Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (106ο): «Το νησί»…

-«…Η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
“Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος” είπε»
(Ο. Ελύτης)

-«Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος τής ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό…»
(Ο. Ελύτης)

-«Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.»
(Ο. Ελύτης)

-Πάμπλο Νερούδα, «Νύχτα στο νησί»

«Ολονυχτίς κοιμήθηκα κοντά σου
δίπλα στη θάλασσα, στο νησί.
Ήσουν ατίθαση και τρυφερή ανάμεσα στη χαρά και στο όνειρο,
ανάμεσα στο νερό και στη φωτιά.

Μπορεί αργότερα να ‘σμίξαν τα όνειρά μας
στα ύψη ή στα βάθη,
πάνω σαν κλωνιά που σάλευαν στον ίδιον άνεμο,
κάτω σαν κοκκινόριζες που αγγίζονταν.

Μπορεί το όνειρό σου
απ’ το δικό μου να ξεμάκρυνε
και στο μουντό το πέλαγος
να μ’ έψαχνε
σαν τότε,
που ακόμα δεν υπήρχες,
τότε που αρμένιζα στο πλάι σου
δίχως να σε θωρώ,
και γύρευαν τα μάτια σου
αυτά που τώρα
τα χέρια σου γιομίζω
-ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό –
γιατί είσαι εσύ το κύπελλο
που πρόσμενε τα δώρα της ζωής μου.
Κοιμήθηκα κοντά σου
ολονυχτίς ενώ
η σκούρα γη γύριζε
με ζωντανούς κι αποθαμένους,
κι άξαφνα ξυπνώντας
μες στο σκοτάδι
το μπράτσο μου τη μέση σου αγκαλιάζει.
Μήτε τη νύχτα, μήτε το όνειρο
θα μας χωρίσουν πια.

Κοιμήθηκα κοντά σου
και στο ξύπνημα, το στόμα σου
ήρθε απ’ το όνειρό σου,
και μου ‘φερε τη γεύση απ’ τη γη,
απ’ το θαλασσονέρι, τα φύκια,
απ’ της ζωής τα βάθη,
και δέχτηκα το φίλημά σου
βρεγμένο από τη χαραυγή
λες και βγήκε
απ’ το πέλαγος που μας κυκλώνει.»

-«Το νησί στη λίμνη» – Έζρα Πάουντ (Ezra Pound)

«Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,
Δώστε μου, σας θερμοπαρακαλώ, ένα μικρό καπνοπουλείο, σαν το θελήστε,
Με τα μικρά στιλπνά κουτιά στοιβαγμένα ταχτικά στα ράφια
Και το ανάριο μυρωδάτο ταμπάκο
και το τουμπεκί,
Και το ξανθό Βιρτζίνια,
χύμα κάτω απ’ το τζάμι που γυαλίζει,
και μιαν όχι και τόσο λαδωμένη ζυγαριά,
Και τα πουτανάκια σταματώντας στο πέρασμα για καμιά κουβέντα,
Να πούνε το λογάκι τους, και για να φτιάξουν τα μαλλάκια τους μια στάλα/
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,
Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπουλείο,
ή στρώστε με σ’ όποιο επάγγελμα
εχτός από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη,
που όλη την ώρα σου ζητά να ‘χεις μυαλό.»
(μτφρ. Γιώργος Σεφέρης)

-Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, «Στης λίμνης το νησί»

«Θα σηκωθώ να φύγω τώρα, θα πάω στο Ινισφρί
Με λάσπη και καλάμια την καλύβα μου θα χτίσω,
Εννιά αυλακιές φασόλια ως και κυψέλς θα ‘χω κει
Και μόνος μου μες στη βουή των μελισσών θα ζήσω.

Κάποια γαλήνη θα ‘βρω εκεί, μια και η γαλήνη στάζει αργά
Από το πέπλο της αυγής ως τ’ άσματα των γρύλλων
Εκεί ‘ναι οι νύχτες φεγγερές, τα μεσημέρια είναι πυρά,
Και τα βραδάκια γέμουνε απ’ τα φτερά των σπίνων

Θα σηκωθώ να φύγω, γιατί με φως και σκοτεινιά
Ακούω της λίμνης το νερό να γλείφει την ακτή,
Κι ενώ στου δρόμου στέκομαι τη γκρίζα τη γωνιά,
Στα φύλλα της καρδιάς μου ηχεί της λίμνης η φωνή.»
(W. B. YEATS, «Μυθολογίες και οράματα», εκδ. Γαβριηλίδης)

-Γιάννης Ρίτσος, «Υμνος και θρήνος για την Κύπρο»

«Νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο,
κάνω τον πόνο σου να πω και προσκυνώ και μένω.

Εσύ της θάλασσας ρυθμός, ολάνθιστο κλωνάρι,
πώς σου μαδήσαν τ άνθια σου διπλοί, τριπλοί βαρβάροι.

Τι θλιβερά που σεργιανάν τριγύρω σου τα ψάρια,
κι οι αντίχριστοι να παίζουνε την τύχη σου στα ζάρια.

Κουράγιο, μικροκόρη μας, που μας εγίνεις μάνα,
ύμνος και θρήνος της ζωής κι ανάστασης καμπάνα».

-ΟΡΔΟΣ ΜΠΑΙΡΟΝ, «ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ»

«Τα νησιά της Ελλάδας! ω νησιά βλογημένα,
που με αγάπη και φλόγα μια Σαπφώ τραγουδούσε,
που πολέμων κι ειρήνης δώρα ανθίζαν σπαρμένα,
που το φέγγος του ο Φοίβος απ’ τη Δήλο σκορπούσε!
Αχ, ατέλειωτος ήλιος σας χρυσώνει ως τα τώρα,
μα βασίλεψαν όλα, όλα τ’ άλλα σας δώρα!

Και της Χίος τη Μούσα, και της Τέως τη λύρα,
αντρειοσύνης κι αγάπης δοξαρίσματα πρώτα,
σε άλλους τόπους για φήμη τα μετάφερε η Μοίρα,
γιατί η μαύρη τους μάνα μήτε αν ζούνε δε ρώτα!
Κι αντιλάλησαν ξάφνω παραπέρα στη Δύση
απ’ εκεί που ανθίζαν των «Μακάρων αι νήσοι».

Τα βουνά το μεγάλο Μαραθώνα θωράνε,
κι η αθάνατη βλέπει τα πελάγη κοιλάδα.
Εδώ πέρα μονάχος συλλογιόμουν πώς να ‘ναι
θα μπορούσε και πάλε μια ελεύτερη Ελλάδα!
Γιατί πώς να κοιτάζω το Περσάνικο μνήμα,
και να λέγω πως είμαι της σκλαβιάς κι εγώ θύμα!

Στον γκρεμνό που αντικρίζει τη μικρή Σαλαμίνα,
μια φορά βασιλέας θρονιαζότανε. Κάτου
δίχως τέλος καράβια με τ’ αμέτρητα εκείνα
μαζευόντανε πλήθη. Ήταν όλα δικά του.
Την αυγή με καμάρι τα μετρούσε εκεί πέρα,
μα τι γένηκαν όλα, σαν εβράδιασε η μέρα!

Πού είν’ εκείνα! Πού είναι, ω πατρίδα καημένη!
Κάθε λόγγος σου τώρα κι ακρογιάλι εβωβάθη!
Των παλιών των ηρώων ένας μύθος δε μένει,
της μεγάλης καρδιάς τους κάθε χτύπος εχάθη.
Και τη λύρα σου ακόμα την αφήκες, ωιμένα!
Απ’ τους θείους σου ψάλτες να ξεπέσει σ’ εμένα!

Μέσ’ στον άδοξο δρόμο, που μια τύχη με σέρνει,
με φυλή που σηκώνει της σκλαβιάς αλυσίδα,
κάποιο βάλσαμο κρύφιο στο τραγούδι μου φέρνει
η ντροπή που με πιάνει για μια τέτοια πατρίδα!
Και τι να ‘χει εδώ άλλο ποιητής παρά μόνο
για τους Έλληνες πίκρα, για τη χώρα τους πόνο!

Πρέπει τάχα να κλαίμε μεγαλεία χαμένα,
και ντροπή να μας βάφει αντίς αίμα, σαν πρώτα;
Βγάλε, ω γης δοξασμένη, απ’ τα σπλάχνα σου ένα
ιερό απομεινάρι των παιδιών του Ευρώτα!
Απ’ εκειούς τους Τρακόσους τρεις αν έρθουνε, φτάνουν
άλλη μια Θερμοπύλα στα βουνά σου να κάνουν.

Πώς! Ακόμα σωπαίνουν; Πώς! Ακόμα ‘συχάζουν;
Όχι, όχι! Ακούγω τις ψυχές απ’ τον Άδη
σαν ποτάμι που τρέχει μακρινά, να φωνάζουν:
«Ένας μόνο ας σαλέψει ζωντανός, και κοπάδι
απ’ τη γης αποκάτου λεβεντιά ξεκινούμε.
Είναι αυτοί που κοιμούνται· εμείς ακόμα σ’ ακούμε!»

Αχ, του κάκου, του κάκου! Άλλες λύρες στα χέρια!
Με Σαμιώτικο τώρα το ποτήρι ας γεμίσει.
Άφηνε αίμα και μάχες για τα τούρκικα ασκέρια,
και καθένας το αίμα του αμπελιού του ας μας χύσει!
Δες τους! Όλοι ξυπνάνε και πετούν ως απάνω,
του μικρόψυχου Βάκχου το εγκώμιο σαν κάνω!

Τον Πυρρίχιο χορό σας ως τα τώρα βαστάτε
η Πυρρίχια η «φάλαγξ» πού να πήγε, καημένοι!
Από δυο τέτοια δώρα, πώς εκείνο ξεχνάτε,
που ψυχές αντρειώνει και καρδιές ανασταίνει!
Και τα γράμματα ακόμα ενός Κάδμου κρατείτε·
τάχα να ‘ταν για σκλάβους τα ψηφιά του θαρρείτε;

Το Σαμιώτικο χύνε στο ποτήρι ως τα χείλη!
Όξω οι λύπες! Ελάτε με την πλόσκα γεμάτη!
Έτσι έψελνε ο θείος Ανακρέοντας, φίλοι!
Σκλάβος ήταν κι εκείνος, μα ενός Πολυκράτη.
Από ξένους τυράννους δεν εγνώριζαν τότες·
ήταν αίμα δικό τους, σαν κι αυτούς πατριώτες.

Τη Χερσόνησο ένας μια φορά τυραννούσε,
μα διαφέντευε πρώτος τα καλά, την τιμή της.
Μιλτιάδη τον λέγαν. Αχ, και πάλε να ζούσε!
Ένα ας είχε η πατρίδα τέτοιο πάλε παιδί της!
Βασιλιάς σαν κι εκείνον ποιο λαό δε μαγεύει!
Βασιλιάς που με αγάπη μοναχή σε δεσμεύει.

Στο ποτήρι μου πάλε το Σαμιώτικο χύνε!
Στο Σουλιώτικο βράχο, προς της Πάργας το χώμα,
γενεά σιδερένια ως τα σήμερα είναι,
που από μάνες Δωρίδες λες και βγαίνει ακόμα.
Ίσως μένει εκεί πέρα κάποιος σπόρος κρυμμένος,
που θα δείξει αν δεν είναι Ηρακλείδικο γένος.

Απ’ τους άπιστους Φράγκους λευτεριά μη ζητάτε!
Εκεί ζουν ηγεμόνες, που πουλούν κι αγοράζουν.
Με δικό σας τουφέκι και σπαθί πολεμάτε!
Αυτού θα ‘βρετ’ ελπίδα, κι ό,τι θέλουν ας τάζουν.
Ζυγός Τούρκου, με Φράγκου πονηριά σαν ταιριάσουν,
την ασπίδα, όσο να ‘ναι δυνατή, θα τη σπάσουν.

Με Σαμιώτικο πάλε το ποτήρι ας γεμίσει!
Μέσ’ στον ίσκιο χορεύουν οι κοπέλες μας πάλι·
σαν τα μαύρα τους μάτια δεν είδε άλλα η φύση,
μα σα βλέπω τη νιότη και τ’ αφράτα τους κάλλη,
το δικό μου το μάτι το θολώνει μια στάλα,
που για σκλάβους το θένε τω βυζιών τους το γάλα!
Στου Σουνιού θα καθίσω το μαρμάρινο βράχο,
σύντροφό μου το κύμα του Αιγαίου θα κάνω,
αυτό εμένα ν’ ακούγει, κι εγώ εκείνο μονάχο,
κι εκεί απάνω σαν κύκνος με τραγούδι ας πεθάνω.
Δε σηκώνει η ψυχή μου σκλάβα γη! Χτύπα κάτω
της σκλαβιάς το ποτήρι, κι ας πάει να ‘ναι γεμάτο!»
(μτφ. Αργύρης Εφταλιώτης, 1849-1923)

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Πες το με ποίηση (106ο): «Το νησί»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Mε κατέλαβες εξαπίνης, φίλτατε!
    Ωστόσο, θα το παλέψω.

    1. Στα νησιά

    Στα νησιά που δεν μπόρεσα
    να πάω
    πέταξε και πήγε
    ο Άγιος-πεταλούδα.

    Μίλτος Σαχτούρης, ΕΚΤΟΤΕ

    2. «Το Νησί των Συναισθημάτων»

    Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

    Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;» «Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»

    Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ, βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

    Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη, άφησέ με να έρθω μαζί σου». «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

    Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

    Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

    Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;» Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:

    «Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

    Μάνος Χατζιδάκις

    Κρουαζιέρα, Βαγγέλης Γερμανός

    3. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον Πόρο

    Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
    στον Πόρο
    τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
    τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
    γύρω γύρω στα τραπέζια
    τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
    τσιγάρα παντού
    κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
    Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
    τα μάτια του να καίνε.
    ― Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
    εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
    ― Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
    στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
    Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
    το φοβερό το γέλιο του·
    πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
    ένα σύννεφο σπουργίτια
    πέρα απ’ το θάνατό του.

    Σαχτούρης Mίλτος, Εκτοπλάσματα, Κέδρος 1986

    Δημήτρης Μητροπάνος- Τα Κύθηρα ποτέ δεν θα τα βρούμε

    4. ΔΩΔΕΚΑ ΝΗΣΩΝ ΑΓΓΕΛΟΣ

    Έρμης και χελιδονοδρόμος ποιος
    Το πρωί με φοινικιάς Ροδίτισσας
    Κλωνάρι τον αιθέρα καίοντας χύνεται
    Πάνω από της Ανατολής την ορασιά
    Στέγες κατάρτια δώματα καμπαναριά
    Μ’ ιριδόστιχτο πέδιλο μόλις
    Αγγίζοντας
    Ποιος – όταν μέσ’ από του πόντου τις
    Αμπελοβραγιές πηδώντας τα δελφινοκόριτσα
    Βγάζουν κρυγιές φωνές αγριοπερίστερων
    Πίσω απ’ το ψάρι τ’ αέρος το ακαμάκιστο
    Και με την πελαγίδα ή τ’ αρσινάκι στο-
    Λίζουνε τα γαλάζια γένια του αϊ-Νικόλα
    Του θαλασσάχραντου
    Ραδινά τότε – ποιος της Χάλκης γιος
    Το κολασμένο του «καμένου σπήλιου» λύνοντας
    Κράτος ψηλά πηγαίνει τα τιμιότατα
    Δώρα Θεού που οι χρόνοι δεν κατάλυσαν
    Πάει πετάει – κι ο νους του αγάλλει σαν
    Ήλιου αχτιδωσιά στης μνήμης των αρχαίων
    Το χάλκωμα
    Πάει πετάει – μα στις ψυχές χτυπά
    Καμπάνα σηκωμού και αρνάδας λύτρωση
    Βράχια που του νερού τα ξαναλέει ο αντίλαλος
    Κοπάδια σπίτια που τα πάει Δάφνις γυμνός
    Μαϊστραλίζουν οι μανταρινιές της Κάλυμνος
    Κι ακούν μισάνοιχτα της Κάσος
    Τα όστρακα

    Θύρσου Σταυρού ή Σπαθιού
    Της Καλοσύνης λάμπος και ύμνισμα!
    Για να ‘ναι το γλυκό χείλι του μέλλοντος
    Πάντα στης νέας γερής κοπέλας το βυζί
    Γάλα νυμφαίο μυθικό στάχυ μαζί
    Πάτμος της πράξης και του ονείρου
    Νίσυρος

    Κως Λέρος Σύμη Αστροπαλιά
    Κάρπαθος Τήλος Καστελόριζο…
    Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας
    Τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του
    Άξαφνα νιώθεται άγγελος και Πανορμίτης του
    Μυστικού που ξεχύνεται «χρυσέαις
    Νιφάδεσσι»

    Πάει ψηλά μ’ ένα κηρύκειο φως
    Πάνω από ρημοκλήσια και ανεμόμυλους
    Μαντάτο ελευθεριάς ν’ αντιχτυπήσει
    Κατά των Αθηναίων το κάστρο που ριγά –
    Ποιος με σπιλιάδας τάχος πάει γοργά
    Και ξεδιπλώνει τη σημαία της αφρισμένης
    Θάλασσας.
    1946 ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Τα ετεροθαλή

    Κυκλαδίτικο – Μανώλης Μητσιάς

    5. ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ
    ΚΟΙΝΩΣ ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ

    Φέγγαν οι αλατόπετρες και στη μεγάλη
    Αλαλησιά του μεσημεριανού πελάγου τίποτα. Μόνον δώσ’ του
    ο άνεμος
    Δώσ’ του με το ράντιστρο. Και δύο ή τρία πουλιά
    Δυνατά κι ελεύθερα σαν ευτυχίες.
    Έτσι για να ‘χω ζήσει αντίθετα
    Στα ερχόμενα και να μην έχω
    Λάβει τίποτα ευτυχώς
    Παρεχτός από τα χέρια μου όλα
    Τώρα πάλι ακουγόμουν
    Καταμόνας όπως ο ασκητής
    Προτού ανεβεί απ’ τα σπλάχνα του μια Νέα Καμένη
    Δεξιά βουτούσε ο βράχος κι από τ’ άλλο μέρος υψω-
    Νε κεφάλι να παλέψει ο αγρίμης
    Μπουρμπούλες νερό στα φαγωμένα πόδια του όλο και τρίφτανε άχνη
    Σπούσε πέτρες ο ήλιος και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι

    Χιλιετηρίδες υστέρα
    Που το νερό αναπήδησε
    Να γίνει κατοικήσιμη ως και η πίκρα
    Φαίνονται ακόμα κοίτα
    Χαμηλά βουνά ξωκλήσια φάροι
    Περασμένα τωρινά μου
    Από το μέρος το άγνωστο. Και τώρα;
    Στρίβοντας τ’ ακρωτήρι σειρές κατεβατές
    Τ’ αμπέλια μ’ ένα γαλαξία πρασίνων του παλιού καιρού. Και πάσπαλη
    Φερμένη απ’ τις λευκές Μαρίες των κυμάτων
    Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος

    Πώς να ‘ναι τώρα οι άνθρωποι; Άραγες
    Να φοβούνται ακόμη; Στους αγρούς τους γερτούς
    Να ελπίζουνε άλλον ουρανό;
    Κερασιές να υπάρχουνε;
    Και ποιά τώρα να κάνει
    Στον ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές
    Αγία το θαύμα της;
    Το Θεό τον έπιανες μες στον αέρα
    Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού
    Μια στιγμή τραγουδώντας από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει
    Στον κήπο με τις αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες

    Αλλού. Είναι αλλού
    Που το θαύμα το αέναο γίνεται
    Πάνω από το Μεγάλο Κάστρο
    Το χέρι αυτό που θα γυρίσει
    Στους καιρούς πίσω τ’ άχρηστα
    Θ’ ανοίξει σαν ηλίανθος
    Και δρομείς με την ελληνική λαλιά θα παν το μήνυμα
    Οργιές από του λόφου τα ύψη αχούσαν τα ερημόνησα
    Μακριά στα βάθη σαν βαρύ θηρίο η Ασία κοιμόταν
    Ένα κορίτσι μόλις κομμένο απ’ τη βερβένα
    Σάλευε στ’ αεράκι και το πόδι του έλαμπε
    Όπως οι λέξεις όταν κάνει αιθρία
    Μία στην άλλη δίνονται
    Νιωσμένο φανερώνεται
    Το κορίτσι που κρατεί ένα κάνιστρο
    Γεμάτο μ’ αχινούς και βιολέτες θαλάσσης
    Λες: είναι αυτές οι αγάπες σου
    Μ’ ευωδιά και μ’ αγκάθι
    Παλεμένο στ’ άγρια το πυργί των δώδεκα μηνών γυρνούσε
    Στους καιρούς κόντρα κι άκουγες τα ευ των δέντρων να ευστοχούν
    Περαστικός ένας μικρός Ιούλιος μοίραζε
    Τους Νόμους: ο καθείς και η λυγαριά του διαλαλούσε
    Κι η μέρα που απελπίστηκες
    Επιστρεμμένη σαν ηχώ άλλ’ απέραντη
    Και οι λύπες οι μικρές
    Με το κρυφό τους κόκκινο λουλούδι
    Σκιές τρεμάμενες άπιαστα φυλλώματα
    Των ουρανών επάνω στο νερό
    Που ο νους μόνον εγγίζει
    Σήμαιναν οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής ανήμερα
    Και κομμάτια κομμάτια τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια
    Τα ‘παιρνε το μπουγάζι. Τρεις ώρες πιο ψηλά
    Μ’ ανοιχτό πανί τα καΐκια ρυμουλκούσαν τις στέγες
    Και ας μην ένιωσε ποτέ κανείς
    Του μέλλοντος αρχαιολόγος
    Και των επουρανίων
    Πόσα δάκρυα χύθηκαν. Όμως μάταια όχι.
    Επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά
    Πατρίδα που δε χάνεται
    Κει που γυάλισαν κάποτε υστέρα η αλήθεια ήρθε.
    1971
    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Τα ετεροθαλή

    Κάπου υπάρχει ένα νησί – Μπάμπης Στόκας

    6. Ωδή στη Σαντορίνη

    «Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου
    Βρήκες με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
    Με φωτιά με λάβα με καπνούς
    Τις μεγάλες γραμμές του πεπρωμένου σου
    Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη
    Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη
    Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους
    Στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς,
    Κι από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται
    Για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα
    Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς,
    Η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα
    Η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου».

    Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, Αθήνα 1966.

    Κέρκυρα

    7. Χαιρετισμός στην Κέρκυρα

    Πώς να ξοφλήσω την οφειλή; Τι ν’ αντιπροσφέρω;
    Δεν έχω τίποτα δικό σου Χτυπώ την πόρτα σου
    Σαν τον τυφλό οδοιπόρο που έχασε το σπίτι του
    Σαν το ξυπόλητο παιδί που ψάχνει για τ’ αστέρι του

    Με δίδαξες την αλφαβήτα τής ομορφιάς
    Το συναξάρι τής αγάπης
    Τη μελωδία των ουρανών, την πέρα βοή των άστρων
    Το μέσα φως των λουλουδιών
    Τα έγχρωμα βάθη τού όνειρου

    Με δίδαξες να περπατώ με δυο κλωνιά παρηγοριά
    Να σκύβω ν’ αφουγκράζομαι στα σφραγισμένα σπίτια
    Ν’ αποστηθίζω των μανάδων τη σιωπή
    Ν’ αναζητώ τ’ αχνάρια των απόντων
    Να μελετώ περικοπές λησμονημένων προφητών

    Με δίδαξες να συντηρώ το ανθρώπινο ζυμάρι μου
    Να φέγγω πάντα μέσα μου με το αρχικό λυχνάρι
    Να μην αφήνω τα κλαδιά να μου σκεπάζουν το άστρο
    Ν’ αποκρυπτογραφώ σωστά τις δειλινές καμπάνες
    Ν’ ακούω το βήμα τού Χριστού στον έρημο ελαιώνα

    Με δίδαξες ν’ αναζητώ τον σπόρο και τη ρίζα
    Ν’ ακούω το ρήμα των καιρών και ν’ αποκρίνομαι
    Να βάζω επιστροφής σημάδια μολονότι ξέρω
    Πως χάνομαι σε μια φυγή χωρίς ελπίδα νόστου

    Μα πιο πολύ με δίδαξες να ‘μαι έτοιμος
    Δίχως κηλίδα ή ρίγος – σαν τα βράδια σου
    Όλος μι’ ανάερη μουσική, όλος σα φεγγαρόφωτο
    Όλος αηδονολάλημα στα μαύρα κυπαρίσσια

    Ήρθα λοιπόν Σαν άσωτος υιός Χτυπώ την πόρτα σου
    Άφησε να περάσω το κατώφλι σου
    Εκεί που δωδεκαετής είδα τα μάτια τού Θεού
    Άσε να μπω στον κήπο των θαυμάτων σου
    Να κατοικήσω μια στιγμή την πρώτη νιότη μου
    Θέλω να πω
    να θάψω εδώ
    τα παιδικά μου σύνεργα

    Θέλω να δω το πρόσωπό πριν θαμπώσει ο δρόμος
    Θέλω ν’ ακούσω τη φωνή σου πριν πετρώσει ο χρόνος
    Θέλω να πιω από το νερό σου πριν το πάρει η στέρνα

    Είμαι για πάντα το παιδί σου∙ ψάξε με
    Κοίταξε μέσα στο αίμα μου∙ θα δεις το φως σου
    Σκύψε βαθιά στο στήθος μου∙ θ’ ακούσεις την ανάσα σου
    Δώσ’ μου ξανά τη ρίζα μου∙ διψώ Μητέρα

    Είμ’ έτοιμος Είμ’ έτοιμος
    Θα μείνω πάντα χώμα σου

    Ορέστης Αλεξάκης, Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974)

    Δημήτρης Μητροπάνος – Άλλος για Χίο τράβηξε

    8. Τὸ ὡραῖο νησί

    Τὸ ὡραῖο νησὶ ποὺ ὁ πόθος του μ᾿ ἀνάβει,
    φαντάζομαι πὼς φεύγει κι ἀρμενίζει.
    Σὰ πλῶρες τὸν ἀφρὸ σκορποῦν οἱ κάβοι.
    Στῶν δέντρων τους ἱστούς, ἀγέρας τρίζει.

    Τὸ δρόμο ποὺ ξεκίνησε δὲ παύει
    κι ἂν οὔτε πάει μπρὸς οὔτε ποδίζει,
    μὰ πάντα σὰν ὀρθόπλωρο καράβι
    δίχως ἐμέ, τοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα σκίζει.

    Δίχως ἐμέ! καὶ μέσα στὴ χαρά μου
    Σὰ νύφη ἀπ᾿ τὰ στέφανα τοῦ γάμου
    πῆρε τὸ πλοῖο καὶ πάει καὶ δὲ γυρνᾷ,

    ἐνῷ ἀπ᾿ τὸ βράχο, ποὺ ἔρημο καὶ μόνο
    μ᾿ ἔρριξ᾿ ἡ μοῖρα, βλέπω νὰ περνᾷ
    καὶ μ᾿ ἄκρα ῾πελπισιά τὰ χέρια ἁπλώνω.

    Ἰωάννης Γρυπάρης – Ποιήματα

    ΥΓ. Σκέφτομαι να μην πάρουμε μπάλα όλα τα νησιά. Με κανένα τρόπο όμως δεν μπορεί να λείπει η Ιθάκη.

    ΙΘΑΚΗ

    Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
    να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
    γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
    Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
    τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
    τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
    αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
    συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
    Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
    τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
    αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
    αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

    Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
    Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
    που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
    θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
    να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
    και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
    σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
    και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
    όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
    σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
    να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

    Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
    Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
    Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
    Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
    και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
    πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
    μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

    Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
    Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
    Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

    Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
    Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
    ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

    Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

  2. Ciao Aggeliki!… Μες στον κακό χαμό που βρισκόμαστε λόγω των πολιτικών εξελίξεων η ποίηση ας λειτουργήσει σαν βάλσαμο…

    -Ανδρέας Εμπειρίκος, «Η νήσος των Ροβινσώνων»
    (απόσπασμα)

    “Η νήσος είναι κατάφυτη και καρπερή. Έχει πολλές καρύδες και οπώρες. Έχει πουλιά (πουλιά του Παραδείσου) έχει και ζώα. Όμως δεν έχει παρά έναν μονάχα κάτοικο – τον ναυαγό.

    Ο άνδρας αυτός είναι ευφυής και ρωμαλέος. Έχει μηχανευθεί πολλά. Χωρίς καμιά βοήθεια, έκαμε έργα που θα τα ζήλευε μία πολυάριθμη κοινότης εργατικών μαστόρων. Ω ναί, εάν δεν ήτο μόνος αυτός ο ερημίτης, ίσως να έμοιαζε με βασιλιά χώρας ευλογημένης.

    Όμως, τι θα πή βασίλειο, τι θα πή ρήγας, έστω και αν την Εδέμ ορίζεις σαν ιδική σου επικράτεια, όταν, στην πιο απόλυτη ερημιά, ασκής την εξουσία σου σαν κάποιος που ρίχνει νερό σε ένα πιθάρι απύθμενο, σαν κάποιος που ανοίγει και κλείνει μια πόρτα βαρειά, που σε καμιά μεριά δεν οδηγεί. Τι θα πή ρήγας ή βασιλιάς όταν δεν έχης καν το δικαίομα να πής: «Με λένε Αδάμ»…”.
    (Α. Εμπειρίκος, Οκτάνα, Ίκαρος)

    Γ. Σεφέρης, «Σαλαμίνα της Κύπρος»

    …Σαλαμῖνα τε
    τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ’
    αἰτία στεναγμῶν.
    ΠΕΡΣΑΙ

    “Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή
    και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.
    Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος
    δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.

    Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα·
    παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά
    τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό
    κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.
    Κύριος επί υδάτων πολλών,10 πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.

    Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
    Δεν είδα πρόσωπα· σα γύρισα είχαν φύγει.
    Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,
    έμεινε εκεί στις φλέβες τ’ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας
    μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:

    «Η γης δεν έχει κρικέλια
    για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
    μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
    να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
    Και τούτα τα κορμιά
    πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
    έχουν ψυχές.
    Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
    δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν
    αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
    Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
    δε χρειάζεται μακρύ καιρό
    για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
    δε χρειάζεται μακρύ καιρό
    το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
    κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
    δε χρειάζεται μακρύ καιρό
    για να γεμίσει με την τρέλα,
    νῆσός τις ἔστι …».

    Φίλοι του άλλου πολέμου,
    σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
    σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—
    Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·
    εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου
    ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,
    νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
    τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·
    κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
    όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
    «Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
    πώς έγινε τούτο το φονικό·
    την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
    το στέγνωμα της αγάπης·
    Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…». *

    —Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια·
    δε φελά να μιλάμε·
    τη γνώμη των δυνατών ποιoς θα μπορέσει να τη γυρίσει;
    ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
    Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.

    —Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
    κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
    σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
    το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.

    Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
    Νῆσός τις ἔστι.”
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

    -Σεφέρης Γιώργος, «Σαντορίνη»

    «Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
    τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
    που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.

    Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
    τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
    και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

    Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
    κοιτάζοντας τ’ αναδυόμενα νησιά
    κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
    στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
    Eδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
    τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
    της αδικίας.

    Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
    αγάπη
    στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
    δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
    στην ωμοπλάτη·
    στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
    στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
    βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

    Bωμοί γκρεμισμένοι
    κι οι φίλοι ξεχασμένοι
    φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

    Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
    εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
    που άγγιξε τον ορίζοντα.
    Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
    όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
    όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
    και στέγνωσε η αγάπη
    μέσα σε τρύπιες ψυχές·
    όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
    κύκλο τα πόδια θερισμένα
    κύκλο τα χέρια πεθαμένα
    κύκλο τα μάτια σκοτεινά·
    όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
    το θάνατο που γύρευες δικό σου,
    ακούγοντας μια κραυγή
    ακόμη και του λύκου την κραυγή,
    το δίκιο σου·
    άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
    ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό
    και βούλιαξε,
    βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.»
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Μέρες που ‘ναι, κι εγώ άλλα πράγματα έχω στο μυαλό μου.
    Πάντα στοχαστικός ο Σεφέρης. Πάντα. Δεν πήρε τυχαία το Νόμπελ.

    1. Θα φύγω

    …Κι αν είναι οι νύχτες όμορφες πολύ και το νησί μου
    στις μυρωδιές του Γιασεμιού και του Διατσίντου είναι λουσμένο,
    τόσο πολύ με πίκραναν κι οι ξένοι κι οι δικοί μου,
    που εγώ δεν έχω ν`αγαπώ τίποτα εδώ και να προσμένω.

    Φώτης Αγγουλές

    Παντελής Θαλασσινός – Στη Σέριφο ήσουν πουλί

    2. Σε πρόσμενα

    Σε πρόσμενα στο γαλανό ηλιόλουστο νησί
    να ρθεις στεφανωμένη
    με λεμονάνθια, να φοράς γιρλάντες από γιασεμιά

    Τι θες εδώ στην ερημιά;
    Τα μονοπάτια είναι πολύ στενά κι είν’ άναστρο το βράδυ
    κι είν’ οι γκρεμνοί σα χάροι γύρω
    πού πας μονάχη; δε φοβάσαι το σκοτάδι;

    Δος μου το χέρι σου, το χέρι σου αδερφή κι εγώ να τα’ βρω ξέρω
    όλα τα γκρεμνά του χαμού και του σωσμού τα μονοπάτια
    μονάχα να μου φέγγουνε τα φωτεινά σου μάτια
    Δος μου το χέρι σου αδερφή και ξέρω να σε φέρω
    όπου μου πεις ΕΣΥ

    Μα πώς δεν ήρθες στο νησί;

    Φώτης Αγγουλές

  4. Καλησπέρα, Αγγελική!…Άστα να πάνε με τις πολιτικές εξελίξεις!…
    Και πάλι η ποίηση…

    -Donald Justice, «Μιλώντας για νησιά»

    «Μίλησες για νησιά, όπου τα καΐκια
    κοιμούνται δίπλα στις αποβάθρες σαν άντρες στις γυναίκες τους
    δίπλα,
    με πληρότητα όλη τη νύχτα, ενώ κάτω τους τα κύματα
    μόλις λίγο κυρτώνοντας τις πλάτες, χουρχουρίζουν σαν γάτες
    και τρίβονται απάνω τους γαλήνια. Μερικές νύχτες,
    είπες, τίποτα σ’ όλο τούτο το λιμάνι δεν κουνιέται
    έξω απ’ τα καΐκια αυτά με την κίνηση των κυμάτων
    και λίγοι νυσταγμένοι γλάροι με φωνές σαν φλάουτα.

    Μίλησες για νησιά όπως μιλώ για σένα εγώ,
    θαλασσοκυκλωμένη κι απόκοσμη και συ ένα νησί
    και για τέτοια πλάτη όπως τα νησιά κρατούν
    και για λιγωμένα αεράκια και του πελάγου μυρωδιές
    και μπλε πλησιάσματα στον πόθο και στον ύπνο,
    α! όμορφό μου αραξοβόλι, Άγια μου Σωτήρα εσύ!»
    (Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

    -Ρ. Μ. Ρίλκε, «Τα νησιά των σειρήνων»

    «Όταν σ’ αυτούς, που τον φιλοξενούσαν,
    αργά, μετά τη μέρα τους, καθώς τον ρωτούσαν
    για τα ταξίδια και τους κινδύνους του, γαλήνια
    αφηνότανε: δεν ήξερε ποτέ

    πόσο φοβούνται και με ποια λέξη
    απότομη στρέφονται, ώστε, όπως εκείνος,
    μες στη γαλάζια θάλασσα, τη γαληνημένη,
    το χρύσωμα να βλέπουν των νησιών εκείνων,

    που η θέα τους τον κίνδυνο αλλοιώνει
    γιατί, τώρα, μες στη βροντή δεν είναι
    και στη μανία, όπου ήταν πάντα.
    Άηχος χτυπά τους ναύτες,

    που ξέρουν, πως, εκεί, πάνω σ’ εκείνα
    τα χρυσά νησιά, τραγουδά πότε- πότε –
    και, στα τυφλά, ακουμπούνε στα κουπιά,
    σαν κυκλωμένοι

    απ’ τη σιωπή, που ολόκληρο το χώρο
    κατέχει, και πνέει μέσα στ’ αυτιά,
    σα να ‘ταν η άλλη πλευρά της το τραγούδι,
    που δεν του αντιστέκεται κανένας.»
    (Ρ. Μ. Ρίλκε, Ποιήματα, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: