Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (101ο): «Το θαύμα»…

-«….νύχτα γιομάτη θαύματα νύχτα σπαρμένη μάγια» (Δ. Σολωμός)

-«…δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θαύμα !»
(Κ. Βάρναλης)

-«Ο τρομοκράτης είναι ο άξεστος των θαυμάτων» (Ελύτης)

-Τάκης Βαρβιτσιώτης, «Απ’ των θαυμάτων την παρέλαση»

«Απ’ των θαυμάτων την παρέλαση
Μες στη ζωή μου
Περισυλλέγω μόνο
Την έκλυση της αστραπής
Των διαβατάρικων πουλιών την τρυφερότητα
Τις άγριες βιολέτες της καταιγίδας
Τα χιόνια που σωριάζονται
Χρόνια πια τώρα μες στους καθρέφτες
Τ’ άστρα που εκπέμπουν όσες φωνές
Έχουν σωπάσει για πάντα
Τα κίτρινα δάχτυλα του καπνού
Το άρωμα της λύπης
Που αναδύνουν
Τα σβησμένα λιθάρια
Το δάκρυ το αναντικατάστατο
Που λάμπει
Μέσα στην καρδιά της αγαπημένης»
(Τάκης βαρβιτσιώτης, Όχι πια δάκρυα, Κέδρος)

-Νίκος Καρούζος, ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΔΕΛΕΑΡ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
(αποσπάσματα «Διαλόγων»)
1
Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα -—
με κουρελιασμένα μάτια
με φλογωμένους κροτάφους απ’ την πτώση
να γυρίζεις
στην καλή πλευρά σου.
Πεσμένος αισθάνεσαι
την κόλαση που είναι η αιτιότητα
το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα
τα βήματα χωρίς προοπτική.
Κι όμως στη χειμωνιάτικη γωνία ο καστανάς
περιβάλλεται από σένα.
Κόψε ένα τραγούδι απ’ τ’ άνθη
με δάχτυλα νοσταλγικά.
Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα.
(Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα, τόμ. 1, Ίκαρος)

-Βασιλική Φράγκου, «ΤΟ ΘΑΥΜΑ»

«Οταν χανόμαστε σε σκέψεις,
χάνουμε αυτή την αμεσότητα του θαύματος
καθημερνού και ατελεύτητου
λίγο πιό δω απ´την οργή μας και τον φόβο μας,
λίγο πιό κει από τα μαραμένα βλέφαρά μας.
Το θαύμα,σταγόνα πρωϊνής δροσιάς στα πέταλα του ρόδου.
Το θαύμα της γαλάζιας της σκιάς
καθώς γλιστράει στους τοίχους των σπιτιών τη νύχτα
Κι ένας αρχάγγελος πάνω απ´τον θόλο της οδύνης μας,

να ραίνει μ´άστρα την αμήχανη σιωπή μας…»
( Πηγή: http://www.poeticanet.gr/poiimata-feggari-a-584.html?category_id=230)

-Γιάννης Υφαντής, «Το θαύμα»
[Από την ενότητα Γ]

«Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χτες γεννηθήκαν και πώς ξέρουν κιόλας με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράγματα.
Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικωσύνη μια ολόκληρη
αιωνιότητα.»
(Από τη συλλογή Μανθρασπέντα, 1977)
(Πηγή: http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2009/06/blog-post_9200.html)

-Γιάννης Βαρβέρης, «Άκυρο θαύμα»

«Είσαι λεκές ξεραμένος στο μάρμαρο
τρίμματα φρυγανιάς που φύτρωσαν κι ανθίζουν στο χαλί
λουλούδια πλαστικά, ψευτομουράνο βάζα
χαρτοπετσέτα που την έκρυψες τσαλακωμένη γι’ αύριο
καφές ξεθυμασμένος σε μισοσπασμένο φλιτζανάκι
λαδιές και ζάχαρες στο πάτωμα προσκεκλημένες
σε ολονύχτιο πάρτι κατσαρίδων
είσαι μια κατοχή κατοχική μες στη ζωή μου
που όσο γερνούσες μου χρησίμευες στα ποιήματα
τώρα που γέρασες μονάχα μ’ εξοργίζεις
σατανική παράταση, και πέθανε
δεν ωφελεί η αναβολή του αβάσταχτου
την ένιωσα
τη νέα πλεκτάνη αυτοθυσίας που έχεις στήσει
σιγά σιγά σε αηδία κυλώντας τη λατρεία μου
ξηλώνοντας τον πόνο
κι ύπουλα πλέκοντας στη θέση του
ένα όσο γίνεται πιο μαλακό
σαν τότε
ζιπουνάκι
από ζεστή, ολόμαλλη ανακούφιση.»
(Γ. Βαρβέρης, «Άκυρο θαύμα», Ύψιλον, 1996)

-Ορέστης Αλεξάκης, «Μαρία ή το θαύμα της βροχής»

«Καθώς
εγώ
τη μυγδαλιά τινάζω

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή
κι εσύ
πώς λάμπεις

μα δεν θυμώνεις
μόνο
με κοιτάζεις
και μου χαμογελάς
φεγγοβολώντας

Κι εγώ
τινάζω με
μανία το δέντρο
και Θε μου σε
φοβάμαι και
μ’ αρέσεις

κι όλο βυθίζεσαι στο φως
και μέσα
στην εκτυφλωτική σου λάμψη
σβήνεις

Κι εγώ
τινάζω κλαίγοντας
– γελώντας
και κλαίγοντας –
το δέντρο
και
ξυπνώ

και πια
δεν είναι φως
δεν είναι δέντρο

μόνο δωμάτιο γκρίζο
βουρκωμένο
και βρέχει
βρέχει
βρέχει
και δεν είσαι

κανείς δεν είναι πια
και με σκεπάζουν
άγρια θολά νερά

νερά
και χρόνια»
(Ορέστης Αλεξάκης, από τη συλλογή «Ο ληξίαρχος» )

-Αγγελική Σιδηρά, «Το έβδομο θαύμα»

«Έτσι απλά και αφειδώλευτα μου χαριστήκανε
τα θαύματα του αρχαίου κόσμου:

Βρήκα την μυστική
ανεξιχνίαστη σιωπή της Μαριάννας
να αιωρείται αινιγματική
πάνω απ’ τις στεγανές
ερμητικές της Γίζας πυραμίδες.

Είδα τον Γιώργο ν’ αναδύεται μοναδικός
από την έκρηξη της εφηβείας του ,
ωσάν τον Κολοσσό
που εκτινασσότανε
όμορφος απαράμιλλα στην Ρόδο.

Η ελαφίσια λυγεράδα της Αγγελικής
μ’ οδήγησε στην Έφεσο
στην ελαφήβολο Άρτεμι
που στον ναό της κρύφτηκε
την σύγκριση για ν’ αποφύγει.

Ο ονειροπαρμένος μικρούλης Γιώργος
όπως ο συνονόματός του Άγιος
μονάχα με την πίστη του
έκανε σκόνη την χρυσελεφάντινη αίγλη
του Δία, του πατέρα των θεών
του νεφεληγερέτη.

Ο Θοδωράκης πολεμοχαρής
με τα σπαθιά του και τα ξίφη του
έφτασε ως την Καρία
να παλέψει με τον Μαύσωλο
να τον κατατροπώσει.

Τέλος πλανήθηκα
στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας
χαϊδεύοντας τους χρυσαφένιους καταρράκτες
που πλαισίωναν το μουτρωμένο προσωπάκι
της μικρής Τζωρτζίνας.

Τώρα ένα φως με συντροφεύει
μακρινό κάπως ακόμα.
Είναι ο Φάρος της Αλεξάνδρειας
φως που όλο με προσεγγίζει
χαϊδεύοντάς με απαλά σαν ήλιος πρωινός
που σου υπόσχεται ακόμη
μιαν ολόκληρη, μοναδική
ημέρα.»
(Πηγή: http://toparathyro.com)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (101ο): «Το θαύμα»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΟΥ

    Γεροντόβραχος
    αναμένω τη νέα μου αποτυχία
    αιένυπνος
    στην Αγια-Φωτιά του Ηράκλειτου

    παραστέκεται στο πλευρό του
    η πρεσβυτέρα γκιαούρα
    ψηφιδωτό φωνηέντων και ρω

    μακρόσυρτη μοναξιά νιώθοντας
    ο Άχραντος Χοιρινός
    ετοιμάζοντας την αμφι-απουσία μου
    στο έναστρο όνειδος του Σύμπαντος

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Σπαράγματα

    2. Το θαύμα

    Νύχτα ήταν
    και λαλούσαν τα κοκόρια
    καρφωμένα γύρω γύρω
    σ’ ένα φεγγάρι
    από μπαμπάκι
    φωσφορικό

    Όλοι προσμέναν το θαύμα
    γιατί κάποιο θαύμα
    θα γινόταν απόψε
    στην καρδιά του βιολιού

    Όμως κι οι τρεις κοπέλες
    ήρθαν μαυροντυμένες
    κρατώντας την άδεια
    μαύρη θήκη του βιολιού

    Κλαίγαν και λέγαν
    πως κανένα θαύμα
    τώρα πια δε γίνεται
    στον ουρανό

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Παραλογαίς

    Waiting for the miracle, Leonard Cohen

    3. Ορέστης Αλεξάκης, Είναι μακρύς ο δρόμος προς το θαύμα

    Ατέλειωτος ο δρόμος σου

    Μια φωτεινή γραμμή
    στο μαύρο φόντο
    που τη βαδίζω και
    μ’ εξουθενώνει

    Σα να ‘ναι το σκοινί πούχεις πετάξει
    στο σκοτεινό πηγάδι μου Μητέρα
    τυλίγομαι μ’ αυτό
    και περιμένω
    κάποιος απ’ το βυθό
    να με ανασύρει

    Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989)

    4. Ορέστης Αλεξάκης, Θαυματουργίες

    Κοιτάς μέσ’ απ’ το τζάμι τη βροχή
    και μου θυμίζεις νυχτωμένη πόλη

    Παίζεις στο πιάνο και
    περνούν ελάφια
    μέσ’ απ’ το σπίτι γίνομαι
    ποτάμι
    κυλάω αργά
    νωθρά
    στις καλαμιές σου
    με χίλια παρακλάδια σε τυλίγω

    Κάποτε γδύνεσαι απαλά πλαγιάζεις
    δίπλα μου, κάποιος μέσα ξεκαρφώνει
    το σκοτεινό κιβώτιο δεν
    σε μέλλει,
    θέλεις να δεις το φονικό μαχαίρι
    να μυριστείς το δέρμα τού φονιά
    ν’ ακούσεις την κραυγή
    του σκοτωμένου

    Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)
    [Το ποίημα ανήκει στην έως τότε αδημοσίευτη συλλογή Ξενοδοχείον ο Απόπλους]

    «ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ» Νίκος Χουλιαράς-Αφρ. Μάνου

    5. ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

    Ανάμεσα στα δόντια της παγίδας
    Πόδι άσπρης αλεπούς
    Κι αίμα στο χιόνι
    Το αίμα της άσπρης αλεπούς
    Ίχνη στο χιόνι
    Ίχνη της άσπρης αλεπούς
    Που φεύγει με τα τρία της πόδια
    Ενώ ο ήλιος βασιλεύει
    Κι η αλεπού
    Ένα λαγό στα δόντια της βαστάει
    Ακόμα ζωντανό.

    Jacques Prévert, Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης

    6. Κινούμενη άμμος
    —Ζακ Πρεβέρ—
    Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

    Δαιμονικά και θαύματα
    Ανέμοι και παλίρροιες
    Μακριά η θάλασσα αποτραβήχτηκε κιόλας
    Κι εσύ
    Σαν φύκι χαϊδεμένο απαλά απ’ τον άνεμο
    Στην αμμουδιά του κρεβατιού λικνίζεσαι καθώς ονειρεύεσαι
    Δαιμονικά και θαύματα
    Ανέμους και παλίρροιες
    Μακριά η θάλασσα αποτραβήχτηκε κιόλας
    Μα μέσα στα μισόκλειστα μάτια σου
    Έμειναν δυο μικρά κύματα
    Δαιμονικά και θαύματα
    Ανέμοι και παλίρροιες
    Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν

    7. Ο Λάζαρος μετά το θαύμα

    Φρόντισες μέσα κι έξω από τη Βηθανία
    όλοι να μάθουν την ανάστασή μου.
    Τώρα, θύμα ενός θαύματος, για χρόνια περιφέρομαι
    ένας ρακένδυτος που τον κοιτούν όλοι φιλύποπτα
    αν πρέπει να τον πάρουν για τρελό ή να τον πιστέψουν.
    Μα κι ο ίδιος πια δεν ξέρω τι, ποιος είμαι
    χωρίς καν συγγενείς και φίλους που όλοι φοβηθήκαν
    ή ζήλεψαν για τους δικούς τους- ποιος να ξέρει;
    Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου
    οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης
    ποτέ δεν σκέφτηκες τι απέγινε
    ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου.
    Ω ναι, δεν έπρεπε στο «Δεύρο έξω» να υπακούσω
    μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν’ ακολουθήσω
    ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.
    Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω
    σε τι ανάσταση νεκρών
    ανάμεσα σ’ εξαίρεση ζωής
    και στον κανόνα του θανάτου;
    Και τέλος
    πού να βρω δύναμη [προτού πεθάνω να πεισθώ
    ότι στ’ αλήθεια και για πάντα
    θα πεθάνω;
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

    Πάμε ξανά στα θαύματα, Αρβανιτάκη

    8. Σονέτο του γλυκού παραπόνου
    Federico García Lorca

    Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα…
    Των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία…
    Που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο…
    Το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου…
    Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη…
    Κορμός δίχως κλαδιά…
    Μα πιότερο λυπάμαι…
    Που δεν έχω τον ανθό, πολφό ή πηλό…
    Για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου…
    Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός…
    Αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος…
    Αν είμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου…
    Μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει…
    Και στόλισε τα νερά του ποταμού σου…
    Με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο..

    9. Τ ω ν θ α υ μ ά τ ω ν

    Γνώρισα χτες μια Αλίκη,
    είσαι απ’ τη χώρα των θαυμάτων; τη ρώτησα
    και εκείνη μου είπε όχι,
    εγώ βέβαια επέμεινα,
    απ’ τη χώρα των θαυμάτων;
    και εκείνη μου ξαναείπε όχι.
    Το ίδιο βράδυ την είδα στον ύπνο μου έκλεινε, λέει, με το ένα της
    χέρι την πόρτα του σπιτιού μου και με το άλλο μου έκανε
    σσσστττ και μου έδειχνε ψηλά το ταβάνι, σήκωσα το κεφάλι
    μου, γεμάτο κλαδιά με μήλα κατακόκκινα, έπειτα σήκωσε το
    χέρι της έκοψε ένα μήλο και μου είπε γελαστά, θέλεις; Εγώ
    δεν απάντησα αμέσως, άρχισα με το βλέμμα μου να ψάχνω
    δεξιά-αριστερά τον καταραμένο – πρέπει πάντα να ψάχνεις
    τον καταραμένο σε τέτοιες ώρες – και ύστερα έδωσα μια
    γερή δαγκωματιά.
    Είδα χτες στο δρόμο μια κοπέλα, δεν ξέρω αν τη λένε
    Αλίκη
    δεν ξέρω καν το όνομά της
    από αυτές με τα ωραία μάτια
    που περπατάνε γρήγορα στο δρόμο
    σε κοιτάνε μια φορά και έπειτα συνεχίζουν
    κατευθείαν για εκείνη τη χώρα
    μες στο μυαλό των αντρών.

    Άγγελος Κούρος, Κουβαλάμε Πάνω Μας Υδροκυάνιο, Μελάνι

    Μικρό μου θαύμα – Μιλτιάδης Πασχαλίδης

    10. ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ

    Μην απελπίζεσαι
    μα άπλωσε το χέρι
    στο θαύμα
    τρυφερά
    όπως θα πλησίαζες ένα πουλί.

    Χίλντε Ντομίν, μετάφραση: Αλεξάνδρα Αντωνακάκη

    11. . μπροστά στο θαύμα των χελιδονιών

    Δεν πιστεύω στις Φλώρες, τις Χλόες και τα γελαστά λιβάδια – ειδικά τα ζωγραφιστά,
    τα αιώνια. Η τιμωρία μου; Μια μεγάλη αγκαλιά χελιδονιών βγαίνει μέσα από το μαξι-
    λάρι μου, σκίζοντάς το και γραπώνει τον λαιμό μου – κυρίως όταν στέκομαι αναπά-
    ντητος της Ομορφιάς, πράγμα που η λογική ονομάζει αϋπνία.

    Συστρέφεται λοιπόν τούτη η μαύρη αγκαλιά στο κορμί μου για να με πνίξει. Μόνη
    σωτηρία η μη αντίσταση. Χαλαρώνω τα μέλη μου, σφαλίζω τα μάτια και ρουφάω ολό-
    κληρη την ουράνια διαδρομή τους, τη σοφία του ενστίκτου τους.

    Τότε αρχίζουν όλα τα χελιδόνια του κόσμου, αργά αργά να παίρνουν σάρκα και
    φτερά, να εμφανίζονται τριγύρω μου και να πετούν σε ηλεκτρισμένους σχηματισμούς
    στον χώρο. Για μια στιγμή, όλα φανερώνονται, για μένα τον ευλογημένο της…στιγμής.

    Και φυσικά καμιά χελιδονοφωλιά, στη γεμάτη χελιδόνια κάμαρά μου. Είμαι απλά ένας
    σταθμός.

    Νικόλας Ευαντινός, «Ενεός…», εκδ. Μανδραγόρας, 2012.

    Δεν είναι αργά για θαύματα, Ανδριάνα Μπάμπαλη

  2. Καλημέρα, Αγγελική! Grazie mille!!!

    -«…κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου» (Γ. Σεφέρης)

    -«Μη μελαγχολείς την ανάστασή σου. Είδες ποτέ σου θαύμα να χάλασε χατίρι παραμυθένιας τύχης;» (Κική Δημουλά)

    -«…Ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο.
    ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὸ θαῦμα.
    Μπορῶ νὰ πιστεύω στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο.
    μπορῶ νὰ πιστεύω στὸ θαῦμα.
    Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος!
    Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ θαῦμα!…»
    (Μελισσάνθη, απόσπασμα από το ποίημα «Πιστεύω»)

    -Κατερίνα Γώγου, [Η ελευθερία μου]

    «..η ελευθερία σας
    είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου
    θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
    και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας «θαύμα, θαύμα»
    αυτά τα παπούτσια
    ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
    όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
    θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν,
    όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο…»

    -Γιάννης Βαρβέρης, «Ένα άλλο θαύμα»

    «Πού το θυμήθηκε
    μετά από χρόνια
    τραβώντας τα σκεπάσματα
    που μέσα θα περίμενε
    εκείνο, λέει, το σώμα

    πράγματι
    σηκώνει τα σκεπάσματα
    και τι να δει
    ολόκληρο το σώμα εκείνο

    πουθενά.»
    (Γ. Βαρβέρης, Στα ξένα, Κέδρος)

    -Κική Δημουλά, «Του Λαζάρου»

    Νεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.
    Κάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε
    τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.
    Καλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.
    Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω
    μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.
    Πως ν’ αποκριθούν
    με ωτακουστή που άφησες καλά στοκαρισμένο
    το φως γύρω γύρω.
    Κι έπειτα γιατί τους ρωτάς αν θέλουν.
    Το θαύμα δε ρωτάει.
    Σ’ αρπάζει από το αυτί και
    σέρνοντας σε πετάει στο φως.
    Χαίρεσαι βέβαια με την έκλαμψη, δεν αντιλέγω
    αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία
    μην είναι και τα θαύματα θνητά.
    Άστους λοιπόν καλύτερα εκεί
    μην έχωμεν να άρωμεν για δεύτερη φορά
    κενόν τον κράββατόν τους.
    (Το ποίημα «Του Λαζάρου», είναι από την ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά «Ενός λεπτού μαζί», εκδόσεις «Ίκαρος», 1998).

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Έρχομαι τώρα στον αγαπημένο ποιητή των θαυμάτων, των χρωμάτων, της ουτοπίας, της ελπίδας και… και… και…

    1. Πιστεύετε στα θαύματα;

    πιστεύετε στα θαύματα; ρώτησε το φεγγάρι στο μπαλκόνι μου

    πιστεύετε στα θαύματα; ψιθύρισε η γαρδένια στο περβάζι μου
    με το λευκό της άρωμα

    απόρησε μες στις πευκοβελόνες το σπουργίτι
    ραμφίζοντας τα ψίχουλα του ανέμου

    εγώ κι εσείς
    κι όλα όσα βλέπετε είναι θαύματα
    τους χαμογέλασε δειλά η άνοιξη τριγύρω
    και θαύματα όσα ποτέ σας δεν θα δείτε

    με θαύματα γεννιέται και πεθαίνει ο κόσμος
    με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως
    πριν απ’ το φως
    πέρα απ’ το φως

    [από την ποιητική συλλογή του Τόλη Νικηφόρου «ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ», Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2010]

    2. μυστικά και θαύματα, 1

    η μάταιη γνώση θάμπωσε το βλέμμα τους
    ψιθύρισε η πνοή του ανέμου
    και το ασήμι χαμογέλασε
    δειλά στα φύλλα της ελιάς

    μ’ αυτόν τον τρόπο παίζεται
    η τυφλόμυγα του κόσμου

    πέρα μακριά, πριν και μετά
    μέσα τους ίσως και τριγύρω

    το καθετί
    ένα τίποτα κι ένα αιώνιο μυστικό
    το καθετί
    ένα τίποτα και ένα θαύμα

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται (2002)

    3. μυστικά και θαύματα, 2

    ξυπόλυτη κάτω απ’ την άσπρη νυχτικιά που της πηγαίνει, η Σοφία γέρνει και σκαλίζει το χώμα στη μεγάλη γλάστρα, κατάξανθος στα τρία και κάτι χρόνια του, ο Νικολίκος σηκώνει κάστρα με τους κύβους του, ενώ ο πατέρας σοβαρός του ρίχνει κάπου κάπου μία έκπληκτη ματιά πίσω απ’ την κυριακάτικη εφημερίδα, στο μάρμαρο ξαπλώνει τη φουντωτή ουρά του ένα πάντα από τα δάση της γαλήνιας σεκόια, κόκκινοι σκίουροι γλυστράνε στο πεζούλι και ο αλήτης γάτος γλείφει απολαυστικά δίπλα στα κάγκελα τα πέλματα και τ’ άσπρα του μουσούδια. και βέβαια κανείς ούτε στιγμή δεν έφυγε, είναι κι όλοι οι άλλοι εδώ, ακόμη αόρατοι όπως κι εγώ σε κάποια μυστική διάσταση του χρόνου, κάποτε όμως σηκώνει από το κέντημα τα μάτια η μητέρα και τότε όλοι εμφανιζόμαστε μέσα σ’ ένα γαλάζιο φως
    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    4. Παλιές γραφές και θαύματα

    πειρατικό καράβι στ’ ανοιχτά
    μες την ομίχλη με σημαία το όνειρο
    κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
    σ’ ένα χρώμα μονοσύλλαβο
    όπως το δάκρυ του ουρανού
    ή το φως
    αυτό είσαι

    κι εγώ
    ρίγος αιχμάλωτο
    στον ήχο της φωνής σου
    βαθιά στα μάτια σου
    κρυμμένη λάμψη
    καυτή ανάσα
    που ανεμίζει τα μαλλιά σου

    έκθαμβος μελετώ
    παλιές γραφές και θαύματα
    αναζητώ τον μυστικό ορίζοντα
    όπου ελλοχεύει η μοίρα

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ [από την ποιητική συλλογή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2010]

    5. Αίνιγμα

    Με κάποιο τρόπο μαγικό
    η ανάμνηση έχει γίνει προσμονή
    κι όλες οι σκονισμένες μέρες μου
    έχουν λουστεί στα μάτια σου.

    Αστράφτει η Κυριακή στη γειτονιά
    σαν καθαρό πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο

    λοιπόν τι να’ ναι αυτό το ρίγος
    αυτή η εξαίσια λάμψη
    οι σπίθες στο μισάνοιχτο παράθυρο
    το ξεχασμένο άρωμα στο χώμα
    η μουσική που πάλι ακούω στο μπαλκόνι μου
    τι να’ναι αυτό το κόκκινο πουλί
    ανάμεσα στα φύλλα
    μεθυστικό σαν άνοιξη;

    φωνή, ανάσα, ανάλαφρο περπάτημα
    ή ξαφνικό χαμόγελο
    τι να’ναι αυτό το θαύμα;

    Τόλης Νικηφόρου (Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα 2012)

    Sarah McLachlan – Ordinary Miracle

    6.

    Τα θαύματα γίνονται σε έρημο. Είχε γίνει ένα θαύμα κι ο τόπος γέμισε αίματα. Από κείνα τα θαύματα που αποκαλύπτουν κι αποκαλύπτουν πως υπάρχει μια παρακολούθηση. Αλλά το θαύμα αυτό σαν ένα αιματοκύλισμα. Οι άνθρωποι πήγαιναν στον τόπο του θαύματος και θαύμαζαν τα αίματα. Οι τοίχοι ραντισμένοι άφθονο αίμα σαν από βρύσες και μια υγρασία και μυρωδιά σαν σφαγείο. Στις τρύπες των καταβρεγμένων τοίχων άκουγες τριξίματα και κόχλαζαν βουερά τα έντομα που αγαπούν το αίμα. Κρατούσε ακόμα εκείνη η χλιαρή υγρασία και η μυρωδιά από ανοιγμένον άνθρωπο. Εκεί ήταν δυο άνθρωποι. Τους έφεραν να θεραπευτούν ή κατοικούσαν; Ο ένας είναι νέος και σχεδόν έφηβος. Τον έχει κυριεύσει η ψυχή του. Κατακρημνίστηκε από την τάξη των ανθρώπων κι αποσχίστηκε απ’ τους ανθρώπους.

    (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο ΓΑΜΟΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1975)

    7. Το θαύμα

    Στης νύχτας τους ήλιους κάρφωσα πιο βαθιά τους χρόνους τους χίλιους κι έσταξαν τα φτερά. Πάλεψα και με τις σκιές για να πάρεις όσο φως θες κι αν θέλεις την αθανασία πάρε όλη την πεμπτουσία. Αόρατο χρώμα έβαλα στο χώμα κι έπλασα το σώμα με τ’ άστρα στο στόμα. Έπλεξα τις στιγμές σαν υπερχορδή κι ένωσα τις ζωές για να ζήσεις ψυχή.

    (Ν. Λυγερός)

    8. ΤΟ ΘΑΥΜΑ

    «Και το θαύμα για να γίνει θέλει τον κόπο σου»
    Φοβόμουν το νερό μην τρέξει, μη χυθεί, μη στάξει.
    Φοβόμουν το θυμό του, πέρναγα μέρες με τη σκέψη του,
    κι είπα: θα πάω να το κλείσω στην πηγή.
    Θα φράξω τη φλέβα που το κάνει να μου φεύγει.
    Και το ‘κλεισα… μα μου ‘λειπε ο ήχος, η ανάσα του,
    η δροσιά του… Και ξαναπήγα, το ξανάνοιξα,
    άστο να τρέχει, είπα…
    Θύμωσε αυτό, δεν έτρεχε, δεν κύλαγε, δεν μ’ ήθελε.
    Πήγα σε πρωτομάστορες και μαθητάδες.
    Κοιτάτε εδώ, τους είπα, δεν υπακούει, δεν έρχεται.
    Κοιτάτε τα χαρτιά, όλα σωστά: κι αυτό;
    Μ’ έπιασε πονοκέφαλος και έπεσα στο στρώμα…
    Δυο μαύρα περιστέρια γουργουρίζαν στο μπαλκόνι.
    Δε μ’ άφηναν να ξεχαστώ
    Σηκώθηκα και τα ‘διωξα και μια και δυο και τρεις φορές.
    Ζευγαρωμένα εκείνα πέταγαν μακριά.
    Και τότε ξύπνησα καλά και ξαναπήγα στην πηγή.
    Και το νερό ήταν εκεί τρεχούμενο, μουρμουριστό,
    ορμητικό σαν τότε … που άσπρα εκείνα ερωτικά
    σκύβαν να πιουν απ’ τη πηγή τους.

    (Φλώρα Αντωνακοπούλου)

    9. ΤΟ ΘΑΥΜΑ

    Όταν χανόμαστε σε σκέψεις,
    χάνουμε αυτή την αμεσότητα του θαύματος
    καθημερνού και ατελεύτητου
    λίγο πιο δω απ´ την οργή μας και τον φόβο μας,
    λίγο πιο κει από τα μαραμένα βλέφαρά μας.
    Το θαύμα, σταγόνα πρωινής δροσιάς στα πέταλα του ρόδου.
    Το θαύμα της γαλάζιας της σκιάς
    καθώς γλιστράει στους τοίχους των σπιτιών τη νύχτα
    Κι ένας αρχάγγελος πάνω απ´ τον θόλο της οδύνης μας,

    να ραίνει μ´ άστρα την αμήχανη σιωπή μας…

    Βασιλική Φράγκου

  4. Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!… «Θαύμα!» ο Νικηφόρου!!!

    Από την ταινία (1951) «Θαύμα στο Μιλάνο» του Vittorio de Sica..

    -«υφαίνεται με θαύματα
    το μαγικό χαλί του κόσμου»
    (Τόλης Νικηφόρου)

    -«Γιατί και ο έρως μία θαυματουργία είναι»

    -«Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο.
    Μόνο, σε μία γωνιά, την αηδία
    Ζωγραφισμένη σ’ ένα πρόσωπο
    που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε.»
    (Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Είγε ετελεύτα»

    «Πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;
    Έπειτ’ από τα θαύματά του τα πολλά,
    την φήμη της διδασκαλίας του
    που διεδόθηκεν εις τόσα έθνη
    εκρύφθηκ’ αίφνης και δεν έμαθε κανείς
    με θετικότητα τι έγινε
    (ουδέ κανείς ποτέ είδε τάφον του).
    Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Έφεσο.
    Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως• τίποτε
    για θάνατο του Aπολλωνίου δεν έγραψεν ο Δάμις.
    Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.
    Ή μήπως είν’ εκείν’ η ιστορία
    αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη,
    στο αρχαίο της Δικτύννης ιερόν.—
    Aλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία,
    την υπερφυσικήν εμφάνισί του
    εις έναν νέον σπουδαστή στα Τύανα.—
    Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός για να επιστρέψει,
    για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι•
    ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας
    γυρίζει αγνώριστος.— Μα θα ξαναφανερωθεί
    ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά• και τότε βέβαια
    θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας,
    και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.»

    Έτσι ερέμβαζε στην πενιχρή του κατοικία—
    μετά μια ανάγνωσι του Φιλοστράτου
    «Τα ες τον Τυανέα Aπολλώνιον»—
    ένας από τους λίγους εθνικούς,
    τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε —ασήμαντος
    άνθρωπος και δειλός— στο φανερόν
    έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν.
    Ήταν η εποχή καθ’ ην βασίλευεν,
    εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Ιουστίνος,
    κ’ η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
    αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Οι άνθρωποι στη χώρα των θαυμάτων

    Αφιερωμένο χτες στη Βιέννη, σήμερα στο Ελσίνκι, αύριο σε κάθε πόλη που θα μαζεύονται οι λαοί για να υπερασπίσουνε την Ειρήνη. Μεθαύριο σ’ όλες τις πόλεις του καινούργιου κόσμου, ενός κόσμου που θάναι αληθινά μια χώρα των θαυμάτων

    Απόψε είμαι ερωτευμένος με μια πόλη!
    Άσημη πόλη φωταγωγημένη ξαφνικά από χιλιάδες όνειρα
    πόλη τριαντάφυλλο, πόλη χελιδόνι, πόλη ψωμί και πόλη εμπιστοσύνη.
    Σε συλλογίζομαι κ’ είναι σάμπως ν’ ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου
    σ’ αγαπώ, κ’ είναι σα ν’ ακουμπάει πάνω στην καρδιά μου
    όλου του κόσμου η καρδιά.
    Οι άνθρωποι απόψε τραγουδάνε τ’ όνομά σου
    κάνοντας ν’ αντηχούνε όλες οι καμπάνες, όλα τα βιολοντσέλα
    κι όλα τα γιαπιά.

    Όταν έπεφτε η Μαδρίτη εμείς κλαίγαμε
    όταν απελευθερωνόταν το Παρίσι όλη η ζωή έκανε ένα βήμα μπρος
    όταν οι Ρώσοι μπαίνανε στο Βερολίνο αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε
    σήμερα τραγουδάμε , αγαπημένη πόλη
    πόλη που μες στους δρόμους σου αγκαλιάζονται οι σημαίες των εθνών
    πόλη που διασταυρώνονται τ’ άστρα, τα όνειρα κ’ οι δρόμοι των πέντε ηπείρων
    τα κορίτσια κόβουν το νυφικό τους φόρεμα στο σχέδιο της καρδιάς σου
    οι μητέρες σκουπίζουν τα δάκρυα τους μ’ ένα κομμάτι απ’ τον κατάφωτο ουρανό σου.
    Έψαχνα να σε βρω ανάμεσα στις γυναίκες, και συ αγαπημένη ήσουν μια πόλη.

    Οι γρηές καθισμένες στα κατώφλια της γης γνέθουν τα χρόνια και την ελπίδα σου
    οι καλαθοπλέχτες πλέκουν με το φως σου μεγάλα πανέρια για τη νέα σπορά
    τα ζευγαράκια όλου του κόσμου δώσανε ραντεβού στα πάρκα σου
    πόλη, ω πόλη που στις γωνιές σου απόψε οι υπαίθριοι πουλητές
    πουλάνε δάφνες για τους ποιητές και τηγανίτες για τα παιδιά.
    Με μόνο μισή πεντάρα αγάπη απόψε, αγοράζεις όλη την ευτυχία!

    Τότε, τις σκληρές μέρες του πολέμου που κανείς δεν ήξερε αν θα ζήσει
    γλύστραγε μες στα χαρακώματα μι’ αχτίδα απ’ τον αυριανό σου ήλιο.
    Έτσι ζεσταίναμε τα χέρια μας.
    Όπως σηκώναμε τους σκοτωμένους βρίσκαμε κάτω μέσα στο αίμα τους
    δυο ψίχουλα απ’ την αυριανή αγάπη.
    Μ’ αυτά τα ψίχουλα ζήσαμε.
    Απόψε οι ξύλινοι σταυροί τους κάνουνε μια μεγάλη σκαλωσιά
    που ανεβασμένοι οι εργάτες με τραγούδια και σφυριά χτίζουν
    ένα καινούργιο ορίζοντα
    πόλη, πόλη κλειδί που ανοίγεις όλα τ’ απελπισμένα χέρια
    κι όλα τα γιασεμιά
    εσένα τραγούδαγε ο Λόρκα
    ο Φούτσικ για σένα πέθανε
    και το μικρό σκοτωμένο κοριτσάκι της Χιροσίμα
    είναι μια πεταλούδα απόψε που πετάει μες στα ζαχαροπλαστεία σου.
    Συχώρα με, αγαπημένη πόλη, μα όχι, όχι εσένα.
    Απόψε είμαι ερωτευμένος μ’ όλους τους νεκρούς.

    Έχετε δει λοιπόν μια πόλη να χορεύει.
    Να στροβιλίζεται μες σ’ έναν καταρράχτη από άστρα και φιλιά.
    Τα σηκωμένα δρεπάνια των θεριστών κάνουν μια γέφυρα
    που την περνάει χορεύοντας
    άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, το Μεξικό με την κιθάρα του στον ώμο
    η αγάπη δεν έχει χρώμα, η λευτεριά έχει το ίδιο γέλιο
    για όλους τους λαούς
    πόλη, ω πόλη που φρουρείς τα στάχια, τ’ αμόνια,
    τα ηλιοβασιλέματα και τα φιλιά
    απόψε ο Σοστάκοβιτς διευθύνει μια μουσική από χιλιάδες
    ανεμισμένες σημαίες
    ο Ρήνος τραγουδάει, τον συνοδεύει ο Ρίτσος
    μ’ όλα τα κλαρίνα του λαού μας
    η Πασιονάρια φιλιέται στο στόμα με τους περαστικούς
    ένα μικρό γυφτάκι χορεύει αγκαλιασμένο με την Παναγία των Παρισίων
    πόλη, πόλη ενός κόσμου απόψε που κ’ οι μητέρες
    των νεκρών είναι χαρούμενες.

    Όλα είναι τρέλα απόψε. Οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά
    στη χώρα των θαυμάτων.
    Κάθε παιδί μπορεί να βγάλει από τον κόρφο του χιλιάδες περιστέρια
    μιλάει ο Ζολιό Κιουρί κι ακούμε μονομιάς όλα τα φλάουτα της γης
    βρέχει ήλιο και γαλήνη πάνω απ’ τα πεδία των μαχών
    στα χαρακώματα κυλάει το νερό – γυρνάν, γυρνάνε οι μύλοι
    αλέθουνε το στάρι. Οι ζυμωτές αραδιάζουνστους πάγκους τα ψωμιά.
    Μα τα ψωμιά είναι ανήσυχα, δεν κοιμούνται.
    Μένουνε ξάγρυπνα τη νύχτα και συλλογιούνται τους πεινασμένους.
    Και ξαφνικά σηκώνουνται οργισμένα σε μιαν απέραντη στρατιά
    και ξεκινάνε να κυριέψουνε τον κόσμο. Αμήν, αμήν, λέγω υμίν
    ήγκικεν η βασιλεία του ψωμιού.
    Ω πόλη σηκωμένη απόψε στα χέρια των ανθρώπων σαν ευαγγέλιο.
    Σ’ αυτή την πόλη βλέπουν οι τυφλοί, οι άλαλοι τραγουδάνε
    πόλη, πρωτεύουσα ενός κόσμου που απόψε δίνει τα χέρια.

    Πάμε, πάμε σ’ αυτή την πόλη.
    Σε κάθε πόρτο αντί για διαβατήριο θα δείχνουμε τα εργατικά μας πρόσωπα.
    Σ’ όλες τις χώρες μάς γνωρίζουν. Είμαστε απ’ τους δικούς τους.
    Φωτιά; Τσιγάρο; Εν τάξει.
    Τρεις λέξεις μόνο φτάνουν για ν’ αγαπηθούνε οι άνθρωποι.
    Δυο χέρια για να ζήσουν. Μια σημαία για να νικήσουνε.
    Πάμε!
    Μας υποδέχουνται παντού – βουίζουν οι πλατείες – καίει
    μακριά ο ορίζοντας. Ξημερώνει.
    Ό,τι κι αν κάνουν θα νικήσουμε – ο κόσμος μάς ανήκει.
    Το μέλλον είναι μες στην τσέπη μας, σαν το κλειδί του σπιτιού μας
    κι ακόμα περισσότερο – είναι δικό μας σαν την ίδια μας την καρδιά.
    Είμαστε μεθυσμένοι απόψε, μα όχι από κρασί.
    Απόψε είμαστε μεθυσμένοι απ’ όλο το αύριο.
    Πάμε, πάμε……….

    Τάσος Λειβαδίτης, Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, Αθήνα 1956

  6. Καλημέρα, Αγγελική!…

    -Μάνος Ελευθερίου, «Τα θαύματα»

    «Δίπλα μας γίνονται τα θαύματα.
    Δίπλα μας γίνονται ως μέσα στα ερείπια
    των παλαιών σπιτιών με τις εξαίσιες σκάλες
    που οδηγούν στον ουρανό-

    πόσοι τις κατεβήκανε για τελευταία φορά
    κοιτάζοντας προς τα ταβάνια

    (προς τη ζωή του φοβερού νοήματος κοιτάζοντας)

    ελπίζοντας πως από κει θα ‘ρθεί μια σωτηρία.»
    (Μάνος Ελευθερίου, Το νεκρό καφενείο, Καστανιώτης)

    -«ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ όλα τα θαύματα αναδεύει :
       τα κρόσσια του ήλιου, τα καρφιά απ’ το φως•
      τα ξίφη, που τρυπούν τα νέα σου τραύματα,

      το αγκάθι, που είναι ο πρώτος σου εαυτός.
       Το καλοκαίρι όλα τα εγκαύματα γυμνώνει•
      σχίζει το δέρμα ώς τα μέσα ερέβη,

      το αίμα λύνει, σκοτεινή ηρωίνη,
       πάνω στης ίριδας λικνίζεται την κλίνη,
      αντεστραμμένο κάτοπτρο, άλλος ουρανός.

      Το καλοκαίρι όλα τα χρέη αποπληρώνει :
       τα στήθη που άγγιξες, τα στίφη
      από της νύχτας τα στυφά πουλιά• ξοδεύει

      όλου του χρόνου τη λιτή ελεημοσύνη,
       στα δόντια του αλέθει τη σκουριά.
      Το καλοκαίρι είναι η μόνη δικαιοσύνη.

      Το πάντοτε βυζαίνει απ’ τ’ όχι πια.»
    (Κώστας Κουτσουρέλης)

  7. «Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
    Χτες γεννηθήκαν και πώς ξέρουν κιόλας με τόση ακρίβεια
    όλα τα κατσικίσια πράγματα.
    Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικωσύνη μια ολόκληρη
    αιωνιότητα.»…
    Τι υπέροχο…και τόσο πολύ πρωτότυπο θεματικά.. Το λάτρεψα! Καλό μήνα φίλοι μου 🙂

  8. Καλό μήνα επίσης, Petra!…Eyxaristoume!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: