Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (105ο): «Παράδεισος – κόλαση»…

-«Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα’ να μ’ έλεγαν τρελό πώς από ‘να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.» (Ο. Ελύτης)

-«Και η τελειότητα ένας είναι Παράδεισος που δεν εγνωρίσαμε ποτέ.
Μόνο που την ιχνηλατούμε. Με κάτι αγριμόνια μικροσκοπικά ή χα-
δάκια γάτας κι αλλά πολλά ωραιούλια επιστρέφουμε και την ακινη-
τούμε.» (Ο. Ελύτης)

-«έχτισα τον παράδεισό μου
με τα υλικά της κόλασής σου»
(Ντ. Χριστιανόπουλος)

-«Και μ’ άφησες, αγάπη μου, στα στήθια σου να γείρω.
Ένας χρυσός Παράδεισος μου θάμπωσε τα μάτια,
της βελουδένιας σάρκας σου με μέθυσε το μύρο,
και στο μυαλό μου χτίστηκαν ονείρωνε παλάτια…»
(Κ. Καρυωτάκης, η πρώτη στροφή από το ποίημα «Στερνό φιλί»)

-Κ. Βάρναλης, «Παράδεισος»

«Λεύτερος νά ῾σαι δοῦλος ὁποιανοῦ,
λεύτερος νὰ μιλᾷς, ὅταν κοιμᾶσαι,
λεύτερος, χρόνια νὰ τὰ κυνηγᾷς
τῶν Γιούρων τὰ ποντίκια μὴ σὲ φᾶνε.

Στὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου νὰ χιλιάζουν
τὰ ψέματα – τῆς μύγας τὰ σκουλήκια -,
νά ῾σαι τῆς Ἱστορίας γελοιογράφος,
ἀφέντης δίχως πιθαμὴ δικιά σου.

Σὰν τὴ στέρφα γουρούνα τ᾿ Ἅι-Ἀντώνη,
μισότυφλη ἀπὸ πάχητα καὶ νύστα,
νὰ νείρεσαι πὼς κολυμπᾷς σὲ κάτουρα
καὶ ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»!»
(Κ. Βάρναλης, Ποιήματα, Κέδρος)

-Λευτέρης Πούλιος, «ΒΕΒΗΛΩΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ»

Αφού η ζωή είναι μία
κι ό,τι είναι νά ‘ρθει κανείς άνθρωπος
δε γνωρίζει,
ονομάζω αυτόν τον κόσμο καλό
και ιερή την πραγματικότητα
που δεν τολμώ
για να τη συζητήσω.
(Λευτέρης Πούλιος: «Η κρυφή συλλογή», Εκδόσεις «Κέδρος»)

-Θανάσης Κ. Κωσταβάρας, «Σου χρωστάω πάντα έναν Παράδεισο»

«Σου ‘φτιαξα έναν κήπο
να στολίσει τις μέρες σου.
Να ‘ρχονται τα πουλιά να χτίζουν τις φωλιές τους.
Να σε καλημερίζουν με δοξαστικά κελαηδίσματα.

Όμως εσένα δε σε γεμίζουν τα ρόδα του.
Δεν σε καλύπτουν οι φυλλωσιές του.
Εσύ έχεις στον νου τον Παράδεισο.

Εγώ σου πρόσφερα τη φωνή μου
για ν’ ακούς τα τραγούδια μου.
Κι εσύ ψάχνεις να ανακαλύψεις
τους μυστικούς ρυθμούς που ορίζουν τη σκέψη μου.
Να διαβάσεις τους άγραφους στίχους
που είναι κρυμμένοι στη σιωπή μου.

Μα εγώ σου την έχω εκχωρήσει τη σκέψη μου.
Σε σένα ανήκει η σιωπή μου.

Τι μένει λοιπόν άλλο να σου χαρίσω;
Σου πρόσφερα τη φωνή μου, σου ‘δωσα όλη μου την προσήλωση
σου δίνω την ίδια τη ζωή μου ακόμα.
Μα εσύ ζητάς να τη γκρεμίσω αυτή τη ζωή
και να την ξαναχτίσω
απ’ την αρχή.

Κι έτσι ξεκινάω πάλι απ’ το τίποτα.
Σου φτιάχνω έναν καινούργιο κήπο.
Τον στολίζω με άλλα άγνωστα δέντρα.
Μα εσύ δεν αρκείσαι
σε ό,τι σου προσφέρει το πάθος μου.
Εσύ επιμένεις να ζητάς τον Παράδεισο.

Δεν ξέρεις
πως τον Παράδεισο έχω πάντα στον νου μου.
Πως του Παραδείσου κλέβω τα άνθη, ξεσηκώνω τα δέντρα
πως αντιγράφω με τους στίχους μου τα πουλιά
όταν σου φτιάχνω τον κήπο σου.»

(Από τη συλλογή Οι μεταμορφώσεις των κήπων, 2003)
(Πηγή: http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2008/08/blog-post.html)

-Φρανσίς Ζαμ, «Προσευχή για να πάω στον παράδεισο μαζί με τους γαϊδάρους»

«Σα θά ’ρθει, Θεέ μου, ο Χάρος να με πάρει
για να με πάει κοντά Σου, κάνε μου τη χάρη,
μια μέρα να ’ναι που όλ’ η χώρα θα γιορτάζει.
Καθώς το συνηθίζω κι εδώ κάτου,
το δρόμο που στο κέφι μου ταιριάζει,
ποθώ να πάρω για να φτάσω στου θανάτου
και στου Παράδεισου τη χώρα, που εκεί πέρα
τ’ αστέρια φέγγουν όλη μέρα.
Στο χέρι μου θα πάρω το ραβδί μου
και την πλατιά τη δημοσιά θ’ ακολουθήσω,
και στους γαϊδάρους, που είν’ οι φίλοι οι γκαρδιακοί μου,
θα πω και θα μιλήσω:
Με λένε Φρανσί Ζαμ κι ευθεία τραβάω γραμμή
για τον Παράδεισο. Δεν έχει ο Θεούλης πιθαμή
που να τη λένε Κόλαση. Μαζί μου ελάτε
σεις, που τον αίθριο ουρανό αγαπάτε,
φτωχά μου ζώα, που απότομα τ’ αυτιά κουνάτε,
τις μύγες για να διώχτε, το μελίσσι,
το χέρι που ζητάει να σας χτυπήσει.

Να εμφανισθώ, για χάρη το ζητάω,
στα ζώα τούτα ανάμεσα, που τ’ αγαπάω,
γιατί γλυκά την κεφαλή τους σκύβουν,
τα ποδαράκια τους, σα σταματούνε, σμίγουν
με χάρη και με γλύκα, που σε θλίβουν.
Θα φτάσω ακλουθημένος απ’ τα μύρια αυτιά τους·
ακλουθημένος απ’ τα ζώα που στα πλευρά τους
με κόφες φορτωμένα τα ’χανε μεγάλες·
κι ακλουθημένος απ’ τα ζώα που έχουν τραβήξει
καρότσες σαλτιμπάγκων ή κι αμάξια μ’ άλλες
πραμάτειες· απ’ τα ζώα που έχουν βαστήξει
στη ράχη νεροβάρελα, σταμνιά·
κι απ’ τις γαϊδάρες, θά ’ρθω ακλουθημένος,
που έχουν κοιλιές γεμάτες σαν ασκιά
και που ο βηματισμός τους είναι τσακισμένος·
ακλουθημένος θά ρθω κι απ’ τα γαϊδουράκια,
που για να γιάνουν οι πληγές οι αφορμισμένες,
που μύγες προκαλέσαν μανιασμένες,
ντυμένα τα ’χουν με παντελονάκια.
Με τους γαϊδάρους, Θεέ μου, κάνε μου τη χάρη
να ’ρθω κοντά Σου· στείλε να μας πάρει
χορός αγγέλων και στους τόπους να μας πάει
που τρέχουν νερά και τρέμουνε κεράσια,
κεράσια λεία ωσάν τη σάρκα, που γελάει
και σφιχτοδένει τα κοράσια.
Και κάνε μου τη χάρη, στων ψυχών τη χώρα,
σκυμμένος πάνω στα νερά τα θεία,
να μοιάσω στους γαϊδάρους, που όλην ώρα
θα καθρεφτίζουν τη γλυκιά, την ταπεινή
και τη φτωχή τους παρουσία
μέσ’ στης αγάπης της αιώνιας τ’ άχραντο γυαλί.»
(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, εκδ. Καστανιώτης)

-Γ. Σουρής, «Ο ΡΩΜΙΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ»

«Θεούλη μου, τι σου ‘λθε να μ’ αγιάσης;
νομίζεις πως θα μ’ έμελε καθόλου,
αν ήθελες κι εμένα να κολάσης
και μ’ έστελλες παρέα του διαβόλου;
Μ’ αρέσει ο Παράδεισος, αλήθεια,
χωρίς δουλειά σκοτώνω τον καιρό,
βλέπω αγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ακούω και τραγούδια θεϊκά,
μα έλα πάλι που δεν έχετε συνήθεια
να λέτε κι ένα δυο πολιτικά!

Συ κυβερνάς για πάντα με γαλήνη
και ώρα απ’ τον θρόνο σου δεν πέφτεις…
Ας ήτο δυνατόν Θεός να γίνη
και άλλος σαν και σένα, λίγο ψεύτης,
να μοιρασθή των ουρανών τ’ ασκέρι,
να πάνε και με κείνον οι μισοί,
να έρχεται αυτός, να πέφτης συ,
να γίνεται λιγάκι νταραβέρι…
Μα όλα εδώ είναι τακτικά,
ο ουρανός Θεό εσένα ξέρει,
και δεν μιλούν πολιτικά!

Εδώ που μ’ ησυχία όλοι ζούνε,
για μένα είναι κόλαση μεγάλη,
πολιτικά τ’ αυτιά μου ας ακούνε,
κι ας είμαι και στην κόλαση, χαλάλι!
Αν είχες εις το νου να με κολάσης,
και μ’ έφερες κοντά σου για ποινή,
να! κόλασις για μέ αληθινή…
Μα, φθάνει πια, Θεέ μου, μη με σκάσης,
και διώξε με, στο λέω παστρικά,
γιατί αλλιώς στιγμή δεν θα ‘συχάσεις…
και μόνος θα μιλώ πολιτικά!»

*Στα σχόλια ποιήματα και για την «κόλαση».

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (105ο): «Παράδεισος – κόλαση»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γιάννη,
    Εδώ είναι ο Παράδεισος. Κι η κόλαση εδώ. Πακέτο το θέμα λοιπόν.

    1. O παράδεισος μου έπεφτε πάντα λιγάκι στενός. Θέλω μια κόλαση στα μέτρα μου.
    (Γιάννης Αγγελάκας)

    2. «Ο νους του ανθρώπου μπορεί να φτιάξει έναν Παράδεισο
    από μια Κόλαση
    και μια Κόλαση από έναν Παράδεισο»
    (Τζ. Μίλτον)

    3. Να χάνεις την ευαισθησία, να βλέπεις ό,τι βλέπουν όλοι,
    Λες και η όραση δεν έχει τη δική της θαυματουργή φειδώ,
    Ν’ ακούς μόνο αυτό που όλοι ακούν, ένα και μόνο νόημα,
    Λες κι ο παράδεισος των νοημάτων έπαψε πια
    Παράδεισος να είναι, αυτό σημαίνει φτώχια

    Wallace Stevens, Μετάφραση: Μάρω Παπαδημητρίου

    Απ’ τον Παράδεισο, Χρήστος Θηβαίος

    4. Μες στο κενό θησαύριζα και τώρα πάλι
    μες στους θησαυρούς μένω κενός.
    Ω αντίο Παράδεισοι και αζήτητες δωρεές
    φεύγω πάω κατευθείαν επάνω μου
    εκεί μακριά που βρίσκομαι.

    ΕΛΥΤΗΣ, από τη Μαρία Νεφέλη

    5. Κι όμως, από το τι είναι στο τι μπορεί να είναι, περνάς μια γέφυρα που σε πάει, ούτε λίγο ούτε πολύ, από την Κόλαση στον Παράδεισο. Και το πιο παράξενο: έναν Παράδεισο φτιαγμένον από τα ίδια υλικά που είναι φτιαγμένη ακριβώς και η Κόλαση. Δεν είναι παρά η αντίληψη για τη διάταξη των υλικών που διαφέρει ―ας την φαντασθεί κανένας επάνω στην αρχιτεκτονική της ηθικής και των αισθημάτων για να καταλάβει―, αλλά που είναι αρκετή ωστόσο για να προσδιορίσει την απροσμέτρητη διαφορά. Εάν η πραγματικότητα, που την διαμορφώνουν με το ήμισυ του δυναμικού των αισθήσεων και των αισθημάτων τους οι άνθρωποι, δεν επιτρέπει για την ώρα και ίσως δεν επιτρέψει ποτέ την άλλη αρχιτεκτονική ή, αλλιώς, την επαναστατική ανασύνθεση, το πνεύμα μένει ελεύθερο και, για την αντίληψή μου, παραμένει το μόνο που μπορεί να την αναλάβει.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Πρώτα-πρώτα», Α. Ανοιχτά Χαρτιά. Αστερίας, 1974. 18

    6.
    VII.

    Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
    Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

    Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
    Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
    Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

    Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
    και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.
    Οδυσσέας Ελύτης <>

    7. «Μυρίσαι το άριστον» (ΧΧVII), Οδυσσέα Ελύτη

    ΑΡΓΗΣΑ ΠΟΛΥ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.

    Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα, μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

    Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

    Οδυσσέας Ελύτης, Ο μικρός Ναυτίλος, Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, Α΄ Έκδοση, Αθήνα, 1985

    Παράδεισος, Τάνια Τσανακλίδου

    8. το άλλο όνομα του παραδείσου

    μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί
    άστραφτε το βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο
    από τη μια ο μεγάλος μου αδερφός
    αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσί του χρόνια
    κι από την άλλη η μάγισσα μας η μικρή
    το πρόσωπό της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της.

    και η μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω
    μια φράση εδώ
    σαν χάδι ένα μάλωμα εκεί
    οι λέξεις πινελιές απ’ το χαμόγελό της.

    σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
    με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    9. ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ…

    Με τη ψυχή στο στόμα
    αλήτευα όλη νύχτα στον Παράδεισο…

    Ακροπατώντας μη ξυπνήσω τους αγγέλους.

    Σκύβοντας μη σκαλώσουν τα μαλλιά μου στ’ αστέρια.
    Αναπνοή-αναπνοή σε βρήκα.
    Χάδι το χάδι μ’ αναγνώρισες.
    Φιλί-φιλί και φτάσαμε στη πόρτα του Θεού.

    Μας πήρε μέσα κι έκλεισε.
    Τα μάτια σου άστραψαν έτσι;
    Θα βρέξει στο Παράδεισο

    ΝΟΝΗ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΥ

    Και τι ζητάω, μια ευκαιρία στον Παράδεισο να πάω

    10. Εποχή παραδείσου

    Η προσευχή ανήλικη για το γαμψό σου σχήμα
    Δειλέ ανθρωποφάγε με τη γατίσια όψη
    Και τα μαλλιά του ποιητή που ξέχασε να γράφει
    Κι απορροφήθηκε απ’ το σύμπαν
    Ώσπου έγινε χάρτης χωρίς χώρες
    Ονειρογράφος ιδεών –

    Πόσο μοιάζεις παιδικέ μας δυνάστη
    Με την άλλη μας ύπαρξη
    Την τόσο απλοϊκή και τόσο πανούργα
    Όταν λατρεύοντας τον εαυτό μας
    Εφαρμόζουμε την ανεξίκακη σαγήνη
    Παιχνίδια με στιλέτα του νου
    Πρωτόγονα εκλεπτυσμένες εξάρσεις
    Τα βράδια που ο ουρανός είναι ανύπαρκτος
    Που το φαρμάκι αργοπορεί να χρωματίσει τη φλέβα
    Που η ψυχή θέλει να κοιμηθεί με δυο εραστές
    Τον δειλό έφηβο του ύπνου
    Τον πικρό του θανάτου μεσήλικα –

    Πώς σε θυμίζει αυτό το πράσινο από γρασίδι
    Κι η καθαρή λαχτάρα σου να μην παραδίνεσαι
    Αλλά να ζεις εσαεί
    Ερήμην της αγάπης
    Μόνο με μπλε θωπείες, μωβ αγκαλιές, κιτρινωπά μειδιάματα
    Ισοδύναμα με δολοφονίες!
    ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ

    11. ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΩΡΑ

    Ξέρεις πόσοι Θεοί χωρούν στη γνώση;
    Πιάσε τον κεραυνό με το γυμνό σου χέρι.
    Φοβάσαι;
    Ρεύμα ηλεκτρικό θα σε διαπεράσει
    κι όλο αυτό το τίναγμα
    θα κάνει το αίμα κρασί
    να μεθύσει με θάνατο η ζωή σου.

    ΔΗΜ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

    Στην πόρτα του Παράδεισου, Μοσχολιού

    12. Το φθινόπωρο του παραδείσου

    και -καθόσουν εμείς καπνίζαμε ήταν
    αργά αργά ανέβαινε ο καπνός γελούσαμε εσύ σιγά σι-
    Γά -από του πανωφοριού σου την τσεπούλα
    γλίστρησε ένα μηλαράκι
    δεν το πρόσεξες -σταμάτησε: εσύ
    ήρεμος, δεν κούνησες καθόλου -τα πόδια σου
    το μηλαράκι – το φθινόπωρο: ο παράδεισος (εγώ γελούσα
    γελούσα γελούσα, και εσύ
    σαν να γέλασες (;) ακόμα δεν ξέρεις γιατί (από το δικό μου
    γέλιο;) -τότε
    κοίταξα το μήλο
    εκείνο -και

    -γέλασες, και μου το χάρισες: γελούσαμε
    ανταλλάσσοντας τρανταχτά γέλια -γελάσαμε λιγάκι

    (τώρα πια όχι η Εύα στον Αδάμ (και μήπως εγώ
    ξεπλάνεψα το μήλο;)
    φθινόπωρο του παραδείσου

    Neringa Abrutyte, Μετάφραση από τα Λιθουανικά στα Ελληνικά : Σωτήρης Σουλιώτης

    13. Στη Μαίρη που πέταξε στον Παράδεισο

    Αστέρι εσύ αργοκίνητο με τη θαμπή σου αχτίδα,
    οπού αγαπάς να χαιρετάς την πρώτη-πρώτη αυγή,
    κάνε τη Μαίρη μου να ’ρθεί ξανά στο φως της μέρας,
    που απ’ την πικρή μου επέταξε για πάντοτε ψυχή!

    Ω Μαίρη, αγαπημένη μου σκιά, που μου ’χεις φύγει!
    πού είν’ της γλυκιάς σου ανάπαψης η θέση η απαλή;
    προσέχεις την αγάπη σου που τριγυρνά εδώ κάτου;
    τάχατε ακούς τα στήθη της που σκίζουν στεναγμοί;

    Την αγιασμένην ώρα αυτή, μπορώ να λησμονήσω,
    να λησμονήσω το ιερό το δάσος μας μπορώ,
    που εσυναντόμαστε κοντά στον Έυρ, την κάθε μέρα,
    πριν τον πικρό να νοιώσουμε του έρωτα χωρισμό;

    Κι ο αιώνιος χρόνος που περνά, ποτέ αυτές δε θα σβήσει
    της ευτυχίας τις θύμησες απ’ τον παλιό καιρό:
    στο αγκάλιασμά μας το ύστερο, τη θεϊκιά σου εικόνα –
    αχ! λίγο το σκεφτήκαμε στα περασμένα αυτό!

    Φίλαγε ο Έυρ φλοισβίζοντας τη χαλικοστρωμένη
    ακρογιαλιά, με τ’ άγρια τα δάση τα πυκνά·
    το ολόασπρο λευκάγκαθο κι οι ευωδερές σημύδες
    στο μαγικό απλωνόντανε τοπίο αγκαλιαστά.

    Τα λούλουδα εξεπήδαγαν ερωτικά απ’ το χώμα,
    ερωτικά ετραγούδαγαν στους κλώνους τα πουλιά –
    ωσπού μηνούσε το φευγιό της φτερωμένης μέρας,
    η δύση πέρα η λαμπερή, πολύ, πολύ γοργά.

    Ακόμα η μνήμη μου ξυπνά στις θύμησες εκείνες
    και θλιβερά στοχάζεται την άθλια μου ζωή!
    Ο χρόνος την εντύπωση γερότερη την κάνει,
    καθώς σκάβουν βαθύτερα το ρέμα οι ποταμοί.

    Ω Μαίρη, αγαπημένη μου σκιά, που μου ’χεις φύγει!
    πού είν’ της γλυκιάς σου ανάπαψης η θέση η απαλή;
    προσέχεις την αγάπη σου που σέρνεται εδώ κάτου;
    τάχατε ακούς τα στήθη της που σκίζουν στεναγμοί;

    ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΕΡΝΣ [ROBERT BURNS (1759-1796)]: Μετάφραση: Γιάννης Δ. Φωτίου

    Ξενύχτησα στην πόρτα σου και σιγοτραγουδώ, /εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ.

    14. Παράδεισος στην κόλαση

    «Ν’ αποθαρρύνεσαι, να τολμάς, να ‘σαι οργισμένος
    γενναιόδωρος, τσιγκούνης, σκληρός, τρυφερός,
    γερός, ετοιμοθάνατος, νεκρός, ζωντανός,
    πιστός, προδότης, ανδρείος, θαρραλέος…

    Να’ σαι μακριά απ’ την καλή σου ταραγμένος,
    χαρούμενος, θλιμμένος, αλαζόνας, ταπεινός,
    θυμωμένος, ατρόμητος, δειλός,
    ικανοποιημένος, καχύποπτος, θιγμένος…

    Τα μάτια μπρος στο ψέμα να κλείνεις
    να ξεχνάς τη χαρά, τη λύπη να κυνηγάς
    δηλητήριο για γλυκό ποτό να πίνεις…

    Τον παράδεισό σου μέσα σε μια κόλαση ν’ αναζητάς
    τη ζωή και την ψυχή σου για μια πλάνη να δίνεις…
    Όποιος το γνώρισε το ξέρει αυτό σημαίνει ν’ αγαπάς»

    Lope de Vega

    15. «Aνταπόδοση»

    H ζωή δεν έχει αρχή και τέλος,
    Κι η ευκαιρία μας περιμένει όλους.
    Πάνω βρίσκεται το αναπόφευκτο λυκόφως.
    H λαμπρότητα της Σκέπης του Θεού.
    Όμως εσύ καλλιτέχνη, πιστεύεις ακράδαντα
    σε αρχές και τέλη. Πρέπει να γνωρίζεις
    ότι η κόλαση και ο παράδεισος μας περιμένουν.
    Δικό σου είναι το χάρισμα της απαθούς
    καταμέτρησης όσων βλέπεις.

    Aλεξάντερ Mπλοκ

    Στου Παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας

    16. [Μια εποχή στον παράδεισο]

    Νοστάλγησα τις μέρες
    που είχα ένα δωμάτιο
    μ’ ένα κρεβάτι
    δύο καρέκλες και ένα τραπέζι.
    Ήμουν ευτυχής
    χωρίς να το ξέρω.
    Νοστάλγησα τον καιρό
    που είχα ένα κορίτσι ζωηρό
    σταμάταγε το χρόνο
    μ’ ανάσταινε με τα φιλιά της
    κορίτσι αιχμηρό.
    Νοστάλγησα την εποχή
    που δύο μπλουτζίν κρέμονταν στον τοίχο
    πέντε βιβλία άνθιζαν στο ράφι
    κι η επανάσταση φαινόταν αναπόφευκτη.

    Γρηγόρης Σακαλής

  2. Είναι δυνατόν μια τόσο υπέροχα αισιόδοξη λέξη, να μην είχε τόσα, εξίσου υπέροχα ποιήματα και τραγούδια να μιλούν γι αυτήν; Όλα πηγάζουν μέσα από έναν Παράδεισο, εκτός από το..ξύλο βεβαίως βεβαίως! 🙂 Καλό σ/κ φίλοι μου 🙂

  3. Ciao, Aggeliki!!!… Grazie mille!!!… Πλουσιότατο και ωραιότατο το σχόλιό σου!
    *Είχα σκεφτεί να κάνω ξεχωριστή ανάρτηση για την κόλαση, αλλά που τα πήγες πακέτο o.k.

    – «Είναι ζήσιμο, λοιπόν, ο Παράδεισος και το ζήσιμο γυρισμός.» (Ν. Καρούζος)

    -«Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα του Παραδείσου;»
    (Ν. Καζαντζάκης)

    *Ανατρέχω στα κλασικά:

    -Δάντης, Θεία Κωμωδία
    «Παράδεισος, Άσμα πρώτο (1-9)»
    (Μεταφραστής: Λορέντζος Μαβίλης)

    “Ἡ δόξα ἐκείνου ποὺ κινάει τὰ πάντα
    περνάει καὶ λάμπει μὲς τὴν οἰκουμένη
    περσὰ σὲ μιά, πιὸ λίγο σ’ ἄλλη μπάντα.
    Στὸν οὐρανὸ ποὺ πλιό του φῶς λαβαίνει
    ἤμουν κ’ εἶδ’ ὅσα οὔτε μπορεῖ οὔτε ξέρει
    νὰ ξαναπῇ ὅποιος κεῖθε κατεβαίνει.
    Τί ὡς ζυγώνει στοῦ πόθου της τὰ μέρη,
    τόσο βαθαίνει ἡ διάνοια μας ποὺ ὀπίσω
    νὰ πάῃ ἡ θύμηση δὲ θὰ καταφέρῃ.”

    -Δάντης, Θεία Κωμωδία
    «Κόλαση, Άσμα τρίτο»
    Μεταφραστής: Γεώργιος Καλοσγούρος

    «Από εμένα περνούν στην πονεμένη χώρα,
    από εμένα περνούν στη θλίψη την αιώνια,
    από εμένα περνούν μέσ’ στον χαμένον κόσμο.

    Δικαιοσύνη έχει τον Άφθαστο κινήσει
    που μ’ εποίησε· η Δύναμη έστησέ με η θεία,
    η ασύγκριτη Σοφία και η Αγάπη η πρώτη.

    Πλάσμα πριν απ’ εμέ κανένα δεν εστάθη,
    παρά μόνον αιώνια, κι εγώ αιώνια μένω.
    Αφήστε κάθ’ ελπίδα σεις που μέσα πάτε!»

    Τα λόγια ταύτα σκοτεινά χρωματισμένα 10
    είδα εγώ χαραγμένα στην κορφή μιας πύλης,
    και «Δάσκαλ’», είπα ευθύς, «το νόημα με βαραίνει».

    Κι αυτός με λογισμούς ανθρώπου βαθυγνώμου·
    «Να παραιτήσεις εδώ πρέπει κάθε φόβο,
    κάθε δείλιασμα πρέπει εδώ να ‘ναι σβησμένο. 15

    Στον τόπο εφθάσαμε που εγώ σου ‘χω προείπει,
    όπου τα πλήθη θέλει ιδείς τα πονεμένα,
    που το καλό του Λογισμού έχουν χαμένο».

    Κι ως έβαλε το χέρι στο δικό μου χέρι,
    μ’ όψη χαροποιά που εχάρισέ μου θάρρος 20
    μ’ έμπασε στων νεκρών τους μυστικούς κρυψώνες.

    Στεναγμοί μέσα εκεί και κλάματα και θρήνοι
    ηχολογούσαν στον αέρα δίχως άστρα,
    ώστ’ ευθύς στην αρχή μ’ εκάμαν να δακρύσω.

    Πολυδιάφορες γλώσσες, φοβερές βλαστήμιες, 25
    λόγια του πόνου, οργής κραυγές, αποσβησμένες
    και μεγάλες φωνές, και χεριών χτύποι αντάμα,

    μια χλαλοή σηκώναν π’ άκοπα γυρίζει
    σ’ εκείνον τον αιώνια σκοτεινόν αέρα,
    ωσάν τον άμμο ανεμοστρόφιλο αν φυσάει. 30

    Κι εγώ που το κεφάλι μού ‘ζωνεν η φρίκη,
    έκραξα˙ «Δάσκαλέ μου, τι ‘ναι αυτό που ακούω;
    και τι κόσμος, που λες τον έσβησεν ο πόνος;»

    Κι αυτός· «Στην άθλια αυτή κατάσταση διαμένουν
    των αχρείων εκείνων οι ψυχές, που δίχως 35
    ατιμία και δίχως έπαινον εζήσαν.

    Σμιχτές στέκουν μ’ εκείνη την κακή χορεία
    των αγγέλων που μήτε εχθροί του Υψίστου εβγήκαν
    μήτε πιστοί, αλλά μόνον του εαυτού τους μείναν.

    Τους διώχνουν οι Ουρανοί να μη τους ασχημίσουν, 40
    ουδ’ ο τρίσβαθος Άδης στέργει να τους έχει
    γιατί δόξα απ’ αυτούς οι ένοχοι δε θα ‘χαν».

    Κι εγώ˙ «Ω Δάσκαλε, τι τόσο τους βαραίνει,
    οπού τόσο τους κάνει δυνατά να κλαίγουν;»
    «Θα στο εξηγήσω πολύ σύντομα», αποκρίθη. 45

    Ελπίδα μέσα τους δεν σώζεται θανάτου,
    και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
    που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν.

    Φήμη ο κόσμος γι’ αυτούς δεν στέργει ν’ απομένει·
    Έλεος, Δικαιοσύνη μ’ όμοια οργή τους διώχνουν. 50
    Μη μιλούμε γι’ αυτούς, μόν’ κοίταξε και πέρνα».

    Κι εγώ κοιτάζοντάς τους είδα μια σημαία
    που γυρίζοντας τόσο ορμητικά κινούσε
    που ‘λεγα στάση πως δεν έστεργε καμία.

    Κι οπίσω της ερχόνταν ένα τέτοιο πλήθος 55
    σε μάκρος που ποτέ δεν ήθελε πιστέψω
    πώς να ‘χε τόσον κόσμο θάνατος ξεκάμει.

    Μόλις εκεί κάποιον εγνώρισα, τον ίσκιο
    είδα και απείκασα εκείνου που για δειλία
    από τ’ αξίωμα το μέγα επαραιτήθη. 60

    Ένιωσα ευθύς κι εβεβαιώθηκα πως τούτο
    το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων, που ‘ναι
    στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς του ακόμη.

    Οι άθλιοι τούτοι που ποτέ τους δεν εζήσαν,
    ολόγυμνοι ήταν και πολύ βασανισμένοι 65
    από χοντρές μύγες που εκεί ήταν κι από σφήκες.

    Χαρακώναν αυτές το πρόσωπό τους μ’ αίμα
    που μέσ’ στα πόδια τους με δάκρυα συσμιγμένο
    από σιχαμερά σκουλήκια εσυναζόνταν.

    Κι ως άρχιζα να ρίχνω παρεμπρός το βλέμμα, 70
    είδα σ’ ενός μεγάλου ποταμιού την άκρη
    πλήθος πολύ και είπα˙ «Δάσκαλε, συ στέρξε

    ποιοι είν’ αυτοί να μάθω, και ποιος νόμος κάνει
    πρόθυμοι τόσο για το πέρασμα να δείχνουν,
    ως με το φως εδώ τ’ αδύνατο ξανοίγω». 75

    Κι αυτός, «θα το γνωρίσεις, όταν», μ’ αποκρίθη,
    «θα ‘χουμε σταματήσει τα πατήματά μας
    στου Αχέροντα μπροστά το θλιβερό ποτάμι».

    Τότε μ’ εντροπαλά και χαμηλά τα μάτια
    από φόβο μην ίσως τον βαρύνει ο λόγος, 80
    έμεινα σιωπηλός ώσπου ‘ρθα στο ποτάμι.

    Και ιδού βλέπω σ’ εμάς να ‘ρχεται με καράβι
    ένας γέροντας μ’ άσπρες τις παμπάλαιες τρίχες,
    φωνάζοντας «Αλιά σ’ εσάς, ψυχές αχρείες!

    Μην ελπίσετε ποτέ τον ουρανό να ιδείτε. 85
    Έρχομαι εγώ στην άλλην όχθη να σας πάρω
    στα σκοτάδια τα αιώνια, σε φωτιά και πάγο.

    Κι εσύ που ζωντανή ψυχή δω μέσα εφάνης,
    ξεμάκρυνε από τούτους που ‘ναι πεθαμένοι».
    Αλλ’ ως είδε που εγώ δεν έφευγα από κείθε, 90

    είπεν «Απ’ άλλο δρόμο, από λιμένες άλλους
    σε γιαλό θα ‘ρθεις, όχι εδώ, για να περάσεις·
    αλαφρύτερο ξύλο πρέπει να σε πάρει».

    Κι ο αρχηγός μου σ’ αυτόν˙ «Μην αγριεύεις, Χάρε˙
    αποφασίσαν έτσι εκεί, που αυτό που θέλουν 95
    ημπορούν, και παρέκει μη γυρεύεις άλλο».

    Τότε ησυχάσαν τα πολύμαλλα σαγόνια
    του πλωρίτη της μαύρης μολυβένιας λίμνης
    που ‘χε γύρω στα μάτια κύκλους από φλόγες.

    Οι ψυχές όμως, που γυμνές και κουρασμένες 100
    ήταν, άλλαξαν χρώμα και τα δόντια ετρίξαν
    ευθύς μόλις ακούσαν τα σκληρά του λόγια.

    Εβλασφημούσαν το Θεό και τους γονείς τους,
    των ανθρώπων το γένος, τον καιρό, τον τόπο,
    του σπέρματός τους και της γέννας τους το σπόρο. 105

    Έπειτα ετραβηχτήκαν όλες όλες άμα,
    δυνατά κλαίοντας, στην όχθη την αχρεία,
    που περιμένει όποιον Θεού δεν έχει φόβο.

    Ο Χάρος δαίμονας με μάτια σαν αθράκια
    με νόημα κράζοντάς τες όλες τες συνάζει, 110
    πλήττει με το κουπί κάθε ψυχή που οκνάει.

    Όπως ξεπέφτουν το φθινόπωρο τα φύλλα
    ένα κατόπι στ’ άλλο, ώσπου το κλωνάρι
    βλέπει στη γη στρωτό όλο του τ’ αποφόρι,

    με όμοιον τρόπο και του Αδάμ ο κακός σπόρος 115
    ρίχνονταν απ’ τ’ ακρογιάλι εκείνο μία μία
    στο νόημα του Χάρου, σαν πουλί στον κράχτη.

    Έτσι στο μαύρο κύμα πλέοντας ξεμακραίνουν,
    και πριν στην όχθην την αντίπερα κατέβουν
    συμμαζώνεται εδώθε νέο πλήθος πάλι. 120

    «Παιδί μου», είπε κατόπι ο δάσκαλος με χάρη,
    «εκείνοι που πεθαίνουν στην οργή του Υψίστου,
    κατασταλάζουν όλοι εδώ από κάθε τόπο,

    και πρόθυμοι είναι να περάσουν το ποτάμι,
    γιατί η δικαιοσύνη η θεία τούς κεντρίζει 125
    τόσο που ο φόβος κατανταίνει επιθυμία.

    Καλή ψυχή ποτέ δεν πέρασε από δώθε,
    και λοιπόν αν για σε παραπονιέται ο Χάρος,
    τι ο λόγος του νοεί μπορεί να ξέρεις τώρα».

    Μόλις έσωσε τούτο, η σκοτεινή πεδιάδα 130
    εσείσθη τόσο δυνατά, που από το φόβο
    η ενθύμησή μου ακόμα μ’ ίδρωτα με βρέχει.

    Η δακρυσμένη γης ανέδωσεν αέρα,
    που εξάστραψε ένα φως με τέτοια κοκκινάδα,
    ώστε κάθε αίσθησή μου μέσα μου ενικήθη, 135

    κι έπεσα σαν αυτόν που βαρύς ύπνος πιάνει.»

    -Α. Ρεμπώ, «ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ»

    Μονορούφι κατέβασα το δηλητήριο. -Τρισευλογημένη ας είναι η συμβουλή που μου δόθηκε! -Τα σωθικά μου καίγονται. Του φαρμακιού η δύναμη τα μέλη μου πώς στρίβει, ακρωτηριάζομαι, ισοπεδώνομαι. Πεθαίνω της δίψας, πνίγομαι, δε μπορώ να φωνάξω. Τούτο μοιάζει με κόλαση, με αιώνιο βασανιστήριο! Δείτε τις φλόγες πως θεριεύουν! Όπως μου πρέπει καίγομαι. Εμπρός, Διάβολε!
    Αμυδρά μετανοημένος στράφηκα στο καλό και στην ευτυχία, λύτρωση. Πώς να περιγράψω το όραμά μου, πυκνός της κόλασης ο αέρας, δε χωράει ύμνους! Υπήρχαν μυριάδες χαριτωμένων πλασμάτων, ένα αβρό κονσέρτο ιερής μουσικής, η δύναμη και η ειρήνη, οι ευγενείς φιλοδοξίες, και δεν ξέρω τι ακόμα.
    Ευγενείς φιλοδοξίες!
    Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός! – εάν υποθέσουμε ότι η κατάρα είναι αιώνια! Βέβαια εάν κάποιος θέλει ν’ ακρωτηριαστεί, δεν είναι καταδικασμένος; Με φαντάζομαι στην Κόλαση, επομένως είμαι. Τούτο είναι κατήχηση εν δράση. Είμαι δέσμιος του βαπτίσματός μου. Γονείς μου, καταστρέψατε τη ζωή μου, όπως τη δική σας. Αθώο μου αγόρι! – Η κόλαση δεν μπορεί να εναντιωθεί στους παγανιστές -κι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Αργότερα, οι απολαύσεις της καταδίκης θα γίνουν βαθύτερες. Ένα έγκλημα, γρήγορο, θα μου επέτρεπε την ανυπαρξία, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου των ανθρώπων.
    Σκάσε, σκάσε επιτέλους! Ντροπή και κατηγόρια είναι όλα εδώ:- Ο Σατανάς που λέγει ότι η φωτιά είναι τιποτένια, ότι ο θυμός μου είναι γελοίος και ανόητος, αρκετά!…- Ψιθυριστά σφάλματα, μαγικά, ψεύτικα αρώματα, παιδαριώδης μουσικές- και να σκεφτείς ότι κατέχω την αλήθεια, ότι αντικρίζω τη δικαιοσύνη: Η κρίση μου είν’ ορθή κι ακλόνητη, ένα βήμα πριν την τελειότητα…. Υπερηφάνεια. Σφίχνεται το κρανίο μου. Έλεος! Κύριε, φοβάμαι. Διψώ, πόσο πολύ διψώ! Α! νεότητα, χλόη και βροχή, η λίμνη στα βράχια, το σεληνόφως την ώρα που το καμπαναριό σημαίνει μεσάνυχτα… Ο διάβολος είναι στον καμπαναριό, εκείνη την ώρα! Μαρία, Αγία Παρθένε! – Φρικτή ηλιθιότητα.
    Εκεί πέρα, δεν είναι εκείνες οι ευγενικές ψυχές, που με επιθυμούν μετά μανίας;…Ελάτε…έχω ένα μαξιλάρι στο στόμα μου, δεν μ’ ακούν, είναι φαντάσματα. Τέλος πάντων, ποτέ κάποιος δεν σκέφτεται τους άλλους. Μην του αφήσετε να με ζυγώσουν. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι η σάρκα μου που καίγεται, αρχίζει να μυρίζει.
    Οι παραισθήσεις μου είναι ατέλειωτες. Αλλά αυτό το είχα πάντα: όχι άλλη πίστη στην ιστορία, λησμοσύνη στις αρχές. Πρέπει να σιωπήσω: ποιητές και οραματιστές θα ζηλέψουν. Είμαι χίλιες φορές πλουσιότερος απ΄ όλους και άπληστος όσο και η θάλασσα.
    Α τούτο! το ρολόι της ζωής μόλις σταμάτησε. Δεν ανήκω πια στον κόσμο – η θεολογία είναι ακριβής, η κόλαση είναι βεβαίως εδώ κάτω- και απάνω ο παράδεισος – -έκσταση, εφιάλτης, ύπνος σε πύρινη φωλιά.
    Πώς το μυαλό περιπλανιέται άσκοπα στη χώρα…Σατανά, Φερδινάνδε, τρέξτε με τους άγριους σπόρους …ο Ιησούς πάνω σε βάτα πορφυρά πατά, μα δεν τα σπάζει … Ο Ιησούς βάδισε πάνω σε τρικυσμένα ύδατα. Στο φως του φαναριού τον είδαμε εκεί, ολόλευκο, με μακριά καστανά μαλλιά, να στέκει στην αναδίπλωση ενός σμαραγδένιου κύματος.
    Θα αποκαλύψω όλα τα μυστήρια: μυστήρια θρησκευτικά ή της φύσης, του θανάτου, της γέννησης, του μέλλοντος, του παρελθόντος, της κοσμογονίας και της ανυπαρξίας. Είμαι ο κύριος της φαντασματογορίας.
    Ακούστε!
    Είμαι ταλαντούχος! Κανένας δεν υπάρχει εδώ, και όμως υπάρχει κάποιος: Δεν θα ήθελα να σπαταλήσω το θησαυρό μου. – Θέλετε νέγρικα τραγούδια, χορούς ουρί του παραδείσου; Θέλετε να εξαφανιστώ, να καταδυθώ μήπως και το δαχτυλίδι ανακαλύψω; Το επιθυμεί κανείς; Χρυσάφι και γιατρικά θα φτιάξω.
    Πιστέψτε με, η πίστη αποκαλύπτει, οδηγεί, θεραπεύει. Ελάτε όλοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά, – είθε να σας παρηγορήσω, είθε να βγάλω την καρδιά μου για σας – η θαυμαστή καρδιά μου! – Καημένοι μου άνθρωποι, ταπεινοί μου εργάτες! Δεν ζητώ τις προσευχές σας, με την πίστη σας και μόνο, θα είμαι ευτυχής.
    -Σκεφτείτε με, τώρα. Αυτή η μικρή πράξη με κάνει να συγχωρώ τον κόσμο. Έχω την ευκαιρία να μην υποφέρω περισσότερο. Η ζωή μου δυστυχώς, δεν ήταν παρά γεμάτη γλυκές ηλιθιότητες.
    Μπα! Ας κάνω όλες τις γκριμάτσες που μπορώ να σκαρφιστώ.
    Σίγουρα, είμαστε εκτός κόσμου. Όχι πια θόρυβος. Η αφή μου εξαφανίστηκε. A!, το κάστρο μου, η Σαξονία μου, το δάσος μου με τις ιτιές. Δειλινά και πρωινά, νύχτες και μέρες….Πόσο κουρασμένος είμαι!
    Μου πρέπει μια δική μου κόλαση για το θυμό, μια κόλαση για την υπερηφάνειά μου-και μια κόλαση για τα χάδια· μια συμφωνία κολάσεων!
    Πεθαίνω από πλήξη. Αυτό είναι ο τάφος απ΄ όπου βορά των σκουληκιών γινόμαστε, η φρίκη των φρικών! Σατανά, κατεργάρη, θες να με διαλύσεις με τις γοητείες σου. Απαιτώ. Απαιτώ να με διαπεράσεις μ’ ένα δικράνι, να με κατακάψεις.
    A! Για να ξαναγεννηθώ! Για να κοιτάξουν επίμονα τις παραμορφώσεις μας. Και αυτό το δηλητήριο, και αυτό το φιλί, το χίλιες φορές καταραμένο! Η αδυναμία μου, και η σκληρότητα του κόσμου! Θεέ μου, έλεος, κρύψε με, αρρωστημένος αμφιφέρομαι! Κρύβομαι, κι όμως δεν είμαι.
    Είναι η φωτιά π’ ανασηκώνεται με τους καταραμένους.
    (Απόσπασμα από το «Μια εποχή στην κόλαση»)

  4. Ciao Petra!… Ευχαριστώ, καλό υπόλοιπο Κυριακής!!!

    -«Μπορεί το λοιπόν ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον άνθρωπο;» αναρωτιόταν ο παπα-Γιάνναρος. «Μπορεί, μπορεί», αποκρίνουνταν ο ίδιος, «μα μονάχα για μια ώρα, για δυο ώρες, μπορεί και για μια μέρα ολάκερη, μα φτάνει – αυτό θα πει Πυρκαγιά Θεού που οι απλοί άνθρωποι το λένε Παράδεισο». (Ν. Καζαντζάκης)

  5. Γεια σου Λύσιππε! Ευχαριστώ!!!!

    -«Κι αν ακόμα ήμουν σίγουρος πως θα πήγαινα στον Παράδεισο, θα παρακαλούσα το Θεό να με αφήσει να πάω από τον πιο μακρινό δρόμο…» (Ν. Καζαντζάκης)

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Η ΚΟΛΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

    Την κόλαση την γνωρίζουμε, είναι παντού,
    έχει δύο πόδια και περπατάει.
    Τον παράδεισο όμως;
    Ο παράδεισος ίσως να μην είναι
    τίποτ’ άλλο
    από ένα χαμόγελο
    που κρατάει ώρα ,
    και δύο χείλη
    που τ’ όνομά μας ψιθυρίζουνε.
    Κι ακόμα
    η ιλιγγιώδης εκείνη στιγμή
    όπου μας επιτρέπεται να ξεχνάμε
    πολύ γρήγορα
    την κόλαση που λέγαμε.

    JAROSLAV SEIFERT, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    Le Reve: 07 Eden

    2. ΕΔΕΜ

    Καθώς νυχτώνει
    μην ακούς πια
    τις κραυγές μου,
    που ξεσκίζουν
    σαν πληγωμένα
    σκυλιά τον ουράνιο
    θόλο της Εδέμ.
    Εδώ, κι ο κισσός,
    αναρριχάται κατάχαμα
    -για να εφεύρει
    το ύψος του

    στο Πουθενά
    στο Τίποτα.

    Ήταν κανείς
    ποτέ εδώ;
    Για μένα.;

    Χρυσούλα Βακιρτζή

    3. Η Κόλαση πάντ’ άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου*
    Αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακριά και πέρα
    Μακριά ‘πο την Παράδεισο, και συ σ’ εσέ ΄χεις μέρος*
    Μέσα στα στήθια σου τ’ ακούς, Καλέ να λαχταρίζη;

    ΣΟΛΩΜΟΣ, απόσπασμα

    4. «Προφήτη», είπα, «δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
    Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω,
    που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
    εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
    πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη,
    εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα»;
    Και το κοράκι απάντησε:
    «Ποτέ από δω και πια!».

    Έντγκαρ Άλαν Πόε, Το κοράκι (απόσπασμα), Μετ. Κώστας Ουράνης

    5.
    6 Δεκεμβρίου 2012

    Έριξε ένα
    μακρύ αναστεναγμό
    και γύρισε
    στη νύχτα
    το άλλο της μάγουλο
    η Γη.
    Ονειρεύεται τώρα
    πως θα γίνει
    Παράδεισος.
    Κι είναι τόσο πολύ μακριά
    μα δεν της το λέμε.

    Λουίζα Αλούπη

    ΕΧΕΙΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΚΟΛΑΣΗ – Γ. ΠΑΡΙΟΣ

    5. Κλαμπ Κόλαση, 1942

    το επόμενο μπουκάλι ήταν το μόνο πράγμα
    που είχε σημασία.
    στο διάολο και το φαγητό, στο διάολο και
    το νοίκι
    το επόμενο μπουκάλι ήταν η λύση
    για όλα
    κι αν μπορούσες να έχεις δύο ή
    τρία ή τέσσερα μπουκάλια καβάτζα
    τότε η ζωή ήταν στ’ αλήθεια ωραία.

    κατάντησε να μας γίνει συνήθεια,
    τρόπος ζωής.

    πού θα μπορούσαμε να βρούμε άραγε το επόμενο
    μπουκάλι;
    μας έκανε επινοητικούς, πονηρούς,
    τολμηρούς.
    κάποτε κάναμε ακόμα και βλακείες
    και πιάναμε δουλειά για 3 ή 4 μέρες
    ή και για καμιά βδομάδα ακόμη.

    το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να καθόμαστε
    ένα γύρο και να συζητάμε για
    βιβλία και λογοτεχνία
    και να βάζουμε στα ποτήρια μας
    κι άλλο κρασί.
    ήταν το μόνο πράγμα που είχε κάποιο
    νόημα για μας.
    είχαμε, βέβαια, και
    τις περιπέτειές μας:
    τρελές φιλενάδες, καβγάδες, τις
    απελπισμένες σπιτονοικοκυρές, την
    αστυνομία.

    προκόψαμε με το ποτό και
    με την τρέλα και με τη
    συζήτηση.
    όταν άλλοι άνθρωποι χτύπαγαν
    κάρτα
    εμείς συχνά δεν ξέραμε καν
    ποια μέρα ή ποια βδομάδα ήταν.

    είχαμε αυτή τη μικρή συμμορία,
    όλοι νέοι, και διαρκώς άλλαζε
    έτσι που κάποια μέλη απλώς
    εξαφανίζονταν, άλλοι επιστρατεύονταν,
    μερικοί σκοτώθηκαν στον πόλεμο
    μα συνεχώς νέοι οπαδοί
    κατέφθαναν.

    ήταν το Κλαμπ από την Κόλαση
    κι εγώ ήμουν ο Πρόεδρος τού
    Συμβουλίου.

    ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

    6. «Αυτό ήταν η κόλαση:
    να ’χεις αιωνίως μπροστά σου την ίδια ομορφιά,
    και το μάτι σου να μη μπορεί ποτέ να ξεκουραστεί
    πάνω σε κάτι το άσχημο, το αδιάφορο»

    Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο Υπνοβάτης

    Oι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο – πυξ λαξ

    7. Παράδεισος

    Μια χούφτα ο παράδεισος.
    Που την κρατάς στον δρόμο και πηγαίνεις.
    Τολμηρά και άφοβα μπροστά.
    Και η ζωή στάζει φως σε κάθε νέα λησμονιά.
    Ας πουληθούμε απόψε πάλι.
    Λίγες λέξεις πάνω στην πιάτσα του έρωτα.
    Και ‘συ μπροστά πηγαίνεις άφοβα.
    Μα πίσω σου με κάθε βήμα αφήνεις,
    κομμάτια την καρδιά σου.
    Βυθίζεσαι.
    Χαμηλά με λέξεις μαχαίρια που τελειωμό δεν έχουν.
    Ας πουλήσουμε απόψε την ψυχή.
    Και επιγραφή ας σηκώσουμε φωτεινή.
    Εδώ κείτεται μια χούφτα παράδεισος.
    Πάρε ανάσα.
    Πάρε.
    Και προχώρα άφοβα μπροστά.

    Κωνσταντίνος Σιάκας

  7. Ciao Aggeliki!!!… Καλή εβδομάδα!

    -Ζίγκνιεφ Χέμπερτ, «Αναφορά από τον παράδεισο»

    «Στον παράδεισο καθιερώθηκε η τριαντάωρη βδομάδα εργασίας
    οι μισθοί είναι υψηλότεροι οι τιμές κατέρχονται συνεχώς
    η χειρωνακτική εργασία δεν είναι κοπιαστική (εξαιτίας της μειωμένης
    βαρύτητας)
    το να κόβεις ξύλα δεν είναι πιο κουραστικό απ’ το να δακτυλογραφείς
    το κοινωνικό σύστημα είναι νσταθερό οι ηγέτες σοφοί
    γενικώς στον παράδεισο είναι κανείς ευτυχέστερος παρά σε οποιαδήποτε
    άλλη χώρα

    Αρχικά επρόκειτο να ‘ναι κάτι διαφορετικό
    φωτεινοί κύκλοι χορωδίες και αναβαθμισμοί αφαίρεσης
    αλλά δεν κατάφεραν να διαχωρίσουν εντελώς
    την ψυχή απ’ τη σάρκα έφτανε λοιπόν ως εδώ
    με μια σταγόνα λίπους ή ένα νήμα μυός
    έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες ν’ αναμείξουν
    έναν κόκκο απολύτου μ’ έναν κόκκο πηλού
    μια ακόμη εκτροπή απ’ το δόγμα η τελευταία εκτροπή
    μόνο ο Ιωάννης την προείδε: θέλεις αναστηθή εν σαρκί
    ελάχιστοι βλέπουν τον Κύριο
    είναι μόνο γι’ αυτούς που είναι εκατό τοις εκατό πνεύμαοι άλλοι ακούνε ανακοινωθέντα περί θαυμάτων και πλημμυρών
    κάποιαν ημέρα ο Κύριος θα εμφανιστεί ενώπιον όλων
    πότε θα γίνει αυτό κανείς δεν ξέρει

    Επί του παρόντος κάθε Σάββατο μεσημέρι
    οι σειρήνες μυκώνται γλυκά
    απ’ τα εργοστάσια ξεχύνονται οι ουράνιοι προλετάριοι
    αμήχανα κουβαλώντας τα φτερά τους κάτω απ’ τη μασχάλη σαν βιολιά»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Το ταξίδι του Χριστού στην κόλαση»

    «Λευτερωμένη, επιτέλους, η φύση του, απ’ το φρικτό
    σώμα των πόνων ξέφυγεν. Επάνω. Το άφησε. Και, μονάχο,
    το σκοτάδι φοβήθηκε, και πάω
    στη χλωμάδα τούτη, νυχτερίδες
    έρριξεν- ολοένα τρεκλίζει στο φτερούγισμά τους,
    όταν βραδιάζει, η αγωνία μη και πέσουν πάνω
    στο παγερό μαρτύριο. Σκοτεινός, ανήμερος άνεμος
    το θάρρος του έχανε στο πτώμα επάνω, και μέσα
    στα δυνατά κι άγρυπνα ζώα της νύχτας βαρυθυμιά ‘ταν κι ακεφιά.
    Το απολυμένο πνεύμα του σκεφτόταν να κοντοσταθεί ίσως,
    άπραχτο, στο τοπίο. Γιατί το γεγονός του πάθους του ήταν
    αρκετό ακόμα. Γιομάτη μέτρο
    του φαινόταν η νυχτερινή παρουσία των πραγμάτων
    και σα θλιμμένος χώρος πάνω τους απλώθη.
    Αλλά η γη, ξεραμένη στων πληγών του τη δίψα,
    Αλλά η γη ξέσπασε, κι από την άβυσσο φώναξαν.
    Αυτός, γνώστης των μαρτυρίων, την Κόλας να ουρλιάζει
    άκουσε, και τη συνείδηση της πλήρους
    αθλιότητάς του να ‘χε επιθύμησε: έτσι που, πάνω
    απ’ το τέλος, η (αιώνια) δική του, τη δική της
    διαρκούσα θλίψη, μαντεύοντας, να τρομάξει.
    Κ’ έρριξε μέσα της το πνεύμα του, μ’ όλο το βάρος
    της εξάντλησής του: περπάτησε, σαν κάποιος
    που βιάζεται, ανάμεσα στα ξαφνιασμένα βλέμματα των ίσκιων
    που περιπλανιόνταν, ύψωσε βιαστικά το βλέμμα του στον
    Αδάμ επάνω
    τρέχοντας προς την άβυσσο και χάθηκε, και φάνηκε, και στην
    πτώση
    των πιο άγριων βυθών πέρασεν. Αίφνης (πιο ψηλά, πιο ψηλά)
    από το κέντρο
    πάνω αφριστών κραυγών, στον μακρύ, παρουσιάστη,
    πύργο του πόνου του: χωρίς ανάσα, στάθηκε εκεί,
    δίχως κάγκελα, ιδιοκτήτης των πόνων. Σιωπηλός.»
    (Ρ. Μ. Ρίλκε, Ποιήματα, μτφ, Άρης Δικταίος, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος)

  8. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1
    Ένα ποίημα να γράψω μου ζήτησαν
    για την επίγεια Κόλαση.
    Που την είπαν: Λωρίδα της Γάζας.
    Που την λένε:
    Σούφα, Ναχάλ,
    Ερέζ
    και
    Τζενίν.
    (Έχει και η Κόλαση τα χωριά της!)
    Ένα ποίημα μου ζήτησαν και, ύπνο από τότε δεν έχω.

    Χρήστος Τουμανίδης

    2. ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

    Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
    λίγοι ἄνθρωποι
    ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
    ἡ ζωή τους
    ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
    ἡ Fraülein Ramser
    καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
    οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι
    ψάξε καλὰ
    βρές τους, Ποιητή!
    κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
    γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν
    λιγοστεύουν.

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    3. Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική ευτυχία που ποτέ δε θα πυρποληθεί.

    ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η ποίηση της ποίησης, 1964. Συλλογή I. Eρμής, 1976. 317.

    4. «Η Παναγιά στην κόλαση»

    Το άρμα ξεκινάει, το σέρνουν
    πνεύματα χερουβικά,
    λάμπει η Παναγιά στην Κόλαση.
    “ Έλεος, Λιόκαλη Κυρά!”

    Ω οι δαρμοί των κολασμένων
    μες στην αβυσσόθρεφτη φωτιά…
    Κι έξαφνα γρικιέτ’ ένα παράπονο
    και περήφανα ξεσπά:

    “Είμ’ εγώ που λάτρεψα τον ήλιο,
    γι’ αυτό μ’ άρπαξε και η Νύχτα;
    Πες μου Λιόκαλη Κυρά!

    Της ζωής το φως που βύζαξα
    μου ’γινε αγκαλιά της Κόλασης
    και φιλί του Σατανά;”.
    (Κωστής Παλαμάς, Η ασάλευτη ζωή)

    Οι κολασμένοι (Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος)

    5. Ο τόπος των κολασμένων

    Όλοι αυτοί που υποκρίνονται τους θεοσεβείς και τους θρησκευόμενους,
    παραδέχονται πως υπάρχει Κόλαση, αλλά διαφωνούν για το που «εδρεύει» αυτή.
    Άμα όμως υπάρχει Κόλαση, λογικά είναι δυνατόν να προσδιοριστεί
    ο τόπος των κολασμένων, και εξηγούμαι αμέσως πώς:

    Όπου συνωθούνται, πρωτίστως, οι κολασμένοι,
    εκεί, κατά τρόπον βέβαιον, πρέπει και η Κόλαση να αναζητηθεί.
    Κολασμένοι ποιητές, κολασμένοι κριτικοί, κολασμένοι ανόητοι, κολασμένοι παλιάνθρωποι,
    κολασμένοι – πουλημένοι συγκλητικοί, κολασμένες – πουλημένες παλιογυναίκες,
    κολασμένοι νομικοί και κριτές, κολασμένοι λόρδοι και κολασμένοι ευγενείς,
    κολασμένοι πράκτορες και πληροφοριοδότες, κολασμένοι φίλοι και κολασμένοι ψεύτες,
    κολασμένοι – διεφθαρμένοι υπάνθρωποι σε κάθε πόστο,
    κολασμένοι καιροσκόποι υποκριτές σκορπισμένοι εδώ κι εκεί.
    Και σε αυτό το πάρε – δώσε της αμαρτίας, θα προσθέσω πρόθυμα,
    κολασμένους αμαθείς ποιμενάρχες και μυστικοσυμβούλους.

    Ας μη μας ψήνουν στην πυρά άλλο οι κυρ – παπάδες, διότι, από τις ενδείξεις αυτές, γνωρίζουμε πια τον τόπο των κολασμένων:
    Και η Κόλαση είναι σίγουρα στην Ρώμη ή στο Παρίσι, τι ευτύχημα για μας που δεν είναι στη χώρα μας!
    Τζόναθαν Σουίφτ, 1731.

    Τζόναθαν Σουίφτ, επιλογή από το έργο του, εκδ. στιγμή 2004, μτφρ. Δημοσθένης Κορδοπάτης.

  9. Πολύ καλά!!!… Bravissima Aggeliki!!!
    *Για ποίηση δεν έχω το χρόνο να το ψάξω άλλο… Γι αυτό περιορίζομαι στο απόσπασμα του σάουντρακ από την περίφημη αξέχαστη ταινία «Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο»:

    *Το ερχόμενο Σαββατοκύριακο ίσως να μην κάνω νέα ανάρτηση λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων εξαιτίας του δημοψηφίσματος.

  10. fallen angel on said:

    Χαμένος Παράδεισος

    Θρηνώντας μόνος τις νύχτες
    πάνω απ τις στάχτες
    ενός παράδεισου χαμένου
    με δυο μάτια γεμάτα κενό
    που το άπειρο αγναντεύουν
    αναζητώντας λίγο φως
    για να γεμίσουν.

    Κι όλο τη στάχτη σκαλίζεις
    με δυο χέρια νεκρά
    αυτά που κάποτε τα όνειρα αγκαλιάσαν
    και τα ‘ντυσαν λευκά
    σαν της ψυχής σου τη θάλασσα.

    Η φωνή σου!
    άηχη κραυγή εναρμονισμένη
    σε νεκρική ακολουθία πορφυρών πόθων.

    Στο ψύχος του κορμιού σου
    Ψυχορραγεί ένας άγγελος.
    Ένας δαίμονας προβάλλει από μέσα του
    κραυγάζει νικητής
    και με το γέλιο του φλόγες γεννά
    στα έγκατα του σύμπαντος.

    Μυρωδιά καμένων άστρων
    πλανιέται στον αγέρα
    σε παίρνει απ’ τη γη κ σ’ ανεβάζει.
    σε μνήματα αγγέλων ματωμένων.

    Κάποτε οι αιώνες
    Θα σε βρουν μες στα βάθη τους
    Με το σώμα σου αγκαλιά
    θα σέρνεσαι
    σ’ έναν άρρυθμο χορό
    μια παρουσία καρτερική
    ενός παράδεισου
    που κάποτε,
    ίσως,
    έζησες.

    Μίκα Ντάκα, από την ποιητική συλλογή Μνήμες και Φάσματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: