Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση 103ο): «Αγρύπνια – αϋπνία»…

-«Να νιώθεις πως η αγρύπνια είναι ένας άλλος ύπνος
όπου ονειρεύεσαι πως δεν κοιμάσαι, κι ότι ο θάνατος
που η σάρκα μας τον τρέμει, είναι ο ίδιος θάνατος
που κάθε νύχτα μας φαίνεται ύπνος.»
(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιητική τέχνη)

-Τριστάν Κορμπιέρ – «Αγρύπνια»

«Αγρύπνια, ζώο αψηλάφητο!
Δεν νιώθεις απ’ αγάπη,
Για νά ‘ρθεις να λιγοθυμήσεις σαν θα δεις
Κάτω απ’ το κακό σου μάτι, τον άνθρωπο να

δαγκώνει
Τα σεντόνια και μες στη πλήξη να
στριφογυρνά…
Κάτω απ’ το κατάμαυρο διαμάντι του ματιού
σου.

Λέγε! Γιατί ενώ περνά κατάλευκη η νύχτα
Ίδια. Κυριακή που βρέχει
Έρχεσαι να μας γλείφεις σα σκυλί;
Ελπίδα ή Πόνος π’ αγρυπνά
Στ’ αφτί; που γι’ άκουσμα τεντώνεται,
Σιγά να μιλά σιγά… και τίποτα να μη μας λέει;

Γιατί στο στεγνό μας λαιμό,
Να γέρνει πάντα η άδεια σου κούπα
Και την τραχηλιά μας προτεταμένη να αφήνεις;
Σε μας τους διψασμένους Τάνταλους για
χίμαιρα: -Φίλτρο ερωτικό η μούργα πικρή
Σταγόνα δροσιάς ή λιωμένο μολύβι.

Αγρύπνια, είσαι ωραία λοιπόν;…
Ε, γιατί ακόλαστη κόρη
Στα γόνατά σου να μας σφίγγεις;
Γιατί στο στόμα μας ν’ αγκομαχάς:
Γιατί τον ύπνο μας χαλάς;
Κοιμήσου αν θες μαζί μας…
Γιατί, ωραία έκλυτη της νύχτας
Φοράς στο πρόσωπο τη μαύρη μάσκα;…
-Για να ταράζεις όνειρα χρυσά;…
Δεν είναι η αγάπη μες στο σύμπαν;
Αναπνοή της αποκαμωμένης Μεσσαλίνας
Μα όχι ακόμα χορτασμένης!

Αγρύπνια, είσαι η Υστερία…
Είσαι η λατέρνα
Που αλέθει τα Ωσαννά των Εκλεκτών Του;…
-Ή δεν είσαι το αιώνιο πλήκτρο
Πάνω στα νεύρα γραφιάδων κολασμένων
Που γρατζουνά τους στίχους τους -μον’ από
κείνους διαβασμένους;

Αγρύπνια, είσαι το θλιμμένο γαϊδουράκι
Του Μπούρινταν η φάλαινα
Της κόλασης; -Το φιλί σου φωτιά
Μια γεύση αφήνει ψυχρή κόκκινου σίδερου…
Ω! έλα και μπες στην κάμαρή μου τη φτωχή…
Μαζί θα κοιμηθούμε δω για λίγο.»

*(Μτφ: Γιώργος Κ. Καραβασίλης
απ’ το βιβλίο: «Οι καταραμένοι ποιητές-Πολ Βερλέν, εκδ. Αιγόκερως» )

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η αγρύπνια»

«Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μες στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα»
(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

-Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Αγρύπνια

Τι άλλο να επιθυμήσω από ένα ουράνιο κομπρεσέρ
Ν’ ανοίξει τρύπα αβυθομέτρητη
Στον πετρωμένο κήπο μου
Ρίζα κρυμμένη χρόνια βυθισμένη
Νεύρα υπόγεια σκοτεινά
Τέρατα φίδια φαρμακερά
Κοιμούνται σαν αθώα περιστέρια

Είδα στον ύπνο μου πώς τρελαίνονται εκεί τα σκουλήκια
Πώς ξενυχτούν αγγέλοι με βραχνιασμένα ωσαννά
Πώς σέρνονται πηχτά νερά
Προς τα άνθη τής δυσοσμίας που τα γέννησε

Τι να επιθυμήσω άλλο από μια πηγή μυροβλήτισσα
Όπου τα μάτια μου να πλένω το πρωί
Κάθε φορά που σηκώνομαι απ’ το θάνατο
Και δεν ξέρω πόσο ψωμί πόσο νερό μού ανήκει
Πόση φωνή μού απόμεινε για το αινεσάτω τον Κύριο

(Από τη συλλογή Σεντόνια της αγρύπνιας (2006)
http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2009/09/blog-post_23.html)

-Νίκος Καρούζος, «ΑΫΠΝΟΣ ΟΝΤΑΣ»

«ακούω απ’ έξω τους πρώτους
ορθρινούς βηματισμούς οι εργαζόμενοι
πάνε.
Κι αποσώνει το φλόγισμα της νύχτας
με καυσόξυλα-λέξεις
από στήθους όλως αποτεφρωμένα.
Τίποτα δεν εκφράζει αποκαθήλωση.»
(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα», Ίκαρος)

-Σύλβια Πλαθ (Sylvia Plath), «Άυπνος»

«Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,
Μπλε – μαύρο, με τις πυκνοσημαδεμένες περιοχές των αστεριών
Που αφήνουν το φως να περνά, από τρύπα σε τρύπα–
Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.
Κάτω απ’ τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι
Υπομένει την έρημο του προσκεφαλιού του, η αϋπνία
Απλώνει την λεπτή, ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις

Ξανά και ξανά , η παλιά , κοκκώδης ταινία
Προβάλλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες
Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,
Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά έδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,
Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν κλάμα.
Το μέτωπό του ανώμαλο σαν τσουβάλι με πέτρες.
Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνια σαν ξεπερασμένοι σταρ του σινεμά

Έχει πια ανοσία στα χάπια: κόκκινα, μωβ, μπλε-
Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απογεύματος που δε λέει να περάσει!
Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που η επίδρασή τους κέρδισε γι’ αυτόν
Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,
Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.
Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασσικοί θεοί.
Τα χαζά νυσταλέα τους χρώματα δεν τον ωφελούν.

Το κεφάλι του είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.
Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκάκι
Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του
Στραγγίζεται σα νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.
Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξεσκέπαστο δωμάτιο,
Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες
Στο ακατάπαυστο αστραποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.

Οληνυχτίς, στην γρανιτένια αυλή , αόρατες γάτες
Ούρλιαζαν σαν γυναίκες, ή σαν κατεστραμμένα όργανα.
Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας, τη λευκή του αρρώστια,
Να ξεπροβάλλει έρποντας μ’ ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.
Η πόλη είναι τώρα ένας χάρτης με χαρούμενα τιτιβίσματα,
Και παντού άνθρωποι, με τα μάτια τους γυάλινα –ασημί και άδεια,
Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά , λες κι έχουν πρόσφατα υποστεί πλύση εγκεφάλου.»

*(Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπούλου, Εκδόσεις Κέδρος 2003.)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση 103ο): «Αγρύπνια – αϋπνία»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. ΑYΠΝΗ
    (INSOMNIAC)

    Υπάρχουν κάποιες νύχτες
    Που ο ύπνος
    Το παίζει ντροπαλός,
    Ακατάδεκτος και περιφρονητικός.
    Κι όλες οι πονηριές
    Που σκαρφίζομαι για να πάρω
    Τις υπηρεσίες του με το μέρος μου
    Είναι άχρηστες σαν πληγωμένη
    Περηφάνια, και πολύ πιο οδυνηρές.

    ΜΑΓΙΑ ΑΓΓΕΛΟΥ, μτφρ. Κώστας Λιννός

    2. [Ήμασταν Άγρυπνοι]

    Ήμασταν άγρυπνοι, ξαπλώναμε στα γρανάζια
    του ρολογιού της βαρυθυμίας
    και λυγίζαμε τους δείχτες σαν ραβδιά
    κι αυτοί εκσφενδονίζονταν και μαστίγωναν τον χρόνο
    μέχρι που έβγαζε αίμα
    και μιλούσες σε λυκόφωτα μεγαλωμένα,
    και δώδεκα φορές είπα
    Εσύ στη νύχτα των λέξεών σου,
    κι άνοιξε η νύχτα κι έμεινε ανοιχτή,
    κι απόθεσα το ένα μάτι στον κόρφο της
    κι έπλεξα το άλλο στα μαλλιά σου
    κι ανάμεσα ξετύλιξα τη θρυαλλίδα,
    την ανοιχτή αρτηρία-
    και μια νέα αστραπή πλέοντας ήλθε
    να μας βρει

    Πάουλ Τσέλαν [μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου]

    Αντινανούρισμα (Παιδί μου, μην κοιμάσαι) -Φαραντούρη

    3. Ξαγρύπνια

    Μαδρίτη: πόλη με περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
    (σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές).

    Υπάρχουν φορές που τη νύχτα νιώθω μια ταραχή κι ανακαθίζω
    σ’ αυτήν την κόγχη όπου εδώ και 45 χρόνια σαπίζω,
    και περνώ πολλές ώρες ακούγοντας το βογκητό του τυφώνα
    ή το γάβγισμα των σκύλων ή τη θαμπή ροή του σεληνόφωτος.

    Και πολλές ώρες περνώ βογκώντας ως τυφώνας, γαβγίζοντας ως σκύλος,
    μανισμένος, ρέοντας ως γάλα από μαστό ζεστό μιας μεγάλης αγελάδας κίτρινης.

    Και ώρες πολλές περνώ ρωτώντας το Θεό, ρωτώντας τον
    γιατί σαπίζει αργά η ψυχή μου,
    γιατί σαπίζουν περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
    σ’ αυτήν την πόλη της Μαδρίτης,
    γιατί δισεκατομμύρια πτώματα αργοσαπίζουν στον κόσμο.

    Πες μου: τι είδους κήπο θέλεις να λιπάνεις με τη σήψη μας;

    Τρέμεις τάχα μη μαραθούν τα μεγάλα ρόδα της ημέρας,
    τα φονικά θλιμμένα κρίνα της νύχτας σου;

    Ντάμασο Αλόνσο (μετ. Έλενα Σταγκουράκη)

    4. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ

    Στους κροτάφους σου πόσο σκοτάδι.
    Και τα χέρια σου πόσο βαριά.
    Έχεις φύγει γι’ αλλού ήδη, πέρα,
    να μ’ ακούσεις δεν γίνεται πια.

    Πόσο πένθιμη και γερασμένη
    τρεμοπαίζει η μορφή σου στο φως.
    Και τα κρύα σου, τ’ άκαμπτα χείλη
    τα δαγκώνει φρικτός μορφασμός.

    Αύριο ήδη όλα θά ’χουν τελειώσει,
    θ’ απομείνει εδώ μόνο η σιωπή,
    ή μπορεί κι ένα θρόισμα από άνθη,
    μια από σήψη ανεπαίσθητη οσμή.

    Αλλά οι νύχτες θα φεύγουν πιο άδειες
    με την κάθε καινούργια χρονιά.
    Εδώ που ’γερνες πριν το κεφάλι
    κι ακουγόταν η ανάσα σου αχνά.

    GEORG HEYM, Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης.

    I can’t get no sleep (Insomnia) -Faithless

    5. Γιατί αγρυπνώ

    Δυό γλυκά ματάκια, μάτια ζαφειρένια,
    μ᾿ άνοιξαν πληγή·
    κι᾿ αγρυπνώ απ᾿ τον πόνο κι αγρυπνώ απ᾿ την έννοια
    κι᾿ απ᾿ τη συλλογή.

    Της νυχτός η πάχνη χάνεται κι᾿ εκείνη
    όμοια με καπνό·
    η αυγή προβάλλει, το φεγγάρι σβήνει,
    κι᾿ όμως αγρυπνώ.

    Αγρυπνώ την ώρα που κρυφοφιλιούνται
    τ᾿ άστρα ζηλευτά,
    αγρυπνώ την ώρα που γλυκοκοιμούνται
    τα ματάκια αυτά.
    ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ

    6.
    …Υπεύθυνα Άγρυπνη προπάντων σε παράγγειλαν,
    ποτέ να μη σε πάρει ύπνος,
    ποτέ να μη σου μάθει όνειρο
    τι δεν πραγματοποιείται.
    Άγρυπνη για να επιτηρείς τις ποικιλίες των ρόδων,
    μη και τα κόψουν χέρια μισανθή.
    Άχ, αγαλματένια μου επιστάτισσα,
    άδικα ξαγρυπνάς και δεν κοιμάσαι και δεν αφήνεις
    να σου μάθει τ’ όνειρο
    τι δεν πραγματοποιείται:
    δεν βρέθηκε ακόμα επιστάτης, ούτε πλάνη
    ούτε καν ποιητής που να μπορέσει
    τα μισανθή των φθινοπώρων χέρια να εμποδίσει
    τις τόσες ποικιλίες των ρόδων και του βίου
    μανιακά να αφανίζουν.

    Κική Δημουλά (απόσπασμα από ««Τα μισανθή χέρια»
    Άγαλμα στον κήπο του Λουξεμβούργου – Παρίσι)

    7. ΚΑΛΧΑΣ

    Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
    Βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
    να πλαταίνει,
    να σβήνει τα χαραμοφάικα φωτάκια.

    Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
    γυμνάζω μαύρα αποκλείεται,
    εξαπολύω γυμνασμένα αποκλείεται
    και ξεσκίζουν κάτι άστρα τελευταία.

    Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
    αλλάζω φύλλο, γίνομαι σκοτάδι.
    Πού θα μου πας λιποψυχία,
    κάπου θα σε πετύχω
    τώρα που ορκίστηκα άυπνη.
    Τα υπνωτικά μου μιλιγκράμ
    αγγελικά κοιμούνται
    κι ο εγκέφαλος μου ξαγρυπνάει

    και γλυκά τα νανουρίζει.

    Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
    Βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
    γράφω συνθήματα στους τοίχους των ονείρων:
    κάτω τα ξημερώματα των ορνιθοτροφείων,
    κάτω η φαυλοκρατία των ελπίδων
    «και σπίτια θα σας χτίσουμε
    και δρόμους θα σας κάνουμε
    και βροχή θα σας φέρουμε
    κι ανέμους, κι ανέμους».

    Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
    περιμένω κάτι αποβράσματα σκοτάδια
    να μπω στο ρετιρέ του Μάντη Κάλχα.
    Θα τον σκοτώσω.
    Με βούτηξε σ’ ολόκληρη θυσία
    για να πνεύσεις.
    Μα εσύ κουρνιάζεις, άπνοια,
    πάνω σε κάθε προφητεία
    με το πάσο σου.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ – ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΞΑΓΡΥΠΝΑΝΕ

    8. Πλάσματα αϋπνίας

    Από πού αναδύεστε
    πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα
    πίσω ακριβώς από το φράγμα του ύπνου
    όταν απλώνω τα χέρια να πιαστώ
    στην κόχη ενός ουρανοξύστη
    στο παραπέτο μιας γέφυρας
    στο χείλος μιας αβύσσου
    με τον κίνδυνο στην καρδιά μου
    το κενό κάτω απ’ τις φτέρνες μου.
    Από πού αναδύεστε τόσες μάσκες
    με κινηματογραφική διάταξη
    στη σκοτεινή κρεβατοκάμαρα
    όταν ο υπερβολικός κόπος της μέρας
    των νεύρων η ένταση
    ο πανικός της ψυχής
    φυγαδεύουν τον ύπνο;

    Πρόσωπα γνωστά και όμως άγνωστα
    πού σας έχω γνωρίσει;
    σε ποια εποχή συμβαδίσαμε σε πορείες;
    δε θυμάμαι είτε δε βλέπω με την ίδια όραση
    παλιά και καινούργια πρόσωπα, δάσος,
    εωσφορικά, πονεμένα, αγγελικά, θεία
    καταδικαστικές στυγνές γκριμάτσες
    τρυφερά παιδικά χαμόγελα
    πεθαμένα από σαράντα χρόνια
    της αδελφής μου το φιλντισένιο προφίλ
    του πατέρα το σκεπτικό πρόσωπο
    γεμάτο πόθο να με αναγνωρίσει
    της πρώτης μου δασκάλας το γυμνό κρανίο
    που θέλει και τώρα να μου δείξει το σωστό δρόμο
    πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα
    με κοιτούν, μ’ ερευνούν, μ’ εξετάζουν
    με ψηλαφίζουν τα δύσπιστα βλέμματά τους
    γουρλωμένα τα μάτια τους αμφιβάλλουν
    Εσύ;…
    Ένα πρόσωπο σαρκάζει
    άλλο κλαίει πικρά γιατί γέρασα
    άλλο με φτύνει με αηδία
    άλλο μ’ επιδοκιμάζει με μορφασμούς
    άλλο καγχάζει δίχως ν’ ακούγεται
    άλλο μου γνέφει να βιαστώ
    κι όλα μ’ εκλιπαρούν
    να μη στρίψω το διακόπτη
    να μην ανάψω ένα σπίρτο
    τα σκοτώνει ένα προς ένα
    το φως.

    Πούθ’ έρχεστε κάθε άυπνη νύχτα
    πώς μπαίνετε πλήθος στην κάμαρά μου
    δίχως τον παραμικρό θόρυβο
    δίχως να τρίξει η πόρτα
    πλάσματα που πεθαίνετε την αυγή;

    Ρίτα Μπούμη-Παππά, Από τη συλλογή Λαμπρό φθινόπωρο (1961)

    9. Απ’ την αριστερή πλευρά

    Από καιρό σε καιρό, η αϋπνία τρέμει με την καθαρότητα
    των πραγμάτων ή του κρυστάλλου .
    Τότε, απ’ τα δυο το ένα:
    Οι τεντωμένες χορδές της ανυπόφορης άρπας της σπάνε
    ή δε σπάνε.
    Στη δεύτερη περίπτωση, ο άνθρωπος που δεν κοιμάται, σκέπτεται:
    «Το καλύτερο είναι να γυρίσω από την αριστερή πλευρά και
    έτσι, μετατοπίζοντας όλο το βάρος του αίματος στο μισό
    το πιο φθαρμένο του σώματός μου, να συντρίψω την καρδιά.

    Carlos De Oliveira (1921-1981)

    10. [Λύσεις για την αϋπνία]

    Καμιά φορά
    τα βράδια για να αποκοιμηθώ
    κλείνω τις κουρτίνες
    να μη με ξαγρυπνά το φεγγάρι
    και μετρώ τους αναρίθμητους φίλους
    που χάθηκαν
    σβήνοντας και το τελευταίο αποτύπωμά τους
    στο μονοπάτι που χωριστήκαμε
    κάτω από το φανάρι
    με τις πέντε λάμπες
    να καίει τις λιγοστές μας συναντήσεις
    σ’ ένα πιθάρι χρόνο

    Οι περισσότεροι,
    γεννημένοι σε πολύχρωμες ηπείρους
    – παρά τις αναρίθμητες αλληλοϋποσχέσεις μας –
    αποκρυσταλλώθηκαν
    σε απρόσιτα αγάλματα

    Δεν ξανανταμώσαμε ποτέ

    Άλλοι
    κρατώντας μια μενεξεδένια θηλιά
    κρεμάστηκαν πάνω στις φορτωμένες μέρες τους
    Οι μισοί αποκεφαλίστηκαν
    και δεν τους έμεινε κεφάλι να σηκώσουν

    Άλλοι
    ζήτησαν ένα χορό
    κάτω από αναρίθμητα άστρα
    και περπάτησαν επάνω στην ψυχή μου
    αναζητώντας μια δίοδο, είσοδο ή έξοδο
    δίνοντας στον έρωτα εν τέλει πασαπόρτι

    Άλλοι
    προσχηματίστηκαν φιλία
    αγγίζοντας με το μάγουλο τα σωθικά μου
    ωσότου χάθηκαν και αυτοί

    Κι άλλοι
    κι άλλοι

    Και κάπου στο ξημέρωμα
    χάνω το μέτρημα
    και ξαγρυπνώ
    με το χέρι του ήλιου
    να ανοίγει τις κουρτίνες,
    με μια γκρίζα γάτα
    να καθρεφτίζει νιαουρίζοντας
    τα παράπονά μου
    και το παράθυρο κλειστό
    να φρουρεί
    έναν σεσημασμένο κόσμο

    χτισμένο εξ ολοκλήρου από σοβά

    Θεοδώρα Φελέρη

    Sleepless Nights -Eddie Vedder ft. Glen Hansard

    11. Οι αγρύπνιες
    *
    Κι ενώ η σελήνη λάμπει
    Πάλι η καρδιά μου τραγουδά
    Κυρίες και Δεσποινίδες μου
    Τι πλήξη πέθανα για τα καλά
    Μακάρι κι η ερωμένη μου τη νύχτα
    Πάνω στον έρωτα να είχε ξεψυχήσει

    *
    Άκου λοιπόν τα μοιρολόγια
    Μετάλλια σφυρήλατα
    Χρυσές καμπάνες πένθιμες
    Όλες οι πασχαλιές όλες οι βιόλες

    Είναι οι νεκροί που σηκώνονται
    Είναι οι νεκροί στρατιώτες που ονειρεύονται
    Τις αγάπες που έχουν πια φύγει
    Άσπιλες
    Κι απελπισμένες

    GUILLAUME APOLLINAIRE, Απόσπασμα από το ποίημα, στην έκδοση Σαλτιμπάγκοι και άλλα ποιήματα, μτφρ.: Χριστόφορος Λιοντάκης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

  2. Χαχα! Όντως Γιάννη, μετά τον ύπνο ήρθε η ξαγρύπνια! «Ξαγρυπνώ», θαυμάσιο ρήμα, πόσο πλούσια είναι τελικά η ελληνική γλώσσα.. Καλή Κυριακή φίλοι μου 🙂

  3. Cioa Aggeliki!… Perfetto (τέλειο)!!!!…

    -«Παντ’ ανοιχτά παντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής» (Δ. Σολωμός)

    -Φ. Γκ. Λόρκα, «Άυπνη Πόλη»

    «Κανείς δεν κοιμάται στον ουρανό. Κανείς, κανείς.
    Δεν κοιμάται κανείς.
    Τα πλάσματα της σελήνης
    Μυρίζουν και κυκλωνουν τις καλύβες.
    Θα ‘ρθούνε οι ζωντανές ιγουάνες να δαγκώσουν τους άνδρες που δεν ονειρεύονται
    κι αυτός που φεύγει μς ραγισμένη την καρδιά θα συναντήσει στις γωνίες
    τον απίστευτο κροκόδειλο ήσυχο κάτω από την τρυφερή προστασία των άστρων
    Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο. Κανείς, κανείς.
    Δεν κοιμάται κανείς.
    Υπάρχει ένας νεκρός στο πιο απόμακρο το κοιμητήριο
    που παραπονιέται τρία χρόνια
    γιατί έχει ένα τοπίο ξερό στο γόνατο
    και το παιδί που θάψανε σήμερα το πρωί έκλαιγε τόσο
    που υπήρξε ανάγκη να φωνάξουνε τους σκύλους για να πάψει.
    Δεν είναι όνειρο η ζωή. Γρηγορείτε! Γρηγορείτε! Γρηγορείτε!
    Πέφτουμε από τις σκάλες για να φάμε χώμα υγρό
    ή ανεβαίνουμε στην κόψη του χιονιού με χορωδία απ’ τις νεκρές ντάλιες.
    Μα δεν υπάρχει λησμονιά ούτε όνειρο:
    ζωντανή σάρκα. Τα φιλιά δένουν τα στόματα
    σ’ ένα κουβάρι από καινούριες φλέβες
    κι όποιος πονάει ο πόνος του θα τον πονάει χωρίς ανάπαυλα
    κι όποιος τρέμει το θάνατο θα τονε κουβαλά στους ώμους
    Μια μέρα
    τ’ άλογα θα ζήσουν στις ταβέρνες
    και τα μυρμήγκια μανιασμένα
    θα επιτεθούν στους ουρανούς τους κίτρινους που καταφεύγουνε στα μάτια των γελάδων.
    Μιαν άλλη μέρα
    θα δούμε ν’ ανασταίνονται οι λιωμένες πεταλούδες
    κι ακόμη προχωρώντας μες από ένα τοπίο γκρίζων σφουγγαριών και καραβιών βουβών
    θα δούμε το δαχτυλίδι μας να λάμπει και ρόδα να τρέφονται απ’ τη γλώσσα μας.
    Γρηγορείτε! Γρηγορείτε! Γρηγορείτε!
    Αυτούς που φυλάνε ακόμα σημάδια από σαλπάρισμα και μπόρα,
    το αγόρι εκείνο που κλαίει γιατί αγνοεί την ανακάλυψη της γέφυρας
    ή εκείνο το νεκρό που πια δεν έχει πιότερο απ’ το κεφάλι κι ένα του παπούτσι,
    πρέπει να τους πάμε στον τοίχο όπου ιγουάνες κι ερπετά προσμένουν,
    όπου προσμένει η οδοντοστοιχία της αρκούδας,
    όπου προσμένειτο ταριχευμένο χέρι του παιδιού
    και της καμήλας το πετσί σηκώνεται μ’ ένα βίαιο ανατρίχιασμα γαλάζιο.
    Κανείς δεν κοιμάται στον ουρανό. Κανείς, κανείς.
    Δεν κοιμάται κανείς.
    Αλλά αν κάποιος σφαλίζει τα μάτια
    μαστιγώστε τον, παιδιά μου, μαστιγώστε τον!
    Για να υπάρχει ένα πανόραμα ανοιχτών ματιών
    και πικρές πληγές που καίνε.
    Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο. Κανείς, κανείς.
    Το έχω κιόλας πει.
    Δεν κοιμάται κανείς.
    Αλλά αν κάποιος έχει τη νύχτα μιαν αφθονία από βρύα στους κροτάφους
    ανοίξτε τις καταπακτές για να δει κάτω από τη σελήνη
    τις ψεύτικες κούπες, το φαρμάκι και τη νεκροκεφαλή απ’ τα θέατρα.»
    (~Ποιητής στη Νέα Υόρκη, 1929-1930~ Μτφ: Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Σμίλη)

    -Χεράρδο Διέγο, «Αγρύπνια»

    Εσύ κι ο γυμνός ύπνος σου. Δεν το γνωρίζεις.
    Κοιμάσαι. Όχι. Δεν το γνωρίζεις. Εγώ ξαγρυπνάω,
    κι εσύ, αθώα, κοιμάσαι κάτω από τον ουράνιο θόλο.
    Εσύ στον ύπνο σου και τα πλοία στη θάλασσα.

    Αέρινα κλειδιά σε φυλακές κενού σε κλείνουν,
    σε περιορίζουν από μένα, σε κλέβουν. Πάγος, κρύσταλλα
    αγέρα μέσα σε χίλια φύλλα. Όχι. Δεν υπάρχει
    πέταγμα να υψώνει ίσαμε εσένα τις φτερούγες των πουλιών μου.

    Να ξέρω πως εσύ κοιμάσαι, βέβαιη, ασφαλής
    -πιστή κοίτη εγκατάλειψης, αγνή γραμμή-
    τόσο κοντά στα αλυσοδεμένα χέρια μου.

    Τι τρομερή σκλαβιά νησιώτη,
    εγώ ξάγρυπνος, τρελός, στα απόκρημνα βράχια,
    τα πλοία στη θάλασσα, εσύ στον ύπνο σου.
    («Σύγχρονη ισπανική ποίηση», εκδ. ΓΝΩΣΗ)

    -ANDRÉ BRETON, «ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ»

    «Στο Παρίσι κλονιζόμενος ο πύργος του Αγίου Ιακώβου
    Όμοιος με ηλιοτρόπιον
    Χτυπά καμιά φορά με το μέτωπό του τον Σηκουάνα και η σκιά του
      γλιστρά ανεπαίσθητα ανάμεσα στα ρυμουλκά
    Την στιγμήν εκείνην ακροποδητί μέσα στον ύπνο μου
    Κατευθύνομαι προς την κάμαρα όπου είμαι ξαπλωμένος
    Και βάζω φωτιά
    Δια να μη μείνει τίποτε από την συγκατάθεσι που μου απέσπασαν
    Τα έπιπλα τότε κάνουν τόπο σε ζώα ίσου μεγέθους που με
      κοιτάζουν αδελφικά
    Λεοντάρια που στις χαίτες τους αποκαίονται οι καρέκλες
    Σέλαχοι των οποίων η άσπρη κοιλιά συγχωνεύει το τελευταίο
      ρίγος των σεντονιών
    Την ώρα του έρωτος και των κυανών βλεφάρων
    Βλέπω να καίγουμαι κι εγώ με τη σειρά μου βλέπω αυτήν την
      κατανυκτική κρυψώνα των τιποτένιων πραγμάτων
    Που υπήρξε το κορμί μου
    Και που την ψάξαν υπομονετικά ράμφη πύρινων ίβιδων
    Όταν όλα τελειώνουν μπαίνω αόρατος μέσα στην αψίδα
    Χωρίς να προσέχω τους περαστικούς της ζωής που κάνουν
      ν’ αντηχούν πολύ μακριά τα σερνάμενά τους βήματα
    Βλέπω τα ψαροκόκαλα του ήλιου
    Ανάμεσα από την λευκάκανθα της βροχής
    Ακούω να ξεσχίζεται τ’ ανθρώπινο πανί σαν ένα μεγάλο φύλλο
    Κάτω από το νύχι της απουσίας και της παρουσίας που είναι
      συνένοχες
    Όλοι οι ιστοί μαραίνονται δεν μένει παρά μια μυρωμένη δαντέλα
    Ένα κογχύλι από δαντέλα που έχει τέλειο σχήμα ενός μαστού
    Δεν αγγίζω πια παρά την καρδιά των πραγμάτων κρατώ
    («Ανθολογία γαλλικής ποίησης», Μτφ: Α. Εμπειρίκος, Εκδ. Καστανιώτη)

  4. Ciao Petra!!! Ένα ρήμα που οι ποιητές το αγάπησαν ιδιαίτερα, καθώς οι περισσότεροι έμειναν νύχτες και νύχτες ξάγρυπνοι για να γράψουν τα ποιήματά τους.

    «Κοιμούμαι μα η καρδιά μου ξαγρυπνά» (Γ. Σεφέρης)

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Να και πάλι ένα παράθυρο,
    πού και πάλι δεν κοιμούνται.
    Ίσως – πίνουνε κρασί,
    ίσως – έτσι κάθονται.
    Ή απλώς – τα χέρια τους
    δεν μπορούν οι δυο να χωρίσουν.
    Σε κάθε σπίτι, φίλε,
    υπάρχει ένα τέτοιο παράθυρο.

    Είσαι η κραυγή των αποχωρισμών και των συναντήσεων –
    εσύ, παράθυρο στη νύχτα…

    Προσευχήσου, φιλαράκο, για το άυπνο το σπίτι,
    για το παράθυρο με το φως!

    (Μαρίνα Τσβετάγεβα)

    2. …Ἀρχίσαμε νὰ ζοῦμε ξαγρυπνῶντας
    μπροστὰ σ’ ἕνα ποτήρι
    μ’ ἕνα κρίνο
    – ἕνα μισοάνοιχτο κρίνο –
    διψῶντας τὴ στιγμὴ ποὺ θἄνοιγε νὰ χαροῦμε
    μέσα στὴ θερμὴ ἐκείνη νύχτα.

    Τώρα παλίρροια κι ἄμπωτη μᾶς μετράει τὶς ὦρες
    ποὺ τὶς ταξιδεύει
    μιὰ ὁλόκληρη συλλογὴ γραμματοσήμων
    κυνηγώντας ἐδῶ τὴν μπαλσαμωμένη πεῖρα τῶν βιβλίων
    γι’ ἄνθη καὶ μακρυνὲς ἱστορίες,
    ἀγαπῶντας ἔτσι
    τὴ γιορτὴ τῆς παραλλαγῆς στὴν πλάση,
    ὅπως σὲ δυὸ μάτια, ποὺ εἴχαμε τὴν προαίσθηση
    πὼς θὰ συναντήσουμε
    καὶ θὰ μᾶς κοιτάξουνε φοβισμένα […]

    Χαράζει…
    Ἡ φτενὴ στεριὰ εἶναι πιὸ σκοτεινή ἀπὸ τὴ νύχτα·
    νιώθω ν’ ἀναπνέει περισσότερο ὁ ἀέρας…
    (Πέρασε πλάι ἀπὸ τὸ φιλιστρίνι μου
    μιὰ σκιὰ…
    Κύριε,
    ποιός θὰ μᾶς πρόσεχε!
    Ὅταν ὅλα – λίγο ἤ πολὺ εὐχαριστημένα
    βρίσκουν τὸν ὕπνο,
    ἐμεῖς, ἀχάριστοι, ἀγρυπνᾶμε
    γκρινιάζοντας,
    σ’ ἄνθη μόνο
    ὁμολογῶντας χάρη…
    Κύριε!
    Καθένας ὑποφέρει χωριστά·
    κι ὅπως λένε,
    ἕνας παραλογισμὸς κάνει ὑποφερτὴ τὴ ζωή μας…)

    Γράφοντας στὴν τύχη τῆς ἀκοῆς,
    ποὺ ὑπάρχει σὰν τὴ φωνή μας:
    περιμένοντας.

    … Λοιπόν, ἀγρυπνῶ καθὼς σὲ συλλογίζομαι,
    καὶ σοῦ γράφω ὄλ’ αὐτά,
    ἐσένα,
    ποὺ ὁ καπνὸς τοῦ καραβιοῦ
    ταξιδεύοντας
    μοῦ θύμισε τὰ μαλλιά σου.

    Δ. Ι. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ινδίες, απόσπασμα)

    2. …Ἡ Μικρή μας πόλη
    Πάει γιά ὕπνο,
    Ὅμως οἱ ποιητές ξαγρυπνοῦν,
    Περπατοῦν στά σκοτεινά μονοπάτια
    Καί ζωγραφίζουν στίς βρώμικές πέτρες
    γιασεμιά, γαρίφαλα καί ἀρωματικές ἀρμπαρόριζες.

    Π. Σταῦρος Τρικαλιώτης

    ΥΓ. Καλημέρα και καλή εβδομάδα!

  6. Καλησπέρα, Αγγελική! Καλή εβδομάδα επίσης!!!

    -Η Αγρύπνια Στην Ποίηση Του Τάσου Λειβαδίτη

    -Τη νύχτα τ’ άστρα φωτίζουν το ακατανόητο του κόσμου. Είναι η ώρα που αναρωτιέται κανείς τι έπραξε στη ζωή του.

    -Τις νύχτες οι τύψεις σα μεγάλα κηροπήγια τον κρατούσαν άγρυπνο. Κι οι νεκροί παραμέριζαν τη λήθη και του ‘στελναν λίγα δάκρυα. Φοβόταν τον ύπνο, αφού δεν ήταν αυτός που κοιμόταν αλλά αυτός που ξυπνούσε. Ξάπλωνε στο πάτωμα αφήνοντας το κρεβάτι του για τον εφιάλτη, ή ξάπλωνε ωραία ωραία το παλτό του, κι εκείνος, κρυμμένος, παρακολουθούσε. Ύστερα άλλαζαν θέσεις, έπεφτε εκείνος στο κρεβάτι κι έβαζε το παλτό του να παρακολουθεί.

    -Έψαχνε να βρει κάτι να σκεπαστεί αλλά τ’ αγκάθια έσκιζαν το σεντόνι. Δε μπορούσε να κοιμηθεί γιατί οι μεγάλες φτερούγες του δε χωρούσαν μέσα στον ύπνο. Υπήρχε κι ένα μεγάλο ξυράφι κάτω απ’ το κρεβάτι, απομεινάρι των ερώτων του.

    -Τη νύχτα ξυπνούσε και καθόταν στην άκρη του κρεβατιού ανυπεράσπιστος, ή άναβε τη λάμπα και στεκόταν εκεί, απέναντι στον ξένο. Όταν ξημέρωνε, βέβαια, δεν έμενε τίποτα, μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι που θα μπορούσε να το πάρει κανείς για μια σταγόνα κερί (οι φλόγες των κεριών γέρνουν πάντα προς το ακατόρθωτο). Το πρωί σηκωνόταν συνήθως νωρίς – ακριβώς την ώρα που ανέβαινε στη λαιμητόμο, κι ένας καινούργιος πόνος ερχόταν για να τον σώσει απ’ τον παλιό. Το πρωί, γενικά, τον έβρισκε άγρυπνο, να χρωματίζει πουλιά και να περιμένει μετά να κελαηδήσουν.

    -Κανένας δε θα μάθει ποτέ με πόση αγρύπνια συντήρησε τη ζωή του. Φυσικά, όπως ήταν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες τον κούραζαν, η συχνή αναπόληση τον πλάγιαζε άρρωστο στη σοφίτα. Τα μεσημέρια πάντως κοιμόταν λίγο (απομεινάρι της παιδικής υπακοής, όταν ο μεσημεριάτικος ύπνος ήταν μια τιμωρία)…

    -«Ολονυχτία»-Νικηφόρος Βρεττάκος

    «Δε με κατάλαβες’ όλη τη νύχτα
    ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
    το παράθυρο, πάλευα – όλη τη νύχτα.
    Ο αγέρας επέμενε.
    Άπλωσα τότε
    τις παλάμες μου πάνω σου σαν
    δυό φύλλα ουρανού και σε σκέπασα.
    Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
    δίχως χέρια τον κόσμο.»

    -Γιάννης Βαρβέρης, «Αγρυπνία κεκοιμημένου»

    «Απ’ τις στοές των ορυχείων
    εκεί που το αίμα ολημερίς σφυρηλατεί
    παράνομη πατρίδα
    άκουσε κάποτε
    όπως παλιά ξεκαρδίζονται στηθόδεσμοι
    να φουρφουρίζουνε προικιά τρεχάματα φροντίδες
    κι άκουσε μες στην κολυμπήθρα
    βρεγμένο το όνομά του συνονόματο
    να το σηκώνουνε ψηλά να το βυθίζουν
    ψηλότερα κι απ’ το παρελθόν.

    Καλή γιορτή
    όμως απότομα διελύθη
    όταν οι καλεσμένοι αντίκρισαν
    του αμφίρροπου νεκρού το φρέσκο βάδισμα.
    Ίδιο πεσμένα φύλλα σαν και πριν.
    Σκυφτό, κατωφερές, ανθρώπινο.»
    (Γ. Βαρβέρης, Στα ξένα, Κέδρος)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Η επιμονή μου, Γιάννη, μου χάρισε ακόμα μερικά ωραία ποιήματα, εκεί που νόμιζα ότι το θέμα είχε κλείσει για μένα. Έτσι, έμειναν για το τέλος μερικά πολύ ενδιαφέροντα.

    1. Αϋπνία

    Άλβαρο ντε Κάμπος (Fernando António Nogueira de Seabra Pessoa), 1888 – 1935

    Δεν κοιμάμαι, κι ούτε περιμένω να κοιμηθώ.
    Ούτε στο θάνατο περιμένω να κοιμηθώ.
    Με περιμένει μια αϋπνία του πλάτους των άστρων,
    κι ένα άχρηστο χασμουρητό του μήκους του κόσμου.

    Δεν κοιμάμαι· δεν μπορώ να διαβάζω όταν ξυπνάω τη νύχτα,
    Δεν μπορώ να γράφω όταν ξυπνάω τη νύχτα,
    Δεν μπορώ να σκέφτομαι όταν ξυπνάω τη νύχτα –
    Θεέ μου, ούτε μπορώ να ονειρεύομαι όταν ξυπνάω τη νύχτα!

    Α, το όπιο του να είσαι κάποιος άλλος!

    Δεν κοιμάμαι, κείμαι, ξύπνιο πτώμα, κι αισθάνομαι,
    Και η αίσθησή μου είναι μια άδεια σκέψη.
    Περνάν από μένα, αναστατωμένα, πράγματα που μου συνέβησαν
    – Όλα εκείνα για τα οποία μετανιώνω και κατηγορώ τον εαυτό μου·
    Περνάν από μένα, αναστατωμένα, πράγματα που δεν μου συνέβησαν
    – Όλα εκείνα για τα οποία μετανιώνω και κατηγορώ τον εαυτό μου·
    Περνάν από μένα, αναστατωμένα, πράγματα που δεν είναι τίποτα,
    Και γι’ αυτά ακόμα μετανιώνω, κατηγορώ τον εαυτό μου, και δεν κοιμάμαι.

    Δεν έχω το σθένος για να έχω τη δύναμη για ν’ ανάψω ένα τσιγάρο.
    Κοιτάω το μπροστινό τοίχο του δωματίου σαν να ’ταν το σύμπαν.
    Εκεί έξω είναι η σιωπή όλου αυτού του πράγματος.
    Μια μεγάλη σιωπή τρομακτική σε κάποια άλλη περίσταση,
    Σε κάποια άλλη περίσταση στην οποία να μπορούσα να αισθάνομαι.

    Γράφω πράγματι συμπαθητικούς στίχους –
    Στίχους που λένε πως τίποτα δεν έχω να πω,
    Στίχους που επιμένουν να το λένε,
    Στίχους, στίχους, στίχους, στίχους, στίχους…
    Τόσους στίχους…
    Και η αλήθεια ολόκληρη, κι η ζωή ολόκληρη έξω απ’ αυτούς κι από μένα!

    Νυστάζω, δεν κοιμάμαι, αισθάνομαι και δεν ξέρω πού να αισθάνομαι.
    Είμαι μια αίσθηση χωρίς ανάλογο άνθρωπο,
    Μια αφαίρεση αυτοσυνείδησης χωρίς το τίνος,
    Εκτός από το αναγκαίο για να αισθάνομαι συνείδηση,
    Εκτός από – εκτός από δεν ξέρω τι… Δεν κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι.
    Τι μεγάλη νύστα σ’ όλο το κεφάλι και πάνω στα μάτια και στην ψυχή!
    Τι μεγάλη νύστα σε όλα, παρά στο να μπορέσω να κοιμηθώ!

    Ω ξημέρωμα, τόσο αργείς… Έλα…
    Έλα, μάταια,
    να μου φέρεις άλλη μέρα όμοια μ’ αυτήν, κι έπειτα άλλη νύχτα όμοια μ’ αυτήν…
    Έλα να μου φέρεις τη χαρά μιας τέτοιας θλιβερής ελπίδας,
    Γιατί είσαι πάντα χαρούμενο, και πάντα φέρνεις ελπίδες,
    Σύμφωνα με την παλιά λογοτεχνία των αισθήσεων.

    Έλα, φέρε την ελπίδα, έλα, φέρε την ελπίδα.
    Η κούρασή μου χώνεται μέσα στο στρώμα.
    Πονάει η πλάτη μου επειδή δεν είμαι ξαπλωμένος πλάγια.
    Αν ήμουν ξαπλωμένος πλάγια θα πονούσε η πλάτη μου από το πλάγιο ξάπλωμα.

    Έλα, ξημέρωμα, φτάσε! Τι ώρα είναι; Δεν ξέρω.
    Δεν έχω δύναμη για ν’ απλώσω ένα χέρι στο ρολόι,
    Δεν έχω δύναμη για τίποτα, για τίποτα πια…
    Μόνο για τους στίχους τούτους, γραμμένους την άλλη μέρα.
    Ναι, γραμμένους την άλλη μέρα.
    Όλοι οι στίχοι γράφονται πάντα την άλλη μέρα.

    Απόλυτη νύχτα, απόλυτη σιγή, εκεί έξω.
    Ειρήνη σ’ όλη τη Φύση.
    Και η Ανθρωπότητα αναπαύεται και ξεχνά τις πίκρες της.
    Ακριβώς.
    Η Ανθρωπότητα ξεχνά τις χαρές και τις πίκρες της.
    Αυτό συνήθως λέγεται.
    Η Ανθρωπότητα ξεχνά, ναι, η Ανθρωπότητα ξεχνά,
    Αλλά και ξύπνια η Ανθρωπότητα ξεχνά.
    Ακριβώς. Αλλά δεν κοιμάμαι.

    Fernando Pessoa,Alvaro de campos -Μετάφραση: Theo de Borba Moosburger

    ΞΕΝΥΧΤΗΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ – ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ

    2. Αϋπνία

    Τις νύχτες τρίζουν τα έπιπλα.
    Κάπου στάζει απ’ τη σωλήνα.
    Από το καθημερινό βάρος στους ώμους
    Εκείνη τη στιγμή ελευθερώνονται,
    Εκείνη τη στιγμή παραδίδονται στα πράγματα
    Οι άφατες ανθρώπινες ψυχές,
    Και τυφλές,
    βουβές,
    κουφές,
    σκορπίζονται στους ορόφους.
    Εκείνη τη στιγμή το ρολόι της πόλης
    Στέλνει τα δευτερόλεπτα
    εδώ
    κι εκεί,
    και ανεβαίνουν με τον ανελκυστήρα ζωντανοί,
    τρυφεροί
    και μισοζώντανοι,
    Περιμένουν στα σκοτάδια, εκεί που στάζει το νερό,
    Βγάζουν από τις τσάντες τα ποτήρια
    Και χορεύουν σα τσιγγάνοι,
    Στέκονται πίσω από τις πόρτες, σα συμφορά,
    Τρυπώντας αργά μπαίνουν στις υδρορροές
    Κι αμέσως κόβουν τα καλώδια.
    Σύντομα όμως – θα γίνουν πιστωτές,
    Κι ήρθαν για πάντα, για πάντα,
    Κι έφεραν τους λογαριασμούς.
    Αδύνατον
    Να κάνεις μια τρύπα στο νερό, χωρίς να έχει κοιμηθεί, να κοπανίζεις αέρα,
    Είναι αδύνατο να αποκοιμηθείς, – πόσο ταραγμένη
    Είναι τούτη η νύχτα που δεν μας αφήνει σε ησυχία.

    1958- Αρσένι Ταρκόφσκι, Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

    3. Αϋπνία

    Τριγύρω θλιμμένα νιαουρίζουν τα γατιά
    Ήχους βημάτων ακούω από μακριά …
    Με νανουρίζουν τα γλυκά σου λόγια
    Τρεις μήνες τώρα δεν κοιμάμαι πια.

    Μαζί μου είσαι και πάλι αϋπνία, μαζί μου!
    Αναγνωρίζω την ακίνητη μορφή σου.
    Έτσι δεν είναι ομορφονιά; Έτσι δεν είναι κλέφτρα;
    Θαρρείς πως άσχημα σου τραγουδώ;

    Λευκό πανί το παραθύρι κλείνει
    Και γαλανό το μισοσκόταδο απλώνει…
    Είδηση μακρινή μη σε παρηγορεί;
    Γιατί μαζί σου νιώθω καλά;

    Χειμώνας 1912, Τσάρσκογιε Σελό
    Άννα Αχμάτοβα (1889-1966) «Ροζάριο» (1914) Μετάφραση από τα Ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

    Πάλι ύπνος δε με πιάνει -Μαρινέλλα

    4. ΑΫΠΝΙΑ

    Σου μιλώ για την ομίχλη και για τα πουλιά που πέταξαν στο χθεσινό λιβάδι. Για τις φωνές που βγαίνουνε τη νύχτα μεσ` απ` τα μπαούλα. Για τον ηλεκτρικό θάνατο που λέει κι ο φίλος μου ο Γιάννης. Θα σου μιλήσω ακόμη για το ιδιωτικό νεκροταφείο που διατηρώ σε μια αποθηκούλα της φιλάσθενης μνήμης μου, εκεί που θάβω χίλια μικροπράγματα, παράταιρα κι άχρηστα εν πολλοίς: Παλιές ομπρέλες, τρυπημένα γάντια, σχολικά τετράδια, αποτυχημένους στίχους, πικρά λόγια, καρδιογραφήματα και ακτινογραφίες, ναυαγισμένες εξεγέρσεις, διφορούμενα χαμόγελα, ήχους από παλιές βροχές και χωρισμούς σε καφενεία χειμωνιάτικα με σόμπες πετρελαίου.

    Χωρισμούς σε καφενεία με φτηνό κονιάκ και θολωμένα τζάμια.

    Θα σου μιλώ ως το πρωί να μη σε πάρει ο ύπνος.

    Φοβάμαι τα όνειρά σου.

    Σπύρος Τσακνιάς

    5. ΑΰΠΝΩΤΟΣ

    Στην ατοπία των εχθρών
    στον παραλογισμό τους
    στην ατρεμία των γαιών
    και στους γαιομιγείδες
    ορκίζομαι

    Στου μάγου την υποβολή
    και στο άρωμα της σόγιας
    στην σμηναρχία του Θεού
    και στου κακού το σκώμμα,
    ορκίζομαι

    Στον δεισιδαίμων τον φτωχό
    στον δεισμό του σώφρον
    στον εγκαστρύμυθο του νου
    και στους ειδωλολάτρες
    ορκίζομαι

    Στο έχθιστο συναίσθημα
    του Αίολου του οίνου
    στην λάμψη του ηλίανθου
    την θαμποφεγγοβόλα
    ορκίζομαι

    Στην κακοήθεια των θνητών
    στου πρωινού το αγιάζι
    στην μοχθηρία των τρανών
    μη παστρικά φτιαγμένων
    ορκίζομαι

    Στου στεριανού τα ξέρατα
    που του άφησε η ναυτία
    στου ναυαγού τα φτύματα
    που του’ βγαλε η αρμύρα
    ορκίζομαι

    Στην ξώπετσα του κουφαριού
    Του πρόσφατα θαμμένου
    στην δυσωδία των υγρών
    που στάζουνε στο χώμα
    ορκίζομαι

    Στο ξύσιμο σάπιας πληγής
    από αλλεργία φτιαγμένη
    στα λερωμένα πρόσωπα
    στα πονοφαγωμένα
    ορκίζομαι

    Στις καταχρήσεις της ψυχής
    στα υγρά ανήθικα όργια
    στην πεμπτουσία του οργασμού
    που ο διάβολος δωρίζει
    ορκίζομαι

    Στον ρακοπότη τον φτωχό
    που είδε ρακί να στάζει
    απ’τα ρουθούνια του Θεού
    στο στόμα των φθαρμένων
    ορκίζομαι

    Στους σκλάβους τους αύπνωτους
    στους άυπνους τους δούλους
    στου αρρώστου την υπνολαλιά
    στην μαύρη αυπνία
    ορκίζομαι

    Πλευρό να αλλάξω ξαφνικά
    μπας και υπνήσω αληθινά
    στην υπνηλία μην μείνω.

    Θάνος Ανεστόπουλος -Αΰπνωτος και άλλα ποιήματα

  8. ….Χαρά στην επιμονή σου!… Κι όλα ωραιότατα!… Εγώ ξέμεινα από ποίηση (δεν έχω άλλωστε χρόνο να το ψάξω περισσότερο)…

    -Μόνο από μουσική θυμήθηκα τα σάουντρακ από δυο ταινίες: «Αγρύπνια» και «Ξάγρυπνος στο Σιάτλ»…

    -https://youtu.be/npl_4CGuKyE

    -https://youtu.be/qeY1mkXqKgk

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: