Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (108o): «Βουνά»…

-«Kι απάνω απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους
φωτάει μεμιάς Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος.

-Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες,
-χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια-,
κ’ είναι οι νεκροί, στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!»
(Από του ποίημα του Σικελιανού, Αντίσταση)

-«Κάθε βουνό κι η υπογραφή του.» (Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

-«Και μετά που δάκρυσα είδα τα βουνά
Γινωμένα ιερά να βασιλεύουν
Πίσω από τον ήλιο.»
(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

-Μαρίνα Τσβετάγεβα, «Το ποίημα του βουνού»

(απόσπασμα)

«Ριγώντας- τα βουνά θα τα κινήσω,
ν’ ανέβει η ψυχή- σ’ άλλο βουνό.
Για σένα θλίψη μου, να τραγουδήσω:
για το δικό μου το βουνό.

Μαύρο- και δεν μπορώ πια να το σβήσω,
να τ’ αποδιώξω τούτο το κενό.
Για σένα, θλίψη μου, θα τραγουδήσω-
απ’ το δικό μου το βουνό.

[…………………………………………..]

V.
Δεν ξεγελά το πάθος- δεν το μηχανεύτηκαν.
Ούτε και ψεύδεται- αν σύντομα χαθεί…
Ω, αν κυλούσαμε στον κόσμο, εγώ κι εσύ,
σαν δυο πληβείοι που εδώ κάτω ερωτεύτηκαν!

ω εξαρχής τότε θα είχαμε προσέξει.
Λόφος- θα λέγαμε. Απλώς- λόφος: τόσος δα!
(Λένε πως μόνο χάρη στων γκρεμνών την έλξη
μετράμε πόσο ύψος έχουν τα βουνά…)

Πάνω σε ρείκια καστανόχρωμα, σωρό,
πευκοβελόνες- σαν νησιά στο καταχείμωνο…
(Πάνω απ’ τη στάθμη της ζωής παραληρώ.)
– Δικός σου είμαι, Πάρε με…
Μα όσο- (αλίμονο!)-

μα όσο για σπιτάκι που να μας σκεπάσει-
μα όσο για να τιτιβίζουνε παιδιά-
εμείς στον κόσμο εδώ κάτω έχουμε φτάσει
να πούμε πώς ειν’ η αγάπη εκεί ψηλά…»
(Μ. Τσβετάγεβα, Το ποίημα του βουνού κι άλλα ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΟΥΝΟ»

Ι
Όχι ακόμη, δεν ήρθα να σε απο-
χαιρετήσω αδελφέ, που σε ανέβηκα
πρώτη φορά όταν ήμουν φως
σ’ ένα μίσχο. Οι περσότεροι
στίχοι μου είναι κτίσματα
πάνω σου. Κι αν ο λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θα μέναμε όρθιοι
τότε κ’ οι δυό σαν πέτρες
παράλληλες. Όμως μέσα
στο ανάστατο δάσος του κόσμου
σήμερα ο Λόγος δύσκολα
ακούγεται. Αλλά τα παιδιά
το ξέρω πώς μέσ’ από τα
βιβλία μου αύριο θα μαζεύουν
λουλούδια και πως θα μιλούν
για το θαύμα – ζωή, κοιτώντας
τον κόσμο μέσ’ απ’ τους στίχους μου.

ΙΙ
Σε ανέβαινα, σε κατέβαινα, ουρανό
φορτωμένος για τις ανάγκες μου.
Οι λέξεις μου, κάλυκες, έπρεπε
να γιομίζουν με φως. Οι στίχοι μου
γλάστρες στου Θεού το παράθυρο.

ΙΙΙ
Όταν ήρθα στον κόσμο κ’ είδα
τον ήλιο, είπα: Θα πρέπει κάτι
ν’ αφήσω πίσω μου φεύγοντας.
Και το βρήκα αρκετό. Ν’ ανεβώ
στην κορφή σου, να πετάξω
στη γης ένα λουλούδι.

IV
Είδα τον κεραυνό, το φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
από κάτω ως απάνω την κορφή σου,
μετέωρος. Κ’ η σκέψη μου έπαιξε
μες το κρανίο μου σαν αστραπή:
Πηδώντας στο πρώτο του, ν’ ανεβώ
ένα – ένα, από κάτω ως απάνω
τα λοξά σκαλοπάτια του.

V
Η ουράνια δαντέλα,
η σχεδόν κυματίζουσα,
των γραμμών σου, θαρρείς
όταν δύει ο ήλιος
και γιομίζει αγγέλους.
Προχωρούν, ανεβαίνουν
απ’ τις δύο παρυφές
στη μεγάλη κορφή σου.
Συγκεντρώνονται πάνω της
σαν μιά χορωδία.
Όσο που τέλος,
κάποιος απ’ όλους
απλώνει το χέρι
κι ανάβει τον έσπερο.

VI
Εδώ πάνω είναι ο θάνατος άγνωστος
έλεγα κ’ έγραφα κάποτε. Κ’ ήταν
αλήθεια. Γινόταν συχνά.
Τα περάσματα έκλειναν.
Ο κρύος αέρας κ’ οι σκιές
της νυχτός δεν έβρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
το έξω και το μέσα μου φως
κι απλωνόταν δίχως όρια γύρω μου.

VII
Ήμουν δέκα χρονών όταν χάραξα
μ’ ένα σουγιά σε μια πλάκα σου
τ’ όνομά μου, μόλις βγαίνει να το
συλλαβίζει ο ήλιος. Ήταν τότε
που ακόμη είχα «εγώ» μα που
αργότερα το ‘σβησα, καθώς
η βροχή απ’ την πλάκα σου
τ’ όνομά μου.
………………Τ’ όνομά μου
η φωνή ενός αηδονιού
που βγαίνει απ’ το δάσος
χωρίς τ’ όνομά μου.
Μου αρκεί να γνωρίζω ότι
στάζει Θεό στις ψυχές
των παιδιών η λάμψη των λέξεων.

VIII
Υποσχόμουν στο ένα που ήταν όλα.
Χαμογελούσα στο ένα που ήταν όλα.
Δεν ήσουν το ένα, καλό μου βουνό.
Σε έκαμα πρόσωπο, σε είδα λαό
και σε είδα πλανήτη. Κ’ έκαμα
ένα όμορφο όνειρο: Να μεταβάλω
μ’ αυτό το χαμόγελο πάνω σου
σε κρόσια ήλιου όλα τα σύννεφα,
σε φώσφορο ειρήνης μιά καταιγίδα.

IX
Είχα ανάγκη να υπάρχεις. Να βρω
ν’ ακουμπήσω κάπου τη λύπη μου.
Σε καιρούς όπου όλα, πρόσωπα,
αισθήματα, ιδέες, ήταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιά πέτρα στερεή
ν’ ακουμπώ το χαρτί μου.
Μην αποσύρεις την πέτρα σου,
Κύριε, και μείνουν τα χέρια μου
στο κενό. Έχω ακόμη να γράψω.

X
Παλεύοντας διάσχισα ανέμους
πολλούς, που βρίσκαν το στήθος μου
ανοιχτό και με πάγωναν. Υδρορροές
κεραυνών το μέτωπό μου, φαγώθηκε,
έτσι που τώρα να στεκόμαστε
ο ένας μας αντίκρυ στον άλλο,
σαν δυό αδελφά γκρίζα
πετρώματα.
……………..Η γαλήνη σου
όμως και η γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στα πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
την ύπαρξη.
…………….Η μοίρα
μου επέτρεψε απ’ όλον τον μέγα
πλούτο που υμνώ, να έχω
κ’ εγώ στο σύμπαν μιά πέτρα.

XI
Πολύ το προσπάθησαν οι άσχημοι
τούτοι καιροί, αλλά τέλος
δεν μου ρήμαξαν την ψυχή
για να μείνει εδώ, να στέκεται
δίπλα σου, να σε ντύνει,
σε ώρες χαρμόσυνων ημερών,
αγγελμάτων.
………………Θα ‘ναι το γιορ-
τινό σου πουκάμισο.

XII
Θέλω να υφάνω, ν’ αποδώσω με λέξεις
το ρυθμό του νερού, που χτυπάει
στα χαλίκια κάτω απ’ τις φτέρες σου.
Ν’ ακούγεται όμοια κ’ η ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τη λέξη, μέσα
στους στίχους μου, να ρέει
συνεχώς, καθαρά, τρυφερά,
(από δω ουρανός κι από κει ουρανός)
μουσική δωματίου μέσα στο χρόνο.

XIII
Με τις λέξεις σου μίλησα των τσοπάνηδων
που τις φύλαξα στο αίμα μου. Ήταν
γυμνές και τους φόρεσε ένδυμα
να ταιριάζουν στην ομιλία μου
με τον κόσμο – με τα ζώντα και μη,
που όλα μαζί σχηματίζουνε έναν
ποταμό ομορφιάς, που εδώ ακριβώς,
στους δυό μας ανάμεσα και γύρω από μας,
στο χώρο της γης, τέμνει την άβυσσο.

XIV
Το ξέρω ότι ήσουν και πριν
γεννηθώ. Το ύψος σου
πάντως βγήκε από μέσα μου.

-Ο. Ελύτης, [Τα θεμέλιά μου στα βουνά]

«Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ’ τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;
Τ’ ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη απ’ τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ’ την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!»
(Ο. Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος)

-Άγγελος Σικελιανός – «Ανεβαίνοντας στον Όλυμπο»

«Γιὰ νὰ γνωρίσω τοὺς θεούς σου
ἄνοιξα μόνος μου τὸ δρόμο,
γιὰ ὅλο μου τὸ δρόμο
τὴν ἀπόφασή μου παίρνοντας
ὡσὰ μονάκριβο καρπὸ
γιὰ νὰ δροσίζω, στὶς ἀκρότατες στιγμὲς
τῆς δίψας μου, τὰ χείλια!
Ὄλυμπε, ἀνήφορε τοῦ Δία,
τὸ χῶμα σου εἶναι μαῦρο
ζυμωμένο μ᾿ ὅλα τὰ χινόπωρα
τῶν καστανιῶν καὶ τῶν πλατάνων,
καὶ τὸ πόδι χώνεται βαθύτερα ἀπὸ τὸ ῾στραγάλι
γιὰ νὰ σ᾿ ἀνεβεῖ!
Ἀδιάκοπα
μὲ τὸ μαχαῖρι
-δαφνοτόμος
κισσοτόμος-
πρέπει νὰ κόβει τὸ στενό του μονοπάτι
μὲς ἀπ᾿ τὰ παλιούρια
ὅποιος γυρέψει νὰ σὲ ἰδεῖ!
Κι ἀπάνωθέ του σὰ λυροχορδὲς
οἱ κληματίδες ἀμποδᾶνε νὰ διαβεῖ
Ὦ νήπιε Δία!
Καθὼς μιὰ μέρα
ταξιδεύοντας στὴν Ἤπειρον
ἄκουσα ξάφνου μιὰ βοὴ κρυφὴ
μιὰ μουσικὴ χλαλοὴ μικρῶν φτερῶν νὰ τρέμει μὲς στὸν ἀέρα
καὶ δὲν ἤξερα ἀπὸ ποῦ,
ἀλλὰ ψάχνοντας
ηὗρα ἕνα βράχο πιὸ γλιστερὸ ἀπὸ φίλντισι
σὰν αἰώνων καταρράκτες νὰ περάσανε ἀπὸ πάνω του
ποὺ ἀλλαξοδρόμησαν
ἀφήνοντας τὸν πίσωθέ τους στὴ γυμνὴ τελειότητα,
καὶ σκύβοντας στὴ μέση του
ποὺ ἀνοίγονταν βαθιὰ σὰν ἀργυρὸ λεβέτι
Εἶδα στὸ βάθος ἕν᾿ ἀγριομελίσσι νὰ σαλεύει ἀδιάκοπα ὡς πηγή·
ἔτσι κι ἡ κούνια σου στ᾿ ὡραῖο βουνὸ
ἐβούιζεν ὅλη
ἀπ᾿ τ᾿ ἀγριοπερίστερα ὅπου Σοῦ ᾿φερναν στὰ ράμφη τους
τὸ μέλι τῶν ἀνθῶν τῆς γῆς!
Πατέρα Δία·
ἂν οἱ ἱερεῖς σου κάθε χρόνο
στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου
ὅπου ποτὲ δὲν πνέει ὁ ἄνεμος
γράφουνε στὴν ἁπλωμένη στάχτη τῶν θυσιῶν
τὴν ὑψηλή τους προσευχὴ
καὶ τήνε βρίσκουν ἄγγιχτη τὸν ἄλλο χρόνο
καθὼς τὴ στιγμὴ ποὺ μὲ τὸ δάκτυλο
ἐχαράξανε τὰ λόγια της
κι ἂν οἱ καρποί,
ποὺ ὁλόγυρα ἀπιθώνουν ἀφιερώματα,
κρατοῦνε ὁλοχρονὶς ὁλόδροσοι
καθὼς τὴν ὥρα ποὺ ἐκοπήκανε ἀπὸ τὸ κλαδὶ
πόσο περισσότερο ὁ καλός μου Λόγος
ποτισμένος τὴ δροσιά,
ποὺ ὡσὰ βαρὺ ροδάκινο μὲς στὸ νερὸ
ἀστράφτει ὅμοια ἀσημένια σφαῖρα,
δὲ θὰ μείνει αἰώνιος
ὅπου κι ὅπως
στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου τὸν ἀπίθωσα!»
(Α. Σικελιανός, Λυρικός βίος, τ. Γ’, Ίκαρος)

-Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Στα βουνά της καρδιάς»

«Στα βουνά της καρδιάς εκτεθειμένος. Κοίτα πόσο
μικρό ‘ναι, εκεί: το τελευταίο χωριό των λέξεων,
και πιο ψηλά, μα πόσο, επίσης, μικρό, ένα στερνό ακόμη
υποστατικό αισθήματος. Το διακρίνεις;
Στα βουνά της καρδιάς εκτεθειμένο. Πετρένιο
έδαφος, κάτω απ’ τα χέρια. Κάτι τι, βέβαια, ανθίζει
εδώ, μέσα από βουβό βάραθρο φυτρώνει,
τραγουδώντας, ανήξερο γρασίδι. Αλλά όποιος ξέρει;
Αχ, αυτός άρχισε να γνωρίζει και σωπαίνει
τώρα, στα βουνά της καρδιάς εκτεθειμένος.
Εκεί τριγυρίζει, βέβαια, με σώα συνείδηση, κάτι,
κάποιο, με σίγουρο πόδι, ζώο βουνίσιο,
αλλάζει θέση, κοντοστέκεται. Και το μεγάλο
προφυλαγμένο πουλί, κάνει κύκλους, γύρω
απ’ την αγνή άρνηση των λόφων.- Μα
απροφύλακτο εδώ, στα βουνά της καρδιάς επάνω…»
(Ρ. Μ. Ρίλκε, Ποιήματα, Σ. Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ)

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ο ΤΑΥΓΕΤΟΣ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ»

«Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος
Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος: όπως η κόρφος της μητέρας μου.
Με πότισε γαλάζιο, αψύ αίμα, ήλιο και πράσινο
ως να μου δέσει την ψυχή όπως την πέτρα του
ως να χαράξει στην καρδιά μου τις βαθιές χαράδρες του
να σχηματίσει μες στη ζωή μου δώδεκα κορφές
να βγαίνω απάνω με μοναδικό μου όνειρο τον ήλιο.
Με δίψα μου μοναδική τον ήλιο.
Δίψα βαθιά σαν ωκεανό,
ψηλότερη κι απ’ το φεγγάρι.
Δίψα που να την λυπηθεί ο Θεός!
Γύρω τριγύρω στην καρδιά μου τα γεράνια στέφανα των γκρεμνών του
ρωγμές για ζώα, νεροσυρμές ελάτια κι αγριοπερίστερα.
Κ’ ένας αητός απάνω μου να σπαθίζει τα σύννεφα.
Κ’ ένας αητός απάνω μου να σκάφτει τις βροντές
Ζητώντας να ‘βρει μέσα τους ένα σπινθήρα!
Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος όσο να γεννηθούνε
Τα δυο παιδιά του Θεού μέσα μου: η Ποίηση και η Αγάπη!»

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (108o): «Βουνά»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ένα βουνό σήμερα να το ανεβώ με ποιήματα και μουσική.
    Βουνό σου λέω…

    1. Βουνά σας χαιρετώ (1973)

    Βουνά, βουνά σας χαιρετώ
    φεύγω για μακριά
    για ταξίδι μεγάλο
    δίχως πηγαιμό, δίχως γυρισμό.
    Βουνά, βουνά σας χαιρετώ
    φεύγω για μακριά.

    Δεν κιότεψα, δεν λύγισα
    και τη ζωή αψήφησα.

    Μονάχα μια καρδιά πονώ
    μόνο μια καρδιά
    αυτή μόνο θα νοιώσει
    το σκληρό καημό απ’ το χωρισμό
    μονάχα μια καρδιά πονώ
    μόνο μια καρδιά.

    Δεν κιότεψα, δεν λύγισα
    και τη ζωή αψήφησα.

    ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

    2. (Η ΕΛΠΙΔΑ ΝΑ ΒΓΟΥΜΕ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ)

    Η ελπίδα να βγούμε στα βουνά
    Κάποτε
    Με καρδιές γεμάτες σαν τουφέκια
    Να σηκωθούμε πάνω από τα δάση
    Να χαιρετήσουμε την αυγή
    Με μαντίλια και κρίνους
    Να πέσουμε πάνω στους αγρούς
    Σαν να είμαστε κορυδαλλοί

    Σαν να είμαστε πάνω απ’ τη χλόη
    Οι μεγιστάνες τ’ ουρανού

    Οι αγγελιαφόροι της χαράς
    Του σιταριού οι αφέντες.

    (Γιώργος Σαραντάρης)

    ΛΙΔΑΚΗΣ & ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ – ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΟΥΝΟ

    3. ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΟΥΝΟ

    Το μαγικό βουνό
    του Αλχημιστή το θησαυρό
    ψάχναν δυο φίλοι κάποτε να βρουν
    και τη χαρά να μοιραστούν

    Ξεκίνησαν μαζί
    μα γρήγορα έγιναν εχθροί
    ο ένας ζήταγε να βρει χρυσό
    ο άλλος το αθάνατο νερό

    Ποτέ τα αστέρια μη ρωτάς
    τι κρύβουνε για μας
    σε ποιο όνειρο χρωστάς
    ο δρόμος είναι της καρδιάς
    κι αυτό που αγαπάς
    εκεί να αναζητάς

    Το Μαγικό Βουνό
    του Αλχημιστή το θησαυρό
    δυο φίλοι ψάχναν κάποτε να βρουν
    κι απ’ τους καημούς τους να σωθούν

    Τους χώρισε η ζωή
    η Δύση κι η Ανατολή
    ο ένας βρήκε ένα μυστικό
    κι ο άλλος βρήκε ένα βουνό
    ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ

    4. ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ

    Ἡ πλάσι ἡ παντοδύναμη κι’ ἀπόνετη μητέρα
    για σένα δεν ἐστάθηκε καθόλου ἀκριβοχέρα.
    Ἂν ἔδωσε σ’ ἄλλο βουνὸ ψῆλος καὶ περηφάνεια
    κι’ ἄλλο βουνὸ ἂν τὸ σκέπασε μὲ λόγγους καὶ ῥουμάνια
    κι’ ἄλλο βουνὸ ἂν στεφάνωσεν ὁλοχρονὶς μὲ χιόνια
    μάζεψε ἀπ’ ὅλα τὰ βουνὰ τῇ μοιρασμένη χάρι
    τὴν ἔσμιξε καὶ σ’ ἐπλασε, βουνό, βουνῶν καμάρι.

    Κι’ ὅταν ἀτόφιο καὶ βαρὺ καὶ παγωμένο χιόνι
    μαρμαρωμένο φαίνεσαι, καθὼς στά παραμύθια.
    Μὰ ἔχεις κρυμμένη τῇ ζωῇ στά παγωμένα στήθια
    κι’ ἅμα προβάλῃ ὁλοφέγγος ὁ ἥλιος ἀπ’ ἀγνάντια
    τὸ μάρμαρο σπᾷ καὶ γεννᾷ σμαράγια καὶ διαμάντια

    Σμαράγδια τὰ ῥουμάνια σου, διαμάντια τὰ νερά σου
    Ἀπλώνονται, σκορπίζονται, χύνονται ὁλόγυρά σου,
    Χαρίσματα ἀξετίμητα καὶ δῶρα εὐλογημένα
    στα εἰκοσιτέσσερα χωριά, που κρέμονται ἀπὸ σένα
    Καὶ δίνεις στίς ζωὲς ζωή, φέρνεις στίς χάρες χάρι
    περήφανο καὶ σπλαχνικὸ βουνό, βουνῶν καμάρι!

    Γεώργιος Δροσίνης -(ποιητικὴ συλλογὴ «Γαλήνη» -1902)

    ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΟΡΜΠΑΛΑ «Μενεξεδένια ήταν τα βουνά »

    5. Το άγιο χώμα που πατάς, τα δάση που διαβαίνεις
    τα μαύρα μάτια που κοιτάς, τ’αγέρι π’ανασαίνεις
    τους ποταμούς, τα κρύα νερά, τα πλάγια τ’ανθισμένα
    και τα βουνά μας τα ισκερά χαιρέτα κι΄απο μένα.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

    6. Τα βουνά είναι γαλάζια
    κι ο ουρανός γαλάζιος
    κι ο χρόνος γαλάζιος,
    κι όσο βαθιά και να κοιτάξεις
    όλα είναι γαλάζια απ’ το βάθος τους.
    Αυτόν τον Κήπο τώρα
    καλλιεργώ – γαλάζιος κήπος.
    Ισως και νάχω αργήσει.
    Και δε μου φτάνει
    η μέρα μου ούτε η νύχτα..»

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ΒΟΥΝΟ ΜΕ ΒΟΥΝΟ ΔΕΝ ΣΜΙΓΕΙ

    7. Το τραγούδι των Βουνών

    Βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά, βουνά γυμνά, βουνά πρασινισμένα,
    μικρός αν είμαι, αισθήματα τρανά γεννάτε μέσα μου και ταιριασμένα!

    Μιάς εποχής πανάρχαιης, μιάς χρυσής, σβυστής, με τρώγ’η ενθύμηση κ’η ελπίδα
    μου φαίνεται, βουνά, πως είστε εσείς η πρώτη και η μεγάλη μου πατρίδα.

    Θαρρώ, σε τέτοια σκοτεινή εποχή, κρυμμένη σε καιρών αγνώστων βάθη,
    κατέβ’η ονειρεμένη μου ψυχή και φώλιασε στα ύψη σας κ’εστάθη.

    Κ’εστάθη κ’έζησε με τους αϊτούς,με της γης τους πρωτόλουβους ανθρώπους,
    με τους αγρίους και με τους δυνατούς, σ’απάτητα λαγκάδια, σ’άλλους τόπους.

    Γι’αυτό καημοί δέρνουν εμέ κρυφοί, και στα πλευρά σας και στα μονοπάτια,
    σε καθεμιά σας ρίζα και κορφή καθώς υψώνω προς εσάς τα μάτια.

    Κι αν είναι αλήθεια αυτό,και δεν πλανά κανένα μάγον όνειρον εμένα,-
    βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά, βουνά πρασινωπά, γαλάζια, μαυρισμένα,

    Βουνά,παιδιά γιγάντικα της Γης, βουνά ανυπόταχτα, βουνά αιώνια,
    που έχετε τη λαμπράδα της αυγής για χαμογέλιο, για στολή τα χιόνια,

    που χύνετε θυμό σας φλογερό την αστραπή, το μαύρο νέφος θλίψη,
    και μίλημά σας το γοργό νερό που με βοή κατρακυλά απ’τα ύψη,

    που έχετε χίλιες γνώμες και καρδιές κι αγάπη και χαρά και περηφάνια,
    σαν τους ίσκιους σας και τις ευωδιές, σαν τα πουλιά, ταγρίμια, τα βοτάνια,

    που έχετε τη δική μας τη ζωή και τα δικά μας έχετε πρωτάτα,
    και μοναχά σας λείπουν, κ’είστε θεοί, τα γεράματα
    πάντα είστε με νιάτα!

    Βουνά των ξένων τόπων σκοτεινά που γλυκοχαιρετίζεστε με τάστρα,
    κρυφτά στην καταχνιά παντοτεινά, άσωστα, απάτητα, άπαρτα σαν κάστρα,

    Βουνά της γης αυτής ελληνικά, διάφανα, καθαρά, πελεκημένα
    από τεχνίτη χέρια γνωστικά σα μετρημένα αγάλματα ένα ένα,

    που κρύβετε τα μάρμαρα λευκά και μοσχομυρισμένα τα λουλούδια,
    και πιό γερά απ’τις πέτρες, πιό γλυκά κι απ’τους ανθούς τα κλέφτικα τραγούδια,

    κι από τα χαύνα πλήθη εσείς μακριά,σε χρόνια σκλαβωμένα, θαμπά, κρύα,
    θρέψατε εσείς του Γένους τη Θεά, την αιθεροπλασμένη Ελευθερία!

    Βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά, βουνά με δύναμες γιομάτα και με κάλλη
    ώ! δώστε μου απ’τη χάρη σας ξανά, και κάμετέ με όμοιον μ’εσάς και πάλι!

    Καθώς η πρώτη ακτίνα του ουρανού φωτίζει εσάς πριν φωτιστούν οι κάμποι,
    θέλω κ’εγώ μεσ’στο δικό μου νου το φως το αληθινό να πρωτολάμπη.

    Από τα ύψη θέλω μαγικό τον κόσμο και οι ματιές μου ν’αντικρύζουν,
    του κόσμου τη βοή να μη γροικώ, και τανάξια πάθη να μη μ’εγγίζουν.

    Και θέλω οι στοχασμοί μου καθαροί να μένουν, σαν τα χιόνια στην κορφή σας,
    και να θυμάται πάντα η θλιβερή ψυχή μου πως επλάστηκε αδερφή σας.

    Γιατί κλειστή η ψυχή μου σε κορμί μισό, σκυφτό, σ’έν’άρρωστο κουφάρι,
    κ’έχασε την ακράτητην ορμή, την ορμή που είχε απ’το βοριά σας πάρει.

    Και σαν αϊτός που του έκοψαν κακοί και οι άνθρωποι τα δυό πλατιά φτερά του
    και σέρνεται και πέφτει εδώ κ’εκεί και δείχνεται περίγελο άνω κάτου,

    έτσι πολλές φορές κ’η ανθρωπινή ψυχή, κι αν ζη κι αν χάνεται εδώ πέρα
    και άπραγη και δειλή και ταπεινή, είναι γιατί τον έχασε τον αέρα

    τον πρώτο, γιατί ξέχασε κι αυτή από ποιό μέρος έφτασε, ποιό χέρι
    την ωδήγησε πρώτο, είναι γιατί πού θα ξαναγυρίσει δεν το ξέρει.

    Ώ! καν εσείς, βουνά ψηλά, βουνά που μιά φορά τον ήλιο επρωτοείδα
    κάμετ’εσείς, να μη σας λησμονά ποτέ η ψυχή μου, ω πρώτη μου πατρίδα!

    Και κάμετε η θωριά σας να γεννά αισθήματα μεγάλα, ταιριασμένα,
    σ’εμένα το μικρό, ψηλά βουνά, με γιούλια και με ρόδα πλουμισμένα.

    Και κάμετε να ελπίζω πως θα ρθω, μόλις ξεφύγω από τη φυλακή μου
    στα ύψη σας, να ξανανταμωθώ μ’εσάς, πατρίδα αληθινή δική μου!

    Κωστής Παλαμάς

    Το βουνό, Γιάννης Πουλόπουλος

    8. Ἀνεβαίνοντας στὸν Ὄλυμπο

    Γιὰ νὰ γνωρίσω τοὺς θεούς σου
    ἄνοιξα μόνος μου τὸ δρόμο,
    γιὰ ὅλο μου τὸ δρόμο
    τὴν ἀπόφασή μου παίρνοντας
    ὡσὰ μονάκριβο καρπὸ
    γιὰ νὰ δροσίζω, στὶς ἀκρότατες στιγμὲς
    τῆς δίψας μου, τὰ χείλια!

    Ὄλυμπε, ἀνήφορε τοῦ Δία,
    τὸ χῶμα σου εἶναι μαῦρο
    ζυμωμένο μ᾿ ὅλα τὰ χινόπωρα
    τῶν καστανιῶν καὶ τῶν πλατάνων,
    καὶ τὸ πόδι χώνεται βαθύτερα ἀπὸ τὸ ῾στραγάλι
    γιὰ νὰ σ᾿ ἀνεβεῖ!

    Ἀδιάκοπα
    μὲ τὸ μαχαῖρι
    -δαφνοτόμος
    κισσοτόμος-
    πρέπει νὰ κόβει τὸ στενό του μονοπάτι
    μὲς ἀπ᾿ τὰ παλιούρια
    ὅποιος γυρέψει νὰ σὲ ἰδεῖ!
    Κι ἀπάνωθέ του σὰ λυροχορδὲς
    οἱ κληματίδες ἀμποδᾶνε νὰ διαβεῖ

    Ὦ νήπιε Δία!
    Καθὼς μιὰ μέρα
    ταξιδεύοντας στὴν Ἤπειρον
    ἄκουσα ξάφνου μιὰ βοὴ κρυφὴ
    μιὰ μουσικὴ χλαλοὴ μικρῶν φτερῶν νὰ τρέμει μὲς στὸν ἀέρα
    καὶ δὲν ἤξερα ἀπὸ ποῦ,
    ἀλλὰ ψάχνοντας
    ηὗρα ἕνα βράχο πιὸ γλιστερὸ ἀπὸ φίλντισι
    σὰν αἰώνων καταρράκτες νὰ περάσανε ἀπὸ πάνω του
    ποὺ ἀλλαξοδρόμησαν
    ἀφήνοντας τὸν πίσωθέ τους στὴ γυμνὴ τελειότητα,
    καὶ σκύβοντας στὴ μέση του
    ποὺ ἀνοίγονταν βαθιὰ σὰν ἀργυρὸ λεβέτι

    Εἶδα στὸ βάθος ἕν᾿ ἀγριομελίσσι νὰ σαλεύει ἀδιάκοπα ὡς πηγή·
    ἔτσι κι ἡ κούνια σου στ᾿ ὡραῖο βουνὸ
    ἐβούιζεν ὅλη
    ἀπ᾿ τ᾿ ἀγριοπερίστερα ὅπου Σοῦ ᾿φερναν στὰ ράμφη τους
    τὸ μέλι τῶν ἀνθῶν τῆς γῆς!

    Πατέρα Δία·
    ἂν οἱ ἱερεῖς σου κάθε χρόνο
    στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου
    ὅπου ποτὲ δὲν πνέει ὁ ἄνεμος
    γράφουνε στὴν ἁπλωμένη στάχτη τῶν θυσιῶν
    τὴν ὑψηλή τους προσευχὴ
    καὶ τήνε βρίσκουν ἄγγιχτη τὸν ἄλλο χρόνο
    καθὼς τὴ στιγμὴ ποὺ μὲ τὸ δάκτυλο
    ἐχαράξανε τὰ λόγια της

    κι ἂν οἱ καρποί,
    ποὺ ὁλόγυρα ἀπιθώνουν ἀφιερώματα,
    κρατοῦνε ὁλοχρονὶς ὁλόδροσοι
    καθὼς τὴν ὥρα ποὺ ἐκοπήκανε ἀπὸ τὸ κλαδὶ
    πόσο περισσότερο ὁ καλός μου Λόγος
    ποτισμένος τὴ δροσιά,
    ποὺ ὡσὰ βαρὺ ροδάκινο μὲς στὸ νερὸ
    ἀστράφτει ὅμοια ἀσημένια σφαῖρα,
    δὲ θὰ μείνει αἰώνιος
    ὅπου κι ὅπως
    στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου τὸν ἀπίθωσα!

    Ἄγγελος Σικελιανός (ἀποσπάσματα)

    Από μνήμης το τραγούδι που λέγαμε στην παιδική κατασκήνωση:
    9. Στα ψηλά βουνά

    Τα ελάτια μας χαρίζουν
    την ψηλή κορμοστασιά
    και τα χιόνια της, ξεπλένουν
    από της πόλης τη βρωμιά

    Κι ανεβαίνοντας ξανά
    πάνω στα ψηλά βουνά
    η ψυχή μας παίρνει
    δύναμη κι αέρα
    κι η καρδιά μας λαχταρά
    ν’ ανεβούμε πιο ψηλά
    σ’ όλα τα ελληνικά τα βουνά

    Την Πάρνηθα έχουμε μητέρα
    και τον Όλυμπο παππού
    τον Ταΰγετο πατέρα
    φίλη την Τύμφη τη ναζού

    Η Γκιώνα είναι αδερφή μας
    κι ο Τρελός ο Υμηττός
    και μπαρμπάδες οι δικοί μας
    ο Τυμφρηστός κι ο Παρνασσός

    Κι ανεβαίνοντας ξανά
    πάνω στα ψηλά βουνά
    η ψυχή μας παίρνει δύναμη κι αέρα
    κι η καρδιά μας λαχταρά
    ν’ ανέβουμε πιο ψηλά
    πάνω στα ελληνικά βουνά.

    ΔΙΑΦΟΡΑ, ΑΤΑΚΤΩΣ ΕΡΡΙΜΜΕΝΑ:

    α. Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα,
    μουγκρίζουν τ’ Άγραφα, σειέται η στεριά.

    β…βουνά και γιαπιά, πελάγη απλωμένα…

    γ. Στα κακοτράχαλα τα βουνά
    Με το νταούλι και το ζουρνά
    Πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
    Χορεύουν τώρα τρεις ανδρειωμένοι…

    δ. Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν’ οι κάμποι;
    Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; ΠΟΛΕΜΗΣ

    ε. Βουνά είναι τα λόγια σου και κάστρο η καρδιά σου.
    Βουνά και κάστρα θ’ ανεβώ να πάρω τα φιλιά σου.

    στ. Ο Όλυμπος κι ο Κισσαβος
    Τα δυο βουνά μαλώνουν…

    Βουνό μου, Πενταδάχτυλε-Καλογιάννης

  2. Καλημέρα, Αγγελική!… Βουνό η ποίηση και πώς να την ανέβεις… Όμως τα καταφέρνουμε… Αντέχομε!

    -Νικηφόρος Βρεττάκος, «Η μορφή και το ποίημα”

    “Σκέφτομαι το βουνό με τον ήλιο απέναντι
    ν’ αναδύεται από τη θάλασσα – γίνεται κάθε
    μέρα ο κόσμος. Το προαιώνιο πλάθεται
    κάθε στιγμή. Κληρονόμοι του μέλλοντος, αν
    σκεφτείτε τον ποιητή, η μορφή του
    είναι το ποίημα. Πλάθω και πλάθομαι
    κάθε στιγμή. Και το ποίημα είναι
    το σκαμνί που θα κάθομαι πάνω του
    στο βουνό – με τον ήλιο απέναντι
    όσο θα γίνεται τούτος ο κόσμος.”
    (Ν. Βρεττάκος – Από τη συλλογή Χορωδία, 1988)

    -Ένα γράμμα κι ένα ποίημα του Γ. Σεφέρη:

    «Το γράμμα αυτό το απευθύνει ο Γιώργος Σεφέρης στη μικρή Μίνα Λόντου, κόρη της αγαπημένης του και αργότερα συζύγου του Μαρώς Ζάννον-Λόντου. Ο ποιητής που συνήθιζε να χρησιμοποιεί ψευδώνυμα, εδώ «μεταμορφώνεται», με το ψευδώνυμο Τάκης Μαλικοκός, σ’ ένα παιδάκι που τάχα του φέρνει φράουλες.
    Κορυτσά, 10 Ιουνίου 1937
    Καλή μου Μίνα,
    Χάρηκα πάρα πολύ για το γράμμα σου, που μου ήρθε σήμερα το πρωί. Σε λίγο θα πάτε στην Αίγινα και τότε θα έχεις καιρό να μου γράφεις περισσότερο. Θα σου γράφω κι εγώ. Εδώ, μόλις τώρα άρχισε το καλοκαίρι. Έρχεται αργά γιατί, φαντάζομαι, ο κόσμος δεν το αγαπά πολύ. Οι Κυρίες για να προφυλαχτούν από τον ήλιο κρατούν ομπρέλες της βροχής κατάμαυρες και οι Κύριοι μοιάζουν πάρα πολύ κατσούφηδες, επειδή κάνει λίγη ζέστη. Εγώ λυπούμαι που δεν έχει θάλασσα για να κάμω το πρώτο μου μπάνιο. Πηγαίνω όμως μακρινούς περιπάτους μ’ ένα φίλο που είναι δυο φορές πιο μακρύς από μένα και γελά με μια ψιλή ψιλή φωνίτσα «Χι χι χι» όλη την ώρα. Την άλλη φορά βρήκαμε ένα βουνό που ήταν όλο βυσσινί, πολύ όμορφο. Το περίεργο είναι όμως ότι και τ’ αρνιά που βοσκούσαν πάνω σ’ εκείνο το βουνό ήταν βυσσινιά και ο βοσκός.
    Σ’ ευχαριστώ που μου έστειλες τα ποιήματα. Τα έδειξα σ’ ένα παιδάκι που μου φέρνει φράουλες κάθε πρωί. Κάτι φράουλες μεγάλες σα βερίκοκα. Τ’ όνομά του είναι Τάκης Μαλικοκός, έχει μια σουβλερή μυτίτσα, πολύ έξυπνο, θα είναι πάνω κάτω στην ηλικία σου. Αλλά ξέρει λίγα ελληνικά και αναγκάστηκα να του τα μεταφράσω. Τον διασκέδασαν πάρα πολύ. Τώρα το μεσημέρι ήρθε πάλι και μου έφερε ένα δικό του ποίημα. Μου είπε να σου το στείλω. Το μεταφράζω κι αυτό:
    ΤΑ ΒΟΥΝΑ
    Τα ψηλά βουνά εκεί πέρα,
    κουβεντιάζουν σα νυχτώνει
    και μιλάνε για τη μέρα
    που στα πόδια τους τελειώνει.
    Η πιο γέρικη κορφή
    με τα χιονισμένα φρύδια
    έχει μια φωνή βραχνή
    γιατί τρώει πολλά κρεμμύδια
    σαν ξυπνήσει την αυγή.
    Η άλλη εκεί πιο χαμηλά
    είναι μια χοντρή κοπέλα
    με ολοπράσινα μαλλιά
    ξαπλωμένη σα βαρέλα
    που στον ύπνο της μιλά.
    Πάνω από τις λαγκαδιές
    που σφυρίζουν σαν καλάμια
    είναι ακόμη τρεις κορφές
    τυλιγμένες με ποτάμια
    και φωνάζουν σαν τρελές.
    Μα το πιο καλό βουνό
    μοναχό του ψιθυρίζει
    όταν με το δειλινό
    το θυμάρι του μυρίζει
    κάτω από τον ουρανό.
    ΤΑΚΗΣ ΜΑΛΙΚΟΚΟΣ
    Γεια σου, Μίνα, τη Δευτέρα θα σου στείλω γραμματόσημα από τη Φλώρινα.»

    (Πηγή: http://fysiognwsia.blogspot.com/2012_12_01_archive.html#ixzz3gjJZDJG8)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Tο Bουνό»

    Eις βουνό εγώ κι’ ο Έρως
    κ’ η Aγάπη μου μαζί,
    κι’ ο θεός Kαιρός ο γέρος
    αναβαίναμε πεζοί.

    H Aγάπη μου αποστούσε
    εις τον δρόμον τον σκληρόν,
    και ο Έρωτας περνούσε·
    βιαστικά με τον Kαιρόν.

    Στάσου, λέγω, Έρωτά μου
    και μη τρέχετ’ εμπροστά.
    H καλή συντρόφισσά μου,
    η Aγάπη δεν βαστά.

    Πολλοί, πολλοί ανέβησαν το βουνό του Xρηστοπούλου, πολλοί καθημερινώς αναβαίνουν το σκληρό βουνό επί του οποίου τόσαι και τόσαι Aγάπαι βραδύνουν το βήμα, και κουράζονται, και λειποθυμούν και χάνονται. Eις τους πρόποδας του βουνού κάτω πόσον φαιδρά, δυνατή, και υγιής είναι η Aγάπη, και με πόσην επιθυμίαν βλέπει την πρασινάδα της κορυφής και διψά να αναβή εκεί να ζήση ευτυχής με τον εραστήν της ― εκεί όπου θα είναι θερμότερος ο ήλιος και καθαρότερος ο αήρ. Kαι φεύγει εύθυμος η συντροφιά ― ο Nέος, και η Aγάπη, και ο Έρως, και ο Kαιρός. O δρόμος εις την αρχήν της ανόδου είναι ομαλότατος, και απατώνται και προχωρούν έως εις τα μισά. Aλλά εδώ ολίγον κατ’ ολίγον χαλνά· έχει λίθους μεγάλους και κοπτερούς παντού· έχει ατραπούς απόρρωγας· και η Aγάπη αρχίζει να κουράζεται, να ασθμαίνη και να ωχριά. Προχωρεί όμως πάντοτε. Nα καθίση να αναπαυθή δεν θέλει διά να μη χάση καιρόν. Kαι πού να καθίση; Παντού πέτραι, λάκκοι, και άκανθοι. Nα γυρίση οπίσω ουδέ δύναμιν έχει, ουδέ διάθεσιν. Eμπρός, εμπρός θα υπάγη η Aγάπη ― με την τεχνητήν ενέργειαν της θέρμης, προσποιουμένη ότι δεν εξηντλήθη έτι. Έπειτα το τέλος δεν είναι πλέον μακράν. Δεν βλέπετε τον Έρωτα και τον Kαιρόν πώς τρέχουν, εις ποίαν απόστασιν επέταξαν! Σχεδόν έφθασαν εις την κορυφήν. Aς κάμωμεν μίαν γενναίαν προσπάθειαν και ημείς. Eντροπή να μένωμεν οπίσω. Eμπρός, εμπρός, θα τους φθάσωμεν. Aλλ’ η ολίγη δύναμις ήτις είχε μείνει εις την Aγάπην εξηντλήθη με αυτήν την υστερινήν προσπάθειαν. Όσω δε σπεύδει εκείνη, τόσω γρηγορώτερα ο Έρως και ο Kαιρός πετούν. Kαι νομίζεις που ενώ φεύγουν αλλάζουν και μορφήν. Eκείνοι οι τόσον μεγάλοι, οι τόσον ωραίοι, φαίνονται ως να εμίκραιναν, ως να ασχήμισαν. Tώρα ομοιάζουν οι δυο θεοί μας ως άνθρωποι απλοί· τώρα ως νάννοι πτερωτοί· τώρα πτηνά· τώρα δυο κουκκίδες· φευ τώρα έσβυσαν όλως διόλου, και με το σβύσιμόν των βάλλει η Aγάπη μεγάλην κραυγήν, η οποία εξυπνά όλα τα σπήλαια του Bουνού, και πίπτει νεκρά προ των ποδών του κλαίοντος Nέου. Mε αλγούσαν, αλγούσαν καρδίαν σκάπτει τον τάφον της Aγάπης ο Nέος επάνω εις το βουνόν, και εν τω μέσω του θλιβερού έργου στρέφει τα βλέμματα πέριξ και διά πρώτην φοράν παρατηρεί ότι το έδαφος καλύπτουν τάφοι πολλοί ―πολλοί, άπειροι― όπου άλλαι Aγάπαι κείνται εις το υψηλόν κοιμητήριον του βουνού, από κάτω από την ψευδή πρασινάδα και ευμορφίαν της κορυφής.
    Eίναι οπτική απάτη αυτή η κορυφή; Eίναι άυλος σκηνογραφία καμωμένη διά να γελά τους ταλαιπώρους ταξειδιώτας; Tόσα είναι τα μνήματα εδώ ώστε κλίνω να το πιστεύσω, και όμως ομολογώ ότι βλέπω πραγματικώτατα σπιτάκια ―ολόκληρον μίαν μικράν κώμην― εκεί επάνω. Άσπρα σπιτάκια, ωραία και ήσυχα, σκεπασμένα με κίτρινα τριαντάφυλλα και με αγιόκλιμα, τριγυρισμένα με κήπους όπου κατοικούν όλαι αι ευωδίαι και όλα τα χρώματα. Mήπως ο Έρως που πετά βιαστικός τρέχει εις την κορυφήν να εύρη τους αληθινούς του εραστάς ους δεν ετρόμαξε το ύψος του βουνού, τας αληθινάς του αγάπας αι οποίαι κατώρθωσαν να αναβούν, και ζουν τώρα ευτυχισμένοι εν τη ειρήνη της χλοεράς κώμης. Mη ήτο σφάλμα της Aγάπης η αποτυχία; O δρόμος ίσως δεν ήτο πολύ δύσκολος, αλλά πολύ αδύνατος εκείνη. Kαι ο νέος εφάνη ανόητος, εφάνη δειλός. Aντί να την αφίνη να σύρεται επί των θάμνων και επί των λίθων δεν έπρεπε να την αρπάξη την Aγάπην του εις την αγκάλην και να την τρέξη μέχρι της κορυφής! Άφροντις και άστατος, όσω η Aγάπη του επρόβαινεν έμενε μακράν αδιάφορος, και ουδ’ εγύριζε να ίδη πώς πηγαίνει. Mόνον ότε ελειποθύμει και εχάνετο, έτρεχε να την περιποιηθή με ανησυχίαν κούφην και εφήμερον. Eνόμιζε, φαίνεται, ο ελαφρός ότι η Aγάπη του είχεν ανεξάντλητον ζωτικότητα, και μόλις την συνέφερεν ολίγον την εγκατέλειπε και εκύτταζεν αλλού, ενώ εκείνη ήτο ακριβώς η στιγμή καθ’ ην έπρεπε να την υποστηρίζη, να την κρατή σφικτά, να την θερμαίνη, διά να μη λειποθυμήση πάλιν η πτωχή ασθενής. Kαι τώρα όπου απέθανε καταβαίνει το βουνόν κλαίων πικρά, προσκόπτων εις τους πολλούς τάφους οι οποίοι κρύπτουν ομοίας συμφοράς, και ακούων τους ειρωνικούς ανέμους οι οποίοι σφυρίζουν τριγύρω του,

    Eις βουνό Eγώ κι’ ο Έρως
    κ’ η Aγάπη μου μαζί,
    κι’ ο θεός Kαιρός ο γέρος
    αναβαίναμε πεζοί.

    H Aγάπη μου αποστούσε
    εις τον δρόμον τον σκληρόν,
    και ο Έρωτας περνούσε
    βιαστικά με τον Kαιρόν.

    Στάσου, λέγω, Έρωτά μου!
    και μη τρέχετ’ εμπροστά.
    H καλή συντρόφισσά μου,
    η Aγάπη δεν βαστά.
    ………………
    (Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος)

  3. «Σε ποιό βουνό..»ένα υπέροχο τραγούδι του Μίκη και του Χρήστου Κολοκοτρώνη με την άξια Πόλυ Πάνου-από τα λιγότερα γνωστά

  4. Ευχαριστώ πολύ, Λύσιππε!… Δεν θυμάμαι να το ‘χω ξανακούσει….

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Τα πανύψηλα όρη
    ας πούμε οι Άνδεις
    έχουνε το αντίστοιχό τους
    μέσα μας (όπως το Σύμπαν
    υποτίθεται
    κάποιο άλλο από αντιύλη)
    όπου όταν προχωρούμε προς την κορυφή τους
    αραιώνει κι εκεί ο αέρας
    τόσο που λιποθυμάς
    τα ανθρώπινα όργανα δεν αντέχουνε τόση καθαρότητα

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ-ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ (1982) Ο ΚΗΠΟΣ ΒΛΕΠΕΙ

    2…Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
    την κορφή του βουνού Έρε,
    Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
    Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
    του Σαρωνικού, τη Θήβα,
    ………………………………………………………………………..
    Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
    Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
    Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
    Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
    τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
    Ο πλούτος της Αργεντινής.
    Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ…

    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Mπολιβάρ (απόσπασμα)

    Ψηλά βουνά κι εσείς των άστρων θωριές (Ξενιτιά) – Ελευθερία Αρβανιτάκη https://www.youtube.com/watch?v=hAL4Iz2eC-Y

    Ψηλά βουνά κι εσείς των άστρων θωριές
    Ποτάμια αχνά, ελάτια, δάφνες, μυρτιές

    Την καρδιά μου, αχ φωτιά μου, όποιος δει
    Να του πει να ‘ρθει κοντά μου, μην αργεί
    Ξενιτιά μου, ερωτά μου, φως κι αυγή
    Πριν ραγίσει απ’ τον σεβντά μου όλη η γη

    Αηδόνι εσύ, πλανεύτρα στάχτη που καις
    Με ποιο κρασί, μεθάει τα μάτια του πες…….

    για την αρμένισσα την ψυχή μου!

  6. -Άλλεν Γκίνσμπεργκ, «Ο Σακιαμούνι βγαίνει απ’ το βουνό»

    «Σέρνει τα γυμνά του πόδια
    απ’ ένα σπήλαιο
    κάτω από ένα δέντρο
    τα φρύδια
    μακριά από το κλάμα
    και θλίψη της γαμψής μύτης,
    μες στα μαλακά κουρέλια
    έχοντας ωραίο γένι
    χέρια λυπημένα
    ενωμένα στο γυμνό του στήθος-
    η ταπεινότητα είναι μακαριότητα
    η ταπεινότητα είναι μακαριότητα-
    τρεκλίζοντας
    στους θάμνους δίπλα στο ποτάμι,
    το καθετί ανούσιο
    εκτός απ’ την ευφυΐα του-
    στέκεται όρθιος εκεί
    παρόλο που τρέμει:
    Ο Άρχατ
    που αναζήτησε τον Παράδεισο
    κάτω απ’ ένα πέτρινο βουνό,
    έκατσε και στοχάστηκε
    μέχρι που κατάλαβα
    πως η γη της ευλογίας υπάρχει
    μέσα στη φαντασία-
    έρχεται ένα ξύπνημα:
    κενός καθρέφτης-
    Πόσο επώδυνο να ‘χεις ξαναγεννηθεί
    μ’ ένα ωραίο γένι,
    βγαίνοντας ξανά στον κόσμο
    όντας τι θλιμμένο ερείπιο ενός σοφού:
    η γη εμπρός του ο μοναδικός του δρόμος.
    Μπορούμε να δούμε την ψυχή του,
    δεν ξέρει τίποτα
    σαν θεός:
    κλονισμένος, πράος και ταλαίπωρος-
    Η ταπεινότητα είναι μακαριότητα
    μπροστά στον απόλυτο Κόσμο».
    (Ανθολογία μπιτ ποίησης, Ροές)

    -Αντρέι Μπέλι, «Στα βουνά»

    «Γαμήλια στεφάνια στα βουνά.
    Είμαι νέος, είμαι όλος φωτιά,
    Έχω στα δικά μου τα βουνά
    Καθαρτήρια παγωνιά.

    Να, στους βράχους μου ήρθε
    Καμπούρης με λευκές γενειάδες
    Δώρο μου έφερε
    Απ’ τις υπόγειες στοές ανανάδες.

    Χόρευε σε λαμπρό βυσσινί
    Και του ουρανογάλαζο δόξαζε,
    Με το γένι του κάθε στιγμή
    Την παγωμένη ασημόσκονη σκόρπιζε.

    Μίλησε
    Με μπάσο χαμηλό,
    Ανανά έριξε
    Στον ουρανό.

    Γράφοντας τροχιά
    Ολόγυρα λάμποντας,
    Ο ανανάς λαμπρά
    Στο άγνωστο χανόταν.

    Δροσοσταλίδα χρυσή
    Έλαμπε όλο φως.
    Και λέγαν στη γη:
    “Είναι του ήλιου ο δίσκος ο χρυσός”».
    (Ρώσοι ποιητές του 20ου αιώνα, Μεσόγειος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: