Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (107ο): «Πέτρα»…

-«Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο. Από κάτω της υπάρχουν πέτρες πού ονειρεύονται κήπους» (Αργύρης Χιόνης)

-«Ποιος είχε πει που σου ’μελλε, πέτρα, να βγάλεις ρόδο;»
(Δ. Σολωμός)

-«Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα νά ’τανε η άμμος πέτρα…»
(Χόρχε Λουίς Μπόρχες)

-Κική Δημουλά, «Η περιφραστική πέτρα»

«Μίλα .
Πες κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
με την αοριστία.
Πες:
«άδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πες:
«θα δούμε»,
«αστάθμητο»,
«βάρος».
Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
Αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
Πες «βάρκα», που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.
Πες «στιγμή»,
που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες,
«δεν άκουσα».
Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ΄ τη νύχτα
στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη.
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου.
Ολόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πες «αστέρι», που σβήνει.
Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
Πες «πέτρα»,
που είναι άσπαστη λέξη.
Έτσι, ίσα – ίσα
να βάλω έναν τίτλο
σ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια. »
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

– Έκτωρ Κακναβάτος, «Λέγοντας πέτρες»

«Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή-αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
…χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…
Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο·
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.»
(Πηγή: https://greekpoems.wordpress.com/)

-Χίβα Παναχί, «Η κόκκινη πέτρα»

«Μόνο κάτω από την μεγάλη φεγγοβολιά
Γράφτηκε στην πέτρα η μελωδία των διαμαντιών
Ο άνεμος ροκανάει το χώμα
Άλλα το χώμα μετατρέπεται σε άστρο
Λαμπυρίζει στο αιώνιο χείμαρρο
Το βάδισμα χωρίζει το φως, χωρίζει την σκιά
Μόνο το βάδισμα βγάζει αχνή
Μόνο το βάδισμα απλώνεται όταν φέγγει έτσι
Σε ίσια γραμμή το φως, σε ίσια γραμμή το σκοτάδι
Χτυπά τις πέτρες για να λησμονήσεις τα δηλητηριασμένα φύλλα
Χτυπά το χώμα και άπλωσε το πόνο
Μυρίζουν δάκρυα τα χέρια
Μυρίζει το υγρό φως η ψύχη
Μυρίζει άνθος η καρδιά
Αυτή η νέα μπόρα γράφτηκε στην πέτρα
Κύλησε στα χείλια χαρμόσυνα
Δρόμος έμεινε πίσω,
Απάτητο στην μεγάλη φεγγοβολιά
Να γίνεις ένα με το χώμα, ένα με την φωτιά
Έρχεται η άνοιξη με το άνθος της
Έρχονται οι γιορτές, τα κρασιά
Έχουμε πάει μακριά,
Στο βάθος το ποτάμι χείμαρρο»
(Η πρώτη ενότητα της τριλογίας Κόκκινη πέτρα, 25.3.2015
http://www.poiein.gr/archives/29837/index.html)

-Μαρκ Στραντ, «Η πέτρα»

«Η πέτρα επιζεί.
Οι οπαδοί του ανθρώπου με το γυάλινο πρόσωπο
περπατούν γύρω της
με τα γυάλινα πόδια τους
και τα γυάλινα χέρια.

Η πέτρα επιζεί.
Με τον αέρα ζει.
Την κοιτάζεις και ζει.
Μέσα κι έξω
απ’ τον εαυτό της ζει
και δεν ξέρεις καθαρά
τι είναι απ’ τα δυο.

Γι’ αυτό
οι οπαδοί του ανθρώπου με το γυάλινο πρόσωπο
περπατούν γύρω της προτείνοντας
τις δυνατότητες
του άδειου.

Η πέτρα επιζεί,
την τιμούν η σκληρότητα του αγέρα
και τα μακρόσυρτα λιβάδια της όρασής σου.»
(Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Μιά πέτρα αὐτό τό χθεσινό τίποτα»

«Ὅταν μπορεῖ μέ μιά πέτρα νά φτιάξει
ἕνα αὐγουστιάτικο φεγγάρι κανείς,
θαρρῶ θά κατάλαβες –
Ἄν συχνά σοῦ μιλῶ
γιά ἕνα φύλλο, γιά μιά
σταγόνα νεροῦ ἤ γιά ἕνα αγριολούλουδο,
εἶναι γιατί, κοιτώντας τόν κόσμο,
θαρρῶ πώς ἐγώ δέν κατόρθωσα ἀκόμη
νά γράψω ἕνα ποίημα.»
(Από το ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Τό σύμπαν κ’ ἡ ἀνθρώπινη παρουσία, 1961)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (107ο): «Πέτρα»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ – ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗΣ – Stamatis Spanoudakis

    1. ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

    Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
    Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο
    πριονιστήριο;
    Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος
    με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
    με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.

    Άρης Αλεξάνδρου, συλλογή «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

    2. Η Πρώτη Πέτρα

    Ορθός στη μέση του ναού
    στέκεται και ζυγιάζει
    στο χέρι το σπαθί του την ελπίδα στο μυαλό του.
    Μπορεί οι φίλοι του στην Σπάρτη κάτι να πετύχουν
    ίσως και πέρα στην Αθήνα συμβεί καμιά μεταβολή
    κι ο Ξέρξης
    όσο κι αν είναι απίθανο
    κάπως να συμβάλει.
    Φτάνει να μείνει ζωντανός, ορθός ή κι ακουμπώντας στον βωμό
    πεσμένος έστω μπρούμυτα στις πλάκες
    φτάνει να κρατήσει λίγες μέρες
    να μην βιαστεί να προδικάσει την κρίση των Θεών.
    Ίσως να γίνουν όλα πιο απλά.
    Σαν πέσει η νύχτα, μπορεί να κοιμηθούνε οι φρουροί
    και τότε ξεγλιστρώντας θα φτάσει ως τη Μεσσηνία.

    Την πρώτη πέτρα
    την έχτισαν τα χέρια της μητέρας.
    Μια μια οι σειρές υψώνονται στην πύλη και καθώς γέρνει ο ήλιος
    Βυθίζονται στον ίσκιο
    τα πόδια
    το κορμί
    τα χέρια των χτιστάδων.
    Λίγο ακόμα
    και θα πέσουν στο σκοτάδι
    καρατομημένα
    τα κεφάλια.
    Τότε αυτός
    ορθός στη μέση του ναού
    θα μπήξει μες στο στήθος του το ξίφος.

    Εδώ που έχω καταφύγει
    σωριάζονται μια μια οι εποχές
    βαριές σαν πέτρες.
    Ορθός στη μέση της ζωής
    δεν ζυγιάζω τίποτα.
    Ξέρξης κι Αθήνα δεν υπάρχουν.
    Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης.
    Με το σπαθί χαράζω
    στα στεγνωμένα χείλη
    το χαμόγελό μου
    ‘Αρης Αλεξάνδρου

    3. Έχω μια πέτρα

    Γλείφω μια πέτρα. Οι πόροι της γλώσσας μου σοφιλιάζουν με τους πόρους της πέτρας. Στεγνώνει η γλώσσα μου και σέρνεται ως τη μεριά της πέτρας που ακουμπάει στο χώμα, που ΄χει μούχλα κολλημένη επάνω της σαν αίμα. Ξαφνικά μου ξανάρχεται σάλιο, υγραίνει την πέτρα κι η πέτρα κυλάει μες στο στόμα μου.
    Την πέτρα αυτή την λέω Οιδίποδα. Γιατί όπως ο Οιδίποδας είναι κι αυτή ακανόνιστη με βαθιές αυλακιές για μάτια. Κατρακυλάει κι εκείνη με πρησμένα πόδια. Κι όταν ακίνητη, κρύβει από κάτω της μια μοίρα, ένα ερπετό, τον λησμονημένο μου εαυτό.
    Την πέτρα αυτή τη λέω Οιδίποδα.
    Γιατί ενώ από μόνη της δεν έχε κανένα νόημα, έχει το σχήμα και το βάρος της εκλογής.
    Τη λέω και τη γλείφω.
    Ως το τέλος της ιστορίας μου.
    Όσο να καταλάβω τα θα πει εκλογή.
    Όσο να καταλάβω τι θα πει τέλος.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ –ΡΟΥΚ

    4. Η Πέτρα

    Δίχως διάκριση εχτός, αχ, μιας, Θεέ μου. Της βαριάς,
    της οξείας εκείνης Πέτρας, που έταξες μερικών ανθρώπων
    να τους βαραίνει το στήθος τις νύχτες τόσο πολύ και ασφυχτικά,
    τόσο απελπιστικά και ωραία. Που, αν πρόκειται να αποσειστεί ποτέ,
    θα ’ναι για να την διαδεχτεί η διαρκής του τάφου.
    Τόσο κυριαρχικά, τόσο έμμονα έχει στηθεί για πάντα.

    ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ ,«Η Πέτρα», 28-33. Εκλογή Α´. Ίκαρος, 1962. 12.

    ΦΛΕΡΥ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ «η πέτρα»

    5. Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

    …κουρνιάζει στην βρεφοδόχο της αντί της ύλης των γιγάντων και στάζει στην περιφέρεια του μαγικού ματιού τις σποραδικές της σπίθες αυτομάτων κυναρίων. Τα τροχοφόρα δεν μιλούν. Είναι το θάμπος πεδιάδα μακρινή μα περιβρέχεται και φωτίζεται επάνω από την συννεφιά από τον εκδικητή που οι στιλβωτές αποκαλούνε ήλιο και το μαράζι διαλύεται. Παρόμοια διελύθη και το ιώδιον των λυπημένων κοριτσιών και τώρα περισσότερο παρά κάθε πρωί συμπίπτουν οι χαμηλοί μας ψίθυροι και τα δύστροπα κελεύσματα μαχόμενα με την άδηλη παράτασι των κόλπων της σιωπής. Το παρατηρητήριον δεν μούχλιασε μπροστά μας. Διατηρεί την κόμη του και τίποτε μα τίποτε σ` αυτόν τον κοσμικό πυθμένα δεν έχει ψαύσει την γλυκυτάτη του προεξοχή.

    Ανδρέας Εμπειρίκος, Από την Υψικάμινο

    6. Οι πέτρες

    Ακούω να πέφτουν οι πέτρες που πετάξαμε,
    καθάριες δια μέσου του χρόνου.
    Στην κοιλάδα οι συγκεχυμένες ενέργειες της στιγμής
    πετούν στριγκλίζοντας από δέντρο
    σε δέντρο, σιωπούν μέσα
    σε αέρα πιο λεπτό από του παρόντος, γλιστρούν
    σαν χελιδόνια από βουνό
    σε βουνό, ώσπου φτάνουν στα πιο μακρινά οροπέδια
    κατά μήκος των ορίων της ύπαρξης. Εκεί,
    όλες οι πράξεις μας,
    καθάριες,
    δεν πέφτουν σε κανέναν άλλο βυθό
    εκτός από μας τους ίδιους.

    Τούμας Τρανστράμερ, Από τη συλλογή Τα 17 Ποιήματα (1954) μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου, Τα Ποιήματα, εκδόσεις Printa (2004)

    7. «Η Πέτρινη Ετυμηγορία»

    Όταν θα σταθεί στου κρινόμενου τη θέση
    Με το μπαστούνι στο χέρι, το πλατύγυρο καπέλο
    Ακόμη στο κεφάλι του, ακρωτηριασμένος από την
    αυτο-αμφιβολία
    Και μια παλιά περιφρόνηση για γλυκοκουβέντες και
    δικαιολογίες,
    Δικαιοσύνη δεν θα ‘χει αποδοθεί αν η απόφαση είναι μόνο
    λόγια.
    Θα περιμένει κάτι περισσότερο από φλυαρίες από ανώτατο
    δικαστήριο
    Που το εμπιστεύθηκε σ’ όλη την άφωνη ζωή του.

    Σέιμους Χίνι, μτφρ. Σωτήρης Βαρνάβας

    8. Σαν πέτρα

    Η Άνοιξη είναι για τους ευτυχισμένους
    τότε έλεγες

    τώρα έγινες σκληρή
    σαν πέτρα.

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Έκτοτε

    9. Άπτερη πέτρα στο χάος…

    Άπτερη πέτρα στο χάος
    κι όμως πετάει.
    Γυρνάει.
    Γύρω από τον ήλιο
    γύρω από τον άξονά της
    γύρω γύρω όλοι
    όλο και πιο πολλοί
    και πιο ηχηροί
    πιο οχληροί
    φωνασκούντες
    ασχημονούντες
    αναλώσιμοι
    ανακυκλώσιμοι
    αιωνίως.

    – Αιωνίως;

    ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, (Από την ποιητική συλλογή «Άψινθος», εκδ. Μελάνι, 2012.)

    10. ΣΤΑ ΟΡΥΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

    Φορτία σύρουν κι άμαθοι με μια λεπτή οσμή ουρανού μνήμη
    Στα μάτια. Τρωγλοδύτες μιας σαν γεώμηλο ζωής
    Που μεγαλώνουν οι αριθμοί κι όλο μικραίνει
    Σε μιαν απέραντη αμμουδιά το κουβαδάκι ο χρόνος
    Στα ποντισμένα σπίτια κι άθικτα κρεβάτια
    Μυστικά όνειρα βλέπουν
    Ότι έγινε πάλι πρωί ότι ήρθε καλοκαίρι
    Ότι μύρισαν τα φασκόμηλα κι έστριψε το κλειδί
    Όμως κανείς κανείς δεν είπε τίποτε κανείς δεν ξέρει
    Πόσοι γεννήθηκαν εχθές και ποιοι χαθήκαν ανώνυμοι
    Όπως έντομα φαιά στα ορυχεία της πέτρας.

    ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ (1966)

    Πέτρινα Λουλούδια – Σαβίνα Γιαννάτου

    11. Πετρώσαμε

    Βάλε τις παλάμες στους ώμους μου
    αγκάλιασέ με,
    μόνο τα χείλη σου ανασαίνουν στα δικά μου
    μόνο η θάλασσα στην πλάτη μας παφλάζει.

    Οι πλάτες μας σα φεγγαρίσια όστρακα
    που πίσως μας σφαλίσαν τώρα.
    Ακούμε τεντωμένοι
    ακουμπισμένοι.
    Εμείς – ένα διαφορούμενο σχήμα ζωής.

    Στον αέρα του τσίρκου του κόσμου
    σκεπάζουμε με τους δικούς μας ώμους
    ό,τι γεννιέται ανάμεσά μας
    όπως οι φούχτες τη φλόγα φυλάνε.

    Αν στ’ αλήθεια κάθε κύτταρο έχει ψυχή
    άνοιξε τους φεγγίτες σου εσύ
    και στους δικούς μου πόρους
    πετροχελίδονα φυλακισμένα
    οι ψυχές σου θα φτερουγίζουν μέσα σε μένα!

    Τα κρυφά κάποτε γίνονται φανερά.
    Μ’ άραγε σε τι καταρράχτη από φωνές πουλιών
    τ’ αγκάλιασμα θα στερηθούμε, θα μαραθούμε
    σαν τα όστρακα τα βουβά;

    Αλλά ώς τότε, ανάφτρα, ξαπλώσου
    στο κέλυφος της πλάτης σου το ελαστικό.
    Ετσι εσύ σε μένα κι εγώ σε σε θα βυθιστώ.

    Κοιμηθήκαμε.

    ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΙΣΙΕΝΣΚΙ (Андре́й Вознесе́нский), Ποίημα από την έκδοση Σύγχρονη ποίηση – Αντρέι Βοζνισιένσκι, Μπουκουμάνης 1974
    εισ.-μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

    12. Άλλος είναι πλασμένος από πέτρα

    Άλλος είναι πλασμένος από πέτρα, άλλος από λάσπη,-
    Μα εγώ είμαι πλασμένη απ’ ασήμι και λαμποκοπώ!
    Έργο δικό μου είναι η προδοσία, το όνομα μου – Μαρίνα,
    Εγώ είμαι ο εφήμερος της θάλασσας αφρός.

    Άλλος είναι πλασμένος από λάσπη, άλλος από σάρκα –
    Γι’ αυτούς είναι ο τάφος και οι επιτάφιες πλάκες…
    Στης θάλασσας την κολυμβήθρα βαπτίστηκα –
    και στην πτήση τη δική μου – διαρκώς τσακίστηκα!

    Μέσα από κάθε καρδιά, μέσα από κάθε δίχτυ
    Περνάει η βούλησή μου.
    Εμένα βλέπεις σε τούτα τα λυμένα μαλλιά; –
    Από χώρα αλάτι δε φτιάχνεις.

    Τσακισμένη στα γρανιτένια γόνατά σας,
    Εγώ με κάθε κύμα ανασταίνω!
    Ζήτω ο αφρός – ο χαρούμενος αφρός –
    Ο μεγάλος της θάλασσας αφρός !

    Μαρίνα Τσβετάγιεβα: Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

    13. ΑΝΕΜΟΣ, ΝΕΡΟ, ΠΕΤΡΑ

        Στον Ροζέ Καγιουά

    Το νερό τρυπάει την πέτρα,
    ο άνεμος σκορπίζει το νερό,
    η πέτρα ανακόπτει τον άνεμο.
    Νερό, άνεμος, πέτρα.

    Ο άνεμος σμιλεύει την πέτρα,
    η πέτρα είναι αγγείο του νερού,
    το νερό το σκάει και είναι άνεμος.
    Πέτρα, άνεμος, νερό.

    Ο άνεμος στους στρόβιλούς του τραγουδάει,
    το νερό στον πηγαιμό του μουρμουράει,
    η πέτρα ακίνητη σωπαίνει.
    Άνεμος νερό, πέτρα.

    Το καθετί είναι άλλο τι και τίποτα:
    ανάμεσα στα κενά τους ονόματα
    περνούν και εξαφανίζονται
    νερό, πέτρα, άνεμος.

    OCTAVIO PAZ, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    Στα λιθάρια

    14. Οι μεταμορφώσεις της πέτρας

    Τώρα σε τούτο τ’ ακρογιάλι περιμένω ν’ αράξει ένας άνθρωπος,
    ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.
    Γιώργος Σεφέρης

    Πάτησα το γυμνά ακροδάχτυλα πάνω στην πέτρα
    φορώντας μόνο το διάφανο πέπλο της σιωπής
    και της απελπισίας.

    Ήθελα να γεμίσω από θάλασσα κι ουρανό
    και από νιο φεγγάρι.
    Να μετουσιωθώ σε γαλάζιο ένα φως.

    Εγώ
    η θνητή
    η κόρη του ανθρώπου.

    Τώρα είμαι προέκταση της πέτρας.

    Της έδωσα το αλλόκοτο του έρωτα σχήμα
    το σχήμα της φθοράς.
    Κι αυτή μ’ έκανε αθάνατη.
    Και παγερή.
    Κι αδάκρυτη.

    Μια πέτρα.

    Μαρία Πολίτου, από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του Θεού, 2014

    15. ΠΡΕΠΕΙ

    Πρέπει να διαλέγουμε τις λέξεις
    όπως ο καλός μάστορας τις πέτρες.
    Κάθε μιά
    για τη θέση που της ταιριάζει.
    Κι ο κάθε λόγος να πέφτει σαν πέτρα
    και σαν πέτρα να χτίζει.

    Κώστας Κουλουφάκος

    16. Αιχμαλωσία

    Πέτρες πάνω στις πέτρες
    κορμιά πεσμένα πάνω σε κορμιά
    γενιές επάνω από γενιές χτισμένες
    εδώ που της ασπίδας την κλαγγή θαμπώνει το μπαρούτι
    όταν αστράφτει και πηδούν τα τείχη
    κίτρινα, μουσκεμένα από καμακωμένα ψυχομαχητά
    με δάχτυλα, που δεν ξεψύχησαν ακόμα, στις ρωγμές τους…

    Σ’ ένα ξεστράτισμα -που δε σου ταίριαζε-
    τρεκλίζεις στο κενό
    νιώθεις της μοίρας σου το χέρι να γλιστράει σαν άμμος μέσ’
    απ’ το δικό σου
    ρωτάς τι έγιναν όλοι αυτοί που λίγο πριν στέκονταν πλάι σου
    πώς το παραδέχτηκαν, πώς το παραδέχτηκες
    ώσπου και συν να γίνεις ένα κύμα που θα σπάσει.

    Πέτρες πάνω στις πέτρες
    βράχοι ξυμένοι σαν κρανία νεκρών απ’ τους βοριάδες,
    τι γκρεμνοί, τι αγκάθια,
    κάτω από τ’ ανατολικά τείχη του Ακροκορίνθου που σε
    μάθανε
    πόσο πικρό είναι να υπάρχεις…

    ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

    Αρλέτα Το Πέτρινο Χαμόγελο

    17. Ο ΤΗΛΕΣΚΟΠΟΣ ΙΧΘΥΣ ΣΠΑΕΙ ΠΕΤΡΕΣ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

    Ο τηλεσκόπος ιχθύς σπάει πέτρες στα βάθη των βιβλίων
    Και η ηδονή μετά πιάνει και τσουλάει τις πέτρες τούτες
    Έτσι όπως πάνε γαϊδουροκαβάλα νεαρότατα κοράσια μιας
      εποχής αλλοτινής
    Φορώντας εσθήτες ακακίας
    Ο καιρός είναι τόσο αίθριος που τρέμων μην και δεν τελειώσει
    Ένα πεταχτό στα μάτια σου φιλάκι κι έπειτα δεν θα σε ξαναδώ
    Όλοι μα όλοι οι ύφαλοι τώρα πια είναι αλάργα
    Οι τελευταίοι ψάθινοι φανοστάτες οπισθοδρομούν μπροστά σε
      όλους τους φανοσβέστες
    Που κάτι άσπρες πεταλούδες τους χαλκεύουνε κάσκα
      σκαφάνδρου
    Αλλά δεν θα το διακινδυνεύσουν στην πόλη με τα μεγάλα σαν
      γαϊδουράγκαθα κάγκελα
    Όπου πνέει άνεμος ξανθός λες για να ξεριζώσει των
      ελαφροκανθάρων τα κέρατα
    Κατοικώ στην καρδιά ενός τέτοιου
      γαϊδουραγκαθοκιγκλιδώματος
    Κι εκεί τα μαλλιά σου είναι πόμολα υποβρυχίων θυρών
    Χερούλια και όρμοι για να διαγουμίζεις θησαυρούς
    Μπορούμε να μπαινοβγαίνουμε στα ριγηλά δωμάτια
    Περιπλανώμενοι αφόβως στο δάσος των πιδάκων
    Ώσπου να χαθούμε εν τέλει στον τεράστιο ισλανδικό ασβεστίτη
    Η σάρκα σου δροσερεμένη απ’ το πέταγμα χίλιων παραδείσιων
      πουλιών
    Είναι μια φλόγα που σπιθίζει ψηλά και που κοιμάται στο χιόνι
    Στο χιόνι εκείνο που σε βρήκα
    Στο πατάκι της κλίνης του ασπρόλυκου ίσαμ’ εκεί που δύναται
      να δει το μάτι

    ANDRÉ BRETON, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

  2. Ciao Aggeliki!… Ευχαριστώ πολύ για το πλουσιότατο σχόλιό σου! Καλή Κυριακή!!!

    -Σεζάρ Βαγιέχο, “Οι πέτρες“

    “Σήμερα το πρωί κατέβηκα
    στις πέτρες – ω οι πέτρες !
    Και προκάλεσα και σφράγισα
    μια πυγμαχία από πέτρες .

    Μητέρα των θνητών αν στον κόσμο
    πονούν τα βήματά μου ,
    είναι από τα χτυπήματα φωτιάς
    μιας παράλογης αυγής .

    Οι πέτρες δεν προσβάλουν , ούτε
    φθονούν τίποτα . Ζητάνε μόνο
    αγάπη για όλους , και ζητάνε
    αγάπη ακόμα κι απ’ το Τίποτα .

    Κι αν κάποιες απ’ αυτές
    είναι θλιμμένες , ή
    ντροπιασμένες , είναι
    γιατί έχουν κατιτί το ανθρώπινο…

    Αλλά δεν απολείπει αυτός που κάποια
    πέτρα χτυπάει από καπρίτσιο μόνο.
    Τέτοια άσπρη πέτρα είναι το φεγγάρι
    που πέταξε στον ουρανό από μια κλωτσιά …

    Μητέρα των θνητών , σήμερα το πρωί
    έτρεξα με τις πέτρες ,
    βλέποντας το γαλάζιο καραβάνι
    από πέτρες,
    πέτρες,
    πέτρες…”

    -JEROME ROTHENBERG, «Ένας χρησμός για τους Δελφούς*”

    ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ (Ι)
    1
    οι πέτρες μιλούν
    2
    οι πέτρες γελούν
    3
    εμείς – όπως όλοι οι ποιητές-
    έχουμε αίσθηση της πέτρας

    ΠΕΤΡΕΣ & ΚΟΚΑΛΑ
    γιγάντων
    1
    φάε μια πέτρα
    2
    φύτεψε πέτρες και φύλαγε τες
    να μεγαλώνουν
    3
    πετρόσουπα

    ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ (ΙΙ)

    εδώ υπάρχει μια αιχμή σε πέτρα,
    εδώ υπάρχει μια κραυγή με σκίζες που τρυπούν
    το κόκαλο η κλείδα
    ν¢ αντιδρά πονώντας
    εδώ που ο πόνος είναι σχεδόν συμπαγής
    έλκεται από αυτή την πέτρα
    η φωνή στην πέτρα είναι γράμματα
    σπασμένα σημάδια οι μικροί άνθρωποι πελεκώντας
    τη γραφή στους τοίχους
    θα χτίσουν έναν κόσμο στην πέτρα
    όπου θα μπορούμε να ζούμε & να τον βρίσκουμε
    ωραίο & μοναχικό
    το σημάδι των μεγάλων πολιτισμών
    που όμως κάποτε θρυμματίστηκε σε σχήματα
    γίνεται τόσο κυρίαρχο
    σου κόβει την ανάσα
    – αυτοί οι σπασμένοι κίονες
    που τείνουν προς τον ουρανό στους δελφούς
    όχι δομική τάξη απλή
    αρχιτεκτονική αλλά η υπόσχεση μιας
    νέας ερημιάς
    όπου οι πέτρες μιλούν
    οι πέτρες γελούν
    δεσπόζουν υπεράνω μαρτύρων

    οι πέτρες πέφτουν καταγής
    τις σπέρνουμε σε μια μεριά
    & τις φυλάμε να μεγαλώνουν
    σαν γίγαντες
    σπασμένα σώματα του παρελθόντος μας
    φτιαχτές υπογραφές
    χαραγμένες από πολέμους
    που ποτέ δεν τελειώνουν
    που αφήνουν ένα χάος πάντα
    έναν παράδεισο από πέτρες
    (Επιλογή ποιημάτων – Μετάφραση:ΜΑΡΩ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ)

    *Και βέβαια δε θα μπορούσε να λείψει έστω κι ένα μικρό απόσπασμα από την «Πέτρα του ήλιου», του Οκτάβιο Παζ:

    -ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΖ, «Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ»
    (απόσπασμα)

    «………………………

    Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων,
    Σε παρουσίες πλέω ηχηρές,
    Σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες
    Ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον
    Ω δάσος από μαγικές κολόνες,
    Κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω
    Στους διαδρόμους του διάφανου φθινοπώρου,

    Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο
    Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
    Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα
    Τα παράλληλα μυστήριά του
    Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν
    Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

    Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου
    Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου
    Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…
    Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι
    Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου
    Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

    Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
    Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο
    Η φούστα σου η νερένια
    Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…
    Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…
    Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι
    Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…
    Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου
    Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο
    Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται
    Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα
    Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας…»

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Μ᾽ αὐτὲς τὶς πέτρες

    Φύσηξε ξαφνικὸς ἀγέρας. Τρίξαν τὰ βαριὰ παντζούρια.
    Σηκώθηκαν τὰ φύλλα ἀπ᾽τὸ χῶμα. Φύγανε, φύγανε.
    Ἒμειναν μόνο οἱ πέτρες. Πρέπει μ᾽ αὐτὲς νὰ βολευτοῦμε τώρα·
    μ᾽ αὐτές, μ᾽ αὐτές, – ξαναλέει. Ὃταν ἡ νύχτα κατεβαίνει
    ἀπ᾽ τὸ μεγάλο μελανὶ βουνὸ καὶ ρίχνει τὰ κλειδιὰ μας στὸ πηγάδι, –
    πέτρες μου, πέτρες μου, – λέει – νὰ πελεκήσω ἓνα-ἓνα
    τ᾽ἂγνωστα πρόσωπά μου καὶ τὸ σῶμα μου, μὲ τὃνα μου χέρι
    σφιγμένο δυνατά, ὑψωμένο πάνω ἀπ᾽τὸν τοῖχο.
    30. V. 68
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, από την συλλογή Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα

    2. «24 Νοεμβρίου 1948»

    Πέτρινη μέρα, πέτρινα λόγια.
    Κάμπιες ανηφορίζουνε στον τοίχο.
    Ένα σαλιγκάρι, κουβαλάει το σπίτι του
    βγαίνει στην πόρτα του
    μπορεί να σταθεί, μπορεί να φύγει.
    Όλα είναι όπως είναι.
    Δεν είναι τίποτα.
    Το τίποτα δεν είναι μαλακό.
    Είναι πέτρινο.

    Όλα ξεχάστηκαν πριν ειπωθούν.
    Κι η σιωπή δεν είναι καταφύγιο.
    …………………………………..
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ- ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ

    Ο ΝΤΙΚ, Δημητριάδη-Μπουλάς

    3. Ο ΝΤΙΚ
    Η πέτρα σταυρωμένη απ’ τον άνεμο
    ο άνεμος, η σιγαλιά,
    δεν ακούγεται τίποτα
    μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
    κι πέτρα της καρδιάς που δουλεύεται
    με το θυμό και με τον πόνο
    βαριά, σιγά και σταθερά

    Μπόλικη πέτρα
    μπόλικη καρδιά
    να χτίσουμε τις αυριανές μας φάμπρικες
    τα λαϊκά μέγαρα
    τα κόκκινα στάδια
    και το μεγάλο μνημείο των Ηρώων της Επανάστασης

    Να μην ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ
    ναι, ναι, του σκύλου μας του Ντικ
    της ομάδας του Μούδρου
    που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι
    γιατί αγάπαγε πολύ τους εξόριστους

    Να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι, τον Ντικ
    το φίλο μας τον Ντικ
    που γαύγιζε τις νύχτες στην αυλόπορτα άντικρυ στη θάλασσα
    κι αποκοιμιόταν τα χαράματα
    στα γυμνά πόδια της Λευτεριάς
    με τη χρυσόμυγα του αυγερινού
    πάνω στο στυλωμένο αυτί του

    Τώρα ο Ντικ κοιμάται στη Λήμνο
    δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι

    Μπορεί μεθαύριο να τον ακούσουμε πάλι
    να γαυγίζει χαρούμενος σε μια διαδήλωση
    περνοδιαβαίνοντας κάτου απ’ τις σημαίες μας
    έχοντας κρεμασμένη στο ζερβί του δόντι
    μια μικρή πινακίδα «κάτω οι τύραννοι»

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Πέτρινος Χρόνος (1949) Στον Δημήτρη Φωτιάδη

    4.
    …Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·
    τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
    τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
    τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

    Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
    τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
    καταδικασμένος από τους δικούς μας θεούς,
    τούτες τις πέτρες.

    Γ. Σεφέρης

    5. Η λυπημένη

    Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς
    κάθισες πρὸς τὸ βράδυ
    μὲ τοῦ ματιοῦ σου τὸ μαυράδι
    δείχνοντας πὼς πονεῖς•

    κι εἶχες στὰ χείλια τὴ γραμμὴ
    ποὺ εἶναι γυμνὴ καὶ τρέμει
    σὰν ἡ ψυχὴ γίνεται ἀνέμη
    καὶ δέουνται οἱ λυγμοί•

    κι εἶχες στὸ νοῦ σου τὸ σκοπὸ
    ποὺ ξεκινᾶ τὸ δάκρυ
    κι ἤσουν κορμὶ ποὺ ἀπὸ τὴν ἄκρη
    γυρίζει στὸν καρπό•

    μὰ τῆς καρδιᾶς σου ὁ σπαραγμὸς
    δὲ βόγκηξε κι ἐγίνη
    τὸ νόημα ποὺ στὸν κόσμο δίνει
    ἔναστρος οὐρανός.

    Γιώργος Σεφέρης , Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Ποιήματα» 20η ἔκδοση, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, Ἀθῆναι 2000.

    6. Το πέτρινο πουλί

    Σαν κομμένες απ’ άλλον καιρό
    Αυτές οι πλατείες οι δρόμοι
    Άλλαξαν όλα τόσο
    Το θυμάσαι
    Δεν μπορείς παρά να θυμάσαι
    Υπάρχουν πάντα τα λείψανα
    Ανθρώπινες μνείες
    Αποχρόνια χαμόγελα
    Σε ηλικίες σπασμένες
    Κι αυτό το πανί της ομίχλης
    Κι η λάσπη

    Μόνο τα παιδιά δεν άλλαξαν
    Τα παιδιά με πλαστικά παλτά
    Σαν υγραμένη ζάχαρη
    Εξασκούν τη νέα φωνή τους στην καθομιλουμένη
    Ενώ η παλιά υπάρχει για σένα
    Και για το πέτρινο πουλί
    Να τη σφυρίζει

    Αλέξης Τραϊανός, Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 51 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000)

    7.
    αυτά τα παιδιά που τραγουδούν σε πέτρα μια
    σιωπή της πέτρας αυτά
    τα μικρά παιδιά που τυλιγμένα με πέτρας
    ανθούς ανοίγουν για
    πάντα αυτά τα σιωπηλά μικρά γεμά-
    ταφος παιδιά είναι πέταλα

    το άσμα τους είναι ένα λουλούδι του
    πάντοτε τα άνθη τους
    από πέτρα είναι
    οι σιωπηλοί τραγουδιστές
    ενός τραγουδιού σιωπηλότερου
    από σιωπή αυτά τα πάντοτε
    παιδιά για πάντα
    που τραγουδούν στεφανωμένα με ασμα-
    νθούς τα παιδιά της
    πέτρας με άνθη
    στα μάτια

    αυτά ξέρουν καλά αν ένα
    μικρό δέντρο
    ακούει
    για πάντα τα πάντοτε παιδιά που τραγουδούν για πάντα ένα
    άσμα πλασμένο
    από σιωπηλή σαν πέτρα σιωπή
    τραγουδιού

    e. e. Cummings -μτφρ. Βασίλης Αμανατίδης

    8. ΠΕΤΡΑ ΜΟΥ

    Με μια πέτρα έγινα ένα,
    μια φορά θυμάμαι
    όταν ξαγκίστρωσα το πέλαγός μου.
    Ιχθύς σε βαρύ και αρμυρό νερό
    και πετιμέζι έβρεχε τα χείλη μου.
    Θυμάμαι φτερούγες αετού φορούσα
    σχίζοντας το γαλάζιο βλέμμα της.

    Με μια πέτρα έγινα ένα θυμάμαι,
    κόλλησε πάνω μου καθώς σηκώθηκα ν’ αρχίσω το ταξίδι,
    ακριβή ήταν μέσα στην γκρι και πορφυρή όψη της.
    Ενέργεια γλυκιά σκορπούσε στο πέρασμά της.
    Ξόδευε την καθάρια απλότητα στο νου μου
    μου ’δωσε τη ζεστασιά που μάζευε χρόνια απ’ τον ήλιο.
    Έκρυβε νερό στη σχισμή της μην διψάσω.
    Έκοψε απ’ το σώμα της θυμάμαι
    και πέτρινο κατώφλι σκάλισε,
    σκαλοπάτια και λιθόστρωτο να χρυσοπερπατώ
    με ευστάθεια στο ζύγι μου…

    Με μάλλινο σκουτί τώρα την τρίβω
    και λάμπει στο σκοτάδι,
    παντού είναι, μέσα της κατοικώ αιώνες,
    στροβιλίζεται, ανάβει η σκέψη μου στο σύμπαν της.

    Ηλίας Παπακωνσταντίνου, «Πέτρα και Σάρκα», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΕΡΓΙΝΑ.

    9. Το κοιμητήριο του Τestaccio

    Περπάτησες, σχεδόν μια σκιά στα χορτάρια
    μέχρι τη γραμμένη πέτρα. Το πρωί
    πρασίνιζε στην υγρασία, στη βρεγμένη λάσπη
    απ’ τη βροχή. Οι λέξεις
    στην πέτρα συγκρατούσαν
    μια σύντομη εποχή πόνου, το όνομα
    που γράφτηκε στο νερό. Παρακεί,
    αλλά σχεδόν κοντά, θα έλεγε κανείς
    μόλις σε κάποια βήματα, όμως πού,
    άλλη μια πέτρα χαμένη
    εκείνη ενός παιδιού στη λάσπη, χωρίς μνήμη.

    Κι ακόμα μια πέτρα χωρίς όνομα, όπου μόνον υπήρχε
    απλά, ακατέργαστος σχεδόν, σκαλισμένος ένας αμφορέας
    τραχύς στην αφή. Ας σε ποτίσει
    το νερό της βροχής, πέτρα της άγνοιας,
    ας προστατέψει ο δικός της ψίθυρος την ήρεμη γη.

    Andrés Sánchez Robayna, μτφρ.: Virginia López Recio

    10. Σχετικά μ’ έναν πέτρινο θρόνο
    Ludovisi. Palazzo Altemps

    Πες μου, εσύ που γνωρίζεις: αυτή η πέτρα,
    αυτός ο θρόνος από ατόφιο μάρμαρο,
    θ’ αντέξει πέρα απ’ τον χρόνο; Μήπως θα φέρει
    πιο πέρα από μας τα όνειρά μας
    στη σκοτεινή περιοχή όπου ναυαγεί
    η μνήμη που σκεπάζει την ύπαρξή μας της προσμονής;

    Κοίτα πάνω στην πέτρα τη γυναίκα που βγαίνει
    απ’ το νερό. Δυο θεραπαινίδες που τη βοηθούν
    μάταια καλύπτουν τη γύμνια της, κι εκείνη σηκώνει
    τα βρεγμένα χέρια στους ώμους, στα σώματα
    που σκύβουν προς εκείνη: φως σαρκικό,
    η αγωνία των χεριών, οι ώμοι της επιθυμίας.

    Στη μια πλευρά, μια κόρη παίζει τώρα
    το σουραύλι. Είναι καθισμένη και σταυρώνει
    τα πόδια της. Είναι καλοκαίρι: εκείνη γυμνή.
    Και παίζει, παίζει και στη μελωδία της
    ακούγονται τα τζιτζίκια. Ακου το τραγούδι
    που διασχίζει τον χρόνο, καθώς φτάνει σ’ αυτές τις πλαγιές.

    Μια γυναίκα, απ’ την άλλη πλευρά, καίει
    θυμίαμα. Ενας μανδύας σκεπάζει το κεφάλι της.
    Στην κορφή ενός ψηλού μίσχου ανθίζει
    το θυμιατήρι σαν λουλούδι ανοιχτό
    στο φως, καμένο φως πίνοντας. Κοίτα
    την προσφορά αυτής της φωτιάς προς το φως.

    Δεν υπάρχει συντέλεια, είπες. Θα επιστρέψουμε
    στην αγκαλιά του αστεριού, στον τόπο
    της καταγωγής και του τέλους, στο αθάνατο
    και μητρικό υλικό. Κι αν μόνο
    έμενε από εμάς ετούτη η πέτρα,
    η πέτρα αυτή θα πει όλη τη μνήμη μας.

    Andrés Sánchez Robayna, μτφρ.: Virginia López Recio

    11. Αρχαίες Πέτρες

    «Κάθομαι και συνομιλώ με τους αδελφούς μου
    πάνω σε πέτρες που μας ξέραν από παιδιά
    προσπαθούμε να θυμηθούμε
    τα όσα έγιναν στους αιώνες του χωρισμού μας,
    τι γνώρισε ο καθένας, τι έζησε και τι ονειρεύτηκε,
    να γεμίσουμε το κενό και να σμίξουμε ξανά.

    Κάποτε πέφτει σκοτάδι στη μνήμη σαν αυλαία
    και σταματά την πράξη,
    ένα ποτάμι περνά και μας χωρίζει,
    Παύουμε ν’ αναγνωριζόμαστε, μιλούμε άλλες γλώσσες.

    Μα έρχονται τούτες οι πέτρες οι πελεκημένες στα μέτρα των χεριών και του σώματός μας
    οι δουλεμένες στα μέτρα της ψυχής και της γλώσσας μας, έρχονται οι πέτρες αυτές και μας αναγνωρίζουν».

    Γιώργος Μολέσκης

    12.
    …Με τι πέτρες, τι αίμα, και τι σίδερο
    Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
    Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
    Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν αεροβάτες
    Το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
    Ένας Θεός το ξέρει (…)

    Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
    Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
    Φίλε μου, όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
    Σίδερο, με τι πέτρες, τι αίμα, τι φωτιά
    Χτίζουμε, ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!
    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Σώμα του Καλοκαιριού

    13. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΤΡΕΣ

    Τα λόγια
    Είναι
    Πέτρες
    Και
    Στοιβάχτηκαν
    Στο αριστερό σου μέρος.
    Το πιο στυφό.
    Όλγα Ντέλλα «Άκος Ψυχής» , Ροδακιό

    14. Η πέτρα που ονειρεύεται τους χαμηλούς γκρεμούς
    γαντζώθηκε στην άκρη.
    Πριν γκρεμιστεί
    ότι πετάει ονειρεύτηκε η πέτρα
    που τους χαμηλούς γκρεμούς φοβάται.

    Έφη Καλογεροπούλου-Έρημος όπως Έρωτας

    15.
    V
    ‘Ετσι έμαθα πόσο βαριά είναι η άμμος
    πόσο σκληρή είναι η πέτρα που δε σπάει
    πως ξερριζώνονται τα σκοίνα κ’ οι αφάνες.
    Η άμμος έμεινε για πάντα μες στο στόμα μου
    η πέτρα για πάντα στην καρδιά μου
    τ’ αγκάθια μείναν για πάντα καρφωμένα μες στα νύχια μου.

    Τίτος Πατρίκιος (από τη συλλογή «Μαθητεία 1952-1962», Πρίσμα, 1978) -Από την ενότητα «Χρόνια της πέτρας»

    Πέτρα – πέτρα χτίσαμε, Νταλάρας

    16. Ασκήσεις αναπνοής

    Γύρισα ανάποδα την ψυχή μου
    κι είδα πώς μεγαλώνουν οι πέτρες

    (με λίγο φως)
    σκληραίνει η τύχη και γίνεται

    ν’ ανεβαίνουν ψηλά τα πουλιά
    κι έπειτα
    τα ξεκουρδίζει ο ήλιος

    Προσπάθησε ν’ αναπνέεις κανονικά
    μέσα γαλάζιο – έξω γαλάζιο
    σε μια πνοή ξανασυμβαίνουν όλα
    Οι πέτρες έλεγα
    – τα πάντα δίνονται σαν ξυράφι
    Κι άμα τα θέλεις πιο βαθιά
    μέσα γαλάζιο – έξω γαλάζιο
    άμα τα θέλεις πιο βαθιά

    καλό κουράγιο

    Αυτός ο κόσμος
    είναι η πιο σπλαχνική μορφή του ποτέ

    Ποτέ ο ιδρώτας
    τόσο πολύ με το αίμα.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΙΓΚΑΣ

    Βίκυ Μοσχολιού-Χάθηκε το φεγγάρι [Πέτρα την πέτρα περπατώ]

  4. -«Κάτω απ’ όλες τις πέτρες
    υπάρχουν φωνούλες· πατάτε προσεκτικά.»
    (Ν. Βρεττάκος)

    -«….Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
    Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω – έτσι είτανε, λεν, ο Μπολιβάρ – και παρακολουθώ
    Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο….»
    (Ν. Εγγονόπουλος)

    -Χοσέ Λουίς Ιδάλγο, «Πέτρα»

    «Την ντούρα σάρκα σου αγαπώ πετρωμένη από το χρόνο
    που πάνω σου διαβαίνει με την αργή του στάχτη.
    Δε στενάζει ποτέ τουτ’ η ανθρώπινη θλίψη
    που σα λαβωματιά το αίμα της ξοδεύει.

    Ήσουνα πάντα πέτρα σφαλιστή για τον κόσμο,
    βράχος ασάλευτος που δεν κατέβηκε στη ζωή,
    παγωμένη, αγνή κι άσπρη, αφανής στους αιώνες,
    ενώ μια σκούρα θάλασσα στις όχθες σου βογγούσε.

    Τους κροτάφους σου αγγίξαν ματιές γεμάτες γλύκα
    ξαφνιασμένων ταράνδων που φεύγαν με τ’ αγέρι
    και τον ανώνυμο όγκο σου νυχτιάτικα μυρίσαν
    οι άνθρωποι των δασών μες στη χλωμή βροχή.

    Θέλησε ακόμα το νερό, ζητώντας την καρδιά σου,
    αιώνων σωρούς να κατεβεί να σου δώσει ένα χάδι,
    μες απ’ τους ίσκιους η φωτιά φούντωσε για να σε βρει
    κι ο ήλιος τη σάρκα σου άγγιξε με τη δεινή του φλόγα.

    Γι’ αυτά όλα σ’ αγαπώ, μορφή κουφή και δίχως οίκτο,
    γιατί από πάντα υπάρχεις και σα θεός μας βλέπεις.
    Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ. Κι ενώ εσύ παραμένεις,
    σβήνει ψηλά εν’ αστέρι, παραληρεί η καρδιά μου.»
    (Σύγχρονη ισπανική ποίηση, ΓΝΩΣΗ)

  5. …πέτρα στη πέτρα ολημερίς χτίζω και δε σε φτάνω

    …θα ριξω πέτρα στη ζωή..

  6. Ευχαριστώ Λύσιππε!…

    Γιάννης Ρίτσος, «Απάνω στα νταμάρια »

    Απάνω στα νταμάρια , κάτω στα νταμάρια
    πέτρα και κάψα και λιωμένο σίδερο.
    Νερό ζητήσαμε και δεν είχανε,
    τραγούδι παίξαμε και δεν άκουσαν.
    Πέτρα και κάψα.

    Ένας σφαγμένος κόκορας,
    πηδούσε πέτρα πέτρα.

    Απάνω στα νταμάρια ,κάτω στα νταμάρια
    είπαμε μόνοι το τραγούδι μας,
    μες στο καυτό καταμεσήμερο

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Πέτρινα χέρια

    Πέτρινα χέρια μου έδωσες πατρίδα για να μην ξεχάσω τις επόμενες πληγές κάτω από τον ήλιο την ώρα που ο γλύπτης θα αποφασίσει να δημιουργήσει μαζί τους το έργο της ανθρωπιάς για να συνεχίσει την παράδοση που έμαθε από τον Προμηθέα.

    – Ν. Λυγερός

    2. ΤΑ ΘΗΛΥΚΑ ΛΙΘΑΡΙΑ

    Πέτρα την πέτρα περπατώ πηδώντας μες στις ποταμιές, πίσω απ’ τις πατημασιές του πετροκότσυφα. Λιθάρι το λιθάρι έλειωσα στα λαξεμένα λιανολίθαρα της λαγγεμένης κίχλης, στις αστραφτερές τις στουρναρόπετρες, στο ράμφος του πυριόβολου της πρώτης πετροπέρδικας, στέκομαι, κάνω δέηση, στο χάος. Στην ερημιά οι πέτρες φυτρωμένες φωσφορίζουν άμοιρες, σκόρπια άταφα οστά και προπατορικές κοκκάλες. Πείτε, υπάρχουνε ή δεν υπάρχουνε στο χάος θηλυκά λιθάρια; Είδε κανένας το αιδοίο τους, λαχτάρισε κανείς μπροστά στο εφηβαίο τους; Προσπάθησε κανείς να τα χαϊδέψει, να τα χουχουλίσει, να ανθίσουνε τα έρημα, λιγνά λιθάρια μας; Πάντως, τουλάχιστον εγώ, ο γλύπτης που τα σμίλεψα και τα ’γλειψα τα μυθικά, λιγνά λιθάρια, αιδοίο θηλυκότητας δεν έπιασα στα χέρια μου και χλοϊσμένο εφηβαίο εγώ ποτέ, ποτέ δεν είδα. Πείτε μου, πώς πληθαίνουν, άραγε, έτσι οι πέτρες, τα λιθάρια; Ποιος σπέρνει μες στα όρη μας τις πέτρες, τα λιθάρια;

    Κατσαλίδας Νίκος

    3. Πέτρινος χρόνος

    Πάντα

    Πιάνουμε μια κουβέντα – κόβεται στη μέση.
    Πάμε να χτίσουμε έναν τοίχο – δε μας αφήνουν να τελειώσουμε.
    Και το τραγούδι μας κομμένο.
    Όλα τ’ αποτελειώνει ο ορίζοντας.

    Πάνω απ’ τα αντίσκηνα περνάνε τα μπουλούκια των άστρων
    κάποτε κουρασμένα, κάποτε πικραμένα, ωστόσο σίγουρα
    για το δρόμο τους, για το δρόμο μας.

    Κι η μέρα, ακόμα κι η πιο άδικη, σου αφήνει στην τσέπη
    μιαν ασπρογάλαζη σημαιούλα απ’ τη γιορτή τής θάλασσας,
    σου αφήνει στο στόμα μια γουλιά ξάστερο αγέρα,
    σου αφήνει στα μάτια το ευχαριστώ δυο ματιών
    που κοίταξαν μαζί σου την ίδια πέτρα,
    που μοιράστηκαν δίκαια τον ίδιο πόνο, το ίδιο σύγνεφο, τον ίδιον ίσκιο.
    Όλα τα μοιραστήκαμε, σύντροφοι,
    το ψωμί, το νερό, το τσιγάρο, τον καημό, την ελπίδα
    τώρα μπορούμε να ζήσουμε ή να πεθάνουμε
    απλά κι όμορφα – πολύ όμορφα –
    σα ν’ ανοίγουμε μια πόρτα το πρωί
    και να λέμε καλημέρα στον ήλιο και στον κόσμο.

    Γιάννης Ρίτσος, Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Ε’ Τόμος] (1978)

    4. «Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου.
    Χιλιάδες οι φλόκοι σου και τα πανιά σου.
    Κι όλο ασάλευτη μένεις
    να με αρμενίζεις μες στην οικουμένη»

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, (Τρίστιχα Γ).

    Γιάννης Πάριος – Πετροβολούσα τη ζωή

  8. Πολύ όμορφα όλα, Αγγελική μου!… Χαρά στο κουράγιο σου που ψάχνεις ακούραστα και τα βρίσκεις!!!…

    -Γ. Σεφέρης, [Στην πέτρα της υπομονής]

    «…Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
    που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
    προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
    την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

    τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
    μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
    ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
    τρικύμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.»
    (απόσπασμα από το «Ερωτικός λόγος»)

    -Γιώργος Παυλόπουλος, «Η πέτρα»

    «Νύχτα πείνα κατοχή
    και στη θράκα για ψωμί
    ψέναμε μια πέτρα.

    Έσκασε στα τέσσερα
    μαύρισε και ράισε
    μα δεν έγινε ψωμί.

    Και την έκανα κομμάτια
    την μοίρασα στα πιάτα
    μα κανείς δεν άγγιζε.

    Τότε γονατίζοντας
    ζήτησε συγχώρεση
    ούρλιαξε η μάνα.»
    («Το σακί», 1980)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: