάδου της χρυσής βροχής
    και ποντισμός πολλού φωτός, πλούσιων βολίδων
    απόβηκε στον γέροντα η εωθινή
    μύηση σε κόσμους εχτεινόμενους
    από τα βάθη των ταρτάρων και του ίσκιου,
    ώς με την όλη ουσία του ύψους και της θεότητας,
    με διάμεσα περιβόλια καλωσύνης,
    ανθώνες τέρψεως και τρυφής και κελαηδήματα
    πουλιών ωραία, χρωματιστών, που προϋπαντούνε
    ψυχές που αιφνίδια ανθίσανε, γερόντων έστω,
    σ’ αιφνίδια και φλογώδη Αποκάλυψη του Μυστηρίου.

    ΤΑΚΗΣ Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

    ΣΕ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΜΟΝΑΧΟΣ-ΧΑΙΝΗΔΕΣ

    2. Ο Κήπος
    ήταν γεμάτος πυγολαμπίδες
    σαν τα μάτια της γάτας
    που αστράφτουν μες στο σκοτάδι
    λευκά περιστέρια ξεχείλιζαν στον ουρανό του
    Ο Κήπος
    ήταν αγκαλιασμένος με τρυφερούς
    ολόισιους πράσινους βλαστούς
    και μωρουδένια ανθάκια
    μονάκριβα μικρά πέταλα σαν μαργαριτάρια
    ακαταμάχητα ερωτεύονταν το φως
    Όταν στρώθηκε η Άσφαλτος
    η στάχτη ποδοπάτησε τα δροσισμένα τριαντάφυλλα τους
    και μια ολόκληρη λεωφόρος
    πλημμύρισε σιδερικά και άρματα μάχης|
    εν μια νυκτί»

    Δάφνη Μαρία Γκυ, Ο κήπος και η άσφαλτος -Γαβριηλίδης 2014
    (Ο Κήπος IV, Η πόλη, Η Άσφαλτος)

    3. Ο κήπος των Εσπερίδων

    Έφυγε το φεγγάρι. Πήγε και κύλησε
    στην παραλία του Βιαρέτζιο μελαγχολικό
    στο όριο μεταξύ του Θεού και των ανθρωπίνων.
    Ανάμεσα σε ψάρια νεκρά, φτερά
    και υψιφώνους από την Πλατεία των Θαυμάτων.
    Με τον Ντάντε Αλιγκιέρι έπεφτε
    αμήχανη με τα ουράνια, φιλέρημο
    και με τη Δανάη κατάχρυση πλέον.
    Αρχαϊκές αντιλήψεις πετούν στην παραλία των Τυρρηνών
    πουλιά ελεεινά στον αιθέρα των ποταμίων κτιρίων.
    Τα φώτα του λιμανιού των Πατρών.

    Χάθηκε το φεγγάρι στο πουκάμισο της Φραντζέσκας
    και στο παλτό του Τζόις των νεκροταφείων της Ζυρίχης.
    Εκεί είναι το σύμπαν του χρυσού και αργυρού χαμόγελου.
    Όλα πράγματα ιερά.

    (Φθιν. ’87 – Φθιν. ’88)

    Σχόλια: Στον στ. 11, The sight of Patras with its many lights gradually fading away in the distance was very pretty.
    (Από το ημερολόγιο του Κ. Π. Καβάφη).

    Τάκης Γραμμένος, Από τη συλλογή Αποκαλυπτικά της Εσπερίας (1991)

    4. Περί κηπουρικής

    Δεν θα μιλήσω για το ύφος των δέντρων
    γιατί δεν ξέρω από κηπουρική.
    Τα λόγια πια σαν την βροχή
    και σαν τον άνεμο.
    Δεν είναι βάλσαμο ο λόγος
    ούτε του φίλου.
    Υπάρχουν τόσα που δεν ξέρω να σου ειπώ
    δεν ξέρω αν πρέπει ή αν είν’ η σκέψη ικανή.
    Και πάλι αφήνω τα λιγοστά πράγματα
    π΄ αγάπησα.
    Είναι τα πράγματα μπελάς
    μες της καρδιάς τα βάθη.

    Χριστόδουλος Καλλίνος, από την ανέκδοτη συλλογή «Ρέκβιεμ στην νεότητα»

    5. ΚΗΠΟΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

    το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
    φωτίζονταν
    εκ των έσωθεν
    μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
    ώστε
    εδέησε
    να πάρω τη λάμπα
    και να την
    ακουμπήσω
    χάμω στο πάτωμα
    που
    να μπορέσουνε
    οι σκιές
    των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
    να προβληθούν
    στον
    τοίχο
    με μίαν ιερατικότητα βιβλική

    η λάμπα έκαιε συνεχώς
    — η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
    όλη τη νύχτα
    την ακόλουθη μέρα
    κι’ όλη την επόμενη νύχτα
    χάμω στο πάτωμα
    πάνω στα πλούσια
    στοιβαγμένα
    χαλιά
    τα ωραιότερα φρούτα
    τα λαμπρότερα λουλούδια
    — όπου επικρατούσαν
    οι πικροδάφνες
    άσπρες και ρόδινες —

    η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
    ένα κίτρινο χρυσό
    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

  7. Ciao, Aggeliki!….

    -Eugenio Monτale, «Κήπος ιταλικού τύπου»

    «Η γηραιά χελώνα με δυσκολία περπατά,
    σκαμπανεβάζει
    καθώς της έχουν κόψει το μπροστινό της πόδι.
    Όταν το πράσινο χορτάρι αρχίζει να κουνιέται
    είναι που σέρνεται με κόπο μες στα τρίγωνα των
    τριφυλλιών –
    κι αόρατη γυρίζει στη φωλιά της.
    Εδώ και πόσα χρόνια; Στέκονται αβέβαιοι
    το αφεντικό κι ο κηπουρός.
    Μισόν αιώνα ή και περισσότερο. Ίσως από την εποχή
    του στρατηγού Πελλού…
    δεν έχει πια ηλικία: όλες μαζί οι λαβωματιές
    την βασανίζουν ταυτόχρονα.»
    (Eugenio Monτale, Ημερολόγιο του ’72, εκδ. ΑΓΡΑ)

    -Βύρων Λεοντάρης, «Έξι χρόνια»

    «Μες σε έξι χρόνια πώς ανδρώθηκαν οι κήποι,
    πώς φούντωσε η μικρή πορτοκαλιά,
    πώς μεγαλώσαν τα όνειρα στων κοριτσιών τα μάτια…

    κι εγώ πάλεψα έξι χρόνια σα θηρίο για να ξεχάσω,
    πάλεψα έξι χρόνια για ν’ αλλάξω- τίποτε δεν άλλαξε.
    Η ίδια γεύση στο στόμα μου,
    η ίδια βουή στα μάτια μου,
    η ίδια πληγή μες στην καρδιά μου και σε κάθε πόρο του κορ-
    μιού μου
    πάντοτε ένα μικρό παιδί πονάει και κλαίει…»
    (Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/ βιβλία)

    -Γιάροσλαβ Σέιφερτ, «Ο κήπος»

    «Γέρος έμαθα
    ν’ αγαπώ τη σιωπή,
    κι από μουσική συχνά αρμονικότερη.
    Στη γαλήνη της σαλεύουν σημάδια,
    στο μεθόριο της μνήμης
    σκοντάφτεις σ’ ονόματα
    που πήγε να στραγγαλίσει ο χρόνος.

    Στις κορυφές των δέντρων το βράδυ
    ακούω την καρδιά των πουλιών.
    Στο νεκροταφείο κάποτε έπιασα
    απ’ το βάθος του τάφου
    το τρίξιμο κάσας.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, ελληνικά γράμματα)

  8. Γιάννη, επίμονε κηπουρέ της Ποίησης,
    ένας ακόμα κήπος για σένα, για μένα, για όλον τον κόσμο…

    ΚΗΠΟΣ

    (Ανοίγω μάτια
    Άγραφο βιβλίο
    Μπαλκονόπορτα)

    – Θέλω να βγω στον κήπο
    Εκείνο
    Με τα δειλινά
    Πνιγμένα στ’ άρωμά τους
    Το φρύνο
    Τη βασιλική συκιά

    Τι έγινε η σκάλα;

    (Θρόισμα βίου στα φθαρμένα φύλλα
    Σύρεται σαν αυλαία η κουρτίνα)

    – Χτίστηκε πια η θέα από εδώ
    Είπε η μπαλκονόπορτα
    Βγες τώρα απ΄την έξοδο κινδύνου

    – Πού θα τη βρω;

    – Παντού
    Όμως να ξέρεις
    Δεν υπάρχει κήπος

    – Υπάρχει πάντα είπα
    Ο κήπος μου που μεγαλώσαμε μαζί
    Που φέτος έφυγε στη θάλασσα
    Με τις μανταρινιές του
    Τον καμένο φοίνικα
    Τα σμήνη τα φαντασματάκια γιασεμιών

    – Α, ναι αυτός
    Α, ναι εσείς …

    – Υπάρχει ακόμα
    Κόκκινο στο νου μου λίγο χώμα
    Από το περιβολάκι του 88 χωρίς οδό

    – Α, ναι
    Τις φράουλες θυμάσαι
    Την τρελή τριανταφυλλιά
    Τον Πούκι και το Τζίνι
    Τα φαρμακωμένα
    Θαμμένα κάτω απ’ τη μεγάλη αγγελική
    Που συγχωρεί

    – Όχι αυτά
    Τα ξέχασα είπα

    – Πώς γίνεται;
    Σας ξέχασες;

    – Σώπα

    (Κλείνω την μπαλκονόπορτα
    Με πάταγο το φεγγαρόφωτο
    Αδειάζει ίσκιους δέντρων
    Στον ακάλυπτο)

    – Ορίστε είπε μια ροδιά
    Έχεις και πάλι κήπο
    Βαθύ
    Αβυσσαλέο
    Στη Σπυρίδωνος Τρικούπη
    Σου αρκεί

    Κοίταξε κάτω
    Τι γαλήνη:

    Η άρρωστη δάφνη κοιμίζει το κοτσύφι της
    Τα μυρμηγκάκια
    Τα σαλιγκάρια της κοντά στη ρίζα

    Σκέφτεται όμως τ’ άστρα
    Άνθη
    Σε αστρικές αποστάσεις απ’ το μίσχο τους

    Ακατανόητο να είσαι μόνος
    Σκέφτεται

    Ψηλώνεις
    Μόνο για να μπορείς
    Να σκύψεις μέσα σου
    Για λίγο

    Σκέφτεται

    Ανεβαίνει μέχρι το δικό σου όροφο για φως

    Πού είσαι;
    ΄
    – Άκου
    Κάτι συμβαίνει είπα

    Τροχιοδρομεί ο πλανήτης έκκεντρα

    Άκου
    Βουή
    Ταραχή των νερών
    Κλάμα νεκρών
    Σ’ ανήκουστες συχνότητες

    Ραγίζει το σπίτι
    Σπάζει σε χρόνια
    Σε ώρες
    Σε άτμητες μονάδες

    Να, εξαερώνεται

    Θα σωθώ είπα
    Θα βγω

    (Τραύμα της άμμου
    Θλάση της μνήμης

    Ο χώρος επουλώνεται

    Θα περάσει κι αυτό
    Θα περάσει)

    – Να, τέλειωσε

    – Τσίου σφύριξε
    Ξυπνώντας ξαφνιασμένο το κοτσύφι
    Τέλειωσε ο κόσμος;

    – Θα ξαναρχίσει είπα
    Όπως πάντα

    Έστω
    Μόνο για μιας στιγμής ζευγάρωμα θεού
    Στον ύπνο
    Με το μαύρο θηλυκό του

    – Τσίου; Ρώτησε το κοτσύφι

    – Αρκεί απάντησα
    Το σπίτι αναλήφτηκε
    Λοιπόν θα μείνω ο κήπος

    Θα τρώω μόνο σπόρους θα πίνω βροχή
    Ένα αντικείμενο από χώμα
    Ένα υποκείμενο από πέτρα
    Ένα κείμενο σπαραγμένο
    Από φτερά

    – Τσίου
    Έκανε το κοτσύφι σιγανά
    Κι αποκοιμήθηκε

    Παυλίνα Παμπούδη
    από το ποιητικό βιβλίο Το σπίτι στους 40 δρόμους, 2011

  9. Ciao Aggeliki!… Πολύ καλό!!!

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: από τον ΚΗΠΟ ΜΕ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

    Ι.
    (…)
    Ἡ μιὰ πεντάρα σὲ κάνει πλούσιο, οἱ πολλές ποτέ. Ἀνέκαθεν στὸν κόσμο αὐτὸν βασιλεύει μιὰ κάποια ὅπως θα λέγα ἄνισος ἰσομετρία. Το ἴδιο δυναμικὸ καὶ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ κακὸ ἀπαιτεῖται νὰ καταβληθεῖ, ἀφοῦ τὸ φαρμάκι ἐπενεργεῖ ἀρνητικά, ὅπως ἀκριβῶς το ἀγαθὸν θετικά, πάνω στοὺς ἄλλους, ποὺ ξέρουν νὰ κρατοῦν σωστὰ τὸ κάτοπτρο τῆς καθαρῆς ἀντίληψης, στὴ σχέση τους μὲ τοὺς τρίτους. Εἶναι ὅμως διαφορετικὸ τὸ μῆκος τῶν πεπρωμένων. Θεέ μου, πόσα πολλὰ πράγματα καὶ ν’ ἀντιστοιχοῦν μόνο σ’ ἕνα σκέτο σπίρτο, ποὺ τὸ τραβᾶς ἐπάνω τους· καὶ νά!

    Μόνο μιὰ λάμψη ὁ ἄνθρωπος · κι ἂν εἶδες, εἶδες.

    Ὄχι βέβαια τὰ τῆς χρείας, ποὺ ἀχρείαστα νά ‘ναι, ἀλλὰ τὰ χαϊδεμένα τῶν αἰσθήσεων, ποὺ τὰ φυλάγει καθένας μας σὲ μιὰ ζεστὴ γωνιὰ τῆς καρδιᾶς του κι ἔχει τὸν λόγο του. Γιὰ κεῖνο τὸ κάτι ξεχωριστὸ ποὺ τὸ καθένα τους προσκομίζει στὸ ὕφος τῆς κοινῆς πατρίδας

    Τιμή στὴν ἑλαία γιὰ τὴν ἐγνωσμένη της φρόνηση.
    Στὴν λουίζα γιὰ τὴν εὐγενή της καταγωγή καὶ τοὺς λεπτούς της τρόπους.
    Στὸ μάρμαρο γιὰ τὸ ἕνα κάτι ἀπόλυτο ποὺ ἀντιπροσωπεύει.
    Στὸν πευκώνα, γιὰ τὸ ἁπτό καὶ μή τῆς παρουσίας του.
    Στὸ νεράντζι, γιὰ τὸν τρόπο ποὺ ἐπέτυχε δέκα αἰῶνες ἀργότερα νὰ συμπυκνώσει τὴν σκέψη τῶν Ἰώνων.
    Στὸν θαλασσινό βράχο, γιὰ τὴν μνήμη τῶν Πατέρων Πάντων.
    Στὸ ἁπλῶς κυανό, γιὰ τὸ ἀπείρως παρόμοιο.

    ΙΙ.
    (…)
    Τοῦ κάθε διαφορετικοῦ δέντρου ἡ φυλλωσιὰ ἔχει τὴ δική της διάλεκτο, ποὺ ἐὰν ἔχεις βγάλει τὶς πρῶτες τάξεις τοῦ δημοτικοῦ στὴν Σχολὴ τῶν Ἀνέμων κι ἔχεις περάσει τὸν «θροῦ», τὸν «ψίθυρο», τὴν «αὔρα» θα μπορεῖς σὲ μιὰν ἴσης δεκτικότητας ἐποχὴ νὰ βρεῖς τὸ ἀνάλογον ἑνὸς Φιλόδημου ἢ ἑνὸς Μελέαγρου, ἑνὸς Λόγγου ἢ ἑνὸς Λουκιανοῦ. Καὶ μὴν πεῖ κανεὶς πὼς στὴν ἐποχή μας ἡ φύση δὲν μιλάει πλέον στοὺς νέους τῆς τεχνοκρατίας. Οἱ νέοι τῆς τεχνοκρατίας δὲν μιλοῦν στὴν φύση· ἐξ οὗ καὶ τὸ ἀσύνδετο καὶ ἀσύστατο τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας, ὅπου σὲ μιὰν ἐκφραστικὴ φθογγολογικῆς ἀνεμοβλογιᾶς, ἄλλα προτείνει εἰς τὴν ρωσικὴ ὁ Σουηδὸς καὶ ἄλλα τοῦ ἐπιτάσσει εἰς τὴν ἀγγλικὴ ὁ Ἰάπων.

    (ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ιδιωτική οδός, Ίκαρος)

  10. Aυτήν την εποχή προσπαθώ να γνωρίσω καλύτερα το Νικόλα Κάλας. Ο Νικόλας Κάλας ή Νικήτας Ράντος (πραγματικό όνομα Νικόλαος Καλαμάρης) ήταν Έλληνας ποιητής, που χρησιμοποιούσε επίσης τα ψευδώνυμα Μ. Σπιέρος και N.Calas

    [ΚΗΠΟΝ ΚΛΕΙΣΜΕΝΟΝ ΕΚΑΡΠΩΣΑ]

    Κήπον κλεισμένον εκάρπωσα
    νυχτάνθεμα και κυνανθοί
    ευωδία αβύσσων, κήπος γραμμάτων
    με περιβάλλει, πολύχρωμος ερμητικός
    χρωματόσωμον ο λόγος. Βασανίζω εικόνες
    με λέξεις που τις καθυστερούν
    αναγνωρίζω διαφορές αλλιώς δεν επέρχεται το ποίημα
    κι επανέρχονται τοπωνυμίες κι ανέκδοτα.

    Καθυστερημένα όνειρα βρωμούν σαν μπακαλιάρος
    Γιαννιώτικα Πολίτικα μακρόσυρτα τραγούδια
    ανατολίτικα βρωμούν σαν παλαμίδα.

    Στιγμές σκορπισμένες στα βράχια
    πεύκα πεπονόφλουδες κάποτες καπότες
    στιγμές βουλιαγμένες στα χρόνια.
    Το φύσημα πνοής ανάμεσα στα φύλλα και τα φύλα.
    Δαφνί και δάφνη ο κόσμος εντόσθια εντός μου.
    Τώρα ζητώ τη μανία ν’ αμβλύνει το χαρτί

    Νικόλαος Κάλας, «Οδός Νικήτα Ράντου», Ίκαρος, Αθήνα 1977, σελ. 135

  11. Ciao, Aggeliki!… Ψάξε ψάξε όλο και κάτι ωραίο βρίσκεις…Bravissima!!!

    Κάτι βρήκα και ‘γω ξεφυλλίζοντας τα ποιήματα του Καρούζου:

    -Νίκος Καρούζος, «Έλληνας κηπουρός με το χιονισμένο ποτιστήρι»
    (απόσπασμα)

    «ΟΛΟΣ Ο ΚΗΠΟΣ
    Άνεμοι μαύροι ως την ταραχή της ακέραστης παρθένας
    και κρυώνει κάθε γαλάζιος μέσα στην πλάση
    που χύνοντας θύελλες και τρόμο στα δίκαια δέντρα
    φέρνει απ’ το θάνατο κάτι τραγούδια σαν πελέκια
    να κομματιάσουμε ακόμα την καρδιά μας
    εδώ στα δάση με τις βόρειες φωτιές
    όταν ο καιρός ευωδιάζει από κορίτσια.
    Είναι παλιά η βρύση που λαλεί
    και πέφτουν αετοί στο δεντρολίβανο
    πνέω μακριά πνέω στην παρθένα
    οι σάλπιγγες αχ έρημες εμένα καλούν
    εμένα πάνε στο εικόνισμα
    σ’ εκείνη την άγρια εκκλησιά που λάμπουν
    ερωτευμένα φίδια μόνα τους
    έχοντας από κρυψώνες χόρτων όλη τη σιωπή
    και τη χαρά να σύρονται στα όνειρά μου.
    Σ’ έναν κήπο τραγουδώ ματώνοντας τ’ αστέρια
    τι λάβα χύνεται στις ανθρώπινες πράξεις
    ο θεός φανερώθη στην πύλη και θροΐζει ο διάβολος
    είμαι λοιπόν ο υετός που λύγισε και σπαθίζει το γαλάζιο ανήφορο
    και η μοίρα μου αγαθή και η μοίρα μου άσπρη
    μητέρα ξανθή απ’ τον ήλιο σκοτωμένο βράδυ.
    Εγώ κρατώ τη χρυσή κούπα και στέργω τη λάμψη
    με λησμοσύνη των βράχων
    ως την απάτητη κορφή του νου
    μέρα και νύχτα τις ουράνιες φωνές ακούγοντας
    ωσάν τα ζάρια
    σε νεκρά μεσάνυχτα…»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

  12. 1. Ο ΚΗΠΟΣ

    Χιλιάδες και μυριάδες χρόνια
    Δε θα ‘ναι αρκετά
    Για να διηγηθούν
    Το ελάχιστο δευτερόλεπτο αιωνιότητας
    Που μ’ έχεις αγκαλιάσει
    Που σ’ έχω αγκαλιάσει
    Ένα πρωί μέσα στο φως του χειμώνα
    Στο πάρκο Moνσουρί στο Παρίσι
    Στο Παρίσι
    Πάνω στη γη
    Στη γη που είναι έν’ αστέρι

    Jaques Prevert, PAROLES, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΚΗ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗ

    2. ο κήπος

    επέστρεφε στον ύπνο του συχνά

    έψαχνε τα τοιχώματα
    τα σκοτεινά της νύχτας
    μισά κομμάτια
    εύρισκε παλιούς πετάμενους καιρούς
    στενές εικόνες
    παιδί θυμόταν βρέφος
    πως από τότε που μου πάγωσαν τα μάτια
    πως είμαι ήδη
    εφτά ημερών καιρός
    ως τώρα μισό φεγγάρι φως
    βγαίνει λουσμένο πιο λευκό
    μυρίζει κήπο κι ευωδιάζει δάκρυ
    μαζεύει τα μεσάνυχτα
    τινάζει τ’ αξημέρωτα κι ανοίγει
    να φυσήξουν τα σκοτάδια
    πρόλαβα να μείνω ημιτελής
    ως τώρα ακόμα κι έρχονται
    ως τώρα πάντα και φυσούν
    περνούν κλειστά κι ανοίγουν να φανούν
    μπροστά, ψηλά και πάνω μου τα βάθη

    Άντης Ιωαννίδης

    3. Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ

    39
    Πασχίζω να πλέξω ένα στεφάνι όλο το πρωί,
    μα τα λουλούδια γλιστρούν και πέφτουν.
    Κάθεσαι εκεί,
    κρυφοκοιτώντας από τις γωνίες των ερευνητικών ματιών σου.

    Ρώτα τούτα τα μάτια,
    που υποχθόνια σχεδιάζουν τεχνάσματα,
    ποιανού λάθος ήταν.

    Πασχίζω να τραγουδήσω, αλλά μάταια.
    Ένα κρυφό χαμόγελο τρέμει στα χείλη σου,
    ρώτα το λόγο της αποτυχίας μου.

    Άσε τα χαμογελαστά σου χείλη να ορκιστούνε
    ότι η φωνή μου χάθηκε στη σιωπή σαν μεθυσμένη μέλισσα
    πάνω απ’ το λωτό.

    Νύχτωσε, ώρα για τα άνθη
    να κλείσουν τα πέταλά τους.

    Άσε με να κάτσω δίπλα σου
    και να κάνω τη δουλειά
    που γίνεται στη σιωπή
    και στο θαμπό φως των αστεριών.
    (ΡΑΜΠΙΝΤΡΑΝΑΘ ΤΑΓΚΟΡ)

    4. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Είναι ώρα να βάλεις τον ροδόκηπο για ύπνο.
    Να μαζέψεις τη σορό όλων των πεσμένων φύλλων.
    Πρέπει να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου, είπες,
    αλλιώς θα σε καβαλήσουν στο σβέρκο –
    Θυμάμαι που ήρθες και μου έφτιαξες τα σεντόνια
    και μου έκανες το κρεβάτι μου ροδόκηπο.
    Και τότε που τρύπησα το δάχτυλό μου και μάτωσε
    κι εσύ το καθάρισες με τη γλώσσα σου
    κι εγώ έπαιζα με το γόνατό σου.
    Πρέπει. Να πάρεις. Τα πράγματα. Στα χέρια σου – είπες.
    Τότε που φυτεύαμε, παίζαμε σκραμπλ, φτιάχναμε ψωμί
    τραγουδούσαμε να διώξουμε τον πρώτο χειμωνιάτικο αέρα.

    Είναι ώρα να βάλεις τον ροδόκηπο για ύπνο!
    Προλάβαμε και δεν αφήσαμε πολλά ανείπωτα
    μέχρι τη στιγμή που δε μπορούσες πια να μιλήσεις.
    Ναι, πρέπει να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας, είπαμε
    και το κάναμε και κρατήσαμε το αίμα της αγάπης μας κόκκινο –
    Και παίρνω όρκο ότι απ’ αυτό τράφηκε αυτό το χώμα που έβγαλε τέτοια δέντρα.
    Και τώρα ήρθε η ώρα να βάλω τον ροδόκηπο για ύπνο.

    Θα πρέπει να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου, έτσι είχες πει.

    Janet Lees (απόδοση: Belica-Antonia Kubareli)

    • Καλημέρα, Αγγελική!… Πολύ ωραία!… Εγώ δεν έχω κάτι άλλο για τον «κήπο»… Ετοιμάζω ήδη την επόμενη ανάρτηση!

  13. Είχαμε τον κήπο μας στην άκρη της θάλασσας.
    Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός
    κ’ η μητέρα καθισμένη
    στο χαμηλό σκαμνί
    κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
    με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
    με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
    γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια.
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ΥΓ. Οι ρίζες του παππού μου από την πλευρά του μπαμπά μου είναι από το Καρλόβασι.
    Τη μία και μοναδική φορά που κατάφερα να πάω στη Σάμο το 2004, πέρα από τις τρομερές συμπτώσεις, όπου όλα συνωμοτούσαν να συναντήσω κάποια πρόσωπα χαμένα στην αχλύ της παιδικής μου ηλικίας, συνέβη να επισκεφτούμε κάποιους γνωστούς που έμεναν δίπλα στο σπίτι του Ρίτσου. Όταν λέμε δίπλα, εννοούμε να τους χωρίζει ένας τοίχος. Λοιπόν, ήταν το σπίτι, πίσω του ο (μεγάλος) κήπος, μετά ο (κεντρικός) δρόμος και στη συνέχεια η θάλασσα. Δηλαδή, αυτό που διαβάζουμε στο ποίημα, ήταν η πραγματικότητα του Ρίτσου.
    Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα, όπως λέει ο Ελύτης. Κυριολεκτικά, στην περίπτωση του Ρίτσου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: