Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (102ο): «Ύπνος – κοιμούμαι»…

«…ολονυχτίς ο σκοτεινός
τα μάτια ο ύπνος κυριεύει
και με καίει με καίει..
(Σαπφώ σε απόδοση Ελύτη)

-«Κοιμούμαι και η καρδιά μου ξαγρυπνά,
κοιτάζει τ’ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι
και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι.»
(Γ. Σεφέρης)

-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Ο ύπνος των γενναίων»

«Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά
τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.

Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, σ’ ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα’ φτανε
να πικράνει τον αέρα του Άδη

(Το’ να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν’ αρπαχτεί απ’ το μέλλον,
τ’ άλλο κάτω απ’ την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι

Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου
αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, κά-
λυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, σάλευε κιόλας μες
στο διάστημα.

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται,
μέσα στη μελανάδα τ’ ουρανού

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό
τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το
έρεβος…

Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη και ανα-
στραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με θανατωμένο μέ-
σα τους τον Δήμιο

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Μήτε η ώρα δώδεκα χτυπώντας μες στα έγκατα, μήτε η φωνή του Πό-
λου κατακόρυφα πέφτοντας, αναιρούσανε τα βήματα τους.

Διάβαζαν άπληστα τον κόσμο με τα μάτια τ’ ανοιχτά για πάντα, κει
που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, κι όπου με βία κατέβαιναν οι γύπες να ευφρανθούν τον
πηλό των σπλάχνων τους και το αίμα.»
(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

– Γιάννης Βαρβέρης, «Σχέδιο ύπνου»

«Τελευταία νυστάζω.
Στάζω τον ύπνο σε ό,τι κάνω.
Εγώ που δεν γνωρίζω στο λεκανοπέδιο άλλον
ευφυέστερο από μένα
θέλω να κοιμηθώ.

Νύσταξα να καταλαβαίνω
το καταλαβαίνω.
Δεν έχω άδικο.
Λοιπόν καλώς νυστάζω.
Αλλά δεν έχω ύπνο.

Κι έτσι δεν κάνω άλλο
απ’ το να περιφέρω μια υπνηλία
στις συναναστροφές
μια κατανόηση από κόπωση
και μια γλυκιά παραίτηση
που μοιάζει απαίτηση
να με κατανοούν.

Έτσι, χρόνια στην ίδια αυτή υπνηλία
δε θα το καταλάβω αν κατανόησαν
κι αν νύσταζα ή δε νύσταζα
σαν θα με πάρει ο ύπνος.»
(Πηγή: http://pentalpodilato.blogspot.gr/2014_08_01_archive.html)

-Κώστας Καρυωτάκης, «Ύπνος»

«Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα
να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
γλυκά. Kι απάνωθέ μας θε να φεύγουν,
στον ουρανό, τ’ αστέρια και τα εγκόσμια.
Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα.
Kαι γαλανό σαν κύμα τ’ όνειρό μας
θα μας τραβάει σε χώρες που δεν είναι.
Aγάπες θα ’ναι στα μαλλιά μας οι αύρες,
η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει,
και κάτου απ’ τα μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρίς ναν το γρικούμε, θα γελάμε.
Tα ρόδα θα κινήσουν απ’ τους φράχτες,
και θά ’ρθουν να μας γίνουν προσκεφάλι.
Για να μας κάνουν αρμονία τον ύπνο,
θ’ αφήσουνε τον ύπνο τους αηδόνια.
Γλυκά θα κοιμηθούνε σαν παιδάκια
γλυκά. Kαι τα κορίτσια του χωριού μας,
αγριαπιδιές, θα στέκουνε τριγύρω
και, σκύβοντας, κρυφά θα μας μιλούνε
για τα χρυσά καλύβια, για τον ήλιο
της Kυριακής, για τις ολάσπρες γάστρες,
για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε.
Tο χέρι μας κρατώντας η κυρούλα,
κι όπως αργά θα κλείνουμε τα μάτια,
θα μας διηγιέται –ωχρή– σαν παραμύθι
την πίκρα της ζωής. Kαι το φεγγάρι
θα κατεβεί στα πόδια μας λαμπάδα
την ώρα που στερνά θα κοιμηθούμε
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας.
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
που όλη τη μέρα εκλάψαν και αποστάσαν.»
(Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα- ποιήματα και πεζά, εκδ. Πέλλα)

-Γιώργος Σαραντάρης, «Ὁ ὕπνος μέσα στὰ μάτια…»

«Ὁ ὕπνος μέσα στὰ μάτια κελαηδᾶ
Σὰν νὰ ἦταν τὸ νερὸ τῆς βρύσης
Σὰν νὰ ἦταν ὁ βοσκὸς τοῦ παραμυθιοῦ
Ποὺ ἔτρεφε γένια ὁλόασπρα
Καὶ μάζευε παιδιὰ νὰ τὰ στείλει στὸν οὐρανὸ
Νὰ τὰ δεῖ ἐκεῖ πρὶν αὐτὸς ἀποθάνει»
(Συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», ΕΡΜΗΣ)

-Πωλ Ελυάρ, «Ηθική του ύπνου»

«Τα συρματοπλέγματα είναι απλωμένα τα δεσμά μου επιτελούν το έργο τους
Τα μαλλιά σου να λύνουν τον πιο βαθύ πόνο
Θα ψαλιδίσω τα ερέβη
Του δωματίου μου που στενεύει
Μα θα μπορούσα να διαλύσω το πάτωμα γύρω μου
Να ξαναβρώ τις λεπτομέρειες την κίνηση κάθε βήμα
Την κάτωχρη ή λαμπερή πηγή
Τον ποταμό την περηφάνεια
Την ανάλαφρη γέφυρα
Ένα ρεύμα τον ωκεανό
Τη υπερβολικά φωτεινή σάρκα
Την οθόνη του ουρανού που λάμπει
Τον καρπό την ανάσα την υγεία
Ενός σώματος που δε θα φθαρεί

Καθρέφτης η γαμήλια λίμνη
Καρδιά κι εμφάνιση κοινά
Τα βλέφαρά μου το μέτωπό μου πέπλα επιθυμίας
Φανερώνουν ακόμη την αθωότητά μου

Η χλωρίδα είναι πάνω στο λουλούδι
Είμαι πάνω στο νερό μπαίνω στο νερό
Τακτοποιώ τις έρημες όχθες
Θα έχω νέα σου
Αν μπω βαθιά στον ήλιο.»
(1946 – Αδιάκοπη ποίηση)

-Τζόυς Μανσούρ [Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου…]

«Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου
μαλλιά μπερδεμένα
αιδοία γαντζωμένα
με το στόμα σου για προσκεφάλι.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη
δίχως να μας χωρίζει ανάσα
δίχως λέξεις να μας περισπούνε
δίχως μάτια να μας διαψεύδουν
δίχως ρούχα.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος
συσπασμένη και ιδρωμένη
λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα
απ’ την αδράνεια φαγωμένη
της έκστασης τρελή
πάνω στο ίσκιο σου να ‘χω ξεμείνει
καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου
για να πεθάνω ανάμεσα στο δόντια σου λαγού
τα σάπια
ευτυχισμένη.»
(Ξένη ποίηση 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

-Χρίστος Λάσκαρης, Όλοι κοιμούνται

«Και επιμένει η αυγή τα χρώματά της να προσφέρει
στους κοιμισμένους
απ’ το βουνό προβάλλοντας,
και το αηδόνι το τρελό το τραγούδι του
κι η θάλασσα που παφλάζει στα κανάλια,
τον καημό της.
Όμως,
χέρι κανένα
το παράθυρο ν’ ανοίξει δε σηκώνεται,
καμιά ψυχή να κρεμαστεί,
κανένα όνειρο
μες στη δροσούλα να βουτήξει.
Όλοι κοιμούνται.
Δεν ξαγρυπνάει πια κανείς.»

Advertisements

Single Post Navigation

16 thoughts on “Πες το με ποίηση (102ο): «Ύπνος – κοιμούμαι»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Χαίρε, Γιάννη!
    Πολύ πλούσιο το θέμα σήμερα.
    Και οι επιλογές σου υπέροχες.
    Απομένει να παραθέσω τα δικά μου ευρήματα.
    Αρχίζω με τα πιο μικρά:

    1. ΑΓΑΠΑΩ ΤΟΝ ΥΠΝΟ…

    Αγαπάω τον ύπνο
    γιατί κι αυτός αγαπάει την ψυχή μου
    και μου σκεπάζει τα μάτια
    με τα λουλούδια που θέλω

    13.5.1934, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    2. ΗΣΥΧΙΑ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

    Η εξουσία δεν φοβάται τις μολότοφ
    Που πέφτουν μέσα στο δρόμο και
    Ούτε που τη νοιάζει αν η πόλη ξυπνήσει
    Η εξουσία φοβάται τις μολότοφ που
    Πέφτουν μέσα στο κεφάλι γιατί έτσι
    Υπάρχει φόβος να ξυπνήσει το μυαλό.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΑΡΝΕΡΟΣ

    3. Τι θα γινόταν αν κοιμόσουν;
    Και τι θα γινόταν αν στον ύπνο σου ονειρευόσουν;
    Και τι θα γινόταν αν στ’ όνειρό σου πήγαινες στον παράδεισο και ‘κει έκοβες ένα παράξενο και πανέμορφο λουλούδι;
    Και τι θα γινόταν αν, όταν ξυπνούσες, είχες ακόμα το λουλούδι στο χέρι σου;

    Σάμιουελ Τέιλορ Κόλριτζ (1772 -1834)

    4. ΑΓΡΥΠΝΗΣΑ

    J’ai fait ce que je pus…
    Victor Hugo

    Αγρύπνησα, υπηρέτησα, έκαμα ό,τι μπορούσα,
    κ’ είδα πως είχε ο πόνος μου συχνά για πληρωμή
    περίγελο. Με μάτιασε το μίσος, και απορούσα,
    γιατί πολύ και υπόφερα και δούλεψα πολύ.

    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, 27. 2. 22, Ξανατονισμένη μουσική, 1930-‘Απαντα, τομ. ΙΑ΄, σελ. 240

    5. Ο ΥΠΝΟΣ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΑΝΗΣΥΧΟΣ

    Ο ύπνος μου ήταν ανήσυχος.
    Συνομιλούσα στα όνειρα με τα απωθημένα,
    τις ανομολόγητες θλίψεις,
    τις ηδονές που προσπέρασα με το επιχείρημα κάποιας ηθικής.
    Τώρα ανδρώθηκαν και μου ζητούν το λόγο.

    ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ, Από τη συλλογή «Η προφητεία του Ανέμου» (Εκδόσεις Δωδώνη, 2009)

    6. Θα τυλίξω τον ύπνο με σίδερο

    Θα τυλίξω τον ύπνο με σίδερο:
    Όχι αυτές οι διάφανες κουρτίνες
    Αφήνουν να βλέπεις τα περασμένα…

    Θα δέσω τα φαντάσματα με βαρειές αλυσίδες:
    Σκάβουν τα χώματα του καιρού και της λήθης
    Ζωντανεύουν θηρία σκοτωμένα
    Που σου δείχνουν νύχια και δόντια
    Δε σώθηκες λοιπόν τρομάζεις…

    Αλλά και ήθελες να σωθείς;

    ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ-συλλoγή: Η περιπέτεια

    Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Έτσι κοιμάται ολόγυμνη (απόσπασμα από το ποίημα Αμοργός)
    (τραγούδι: Μάνος Χατζιδάκις / δίσκος: Μάνος Χατζιδάκις 2000 μ.Χ. (1999))

    7. Ύπνος

    Πάνω στο λόφο σού ‘στρωσα πευκοβελόνες
    κι έριξα πάνω τους αχτίδες ήλιου κι από πάνω
    σου ‘στρωσα ένα χαμόγελο να μην κόβεται το κορμί σου.

    Κι είπα στο χρόνο να μη σε ξυπνήσει.
    Ή, πιο καλά, να σε ξυπνήσει όσο μπορούσε αργότερα,
    γιατί πολλές φορές τα πράγματα γίνονται μια φορά
    κι ας είναι οι μέρες όλες ίδιες και ο ήλιος αιώνιος.

    Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957), Νικηφόρος Βρεττάκος

    8. Ο ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΣ ΥΠΝΟΣ

    Καυγαδίζουμε σαν δάκρυα
    Στην πλατεία του γέλιου,
    (Μια δρασκελιά απ’ το άρωμα του αίματος).
    Ριζώνουμε τις καρέκλες μας
    Εκεί που το θέατρο της επαρχίας
    συναντά τους χορηγούς του .
    Σκάβουμε με τα νύχια ή τα δάχτυλα
    -πια , η εντολή του νου μπερδεύει τα σταυροδρόμια των νεύρων-
    Τον νιπτήρα που κοιμόμαστε;

    Με υπότιτλους στα μάτια μας
    Πέφτουν τα βλέφαρα.

    ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ

    9. Πώς να σε πάρει ο ύπνος

    Πώς να σε πάρει ο ύπνος με τέτοιες μυρουδιές
    ένα γύρο σου;
    Θαμμένοι σ’ ένα σπίτι αποστειρωμένο,
    μέσα σε γάζες και στο οινόπνευμα.
    Ακουμπισμένοι στο γραμμόφωνο που παίζει
    τα τραγούδια που μας έκαναν άντρες.
    Περνούμε κάτι βδομάδες
    όλο αργές
    και επικίνδυνα σιωπηλές
    Κυριακές.
    Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
    νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
    Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα.

    Μόνο ο κρεμασμένος μένει στη θέση του
    – στον στύλο του ηλεκτρικού
    – Και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ.

    Γιάννης Κοντός

    «ΑΡΓΑ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΠΕΡΝΟΥΣΕΣ» Νίκος Χουλιαράς

    10. Πρωινός ύπνος ως αργά

    Είναι τρομερός
    ο μικρός θόρυβος απ’ το σκληρό αυγό που σπάει σ’ έναν πάγκο από τσίγκο,
    είναι τρομερός αυτός ο θόρυβος
    όταν κινείται μες στη μνήμη του ανθρώπου που πεινάει
    είναι τρομερό επίσης το κεφάλι του ανθρώπου
    το κεφάλι του ανθρώπου που πεινάει
    όταν αυτός κοιτάζει στις έξι η ώρα το πρωί
    μέσα στο τζάμι του πολυκαταστήματος
    ένα κεφάλι στο χρώμα της λέρας
    δεν είναι πρωτίστως το κεφάλι του που αυτός κοιτάει
    μες στη βιτρίνα του Ποτέν*
    σκοτίστηκε για το κεφάλι του ο άνθρωπος
    ούτε που το σκέφτεται
    ονειρεύεται
    φαντάζεται μιαν άλλη κεφαλή
    ένα κεφάλι μόσχου, για παράδειγμα,
    μαζί με μία σάλτσα από ξίδι,
    ή ένα κεφάλι από ό,τι να ‘ναι που να τρώγεται
    και κουνάει αυτός το σαγόνι του απαλά
    απαλά
    και τρίζει αυτός τα δόντια απαλά
    γιατί ο κόσμος έχει ν’ αγοράσει το κεφάλι του
    κι αυτός τίποτα δε μπορεί ενάντια σ’ αυτόν τον κόσμο
    κι αυτός μετράει με τα δάχτυλά του μία δυο τρεις
    μία δυο τρεις
    είναι ίσα με τρεις μέρες που δεν έχει φάει
    και ωραία θα ‘ταν να το επαναλάβει ύστερα από τρεις μέρες
    Αυτό δε γίνεται να διαρκέσει
    αυτό διαρκεί
    τρεις μέρες
    τρεις νύχτες
    χωρίς να φάει
    και πίσω από ετούτες τις βιτρίνες
    αυτά τα πατέ αυτές οι μποτίλιες αυτές οι κονσέρβες
    ψάρια νεκρά προστατευμένα απ’ τα κουτιά
    κουτιά προστατευμένα απ’ τις βιτρίνες
    βιτρίνες προστατευμένες απ’ τους μπάτσους
    μπάτσοι προστατευμένοι απ’ τον φόβο
    σαν οδοφράγματα για έξι θλιβερές σαρδέλες..
    Λίγο πιο μακριά το μπιστρό
    καφέ-κρεμ και κρουασάν ζεστά
    ο άνθρωπος τρεκλίζει
    και στα ενδότερα τoυ κεφαλιού του
    μια ομίχλη από λέξεις
    μια ομίχλη από λέξεις
    σαρδέλες για φάγωμα
    σκληρό αυγό καφέ-κρεμ
    καφές ποτισμένος ρούμι
    καφέ-κρεμ
    καφέ-κλεμ
    καφέ-κλεμμένος ποτισμένος αίμα!…
    Ένας άνδρας πολύ σεβάσμιος στη γειτονιά του
    δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι
    ο δολοφόνος ο αλήτης του ‘κλεψε
    δύο φράγκα
    σα να λέμε έναν καφέ αρωματισμένο
    μηδέν φράγκα κόμμα εβδομήντα
    δύο ταρτάκια βουτυρωμένα
    και εικοσιπέντε σεντς για το πουρμπουάρ του σερβιτόρου.

    *Ποτέν (Potin): αλυσίδα καταστημάτων τροφίμων της εποχής που ξεκίνησε από το μπακάλικο του Félix Potin τo 1845 στο Παρίσι

    ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ, μετ. Μαρία Θεοφιλάκου

    Να κοιμηθώ, Φοίβος Δεληβοριάς

    11. ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

    Να κοιμάσαι
    με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
    μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ’ στα
    μαλλιά

    στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
    στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

    Να φεύγεις και να χάνεσαι
    μέσ’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του
    ανέμου

    πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
    γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

    και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούρια σου όψη επάνω.

    Πωλ Ελυάρ, μτφρ. Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

    12. Ο ΥΠΝΟΣ

    Τα όνειρα απλώνονται
    επάνω μας τη νύχτα
    μ’ όλο τον τρόμο της ζωής
    με σφίγγεις με φωνάζεις
    πνιγμένοι π’ αγκαλιάζονται
    στο τελευταίο κύμα.
    Φανταχτερή κουρτίνα
    η ομορφιά που λατρέψαμε
    τραβιέται μες στη νύχτα
    απεικονίζεται στο μαύρο
    η απειλή γύρω απ’ τα σώματα
    κι όλες οι πράξεις
    π’ αφήσαμε μισές τη μέρα
    ξανάρχονται να μας αποτελειώσουν
    στο σκοτάδι.
    Μακαρίζω τους νευρωτικούς
    τους φοβισμένους
    που μι’ αμυχή, μια σκιά, μια υποψία
    τους κυριεύει το μυαλό.
    Εγώ δεν έχω παρά το θάνατο
    απλό, καθαρό, στρογγυλό
    μια βεβαιότητα
    που κάθεται στο στήθος.
    Κοιμάσαι δίπλα μου
    με το αρυτίδωτό σου πρόσωπο
    σαν ανοιξιάτικο πανί
    που πλέει μες στον ύπνο.
    Σε αγγίζω
    κι όπως η ανάσα σου δροσερή
    χαϊδεύει τη σκέπη του ονείρου
    ακόμα λίγο ήλιο παίρνω, λίγο νερό
    πριν μες στο κώμα αρχίσει
    ατέρμονη η επιστροφή
    στις ρίζες του φθαρτού.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    Να κοιμηθούμε αγκαλιά, Παπακωνσταντίνου

    13. «Ποίημα- Εκ πρώτης όψεως»

    Κοιμάσαι. Σε ξυπνάω.
    Το έξοχο πρωί σου δίνει την ψευδαίσθηση πως κάτι αρχίζει.
    Ξέχασες τον Βιργίλιο. Τα εξάμετρα να τα.
    Σου φέρνω χίλια πράγματα.
    Των Ελλήνων τα τέσσερα στοιχεία: γη, νερό, φωτιά και αιθέρας.
    Ένα μονάχα γυναικείο όνομα.
    Τη φιλία της σελήνης.
    Τα λαμπερά του άτλαντα χρώματα.
    Τη λησμονιά, που εξαγνίζει.
    Τη μνήμη που επιλέγει και ξαναεγγράφει.
    Τη συνήθεια που μας κάνει να νοιώθουμε αθάνατοι.
    Τη σφαίρα και τους δείκτες που τέμνουν τον άθικτο χρόνο.
    Την ευωδία του σάνταλου.
    Τις αμφιβολίες που αποκαλούμε, με κάποια ματαιοδοξία, μεταφυσική.
    Του ραβδιού την καμπύλη που ελπίζει το χέρι σου.
    Τη γεύση που σ’ αφήνει το σταφύλι και το μέλι.

    «Χόρχε Λουίς Μπόρχες- Ποιήματα» (εκδόσεις Πατάκης, μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης).

    14. «Πίσω όψη»

    Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
    είναι μια πράξη καθημερινή, κοινή
    που θα μπορούσε όμως να μας συνταράξει.
    Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
    είναι σα να επιβάλλεις στον άλλο
    την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
    Καθώς και τον χρόνο του -δίχως αυγές ή δειλινά.
    Σα να τους αποκαλύπτεις ότι είναι κάτι ή κάποιος
    δεμένος μ’ ένα όνομα που το δημοσιεύει
    και μ’ ένα πλήθος, ταυτοχρόνως, περασμένα.
    Είναι να του ταράξεις την αιωνιότητα.
    Είναι να τον φορτώνεις με αιώνες και άστρα.
    Είναι να επιστρέφεις στον κόσμο άλλος Λάζαρος
    φορτωμένος με μνήμες.
    Είναι να διασύρεις το νερό της Λήθης.

    «Χόρχε Λουίς Μπόρχες- Ποιήματα» (εκδόσεις Πατάκης, μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης). Jorge Louis Borges, Η ιστορία της νύχτας και άλλα ποιήματα

    15. ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

    Χαράζεται η φωνή μες στον τρεμάμενο άνεμο, και μες στα κρύφια
    δέντρα του εσύ αναπνέεις

    Είναι ξανθή κάθε σελίδα του ύπνου σου κι όπως κινάς τα δάχτυλα
    σου μια φωτιά σκορπίζεται

    Μέσα σου με παρμέν’ από τον ήλιο αχνάρια! Και ούριος πνέει
    ο κόσμος των εικόνων

    Και η αύριο δείχνει ολόγυμνο το στήθος της σημαδεμένο από
    το αναλλοίωτο άστρο

    Που νυχτώνει το βλέμμα καθώς όταν πάει να εξαντλήσει ένα
    στερέωμα

    Ω μην ανθέξεις πια στα βλέφαρα

    Ω μη σαλέψεις πια μέσα στους θάμνους του ύπνου

    Ξέρεις ποια ικεσία στα δάχτυλα το λάδι ανάβει που φρουρεί
    τις πύλες της αυγής

    Ποιο δροσερό φανέρωμα θροΐζει μες στην προσδοκία
    η χορταριασμένη ανάμνηση

    Εκεί που ελπίζει ο κόσμος. Εκεί που ο άνθρωπος δε θέλει
    παρά να ‘ναι ο άνθρωπος

    Μόνος του και χωρίς καμιά Ειμαρμένη!

    Οδυσσέας Ελύτης

    Ωραία Κοιμωμένη, Νίκος Ξυδάκης

    16. Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

    […] Η Ωραία Κοιμωμένη
    υπέφερε από αϋπνίες…
    Δεν μπορούσε να πάρει έναν υπνάκο
    ή να κοιμηθεί κανονικά
    χωρίς να της ετοιμάσει κάποιες πανίσχυρες σταγόνες
    ο φαρμακοποιός της αυλής
    και μάλιστα ποτέ μπροστά στον πρίγκιπα.
    Αν είναι να ‘ρθει ο ύπνος, έλεγε,
    θα πρέπει να με βρει εξ απήνης
    καθώς γελώ ή χορεύω
    ώστε να αγνοώ αυτό το βάρβαρο μέρος
    όπου ξαπλώνω με τα γελάδια να με σπρώχνουν
    στην τρύπα, ανοιχτή στο μάγουλό μου.
    Επιπλέον, δεν πρέπει να ονειρευτώ
    γιατί όταν ονειρεύομαι βλέπω το τραπέζι στρωμένο
    και μια γριά που τρεμάμενη στη θέση μου.
    Τα μάτια της καμένα απ’ τα τσιγάρα,
    την προδοσία να μασουλά σαν φέτα κρέατος.

    Δεν πρέπει να κοιμηθώ
    γιατί όταν κοιμάμαι είμαι ενενήντα χρονών
    και νομίζω ότι πεθαίνω.
    Ο θάνατος κροταλίζει στον λαιμό μου
    σαν παιδικός βόλος.
    Φορώ για σκουλαρίκια σωληνάρια.
    Κείτομαι ακίνητη σαν σιδερόβεργα.
    Εάν στο γόνατό μου χώσετε μια βελόνα
    ούτε που θα κουνηθώ.
    Είμαι γεμάτη ενέσεις νοβοκαϊνης.
    Αυτό το κορίτσι σε ύπνωση
    είναι δικό σου για να το κάνεις ό,τι θες.
    Μπορείς να την απιθώσεις σ’ ένα μνήμα,
    ένα απαίσιο πακέτο,
    και να φτυαρίσεις χώμα στο πρόσωπό της
    και να μη σου πει ποτέ “Ει! Γεια σου!”.

    Όμως, εάν στο στόμα τη φιλήσεις
    τα μάτια της θ’ ανοίξουνε διάπλατα
    και θα φωνάξει:
    “Μπαμπά! Μπαμπά!”

    Και – ξαφνικά! – βγαίνει απ’ τη φυλακή της.
    AN ΣΕΞΤΟΝ, απόσπασμα
    Anne Sexton: «Ποιήματα», Εισαγωγή-Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου, Εκδ. Printa, 2010, σελ. 384

    17. «Μόνον ο ύπνος»

    Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
    Ο ύπνος σου.
    Σε φέρνει σε άλλους δρόμους.
    Κι εσύ γλιστράς αθόρυβα.Με ιστορίες παράξενες κινάς και ταξιδεύεις.
    Σε ξεχασμένους θρύλους χάνεσαι.
    Και σε τοπία ερημικά ξεχνιέσαι αποστηθίζοντας
    αρχαία ερωτικά ποιήματα.
    Κλείνεις σε σχήματα θαμπά, γνωστά κι άγνωστα
    πρόσωπα.
    Στέλνεις μ’ αυτά μηνύματα αινιγματικά.
    Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
    Ο ύπνος σου.
    Άδεια και φοβισμένη μένει η καρδιά μου.
    Τις ώρες που η άγρια μοναξιά
    αφήνει λυτά τα σκυλιά της ξοπίσω μου.
    Έρημοι οι δρόμοι που περπατήσαμε.
    Σκοτεινιάζουν τ’ αστέρια. Και τα πουλιά
    κουρνιάζουν βουβά και λυπημένα στον κήπο μου.
    Μόνον ο ύπνος σου σε παίρνει από κοντά μου.
    Κι η μόνη μου πάντα παρηγοριά
    είναι πως θα συναντηθούμε αύριο πάλι.
    Γι’ ακόμα μια φορά θα μου χαρίσεις τα μάτια σου.
    Θα μου μιλήσεις για την Αγάπη.
    Όλη τη μέρα θα είσαι δικιά μου.
    Κι η αγκαλιά μου
    θα είναι μια ζεστή φωλιά.
    Να φωλιάζεις με τα φτερωτά σου λόγια.
    Και τα κελαηδιστά τραγούδια σου.
    Ώσπου να σε πάρει πάλι ο ύπνος.
    Αυτός: ο λατρεμένος μάγος της νύχτας.
    Ο μοναδικός μου αντίζηλος.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ

    Κοιμήθηκα κοιμήθηκα στου γιασεμιού την ευωδιά -Σούλα Μπιρμπίλη

    18. Τη νύχτα που κοιμήθηκες

    Ακόμα και η νύχτα σού μοιάζει
    η απόμακρη νύχτα που θρηνεί
    σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
    και τ’ άστρα περνάνε κουρασμένα.
    Ενα μάγουλο ακουμπάει σ’ ένα άλλο μάγουλο –
    είναι μια παγερή ανατριχίλα, κάποιος
    χτυπιέται και σε παρακαλεί, μόνος,
    χαμένος μέσα σου, στον πυρετό σου.
    Η νύχτα υποφέρει και επιθυμεί την αυγή,
    φτωχή καρδιά που τρέμεις.
    Ω πρόσωπο κλειστό, σκοτεινή αγωνία,
    πυρετέ που πικραίνεις τ’ άστρα,
    υπάρχει κάποιος που περιμένει την αυγή όπως και συ
    ψάχνοντας το πρόσωπό σου στη σιωπή.
    Είσαι ξαπλωμένη κάτω από τη νύχτα
    σαν ένας κλειστός νεκρός ορίζοντας.
    Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
    κάποτε ήσουν η αυγή.

    CESARE PAVESE -Ποίημα από τη συγκεντρωτική έκδοση «Τα ποιήματα»,
    εισ.: Massimo Cazzulo, μτφρ.: Γιάννης Η. Παππάς, Εκδόσεις Printa 2004
    [3/7/2009]

    19. Κοιμάσαι (Te duermes)

    Κοιμάσαι πλάι μου.
    Σιωπηλά βυθίζεσαι σ’ εκείνον τον κόσμο
    όπου εγώ μια οποιαδήποτε γνωστή σου μακρινή μπορώ να είμαι,
    η παρέα σου στο παγκάκι του πάρκου ή η ερωμένη
    που μόλις άφησες για να καταφύγεις σ’ εκείνη τη χώρα, όπου, αμοιβαία, στερούμαστε τις λέξεις.

    Με συγκινεί να σε βλέπω να κοιμάσαι, βυθισμένον στα σεντόνια
    παραδομένον στον ύπνο, αινιγματικά
    κλεισμένον στο κορμί σου.
    Θα κοιμηθώ κι εγώ και τότε ίσως ξυπνήσεις
    κι ό,τι τώρα σκέφτομαι, σκεφτείς, ίσως
    τυλιγμένη να με φανταστείς σε κάποιο δέντρο όλο κλώνια
    απ’ αυτά που ξέρεις πως πολύ με συναρπάζουν και με πλησιάσεις αγγίζοντάς με,
    αποτραβώντας με από τη σιωπή αυτής της στάσης
    σαν ραδιόφωνο σβηστό, φέρνοντάς με ξανά προς το μέρος σου
    προς τον έρωτα που ο ύπνος μας χάρισε.

    ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ ΜΠΕΛΙ, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

    20. Ύπνος στο ταβάνι

    Είναι τόσο ήσυχα στο ταβάνι!
    Είναι η Place de la Concorde.
    Ο μικρός κρυστάλλινος πολυέλαιος
    σβηστός, το σιντριβάνι σκοτεινό.
    Ούτε ψυχή στο πάρκο.

    Κάτω, εκεί όπου η ταπετσαρία ξεφλουδίζει
    ο Jardin des Plantes έχει κλειδώσει τις πύλες του.
    Εκείνες οι φωτογραφίες είναι ζώα.
    Τα θεόρατα λουλούδια και τα φυλλώματα θροΐζουν.
    Κάτω απ’ τα φύλλα τα έντομα ανοίγουν δρόμο.

    Πρέπει να πάμε κάτω απ’ την ταπετσαρία
    να συναντήσουμε τον μονομάχο των εντόμων,
    να παλέψουμε με ιστούς και τρίαινες,
    και ν’ αφήσουμε το σιντριβάνι και την πλατεία
    Μα, να μπορούσαμε να κοιμηθούμε εκεί πάνω…

    Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, Μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου

    Αδύνατον να κοιμηθώ – Μάγια Μελάγια

  2. Ciao Aggeliki! Όντως πλούσιο το θέμα μας και πλουσιότατο το σχόλιό σου! Grazie mille!!!

    *Μην αναρτάς για «Αγρύπνια- ξαγρυπνώ», γιατί θα είναι ίσως το επόμενο θέμα μας.

    -Ένα ποίημα του Χρήστου Μπουλώτη: «Να έρχεσαι στον ύπνο μου»

    -Αλφονσίνα Στόρνι, «Πάω να κοιμηθώ»

    Άνθινα δόντια και φιλέ μου από δροσόπαγο
    χέρια χλόης, λεπτή μου παραμάνα,
    ετοίμασέ μου τα χωμάτινα σεντόνια
    και τη μαξιλάρα μου απο ξασμένα μούσκλα.

    Παραμάνα μου, πάω για ύπνο, σκέπασέ με.
    Στο προσκεφάλι βάλε μου μια λάμπα
    έναν αστερισμό’ όποιον σου αρέσει’
    όλοι είναι ωραίοι’ χαμήλωσέ τη λίγο.

    Άσε με τώρα: ακούς που ανοίγουν τα μπουμπούκια…
    σε νανουρίζει από ψηλά ένα ουράνιο λαγοπόδι
    κι ένα πουλί σου τραγουδάει μερικές τρίλιες.
    να ξεχαστείς… Ευχαριστώ. Α, να ένα θέλημα:
    αν αυτός έρθει ή τηλεφωνήσει πάλι
    πες να μην ξαναπάρει. Πες πως βγήκα…
    (Γενική Ανθολογία Σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Ποίησης 1892-1975 μτφ: Ρήγας Καππάτος- εκδ. Εκάτη)

    -Ρέιμοντ Κάρβερ, «Ύπνος»

    Κοιμήθηκε πάνω στα χέρια του.
    Σε μια πέτρα πάνω.
    Στα όρθια.
    Στα πόδια κάποιου άλλου.
    Κοιμήθηκε σε λεωφορεία, σε τρένα, σ’ αεροπλάνα.
    Κοιμήθηκε εν ώρα υπηρεσίας.
    Κοιμήθηκε στο πλάι του δρόμου.
    Κοιμήθηκε πάνω σ’ ένα σακί με μήλα.
    Κοιμήθηκε στα δημόσια αποχωρητήρια.
    Στο πατάρι ενός αχυρώνα.
    Στο Σούπερ Ντομ.
    Κοιμήθηκε σε μια Τζάγκουαρ και στην καρότσα ενός ημιφορτηγού.
    Κοιμήθηκε σε θέατρα.
    Μέσα στη φυλακή.
    Πάνω σε πλοία.
    Κοιμήθηκε σε καλύβες και μια φορά μες σ’ ένα κάστρο.
    Κοιμήθηκε στη βροχή.
    Κάτω απ’ τον καυτερό ήλιο κοιμήθηκε.
    Στη ράχη ενός αλόγου.
    Κοιμήθηκε σε καρέκλες, σ’ εκκλησίες, σε ξενοδοχεία πολυτελείας.
    Όλη του τη ζωή κοιμόταν κάτω από παράξενες στέγες.
    Τώρα κοιμάται κάτω από το χώμα.
    Κοιμάται, κοιμάται.
    Σαν ένας αρχαίος βασιλιάς.
    [μτφ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος]

    -Πάμπλο Νερούδα, «Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ»

    Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
    στη θάλασσα πλάι, στο νησί.
    Άγρια ήσουν και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο,
    ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

    Ίσως πολύ αργά
    τα όνειρά μας ενώθηκαν
    στο ύψος ή στο βάθος,
    ψηλά σαν τα κλαδιά που τα κουνάει ο ίδιος άνεμος,
    κάτω σαν ρίζες κόκκινες που ακουμπάνε μεταξύ τους.

    Ίσως το όνειρό σου
    απομακρύνθηκε απ’ το δικό μου
    και στη σκοτεινή θάλασσα
    με αναζητούσε
    όπως πριν
    όταν ακόμα δεν υπήρχες,
    όταν χωρίς να σε διακρίνω
    έπλεα στο πλευρό σου,
    και τα μάτια σου γύρευαν
    αυτό που τώρα
    − ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό −
    σου προσφέρω απλόχερα
    γιατί είσαι το κύπελλο
    που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

    Κοιμήθηκα μαζί σου
    όλη τη νύχτα που
    η γη η σκοτεινή γυρίζει
    με ζωντανούς και πεθαμένους,
    κι όταν ξύπνησα στα ξαφνικά
    μες στο σκοτάδι
    το χέρι μου είχα γύρω από τη μέση σου.
    Ούτε η νύχτα ούτε ο ύπνος
    μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

    Κοιμήθηκα μαζί σου
    και μόλις ξύπνησα το στόμα σου
    βγαλμένο απ’ το όνειρό σου
    μου έδωσε τη γεύση της γης,
    του θαλασσινού νερού, των φυκιών,
    του βυθού της ζωής σου,
    και δέχτηκα το φιλί σου
    μουσκεμένο από την αυγή
    σα να μου ερχόταν
    από τη θάλασσα που μας κυκλώνει.
    (Από το βιβλίο, «Πάμπλο Νερούδα – ερωτικά ποιήματα», (δίγλωσση έκδοση). Εκδόσεις Πατάκη, στ΄ έκδοση, Νοέμβριος 2009.
    Μετάφραση: Αγαθή Δημητρούκα)

    -Τσαρλς Μπουκόφσκι, «χασμουρητό…»

    πιστεύω πως μου αρέσει ο ύπνος
    περισσότερο απ’ ό,τι σ’ οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο
    έχω γνωρίσει.
    .
    έχω την ικανότητα να κοιμάμαι για
    2 ή και 3 ημέρες και
    νύχτες στη σειρά.
    .
    πηγαίνω στο κρεβάτι οποιαδήποτε
    ώρα.
    .
    έτσι συχνά οι φιλενάδες μου
    μπερδεύονται με μένα –
    .
    η ώρα είναι ας πούμε μία
    και μισή το μεσημέρι:
    .
    «λοιπόν, εγώ πάω στο κρεβάτι τώρα, θα
    κοιμηθώ λίγο…»
    .
    τις περισσότερες απ’ αυτές δεν τις νοιάζει, έρχονται
    στο κρεβάτι μαζί μου
    πιστεύοντας πως υπαινίσσομαι
    σεξ
    .
    εγώ όμως θα τους γυρίσω την πλάτη
    και θ’ αρχίσω να ροχαλίζω.
    .
    ίσως αυτό να εξηγεί, βέβαια,
    γιατί τόσες πολλές απ’ τις φίλες μου
    με αφήνουν.
    .
    όσο για τους γιατρούς, ποτέ δεν κατάφεραν
    να βοηθήσουν:
    .
    «άκου, γιατρέ, έχω αυτή την επιθυμία να
    πέφτω στο κρεβάτι και να κοιμάμαι, όλη
    την ώρα σχεδόν.
    τι πρόβλημα
    έχω;»
    .
    «ασκείσαι αρκετά;»
    .
    «ναι…»
    ,
    «η διατροφή σου είναι
    καλή;»
    .
    «ναι…»
    .
    μου δίνουν πάντα κάποια
    συνταγή
    την οποία κι εγώ πετάω
    κάπου μεταξύ του γραφείου τους και
    του πάρκινγκ.
    .
    είναι μια παράξενη ασθένεια
    γιατί ποτέ δεν μπορώ να κοιμηθώ μεταξύ
    6 μ.μ. και μεσάνυχτα.
    κοιμάμαι μόνο μετά
    τα μεσάνυχτα
    κι όταν σηκώνομαι
    αποκλείεται να είναι
    πριν απ’ το μεσημέρι.
    .
    κι αν χτυπήσει καμιά φορά το τηλέφωνο
    στις 10.30 π.μ. ας πούμε
    γίνομαι εντελώς έξαλλος
    .
    δεν ρωτάω καν ποιος είναι αυτός
    που τηλεφωνεί
    .
    ουρλιάζω μες στο
    τηλέφωνο: «ΤΙ ΣΤΟ
    ΔΙΑΟΛΟ ΘΕΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΦΩΝΕΙΣ
    ΤΕΤΟΙΑ ΩΡΑ!»
    .
    και
    κλείνω…
    .
    κάθε άνθρωπος, υποθέτω, έχει
    τις παραξενιές του
    προσπαθώντας όμως να είναι
    φυσιολογικός
    στα μάτια του
    κόσμου
    τις ξεπερνάει
    με αποτέλεσμα
    να καταστρέφει κάθε
    ξεχωριστή του κλίση.
    .
    εγώ διατήρησα τις δικές μου
    και πιστεύω πως
    προικίσανε γενναιόδωρα
    την ύπαρξή μου.
    .
    νομίζω πως αυτός είναι ο κύριος λόγος που
    αποφάσισα να γίνω
    συγγραφέας: μπορώ να γράφω
    οποιαδήποτε ώρα και
    να κοιμάμαι
    όποτε στο διάολο
    μου κάνει κέφι.

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ο.k., Γιάννη!
    Καλώς μου εφιστάς την προσοχή, γιατί και της αγρυπνίας τα ελέη είναι πλούσια.

    1.
    …Μακάριοι οι νυσταγμένοι γιατί γρήγορα θα τους πάρει ο ύπνος.”

    Friedrich Wilhelm Nietzsche

    2. «Τις νύχτες έπαιρνα τις βαλίτσες μου ακόμα και στον ύπνο, γιατί
    ποιος ξέρει το τέλος του ταξιδιού;»

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, Βιολέτες για μια εποχή (απόσπασμα)

    3. Σαν ξύπνησα

    Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
    Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
    βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
    ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
    ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
    η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
    βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
    ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
    ώς την κορφή μες στο αίμα του,
    καρατομούσε το πρωινό,
    ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
    με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
    λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
    να ‘ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
    με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
    Κάθε πρωί δημιουργώ,
    Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
    μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
    την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
    μαμούθ και θάνατο
    τη γη όλων.
    Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
    άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
    αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
    μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
    διόλου προφητική απότοκο δική μου,
    να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
    Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
    τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
    και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.

    DYLAN THOMAS

    4. Μείνε ακίνητος γαλήνιος κοιμήσου

    Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
    Με την πληγή τυραννισμένος
    Στο λαρύγγι να φλογίζεται ν’ ανοίγει.
    Όλη νύχτα στο νερό
    Της σιωπηλής θαλάσσης συνακούσαμε τον ήχο
    Που βγήκε απ’ την πληγή την γραπωμένη
    Στο σάβανο του αλατιού.

    Τρεμάμενοι ακούσαμε κατ’ απ’ τ’ απόμακρο φεγγάρι
    Τον ήχο της θαλάσσης να κυλά σαν αίμα
    Απ’ την πληγή την βροντερή
    Κι όταν το σάβανο του αλατιού τσάκισε
    Σε μια θύελλα τραγουδιών
    Οι φωνές των πνιγμένων κολύμπησαν στον άνεμο.

    Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσ’ απ’ τ’ αργό θλιμμένο πανί,
    Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
    Του χαμένου καραβιού
    Το ταξίδι μου ν’ αρχίσω για το τέλος της πληγής μου.
    Τραγούδι ακούσαμε τον ήχο της θαλάσσης,
    Το σάβανο είδαμε λόγο του αλατιού.

    Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
    Κρύψε στο λάρυγγα το στόμα
    Αλλιώς θα υποταχθούμε και θα ιππεύσουμε μαζί σου
    Μέσα στους πνιγμένους.

    DYLAN THOMAS ‘Κι ο Θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία’, Εκδ. Ελ. Τύπος, μτφ. Γιώργος Μπλάνας

    Απόψε λέω να μην κοιμηθούμε – Νικολάου & Θαλασσινός

    5. ΕΝΩ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ

    Ενώ κοιμόμαστε έρχεται Άνοιξη:
    Στα μάτια σου μπουμπουκιάζει ο χείρανθος
    Κι ένα πουλάκι δοκιμάζει τη νυχτερινή του ικεσία:
    Με αναφιλητά θά ’θελα τώρα να κλάψω,
    Κοιμάμαι όμως, κοιμάμαι τώρα.

    Είναι ζεστή σαν Ιταλία η αγκαλιά σου.
    Τα μάτια σου είναι καφετιοί, γλυκιοί χουρμάδες
    Και το στόμα σου μυρίζει ακόμα ανατολικότερα
    Σύκο από τη Σμύρνη
    Σε δαφνώνες μέσα ροδαλούς
    Βγαίνει ο νέος Ορφέας περίπατο
    Έχοντας και το λαγωνικό του.

    Απ’ τ’ όνειρό σου ίσαμε το δικό μου
    Αλέες σέρνονται με φοίνικες·
    Βλέπουμε ένα και το ίδιο όνειρο,
    Μία και την ίδια ζωή,
    Έναν και τον ίδιο θάνατο –
    Γι’ αυτό.

    CLAIRE GOLL (1890 -1977), Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    6. ΥΠΝΟΣ ΔΙΧΩΣ ΦΟΒΟ

    Ύπνος δίχως φόβο:
    Τα λιβάδια οδηγώ των ονείρων σου
    στης σελήνης τους λειμώνες
    που με μηλιές είναι κεντημένοι.
    Άσε να βοσκάνε εκεί της ελπίδας οι αίγαγροι
    στον αστρόθαμνο επάνω της αβύσσου,
    που γκρεμίζεται στη ζωή
    όπου ληστές παραμονεύουνε και λύκοι.
    … Εμπρός! Μια φωνή από μένα βοώσα:
    Και ξαναβρίσκει ο έρωτάς μας
    το ξέφωτο το ασφαλές
    να θροΐζει σεληνόφως
    πίσω απ’ της ειμαρμένης τις λόχμες.

    YVAN GOLL (1891-1950), Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    Γιατί με ξύπνησες πρωί – Τσιτσάνης

    7. ΜΑΤΑΙΑ ΤΗΝ ΞΥΠΝΑΩ

    Την ξυπνάω για τον ήλιο που εξηγείται στα φυτά
    για τον ουρανό τεντωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα
    την ξυπνάω για τις λέξεις που τσούζουν τον λαιμό
    την αγαπάω με τ’ αυτιά μου
    πρέπει να πας μέχρι το τέλος του κόσμου για να βρεις
    δρόσο στο χορτάρι

    την ξυπνάω για όλα τα μακρινά πράγματα που μοιάζουν
    με αυτά εδώ
    για τους ανθρώπους που χωρίς μέτωπο και όνομα
    περνούν στον δρόμο
    για τις ανώνυμες λέξεις πλατείες την ξυπνάω
    για τα βιομηχανικά τοπία δημόσια πάρκα
    την ξυπνάω για τον πλανήτη μας που ίσως γίνει νάρκη
    στο ματωμένο ουρανό
    για τα χαμόγελα στην πέτρα φίλων που αποκοιμήθηκαν
    ανάμεσα σε δύο μάχες
    όταν ο ουρανός δεν ήταν μεγάλο κλουβί για πουλιά
    αλλά αεροδρόμιο
    η αγάπη μου γεμάτη άλλους είναι κομμάτι της αυγής

    την ξυπνάω για την αυγή για την αγάπη για μένα
    για τους άλλους
    την ξυπνάω κι ας είναι αυτό πιο μάταιο από το να καλείς πουλί
    που κούρνιασε για πάντα
    σίγουρα είπε: ας με γυρέψει και ας δει ότι λείπω
    αυτή η γυναίκα με χέρια παιδιού που αγαπάω
    αυτό το παιδί που αποκοιμήθηκε χωρίς να σκουπίσει
    τα δάκρυα που ξυπνάω

    μάταια μάταια μάταια
    μάταια την ξυπνάω
    γιατί θα ξυπνήσει αλλιώτικη και νέα
    μάταια την ξυπνάω
    γιατί τα χείλη της δεν θα μπορέσουν να την πουν
    μάταια την ξυπνάω
    ξέρεις καλά πως το νερό ρέει αλλά δεν λέει τίποτα
    μάταια την ξυπνάω
    πρέπει να υποσχεθείς στο ξεχασμένο όνομα
    ένα πρόσωπο στην άμμο
    αν δεν είναι έτσι κόψτε μου τα χέρια και κάντε με πέτρα

    Μπράνκο Μίλκοβιτς

    8. ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
    (AWAKING IN NEW YORK)

    Κουρτίνες ζορίζοντας τη θέλησή τους
    Ενάντια στον άνεμο,
    Παιδιά που κοιμούνται,
    Ανταλλάσσοντας όνειρα με Σεραφείμ.
    Η πόλη σέρνεται αφυπνισμένη
    Πάνω σε υπόγειους ιμάντες · κι εγώ,
    Ένας συναγερμός, ξύπνια
    Σαν φήμη πολέμου,
    Ξαπλωμένη τεντώνομαι στην αυγή,
    Αυθόρμητη κι αγνοημένη.

    ΜΑΓΙΑ ΑΓΓΕΛΟΥ, μτφρ. Κώστας Λιννός

    Αν κοιμηθώ νωρίς, θα σηκωθώ νωρίς- Λουκιανός Κηλαηδόνης

    9. ΥΠΝΟΣ, ΓΕΝΙΚΗ ΔΟΚΙΜΗ

    Ύστερα πάλι ήρθαν οι βροχές το σώμα
    Σύρθηκε πάνω στα σπασμένα πράσινα καλώδια
    Της γης
    Κλαράκια βότανα αγριόχορτα σεντόνια
    Προς το παράθυρο
    Τροφή
    Οι οξειδωμένοι χυμοί του μέλλοντος
    Και οι προσχώσεις των ονείρων.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΓΕΑΣ

    10. Ύπνος στο μπλε δωμάτιο

    Μετράει τον χρόνο
    και δεν της βγαίνει
    πότε γεννήθηκε
    πότε γονάτισε
    πότε αγάπησε
    για πότε θρήνησε
    σε ποιο δωμάτιο
    ποια μέρα
    μήνα
    ποια χρονιά
    Σεντόνι
    και τα σκεπάζει όλα
    το μούχρωμα
    μόνο να γίνει νύχτα
    στο μπλε δωμάτιο
    Επιτέλους
    να πέσει, θέλει,
    να κοιμηθεί.

    EΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

    Πάλι ύπνος δεν με πιάνει – Κώστας Χατζής – Σώτια Τσώτου

    11.
    -61-

    Ο ύπνος που φτερουγίζει απάνω απ’ τα ματάκια
    του μωρού — ξέρει κανείς από πού ξεκινάει κ’
    έρχεται; Ναι! Λένε πως έχει τη φωληά του στη χώρα
    την ξωτική, μες στων δασών τη σκοτεινιά, που αδύνατα
    τήνε φωτίζουν η πυγολαμπίδες, ‘κεί που κρέμουνται
    δυο άγρια μπουμπούκια γοητείας — από ‘κεί
    έρχεται για να φιλήση τα ματάκια του μωρού.
    Το χαμόγελο που φτερουγίζει στα χειλάκια του
    μωρού όταν κοιμάται, — ξέρει κανείς σας πού γεννήθηκε;
    Ναι! Λένε πως η πρώτη χλωμή ακτίνα ενός
    νέου φεγγαριού άγγισε τις άκρες ενός ταξιδιάρικου
    φθινοπωρινού σύννεφου και ‘κεί το χαμόγελο
    πρωτογεννήθηκε, στο όνειρο μιας δροσόλουστης αυγής,
    — το χαμόγελο που ανθεί στα χειλάκια του μωρού,
    όταν κοιμάται.
    Η δροσερή και απαλή τρυφεράδα, που λουλουδίζει
    στα μέλη του μωρού, — ξέρει κανείς πού ήταν
    κρυμμένη τόσον καιρό; Ναι! Όταν η μητερούλα
    του ήταν ακόμα κόρη, πλημμύριζε την καρδιά της
    με τρυφερό και σιγαληνό μυστήριο αγάπης, η δροσερή
    κι’ απαλή τρυφεράδα που λουλουδίζει τώρα στα
    μέλη του μωρού.

    ΡΑΜΠΙΤΡΑΝΑΘ ΤΑΓKΟΡ, ΛΥΡΙΚΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ (ΓΙΤΑΝΤΖΑΛΙ) ΜΕΤ. Κ. ΤΡΙΚΟΓΛΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1921

    Calu Cacu – Δεν μπορείς να καταλάβεις πόσοι πολύ νυστάζω

    12. Νύστα

    Σάλες πορφυρές και κομψοτεχνήματα κλειδιά.
    Έχω το κλειδί, αλλά δεν ξέρω ποια πόρτα ανοίγει. Κοπέλες με λευκά εφαρμοστά μισάνοιχτα χαμόγελα. Πουκάμισα διάφανα και σφιχτά κορμιά σε μαύρες φούστες. Ρωτώ. Δεν ξέρουν.

    Πόρτες σκαλιστές και κόκκινες. Τα δωμάτια μικρά κατάλευκα υπόσχονται λιγοστό αλλά καλής ποιότητας ύπνο. Ύπνο για να ζεις και όχι για να φεύγεις.
    Εγώ κοιμάμαι πολύ και ζω λίγο. Το κλειδί μου είναι άχρηστο. Κανείς δεν μπορεί να βρει την κλειδαριά.

    Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς μιλάω πάντα για όνειρα. Ποτέ για τη ζωή.

    ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ

    13. Ο ύπνος είναι ένας απλοϊκός άνθρωπος

    Εμείς, που με τις ωδές μας βρίσκουμε ένα δρόμο,
    ξέροντας πού οδηγεί,
    εμείς, που αντί για φίλους
    έχουμε στίχους μ’ ανθρώπινα μάτια,
    όταν ο ύπνος τα πρόβατα και τους βοσκούς ναρκώνει,
    πιάνουμε κουβέντα μαζί του,
    μ’ αυτόν το δίδυμο αδελφό του θανάτου.
    Εμείς που ζεσταινόμαστε απ’ τα χνώτα των ποιημάτων,
    μιλάμε συχνά με τον ύπνο,
    σα να ήταν ο ήρωας μιας ωδής.
    Κι είναι βραδυές που ο ύπνος,
    αυτός ο απλοϊκός άνθρωπος,
    μας χειρουργεί.

    Βραδυές ύποπτες.

    Γ Ι Ω Ρ Γ Ο Σ Β Ε Η Σ, Από τη συλλογή Κι άλλη ποίηση

    Μη το ξυπνάτε –Φαραντούρη

    14. Πρόδρομος Μάρκογλου, Υπνοβάτες

    Κόβουν τον ομφάλιο λώρο
    Σ’ αφήνουν αναπότρεπτα στο ρεύμα του ποταμού
    Στο αίμα και τα σκουπίδια

    Χάσματα ορύγματα της σκέψης
    Οράματα αιμάτινης φαντασίας
    Με την πέτρα της ευθύνης δεμένοι
    Υπνοβάτες σε παλιά όνειρα
    Χρήστες εθισμένοι της ιστορίας

    Ανεπίστρεπτα ανακυκλώνουμε το μέλλον.

    Από τη συλλογή Ονείρων κοινοκτημοσύνη (2002)

    Υπνοβάτης -Ανδριάνα Μπάμπαλη, Γιάννης Κότσιρας

    15. ΟΙ ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ

    Στην πόλη που γεννήθηκα, μάνα και κόρη ζούσαν,
    που στον ύπνο τους πότε -πότε νυχτοπερπατούσαν.
    Μια νύχτα που ησυχία γλυκιά πλάνευε όλη την πλάση,
    κόρη και μάνα, υπνοβατώντας, ήρθαν κι οι δύο κάτου
    και, στην ομίχλη που τον κήπο γύρω είχε σκεπάσει,
    αντάμωσαν στον ύπνο, ως λεν τ’ αδέρφι του θανάτου.

    Μίλησ’ η μάνα:
    «Ω! Πιο φρικτός εχθρός μου, στους ανθρώπους.
    Εσύ ‘σαι που κατάστρεψες τη θαλερή μου νιότη.
    Τ’ ανθί της ζωής σου λίπανες με τους δικούς μου κόπους.
    Αν άνθρωπο εγώ σκότωνα, εσύ θα ‘σουν η πρώτη».

    Κι η κόρη:
    «Ω μισητή γυναίκα, γριά ξεκουτιασμένη,
    ο εγωισμός σου, εμπόδιο μου, για κάθ’ ελευθερία!
    Που θέλεις την ζωή μου ηχώ σου -ζωή, συ, μαραμένη.
    Αν ήτανε να πέθαινες, να λήξει αυτή η ιστορία».

    Κείνη την ώρα ξύπνησαν, λάλησε το κοκόρι.
    Κι μάνα αγκάλιασε την κόρη και της λέει γλυκά:
    «Εσύ είσαι αγαπούλα μου;». Και μ’ όμοια γλύκα η κόρη:
    «Ναι, εγώ, χρυσή μανούλα μου», και πάνε αγκαλιαστά.

    ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ

    Υπνοβάτης, Μανώλης Μητσιάς

    16. ΥΠΝΟΒΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

    Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
    πράσινα να ‘ναι πράσινα
    τον άνεμο τη φυλλωσιά
    τ’ άλογο πάνω στα βουνά
    τη βάρκα μες στη θάλασσα

    Μες στη σκιά που τηνε ζώνει
    ρεμβάζει επάνω στο μπαλκόνι
    πράσινο δέρμα και μαλλί
    το μάτι κρύο και ασημί

    – Σύντροφε πάρε τ’ άλογο μου
    κι όλ’ η αρματωσιά δικιά σου
    το σπίτι σου να ‘ναι δικό μου
    να ‘ναι δική μου η φαμελιά σου

    Σύντροφε καταματωμένος
    έρχομαι απ’ τ’ αψηλό φαράγγι
    αχ έτσι το ‘φερε η ανάγκη

    -Έννοια σου γιε μου κι αν μπορούσα
    ευθύς το πράγμα θα το κλειούσα
    μα δεν ορίζω πια δικό μου
    κάνε μήτε το σπιτικό μου

    – Σύντροφε πες μου και πατέρα
    που ‘ναι η πικρή σου θυγατέρα;

    -Χρόνους και χρόνους εκεί μένει
    και πάντα εκεί θα περιμένει
    όμορφη μελαψή και μόνη
    πάνω στο πράσινο μπαλκόνι

    Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
    πράσινα να ‘ναι πράσινα
    τον άνεμο τη φυλλωσιά
    τ’ άλογο πάνω στα βουνά
    τη βάρκα μες στη θάλασσα.

    ΕΛΥΤΗΣ

  4. Σεφέρης-κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά

  5. Καλημέρα, Αγγελική!…. Πλουσιότατο και ωραιότατο και τούτο το σχόλιό σου! Ευχαριστώ!!!

    – Τριστάν Κορμπιέρ, «Λιτανεία του Ύπνου»
    (Απόσπασμα)

    «…ΥΠΝΕ! Χαμαιλέοντα με άστρα κεντημένε!
    Πλοίο Φάντασμα, που μόνο του περιπλανιέται με
    όρτσα τα πανιά!
    Γυναίκα του ραντεβού, τυλιγμένη σ’ ένα πέπλο!
    ΥΠΝΕ! –Θλιμμένη Αράχνη, άπλωσε πάνω μου το υφάδι σου!

    ΥΠΝΕ φωτοστεφανωμένε! Εξαίσια. Αποθέωση.
    Που ερεθίζεις το φτωχό κρεβάτι του γαβριά που
    αναπαύεται!
    Καρτερικέ Ακροατή του ακατάληπτου όταν μιλά,
    Καταφύγιο του ψαρά, τ’ αθώου δεν τολμά!
    ………………………………
    Επιφάνεια βαθιών! Βάθος κουτών!
    Τροφέ του στρατιώτη και στρατιώτη τροφών!
    Ειρήνη ειρηνοδικών! Αστυνομία αστυνομιών!
    ΥΠΝΕ!- Ωραία της νύχτας που μισανοίγει τον
    κάλυκα του άνθους της!
    Κάμπια, Πυγολαμπίδα και Νυχτικό του ασκητή!
    Πηγάδι της αλήθειας του κυρίου Λα Παλίς!
    Ψηλέ ΦΕΓΓΙΤΗ! Αχτίδα σκόνης αψηλάφητης,
    που έσβηνες της μέρας τ’ αδυσώπητο φανάρι!
    ΥΠΝΕ!- Άκουσέ με, θα μιλήσω σιγανά:
    Κυμαινόμενο λυκόφως τού να Ζει κανείς ή να μη Ζει…
    …………………………………………….
    ΥΠΝΕ! Άγριο Δράμα! Ύπνε, Χαύνωση μαλθακή!
    Χρυσό στόμα της σιωπής και Φίμωτρο του ψεύτη!
    Νανούρισμα νικητών! Πέταυρο κοκκόρων νικητών!
    Παράγραφε βιβλίου, που κοιμούνται οι προεκτάσεις!
    Ονειροπόλου νέου Θηλυκό Μοναδικό!
    Ονειροπόλας γυναίκας αρσενικό πληθυντικό!
    ΥΠΝΕ! Φάτνη του σφριγηλού Πηγάσου!
    ΥΠΝΕ! Μικρή βροχή να σταματάς τη θύελλα!
    ΥΠΝΕ! Δαίδαλε κυματοειδή που έρχεται ο επανερχόμενος!
    ΥΠΝΕ! διάδρομε μακριέ, που κρώζει ο άνεμος τον πόνο του!»
    (Πολ, Βερλέν, Οι καταραμένοι ποιητές, Αιγόκερως)

    -Μιχάλης Γκανᾶς, «από τον Ύπνο του Καπνιστή»

    «Ἡ διάρκεια εἶναι πάθος.

    Ἰδιαίτερα στὴν ἀγάπη.
    Σοῦ τὸ λέω ἐγὼ ποὺ ἀγαπῶ
    τόσους ἀνθρώπους ἐπὶ τόσα χρόνια
    χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν.
    Μεταξύ μας γιὰ μένα τοὺς ἀγαπῶ.
    Μοῦ κάνει καλό.
    Ὅπως ἠ ἀγάπη μου γιὰ σένα φέρ’ εἶπεῖν.
    Μὲ κάνει καλύτερο.
    Καλύτερο καὶ ἀπὸ σένα ἐνίοτε.
    Ἔλα, σὲ πειράζω.

    Δῶσ’ μου τὸ χέρι σου να τὸ κοιμίσω.
    Εἶναι παλτὸ ξεκούμπωτο ἡ νύχτα
    προβιὰ σφαγμένου ζώου ποὺ ἀνασαίνει ἀκόμα.
    Κοιμήσου· ἡ καρδιά μου ξαγρυπνᾶ.»
    (Από τη συλλογή «Ο ύπνος του καπνιστή», Εκδόσεις Καστανιώτη 2003)

    -Μαρία Αρχιμανδρίτου, «Τραγούδι του ύπνου»

    «Απόψε θα σε ταξιδέψω
    σ’ όλες τις θάλασσες του κόσμου
    και θα σου πω σαν παραμύθια
    τα μυστικά της μέρας, φως μου

    Τη νύχτα μ’ ένα χαλινάρι
    σ’ ένα σου κλάμα θα την κλείσω
    κι όλα τ’ αστέρια που σε θρέψαν
    στο μαξιλάρι θα τα ντύσω

    Απόψε θα σε μεγαλώσω
    με τάσι μέλι και με γάλα
    για ν’ ανταμώσεις και να νιώσεις
    του κόσμου, γιε μου, τα μεγάλα

    Κι αν κουραστείς κι αν σε πονέσουν
    σα δέντρο πούχει ρίζα αιώνια
    στη ρίζα μου θα ξαποσταίνεις
    με ήλιο, γιε μου, και με χιόνια

    Απόψε θα σε νανουρίσω
    μ’ όλους τους ουρανούς του κόσμου
    και θα σου πω σαν παραμύθια
    τα μυστικά της ζήσης, φως μου.»

    (Πηγή: Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα – Μαρία Αρχιμανδρίτου)

    -Πέγιο Γιάβοροβ: «Εγώ ανονείρευτο ύπνο θα κοιμούμαι»
    Μες στης αχλής το γαλάζιο

    Στο παράθυρο στέκω, και κοιτάζω
    παιδιά, που παίζουν έξω – είναι δικό τους
    το πρωί: πρόσωπα ανέγνοια, φωτισμένα απ’
    άνοιξη… Πόσα, αχ, άνθη είδα μπροστά μου
    να πεθαίνουν; Και στέκω και κοιτάζω
    κ’ είμαι πλημμυρισμένος αναμνήσεις
    κι αθέλητα τα μάτια μου ρωτούνε
    μακρυά ως εκεί που καταχνιά ‘ναι οι δρόμοι,
    τα μονοπάτια… Ποιος έρχεται τάχα
    εδώ, — ποιος, δίχως να γυρίση, φεύγει
    πίσω από τον ορίζοντα — ασημένιων
    αψηλάφητων τοίχων; Μας σταύρωσαν
    ζωή και θάνατος, φεύγοντας. Ποιος όμως
    τον ένοxο απ’ τον δίκαιο θα μπόρεση
    να διακρίνη. Παιδιά, για σας φοβούμαι.

    Ο ήλιος αποτελειώνει της δικής του
    κλήρας τον δρόμο. Πάνω απ’ τα γυμνά σας
    κεφάλια καίει το μέγα πέταγμά του,
    και καίγεται ο ουρανός, συδαυλισμένος
    από νέφη, καπνίζοντας. Ω, ξέρω
    του ήλιου το κάψιμο καλά, και ξέρω
    την καταιγίδα. Διάτρεξα τη μέρα
    μου ολόκληρη, κι αδιάκοπα ήμουν ξύπνιος…
    Ω, παιδιά, σας κοιτάζω, και με θλίψη
    χαμογελώ: θα με κατηγορήση
    τάχα κανείς, που ξαποστάζω λίγο;
    Καρτερώ, στο παράθυρο, τη μέρα
    που θα πέση η κουρτίνα. – Η λάμψη κείνη,
    που από κεραυνούς σύντομους γεννιέται,
    θα λάμψη στη δική σας μέρα, κ’ έξω
    των παιγνιδιών σας τις κραυγές, τις δίχως
    νόημα, θα ξεκουφαίνη η καταιγίδα. –
    Μα εγώ ανονείρευτο ύπνο θα κοιμούμαι.

    Κι όταν θα ρθή το βράδι, θα αιστανθήτε
    το κρύο μες στα σκισμένα σας τα ρούχα,
    και κουρασμένα, αργά, τα μέτωπά σας
    θα σκύψετε. Μέσα στις ραγισμένες
    ψυxές σας, φλογερές, καθώς μαxαίρια,
    που γυρνούν μες στη σάρκα, θα τρυπώσουν
    οι θύμησες. Κι αγάλια θα πεθάνη
    του βραδιού το επιχρύσωμα όλο επάνω
    στις κορφές που απομείναν στ’ άφωνά μας
    όνειρα. Θα ‘χη ρθει η ώρα, τότε, μέσα
    στης αχλής το γαλάζιο, που όλοι σβήνουν
    οι θόρυβοι και κλαίει η σιωπή, και, δίχως

    δύναμη, κάθεστε στα παραθύρια
    και θυμάστε, παιδιά, μπορεί και μένα,
    μουρμουρίζοντας ένα: Καληνύχτα!
    (Από το βιβλίο του Άρη Δικταίου «Ανθολογία
    Βουλγαρικής Ποιήσεως» – εκδ.Δωδώνη, 1971).

  6. Ευχαριστώ πολύ Λύσιππε, καλή εβδομάδα!!!!

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Κοίτα τι σιωπή βασιλεύει στον κόσμο

    Περασμένη μία. Πρέπει να ‘σαι πια στο κρεβάτι.
    Ο Γαλαξίας μάτι ασημένιο μέσα στη νύχτα.
    Δε βιάζομαι ούτε και θέλω
    να σου κόψω τον ύπνο με κεραυνό-τηλεγράφημα.
    Το καράβι του έρωτα συντρίφτηκε στα καθημερινά επεισόδια.
    Τους λογαριασμούς καθαρίσαμε. Τι ωφελεί
    ν’ αραδιάζουμε τώρα
    προσβολές, πόνους, λάθη αμοιβαία.
    Δεν αξίζει τον κόπο.
    Κοίτα τι σιωπή βασιλεύει στον κόσμο.
    Η νύχτα με το χρέος της ντύνει
    τον ουρανό με αστέρια.
    Σε στιγμές σαν κι αυτή
    σηκώνεσαι κι ανοίγεις διάλογο
    με την ιστορία
    την δημιουργία
    και τους αιώνες.

    Μαγιακόφσκι “Ποίημα αποχαιρετισμού”

    2. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Είναι ώρα να βάλεις τον ροδόκηπο για ύπνο.
    Να μαζέψεις τη σορό όλων των πεσμένων φύλλων.
    Πρέπει να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου, είπες,
    αλλιώς θα σε καβαλήσουν στο σβέρκο –
    Θυμάμαι που ήρθες και μου έφτιαξες τα σεντόνια
    και μου έκανες το κρεβάτι μου ροδόκηπο.
    Και τότε που τρύπησα το δάχτυλό μου και μάτωσε
    κι εσύ το καθάρισες με τη γλώσσα σου
    κι εγώ έπαιζα με το γόνατό σου.
    Πρέπει. Να πάρεις. Τα πράγματα. Στα χέρια σου – είπες.
    Τότε που φυτεύαμε, παίζαμε σκραμπλ, φτιάχναμε ψωμί
    τραγουδούσαμε να διώξουμε τον πρώτο χειμωνιάτικο αέρα.

    Είναι ώρα να βάλεις τον ροδόκηπο για ύπνο!
    Προλάβαμε και δεν αφήσαμε πολλά ανείπωτα
    μέχρι τη στιγμή που δε μπορούσες πια να μιλήσεις.
    Ναι, πρέπει να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας, είπαμε
    και το κάναμε και κρατήσαμε το αίμα της αγάπης μας κόκκινο –
    Και παίρνω όρκο ότι απ’ αυτό τράφηκε αυτό το χώμα που έβγαλε τέτοια δέντρα.

    Και τώρα ήρθε η ώρα να βάλω τον ροδόκηπο για ύπνο.
    Θα πρέπει να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου, έτσι είχες πει.

    Janet Lees
    απόδοση: Belica-Antonia Kubareli

    3. Ξυπνάω και τα μάτια μου καίνε

    Ξυπνάω και τα μάτια μου καίνε.
    Η εφηβεία πέθανε μέσα στα γένια μου
    Που μεγάλωσαν καθώς κοιμόμουν,
    Στην απίσχναση του σαρκίου μου, αποτυπώνεται
    Στο λιωμένο φως που καίει στα μάτια μου.
    Καταλήγω λοιπόν, στη βουβή πυρκαγιά
    Μιας νεότητας που την ζάλισε η αιωνιότητα.
    Έτσι καίγομαι, και δεν αξίζει σκέφτομαι,
    Να είναι διαφορετικά τα πράγματα:
    Να επιβάλλω όρια στην αταξία.
    Με παρασύρει ολοένα και πιο αδύναμο
    Με ένα αποστεωμένο παιδικό προσωπείο
    Προς μια ήσυχη και παλαβή τάξη,
    Το βάρος της μέρας που έχασα
    Μέσα σε ώρες βουβής ευθυμίας, και στιγμές
    Ανείπωτου τρόμου…

    Pier Paolo Pasolini

    4. Μεσάνυχτα απλής ειρωνείας

    Όσοι κοιμούνται καλώς κοιμούνται.
    Κι όσοι ξαγρυπνούν καλώς πράττουν.
    Ούτε η μία ούτε η άλλη κατηγορία
    αποτέλεσαν ποτέ ιδιαίτερο πρόβλημα
    σε αντίθεση
    με όσους κοιμούνται όρθιοι
    και όσους ξύπνιοι και αλαφιασμένοι
    κοιμούνται.
    Τυχοδιώκτες των ονείρων οι πρώτοι
    λιποτάκτες του εφιάλτη οι δεύτεροι.

    Όλα συνηθίζονται.
    Το κρύο, η ζέστη, η πείνα, η δίψα.
    Ο θάνατος, ο πόνος, η απουσία, η ματαίωση.
    Η ευτέλεια, η ταπείνωση, συνηθίζονται.
    Και η αρρώστια κι ο φόβος και η εγκατάλειψη
    ακόμα και η συνήθεια του να συνηθίζεις
    όσα αρνείσαι και μάχεσαι και αποστρέφεσαι
    συνηθίζονται.
    Δεν είναι παιδί της υπομονής ο άνθρωπος.
    Γόνος της συνήθειας είναι. Μια καταβολάδα ήττας.

    Όποιος μιλά για τύχη
    αποθέτει το παρελθόν του στη σύμπτωση
    και το μέλλον του στη συγκυρία.
    Όποιος μιλά για αναγκαιότητα
    εγκαταλείπει το παρελθόν του στη θεία πρόνοια
    και το μέλλον του στη μοίρα.
    Όσοι αρνούνται και τις δύο εκδοχές ύπαρξης
    γίνονται απολογητές της στατιστικής
    και θιασώτες της μηδενικής ανοχής.
    Για όλους και για όλα.
    Όλα από τη γλώσσα ξεκινάνε.
    Αλλά και τα χειρότερα καταλήγουν εκεί.
    Ιδίως αν συνηθίζεις να την βγάζεις έξω.

    Ο εγωισμός
    δεν είναι τίποτε άλλο
    εκτός από το αναγκαίο απόθεμα
    κοινωνικής αναισθησίας
    που δανείζεις στους άλλους
    προκειμένου να σε ποδοπατήσουν
    ανηλεώς.

    Κανείς δεν σ’ αγαπάει τόσο όσο ο εαυτός σου
    γι αυτό και κανείς δεν θα σε σώσει απ’ αυτόν.
    Δεν είναι ανάγκη
    να γίνεις και τελείως ζώο για να επιβιώσεις.
    Μπορείς και ερπετό.

    Όλες οι αποδείξεις έρωτος είναι αξιόπιστες
    όταν έχει πάψει πλέον να υπάρχει.

    Όποιος αγαπά από απόσταση
    κάνει καριέρα ως ελεύθερος σκοπευτής
    του εαυτού του.

    Τα ζώα που σ’ αγάπησαν
    δεν ήταν κατ’ ανάγκην κατοικίδια.
    Της δικής σου ζούγκλας ήταν.

    Ευτυχία είναι να απολαμβάνεις στο ακέραιο
    την ευθύνη για όλες τις ανεύθυνες πράξεις σου
    Όλοι έχουν δικαίωμα στην ευτυχία
    αρκεί να τη στερούν από τους άλλους

    Απελπισμένοι υπάρχουν πολλοί
    και οι περισσότεροι ζητούν έναν παρηγορητή
    έναν συμπαραστάτη, έναν συμπάσχοντα, έναν σύντροφο.
    Οι πιο απελπισμένοι όμως έναν συνεταίρο.

    -Κώστας Τριπολίτης

    5. Ξημέρωμα της άλλης μέρας 4 και 10′

    Δεν κοιμάμαι. Στερητικά. Βαριά. «Ψυχολογική χαρμάνα».
    Η μητέρα μου, δε σας το ’πα, είναι η Παναγία.
    Κάνει πως κοιμάται…
    Σέρνομαι στο μπάνιο. Γι’ αυτήν. Μόνο γι’ αυτήν.
    Κάθομαι κάτω απ’ το παγωμένο νερό.
    Το στόμα μου έχει στραβώσει. Κοιτάω στον καθρέφτη.
    Δε βλέπω.
    Έχασα και την όραση.

    Αυτό το ταξίδι ξέρω. Να πεθαίνω
    Και ν’ ανασταίνομαι.

    Συμβουλές να πάω σε πνευματικό. «Είμαι δαιμονισμένη»!
    Μεσαίωνας. Είμαι γι’ αυτούς
    Που κάνανε τσάρκα τουριστική στο Σινά
    Και στ’ Άγιον Όρος
    Είμαι μάγισσα. Αχ, θεούλη μου
    Ας με κάψουνε πρώτη.

    Αλήθεια, γιατί δε γερνάω;
    Η αιωνία νεότης! Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ.

    Τα κόκκαλά μου;
    Σαν να πλακώσανε όλοι οι ζητάδες Αθηνών και προαστίων.

    «Με λένε οδύσσεια», 2002 – Κατερίνα Γώγου

    Στου δειλινού την άκρη αποκοιμήθηκα, Μάλαμας

  8. Ciao Aggeliki!… Grazie mille!!!

    Τούτο μου το σχόλιο αφιερωμένο αποκλειστικά στο Νίκο Καρούζο:

    -Νίκος Καρούζος, «Έχουμε κάθε δικαίωμα να κοιμόμαστε»

    ή μήπως όχι;
    για σκέψου να ανήκε στο κράτος
    ο ύπνος
    τα πράγματα θα ‘τανε δύσκολα
    θ’ αγοράζαμε ύπνο με το δελτίο; ή ελεύθερα; και πόσο;
    κι αν είχε παραχωρηθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία; ποια
    η τιμή του σήμερα;
    θα πεθαίναμε από εγρήγορση χωρίς χρήματα;
    οι πάσχοντες από αϋπνίες τυχερότεροι λιγάκι
    – δεν είναι έτσι;
    Για σκέψου να μη μας άνηκε ο ύπνος.

    -Νίκος Καρούζος, «Ο ΤΡΑΥΜΑΤΙΑΣ ΥΠΝΟΣ»

    «Έχω αποχτήσει – δεν ξέρω πως – έναν περίεργο ηλεκτρονικό υπολογιστή, που μέσ’ από μια χαλύβδινη χοάνη αποκρίνεται σε κάθε προγραμματισμό με απερινόητες υλικές απαντήσεις. Τις τελευταίες μέρες προγραμμάτισα στον περίεργο υπολογιστή μου κατσαρίδες – όχι πραγματικές, αλλά φωτογραφημένες απάνω σε σπάνιο γαλάζιο χαρτί – κι απ’ τη χαλύβδινη χοάνη εβγήκαν άφθονα πολλών ειδών πολύχρωμα λουλούδια. Μετατοπίζομαι τότε στη λογική και λέω: αυτό μπορεί να λύσει το οικονομικό μου πρόβλημα. θα προμηθεύω λουλούδια, υπέροχα και πάμφθηνα, στ’ ανθοπωλεία. Όπερ και εγένετο. Αποτέλεσμα τώρα πια να βγάζω καλό μεροκάματο. Θέλει όμως μεγάλη ομολογουμένως προσοχή. Δεν πρέπει να προγραμματίζω πολύ συχνά. Για να μην προκαλώ απορίες και κάποτε μαθευτεί πώς παράγω τόσες ποσότητες εκπληχτικά λουλούδια. «Θα ’χεις έκταση, ε;» με ρώτησε μια μέρα, παρατηρώντας τ’ αγροτικά μου ρούχα, ο ανθοπώλης. «Καθένας με το δικό του τρόπο» λέω. Από κείνη τη μέρα τρομοκρατήθηκα κι αποφάσισα λιγότερες ποσότητες. Ας μην είμαι άπληστος. ας χάσω και λίγο, σκέφτηκα. Ύστερα, πρέπει να πω, φοβήθηκα και την άλλη ερώτηση του ανθοπώλη: «Εμένα με συμφέρει, γιατί τα δίνεις όμως τόσο φτηνά;»… Με τον καιρό λοιπόν ανέβαζα λίγο-λίγο τις τιμές, δικαιολογούσα κόστος, κι ο ανθοπώλης πάντοτε ικανοποιημένος δεν είχε την παραμικρή αντίρρηση. Πάμφθηνος ήμουνα και έτσι. Δωδεκάωρος ύπνος αυτά κινηματογραφεί και προβάλλει.»

    -Νίκος Καρούζος, ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΟ ΥΠΝΟ

    σχεδόν η λήξη της ομορφιάς…
    Δεκέμβριος ο μέγας μήνας
    με μακρουλές εβδομάδες
    το ορώμενο φταίει ή τα μάτια μου;
    Σύθαμπο.
    Χιλιοφανέρωτος από αραχνιασμένη απουσία
    πολλαπλασιαστής θεουργίας και χιονοθύελλα
    όταν ματώνω αρχίζει η λάμψη μου.
    Γυμνός αμνός αμνότατος και η έσχατη
    αλαζονεία της ζωής: ο θάνατος.

    -Νίκος Καρούζος, ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ ΥΠΝΟΣ

    Χυμένη η καρδιά μου στο θαυμαστό ηλιοβασίλεμα.
    Πόσες φορές συλλογιστήκαμε τη νηνεμία
    του πάθους και του πόνου μέσα μας;
    Ω σοβαρά και ιδεώδη χρώματα!
    Πέρα στη δύση έχουν λιώσει τα βουνά
    μόλις που διαγράφονται στον καμβά του αέρα
    και μονάχα οι αιθέριες γραμμές τους βαυκαλίζονται
    στο βεβαιότερο έρωτα της παρουσίας.
    Ο πόνος απ’ τη μεριά του είναι ήσυχος
    κι ατάραχο το πάθος
    οι φιόγκοι της φωτιάς στα ξύλα του χειμώνα.

    -Νίκος Καρούζος, ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ

    Κάθε φορά που θα με πιάσει ο ιώδης ύπνος
    – τι μαθηματικότης!-
    ακούγεται ξάφνου ανατρεπτικά φωνή βοώντος: όχι.
    Τούτο θα πει λαγνεύω στα υπερουράνια
    τούτο θα πει αιθρίασε ο νεφεληγερέτης
    αυτό σημαίνει εγρήγορος ύπνος.

    -Νίκος Καρούζος, ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΥΠΝΗΛΙΑΣ

    πότε τα ’κανα;
    Οι μαυρομάτες τ’ Αναπλιού κι ανάμεσά τους
    η μητέρα μου.
    Μωρουδάκι τότενες ο Λένιν θα θυμόσαστε
    στην Παρισινή Κομούνα. θα την αναλύσει.
    Μετά τους βρεφικούς ύπνους.
    Καλύτερα να κοιμάμαι.

    (*Όλα τα ποιήματα είναι από το «Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’ + Β’, Ίκαρος»)

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Πολύ ωραίος ο Καρούζος.
    Ιδίως το πρώτο ποίημα. Εκπληκτικό.
    Δεν τα θυμόμουν καθόλου. Σ’ ευχαριστώ, Γιάννη, που μου τα θύμισες.
    Εξαιτίας σου, άρχισα να ψάχνω τον Καρούζο, που είναι ανεξάντλητος επί παντός θέματος. Και κόλλησα.

    1. Ο ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΟΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

    Ανάμεσα στους ήρεμους
    νόμους της νιόνυφης
    νοικοκυράς: της επιστήμης
    ανάμεσα στα κρημνώδη και διάπυρα
    ύψη της ανάγκης
    ο ύπνος βασιλεύει στα διλήμματα κ’ εγώ
    ο μαύρος ταξιδιώτης το αστραποσάκουλο
    μαζεύοντας τα έαρα των δευτερολέπτων
    ανοίγω πότε-πότε τα μάτια μου και βλέπω
    τ’ αλλαγμένα τοπία την άφατη μεταβολή.
    Πλήθος τα μνήματα της πλάνης. ευλογία –
    κ’ η φθίνουσα σελήνη στα ολόφωτα
    υπόγεια της αγάπης ένα δύσκολο
    πνεύμα δαψιλεύει.
    Χάρος η όψη του έρωτα.
    η ψίχα του
    τη ζωή την αγριεύει.
    Σκοπεύω σήμερα να προκαλέσω το μέλλον.
    Εγώ το αρχέγονο μυαλό της ανθρωπότητας.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    2.ΠΕΖΙΚΑΡΙΟΣ ΠΟΥ ΧΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ

    Η αγιότητα δεν πάει για record.
    όπου φτάσεις
    (πρβλ. την επί του Όρους Ομιλία).
    Καθένας ανταμείβεται κατά τη μουσική του.
    Τι να σας πω τώρα… Μεταθανάτια σημασία
    δε λουλουδίζει.
    Θλίβομαι σήμερα που αναπνέω χρυσάνθεμα
    λησμονήσαντας ίμερους κι ανάστροφους
    όρους της καλοσύνης.
    Δεν ήμουνα ποτέ πιασμένος απ’ τη φρίκη σας
    κοιμόμουνα στο κελί μου
    κι αν έπρεπε ν’ αντικρίζω την τραγωδία μου
    περισσευάμενος ο χρόνος.
    Πάντοτες αντιπαθούσα τα νευρόσπαστα
    τους φασουλήδες όποιας ιδεολογίας
    αγάπη μου στα ψάλλοντα μαλλιά σου.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    3. ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΑΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ

    Σαν ποταμός απ’ το βουνό που παλαβώθηκε
    μετά την έξαλλη καταιγίδα
    τις τρομερές του Ζόφου πιστολιές
    τους βαρεμένους κεραυνούς του
    την καρδιά μου την έδειξα φωνάζοντας:
    – Αχ να ο κόσμος στα βρεγμένα πέρατα
    μετά την έξαλλη καταιγίδα
    οπού σωριάστηκε ο έρμος μοσκολαβωμένος.
    Βλέπεις; – μια τρίχινη βροχή
    τώρα την έξαψη του διώχνει
    και τα γεράκια δρέπουν τ’ άμοιρα πουλιά
    στο χάρο από χιλιετίες χιλιάδων αλυσωμένα.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

  10. … Πλούσια η συγκομιδή μας, Αγγελική, από την ποίηση του μεγάλου Ν. Καρούζου!

    -Ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη μου βρήκα και τα παρακάτω:

    -Τίτος Πατρίκιος, «Ο ΥΠΝΟΣ»

    «Ο ύπνος λύνει τα σώματα
    τ’ αλαφρώνει τα μετεωρίζει
    λευτερώνει κρυφές δυνάμεις
    ανομολόγητες επιθυμίες
    αισθήσεις απαγορευμένες
    Ο ύπνος δεν μπόρεσε ποτέ
    ούτε την πιο επιπόλαια συνουσία
    ν’ αντικαταστήσει.»
    (Τ. Πατρίκιος, Λυσιμελής πόθος, Καστανιώτης και Διάττων)

    -Τίτος Πατρίκιος, «Ύπνος»

    «Ο ύπνος συστρέφεται
    κάτω από ρόχαλα και ιδρώτα.
    Αύριο πάλι ποιος ξέρει
    τι πόρτες θα χτυπήσω για δουλειά.»
    (Τ. Πατρίκιος, Ποιήματα II, Κέδρος)

    -Αρθούρος Ρεμπώ , «Ο ΥΠΝΑΡΑΣ ΤΗΣ ΡΕΜΑΤΙΑΣ»

    «Είναι μια τρύπα χλωρασιάς όπου ένα ρυάκι ψάλλει
    Στα χόρτα μπλέκοντας τρελά κουρέλια ασημωμένα
    Και λάμπει απ’ το περήφανο βουνό του πέρα ο ήλιος.
    Είναι μια ρεματιά μικρή που αφρίζει απ’ τις αχτίδες.

    Ένας στρατιώτης μ’ ανοιχτό στόμα, γυμνό κεφάλι
    Και με το σβέρκο στο νωπό τον κάρδαμο χωμένο
    Κοιμάται κι είναι ξαπλωτός στη χλόη κάτω απ’ τα νέφη,
    Ωχρός , σε κλίνη πράσινη όπου χρυσόφως βρέχει.

    Με τα ποδάρια στα πλατιά σπαθόχορτα κοιμάται
    Κάνει έναν ύπνο ως άρρωστο παιδί χαμογελώντας,
    Φύση, νανούριζέ τονε θερμά πολύ. Κρυώνει.

    Δε φέρνουν στα ρουθούνια του τρεμούλιασμα τα μύρα.
    Κοιμάται με το χέρι στο στήθος μες στον ήλιο,
    Ατάραχος. Και στο δεξί πλευρό του έχει δύο τρύπες.»
    *(Από τον τόμο Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Εκδ. Καστανιώτης)

    -Μαρκ Στραντ, «Ο ύπνος»

    «Είναι ο ύπνος της γλώσσας μου
    μιλάει μια γλώσσα που ποτέ δε θυμάμαι
    λέξεις που εισρέουν στον ύπνο των λέξεων
    μόλις προφερθούν.

    Είναι ο ύπνος της μιας στιγμής
    μέσα στην επόμενη, που μακραίνει τη νύχτα,
    κι ο ύπνος του παράθυρου
    που μεταμορφώνει τον ψηλόκορμο ύπνο των δέντρων σε γυαλί.

    Ο ύπνος των μυθιστορημάτων όταν διαβάζονται είναι βουβός
    όπως ο ύπνος των φορεμάτων στα ζεστά σώματα των γυναικών.
    Και ο ύπνος του κεραυνού που μαζεύει σκόνη τις λιόλουστες μέρες
    και ο ύπνος της στάχτης καιρό μετά.

    Ο ύπνος του ανέμου ξέρουμε γιομίζει τον ουρανό.
    Ο μακρύς ύπνος του αέρα κλειδωμένος στα πνευμόνια των νεκρών.
    Ο ύπνος του δωματίου με μέσα κάποιον.
    Ακόμη και ο ξύλινος ύπνος του φεγγαριού είναι πιθανός.

    Και είναι και ο ύπνος που απαιτεί να ξαπλώσω
    για να ταιριάξω με το σκοτάδι που ‘ρχεται καταπάνω μου
    σαν άλλο δέρμα που μέσα ποτέ δε θα με βρούνε,
    κι έξω του ποτέ δε θα φανώ.»
    (Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

    -Χρήστος Μπράβος, «Απόκρυφο»

    «Μ’ άλογο μαύρο και τυφλό
    να μπω στον ύπνο σου. Ριγμένος
    σταυρωτά. Με τα καρφιά μου.
    Εσύ από χιόνι. Με το κάρβουνο
    στα μάτια. Τα πέταλα ν’ ακούς
    και τα φτερά. Το τζάμι του θανάτου
    που θα σπάζει.
    Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν
    τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει
    το ταβάνι ανεβαίνουν.
    Να μη θυμάσαι τίποτα μετά-
    μόνο του δαίμονα το χέρι
    που ευλογούσε.»

  11. Πω πω..κόντεψα να..κοιμηθώ (για μεσημέρι) μέχρι να σας διαβάσω! 🙂 Με χαρά διάβασα το «Σχέδιο ύπνου», δεν το γνώριζα και μου άρεσε πολύ! Άντε..καληνύχτα! Χαχα! 🙂

  12. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. ΠΕΝΘΕΥΣ

    Ο ύπνος τον γέμισε όνειρα καρπών και φύλλων (άνω τελεία)
    ο ξύπνος δεν τον άφηνε να κόψει ούτε ένα μούρο.
    Κι οι δυο μαζί μοιράσανε τα μέλη του στις Βάκχες.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Γ΄, 1955)

    2. Ὕπνος ἱερός, λιονταρίσιος,
    τοῦ γυρισμοῦ, στὴ μεγάλη
    τῆς ἀμμουδιᾶς ἁπλωσιά.
    Στὴν καρδιά μου
    τὰ βλέφαρά μου κλεισμένα·
    καὶ λάμπει, ὡσὰν ἥλιος, βαθιά μου…

    ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, απόσπασμα (ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)

    3. Σήκω μέρα.
    Νίψου έτοιμο το πρωινό σου
    σερβιρισμένος ο κόσμος
    φρέσκος μόλις τον έκοψαν
    από το δέντρο του ύπνου.
    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ (απόσπασμα)

    4. Αερογέφυρες

    Χάθηκες
    που στριφογυρνάς.

    Πέρνα καμιά φορά από τον ύπνο μου
    συνήθως είμαι εκεί
    εκτός αν κλαίει το φεγγάρι
    οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι
    το διότι να ρωτήσω τι συμβαίνει.

    Πέρνα καμιά φορά.
    Μπες απ΄ το πλάι στάσου
    κάτω από το γεφυράκι της παλάμης μου
    απ΄ όπου ήσυχα κλαίω.
    Εκτός αν έχει ολότελα μαυρίσει το νερό
    αν ψόφησαν κι οι πέτρες
    αν έχει μολυνθεί και ο βυθός
    οπότε θα με βρεις
    στου σεντονιού τις όχθες.

    Μη φοβάσαι.
    Πάρε μαζί σου αν θες για σιγουριά
    και την απαίτηση να μη σ΄ αγγίξω διόλου
    ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια
    να σε κοιτώ.

    και σου υπόσχομαι
    εγκαίρως να ξυπνήσω
    ώστε να μη σε πάρει είδηση
    ο ύπνος σου ότι λείπεις.

    (ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Χλόη Θερμοκηπίου, εκδόσεις Ίκαρος, 2005)

    5. Η γλυκυτάτη αβεβαιότης

    Τρισάγια κάθε τόσο
    για να δοθεί η υπηκοότητα νεκρού
    στον κεκοιμημένον δούλον σου.

    Ύψιστε, τί εννοείς
    άλλο νεκρός και άλλο δούλος.
    Κι από πότε επιτρέπεται
    να κοιμούνται έτσι βαθιά
    ατιμώρητοι οι δούλοι.

    Τον κεκοιμημένον δούλον σου.
    Θέ μου, αν απελευθερώνει ο θάνατος
    όπως μας το υπόσχεται παρήγορη
    η γλυκύτατη αβεβαιότης, εσύ
    γιατί τον θές ντέ και καλά δουλέμπορο;

    Τον κεκοιμημένον.
    Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
    Μα του κολλάει ύπνος του νεκρού
    έτσι εύκολα νυστάζει η απώλεια της ζωής;
    Εδώ εμείς, δούλοι του απάνω κόσμου ακόμα
    κι όμως ποιός κλείνει μάτι
    αν δεν τον νανουρίσει όπως ξέρει
    μόνο η γιαγιά του η αβεβαιότης
    με τη γλυκεία της ρόδινη αφύπνιση.

    Κύριε, μήπως όταν ενέκρινες
    αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς
    ήσουν ακόμη άνθρωπος;

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    6. Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος

    Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος·
    γυρίζει τις εικόνες διψασμένα όνειρα,
    είν’ ο βυθός τα χρώματα…
    Ξαναγυρίζει στη ζωή με μουσικές παράξενες,
    γι’ αυτό δεν είναι θάνατος,
    κυκλόφερτου ανέμου αλλαγή
    δίνει καιρό να συλλογίζομαι
    σαν ξελογιάζεις τα όνειρα
    ξύπνε· και ντύνω νυφικό ζωής
    τα κλώνια χειμωνιάτικου βραχνά
    με μαγικά λουλούδια άνοιξης.
    Tο δίκοπο μαχαίρι της ζωής κρατάς!

    Δημήτριος Αντωνίου

    7. Πόθος για ύπνο

    Δεν ξέρω χωρίς εσένα να ζω.
    Τι σημασία έχει που συναντιόμαστε
    μια φορά στους δύο μήνες ή και λιγότερο.
    Έρχεσαι για εμένα και με ξεκρεμάς
    σαν κάποιο από το μαγαζί μίσθιο.
    Κι εγω σ’ ακολουθώ.
    Υπάκουη, όπως υπάκουα είναι τα πράγματα
    που εκμισθώνονται.

    Πηγαίνουμε πάντα σε μια μικρή ταβέρνα
    στα προάστια,
    πίνουμε κάνα δύο βότκες κι εγώ ύστερα
    μένω σε σένα.
    Ξεχνώ τον κόσμο, κραυγάζω από ευτυχία,
    αλλά εσύ
    όλο αυτό το διάστημα σκέφτεσαι μόνο
    να μη χάσω το τελευταίο τραμ.
    Κι εγώ ντύνομαι και φεύγω.

    Φεύγω και λέω:
    Να κοιμάσαι μαζί, μαζί να κοιμάσαι,
    να ‘σαι ξαφνικά ελαφριά σα σκουπιδάκι,
    ν’ ανασαίνει βαθιά, να μετατρέπεσαι
    σε μακρόσυρτο τραγούδι,
    μέσα σ’ αυτόν τον μικρό γλυκό θάνατο
    τον όμοιο με μωρό,
    να κοιμάσαι μαζί ελαφριά σα σκουπιδάκι.,
    να μετατρέπεσαι σε κοινό τραγούδι…

    αλλά εσύ μαζί μου ποτέ δεν πρόκειται να κοιμηθείς.
    Ο άντρας δύσκολα αποκοιμιέται δίπλα σε μια γυναίκα
    Που δεν αισθάνεται γι’ αυτήν αγάπη.
    Τι να γίνει.
    Δεν ξέρω χωρίς εσένα να ζω.

    Μίλαν Κούντερα

  13. Ciao, Petra!… Καλόν ύπνο!… Ως την επόμενη ανάρτηση που θα μείνεις ξάγρυπνη γιατί το θέμα μας θα είναι «Η αγρύπνια»!

  14. Καλημέρα, Αγγελική! Ευχαριστώ!!!

    *Κάτι ανακάλυψα κι εγώ:

    -Αντόνιο Ματσάδο, [Χτες που κοιμόμουν]

    «Χτες νύχτα που κοιμόμουν
    ονειρεύτηκα – ευλογητή ψευδαίσθηση!-
    πως μια πηγή που ανάβρυζε
    μέσα απ’ την καρδιά μου.
    Πες, από ποιο κρυμμένο αυλάκι,
    νερό, έρχεσαι ως εμένα;
    Χτες νύχτα που κοιμόμουν
    ονειρεύτηκα – ευλογητή ψευδαίσθηση!-
    πως είχα στην καρδιά μου
    μια κυψέλη.
    Κι έπλαθαν οι χρυσές μέλισσες
    μέσα της
    με τις αρχαίες μου πίκρες
    λευκό κερί και γλυκό μέλι.
    Χτες νύχτα που κοιμόμουν
    ονειρεύτηκα – ευλογητή ψευδαίσθηση!-
    πως έλαμπε ένας πυρφόρος ήλιος
    στην καρδιά μου.
    Πυρφόρος γιατί θέρμαινε
    σαν κατακόκκινη εστία
    κι ήλιος γιατί φεγγοβολούσε
    και γιατί έφερνε κλάμα.
    Χτες νύχτα που κοιμόμουν
    ονειρεύτηκα – ευλογητή ψευδαίσθηση!-
    πως ήταν ο Θεός αυτός που σφάλιζε
    μες στην καρδιά μου.»
    (Αντόνιο Ματσάδο, Ποιήματα, Οι εκδόσεις των φίλων)

    -Νικολάι Ζαμπολόσκι, «Μορφές του ύπνου»

    «Κάτω από την κουβέρτα, απ’ το τρέξιμο ησυχάζοντας,
    τις μορφές του ύπνου ο άνθρωπος ανακαλύπτει.

    Δεν είναι το φεγγάρι – που κηλίδα στο μάτι
    ελκύει τα μικρά φλιτζάνια των μυαλών.
    Δεν είναι τ’ αστέρια- της νύχτας καναρίνια
    που κυλούν λαμπρά αποσιωπητικά.
    Μα είναι στο σκοτάδι κρεβάτια στη γραμμή
    κι απάνω τους βρέφη κοιμούνται στη σειρά.
    Κορμιά μεγάλα και λευκά,
    που μόλις τα σκεπάζει η κουβέρτα,
    κοιμούνται όπως έτυχε:
    Ένας με πουκάμισο γαλάζιο
    κρέμεται στο πάτωμα με το κεφάλι,
    άλλος στο πνιγηρό πάγωσε μαξιλάρι
    και κείτεται χελωνιασμένος και στεγνός,
    ο τρίτος, λιπαρός καθώς αράχνη,
    σα ζωντανά εξαρτήματα τα χέρια του ανοίγει,
    ροχαλίζει και μορφάζει όλο πάθος
    τις φανταστικές του φίλες χαϊδεύοντας.
    Και πίσω από τη μαύρη κουρτίνα,
    στο σκοτάδι περασμένων εποχών,
    με το ροκάνι ο γερο- πατέρας μας εργάζεται
    και της σοφίας γεύεται τον ύπνο.
    Το ερμάρι κοιτάζει σα βασιλιάς Δαβίδ
    που κοιλαράς, με την κορόνα του κοιμάται.
    Σε Εύα μετατράπηκε ο καναπές
    κι είναι σαν κοπελιά μες στο σεντόνι.
    Η λάμπα η χάλκινη στο παραθύρι
    είναι σαν εύθυμο του Νώε περιστέρι-
    αναβοσβήνει αδύναμη και το σκοτάδι τριπλασιάζει,
    το ίδιο πράμα είναι κι αυτή με το απλό ροκάνι.»
    (Ρώσοι ποιητές του 20ου αιώνα, εκδ. Μεσόγειος)

  15. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ‘Αξιος, Γιάννη, άξιος!
    Πάρε και κάτι ψιλά ακόμη.

    1. Ο ύπνος είναι γέφυρα
    που πάει απ’ το σήμερα στο αύριο,
    Από κάτω της, σαν όνειρο
    κυλάει το νερό.

    Juan Ramón Jiménez
    *μτφ: Αργύρης Χιόνης

    2. ΕΝΥΠΝΙΟΣ ΕΡΩΣ

    Έτσι όπως είσαι, όνειρο.
    Έτσι όπως είσαι, ανάλαφρο σκίρτημα αύρας
    ήχος φλογέρας που έρχεται απ’ το μαγεμένο δάσος
    Έτσι μείνε κοντά μου.
    Πρόσωπο αγγισμένο από έναν μάγο Έρωτα.
    Σώμα πολιορκημένο απ’ τον αχαλίνωτο πόθο.

    Μείνε κοντά μου όσο γίνεται περισσότερο.

    Κι ας μη με ξυπνήσουν οι ώρες.
    Έστω πουλιού γλυκό κελάηδισμα
    ας μη με βγάλει απ’ την αγκάλη σου.

    Μα έτσι, πλημμυρισμένος απ’ αυτή την άχρονη ηδονή
    από τον έναν, στον άλλον ύπνο ας περάσω, τον βαθύτερο.

    Θανάσης Κωσταβάρας
    -Οι μεταμορφώσεις των κήπων-

    3. ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ

    Ι
    Αντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν
    ο Ύπνος. Πήρε τα γλαυκά μάτια
    και τα ‘κλεισε’ πήρε το στόμα
    κι’ έσβησε το μειδίαμα και το φιλί.

    Την ξανθή κόμη χτένισαν τα ήσυχα νερά
    της λήθης, που παρέσυραν τ’ αγαπημένο σώμα
    στον κόσμο των αστέρων και των σκιών.

    Φίλτρα σιγής βιάζουν τα σφαλισμένα χείλη,
    φωνές υπνόβιες τ’ αυτιά, και μες στις φλέβες
    ακούω την βαθειά βοή του ταξιδιού.

    ΙΙ
    Ανέδυσες απ’ τον βυθό του ύπνου
    μ’ αστέρια και κοχύλια μες στα χέρια
    και μες στα μάτια σου τη σκοτεινή δροσιά των θαλασσών.

    Καθώς τ’ ανοίγεις, θέλω πρώτος να δεχθώ
    το βλέμμα των’ μήπως συλλάβω, προτού σβήσει
    το νόημα του κόσμου που σ’ εκράτησεν ολονυκτίς.

    Αλέξανδρος Μάτσας
    -Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως 1708-1971-

  16. Καλημέρα, Αγγελική!…

    «Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,
    γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, νάρθει η ώρα που θα
    δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις δροσερό
    νερό, καφέδες, και τσιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.»
    (Ελύτης, Εκ του πλησίον)

    «Αν ο ύπνος σου είναι κατά το ένα τέταρτο Vermeer μη σε νοιάζει•
    μετά μία ή δύο χιλιετίες θα σου φανερωθεί ολόκληρος.»
    (Ελύτης, Εκ του πλησίον)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: