Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (100ο): «Το αίμα»…

-«Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.» (Γ. Ρίτσος)

-«Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.» (Ο. Ελύτης)

-Νίκος Καρούζος, «Ο ΤΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΑΙΜΑ»

«Ποτάμια δάση και νερά που με καλούν
αιώνες λουλουδιών εκείθεν…
Ω σώμα, τη μνήμη δεν κρατώ
μάχομαι στην ανάμνησή μου.
Ο κόσμος οπού θα λησμονηθώ κορυδαλλός είναι μονάχα
και το κελάηδημα είμ’ εγώ
και το φτερούγισμα δεν επιμένει
μα τα πουλιά βαραίνουν απ’ άλλη καταγωγή
φεύγοντας τη δική σου τύχη, σώμα.

Ποτάμι αχθοφόρε της πηγής
όταν ο μελαχρινός αέρας τραγουδήσει
της νύχτας ο μικρός αυθέντης
κινώντας φύλλα και πουλιά στη σιωπή
δεν είμαι μόνος.
Κι όταν μια έρημη μάντρα κοιμήσει τα ερπετά
κι όταν αγγίζω το στήθος της ωραίας κόρης
ο δρόμος δένει πάλι τ’ όνειρό μου.»
(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

-Φ. Γκ. Λόρκα, «Το σκόρπιο αίμα»

«Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε να ‘βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ’ όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ’ όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ’ ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.

Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να ‘ν’ τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.

Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.»
(Ελληνική απόδοση του ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ)

-Γιάννη Ρίτσου, «Το σώμα και το αίμα»
(Ακόμη μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου)
(απόσπασμα)

ΙΙ
«Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
έρωτα
σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
στο κιγκλίδωμα
τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
απόρθητο βάθος
απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
έτσι είπε πάνω στη στέγη
κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
σπασμένο ποτήρι
κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι
Χ
ΜΕΤΑ τα τανκς η σιωπηλότερη σιωπή μαζέψαν τα καμένα οχήματα τις στάχτες
έπλυναν το αίμα χαράματα χαράματα
φυγάδευσαν τους νεκρούς την καγκελόπορτα τα τσακισμένα δέντρα
τα παιδιά δεν γύρισαν σπίτια τους
σκιές περιφέρονται γύρω στους τηλεφωνικούς θαλάμους
από τζάμι σε τζάμι το πρόσωπο της σβησμένης φωτιάς
βρήκαν τον έναν κρεμασμένον στο νοικιασμένο δωμάτιο
τον άλλον στην κλειδωμένη ντουλάπα
ο άλλος το μέτωπο στα γόνατά του σα να διάβαζε το τελευταίο βιβλίο […]»
(Γ. Ρίτσος, Γίγνεσθαι, Κέδρος)

-Στέλλα Βλαχογιάννη, «Το αίμα»

«Εν Ονόματι Κυρίου,
νύχτες μαρτυρίου
και δαίμονες.
Σου ζήτησα φωτιά,
μα εσύ να κάψεις τα φριχτά
της μνήμης μου,
επέμενες.
Τι ειν’ ο άνθρωπος, τι το μυαλό του;
Σκιά και σύννεφο, σιωπή και Αίμα.
Ποιος ξέφυγε ποτέ απ ‘ τον εαυτό του;
Για να μας δείξει την οδό
και το νερό το σιωπηλό
που πνίγει το είδωλό του.
Εν Ονόματι Κυρίου
χαρτί εισιτηρίου,
για την Ανάσταση
Μου ζήτησες αργά
να κατεβάσω τα ρολά,
στης τρέλας την παράσταση.
Τι ειν’ο άνθρωπος, τι η καρδιά του;
Σκιά και σύννεφο σιωπή και Αίμα.
Ποιος ξέφυγε ποτέ απ’ τον εαυτό του;
Για να μας δείξει την οδό
και το νερό το σιωπηλό,
που πνίγει το είδωλό του.
Τι ειν ‘ο άνθρωπος, τι το μυαλό του;
Σκιά και σύννεφο, σιωπή και Αίμα
Ποιος ξέφυγε ποτέ απ’ τον εαυτό του;
Για να μας δείξει την οδό
και το νερό το σιωπηλό,
που πνίγει το είδωλό του.
Τι ειν ‘ο άνθρωπος, τι η καρδιά του;
Στον βίο του Ασώτου θα το βρεις.
Ποιος βγήκε κάποτε απ’ τα όνειρά του
χωρίς τα χώματα κάποιας πληγής;»
(http://www.poiein.gr/archives/13914)

-“ΤΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΣΑΛΙ” του Αλέξανδρου Πούσκιν

«Μες το αίμα βαμμένο, βλέπω τούτο το σάλι
όπου είχε σκεπάσει, το ξανθό της κεφάλι.
Και γεννά τόση πίκρα, στην ψυχή μου τη μαύρη,
που ποτέ ησυχία και γαλήνη δε θα βρει.
Όταν ήμουνα νέος, όταν μ’ έτρεφε η ελπίδα,
σαν τρελός αγαπούσα, μια ξανθιά Ελληνίδα.
Όπου είχε η ματιά της, τη ματιά μου μαγέψει
και τους πόθους μου αρπάξει και τα μάτια μου κλέψει.
Με παλιούς μου συντρόφους, ένα βράδυ γλεντούσα
και να σβήσω στο γλέντι, κρυφό πόνο ζητούσα.
Όταν κάποιος Εβραίος, πονηρά με κοιτάει
και μου λέει σιγά, «η ξανθιά σ’ απατάει».
Του μετράω φλουριά, που θολώνουν το μάτι
καβαλάω ευθύς, το γοργό μου το άτι.
Και στο σπίτι της τρέχω, στη φτωχή κάμαρά της
όπου είχα περάσει, γλυκές νύχτες κοντά της.
σπάω την πόρτα…
… και μες την κάμαρα μπαίνω
και στου λύχνου το φως, που σιγά τρεμοσβούσε,
η ξανθιά Ελληνίδα, έναν άλλο φιλούσε.
Την αρπάζω ευθύς, με τ’ ανδρείο μου χέρι
Και το φίλημα κόβει, το χρυσό μου μαχαίρι.
Η ξανθιά Ελληνίδα, με ντροπή χλωμιασμένη
εις το πάτωμα κάτω, εκυλίστη σφαγμένη.
Και από τότε, καμιανής γυναικός δεν εμίλησα
ούτε τ’ όμορφα χείλη αλληνής δεν εφίλησα.
Όσο θε να βλέπω, μες το αίμα βαμμένο ετούτο το σάλι
όπου είχε σκεπάσει, το ξανθό της κεφάλι.»

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (100ο): «Το αίμα»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Σήμερα κατάφερες να με αιφνιδιάσεις, φίλτατε Γιάννη, με το θέμα που διάλεξες και που μάλλον έχεις καλύψει πλήρως.
    Εκτός από τα ωραία ποιήματα χάρηκα και τα υπέροχα τραγούδια, ειδικά το Έντιμο αίμα και το Ματωμένο φεγγάρι.

    Ματωμένος γάμος- Εισαγωγή

    «Το αίμα της άνοιξης»

    “Ετούτη η άνοιξη έχασε πολύ αίμα
    Άνοιξη όλο καρδιά
    Άνοιξη όλο ξεκίνημα
    Ετούτη η άνοιξη πληγώθηκε βαριά
    – νιότη μας έχασες πολύ αίμα […]
    Άνοιξη όλο ξαστεριά
    άνοιξη όλο στήθος,
    γενναία μας άνοιξη, πληγώθηκες βαριά
    -νιότης μας έχασες πολύ αίμα.
    Μάτωσαν όλες οι αυγές, βαρύνανε τα αρώματα,
    τρομάζει ο άνεμος, τινάζεται- αίμα μπρος και πίσω του,
    αίμα παντού-
    δεν ξέρει πια που να καλπάσει…[…]
    ετούτη η άνοιξη πληγώθηκε βαριά
    -νιότη μας έχασες πολύ αίμα.
    Είδαμε ουρανούς θολούς από χειρονομίες απελπισίας,
    ημέρες πιο σπαραχτικές κι από το πρόσωπο τρελού παιδιού,
    βαδίσαμε στην άμμο, που βουλιάζει,
    ήρθαν πειρατικά στη χώρα της καρδιάς
    -πολλά χέρια χαθήκαν μέσα απ’ τα δικά μας,
    πολλά γράμματα μείνανε χωρίς απάντηση,
    γράμματα που, άσπρες πυρκαγιές εξόριστες, περιδινούνται
    στο πέλαγος της πίκρας.
    Όμως παλέψαμε σκληρά,
    για να μη γίνουμε του πόνου παίγνια,
    για να μην πούμε: «Φτάνει πια,
    αρκετά βασανίστηκε ο άνθρωπος στη γη.
    Τώρα ας χαθούμε. Ας παραδώσουμε την ελπίδα στον όλεθρο
    κι ας συντριφτεί το μέτωπό της
    στα παγωμένα σκαλοπάτια των μνημείων
    κι ας σαλπίσει υποχώρηση το θάρρος».
    Για να μην πούμε: «Φτάνει πια,
    τώρα ας χαθούμε, ας μη γεννούμε άλλα παιδιά»,
    για να μην πούμε: «Φτάνει πια»
    και μείνουν οι οχιές να γεννούν οχιές,
    τα τέλματα να ξερνούν τέλματα,
    και δεν είναι πια στόματα να φιλιούνται
    και δεν είναι πια δάχτυλα να παρηγορούν,
    βήματα να θροΐζουν την άνοιξη,
    μα μοναχά τα σύννεφα να βήχουν,
    μα μόνο τα παράλυτα βουνά
    κι οι φρικαλέες χειρονομίες των κεραυνών
    και σαν κουφοί, ακατάληπτα,
    νεκροταφεία να μιλούν με νεκροταφεία…
    γι αυτό παλέψαμε σκληρά.
    Ποιος έχει τώρα δάχτυλα να λογαριάσει,
    χείλια να τραυλίσει,
    τι χάσαμε και τι κερδίσαμε;
    Όρθιοι, με ακόπαστη μανία της ομορφιάς στο πρόσωπο,
    Αλύγιστοι καταμεσί στη θύελλα καταχτήσαμε
    την αστραπή της δύσκολης ελπίδας.”

    (Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

    Κι από το αίμα πιο πικρό στο στόμα το φιλί σου

    Ο Δεμένος Ώμος

    Είπε που χτύπησε σε τοίχον ή που έπεσε.
    Μα πιθανόν η αιτία να ’ταν άλλη
    του πληγωμένου και δεμένου ώμου.

    Με μια κομμάτι βίαιη κίνησιν,
    απ’ ένα ράφι για να κατεβάσει κάτι
    φωτογραφίες που ήθελε να δει από κοντά,
    λύθηκεν ο επίδεσμος κ’ έτρεξε λίγο αίμα.

    Ξανάδεσα τον ώμο, και στο δέσιμο
    αργούσα κάπως· γιατί δεν πονούσε,
    και μ’ άρεζε να βλέπω το αίμα. Πράγμα
    του έρωτός μου το αίμα εκείνο ήταν.

    Σαν έφυγε ηύρα στην καρέγλα εμπρός,
    ένα κουρέλι ματωμένο, απ’ τα πανιά,
    κουρέλι που έμοιαζε για τα σκουπίδια κατ’ ευθείαν·
    και που στα χείλη μου το πήρα εγώ,
    και που το φύλαξα ώρα πολλή —
    το αίμα του έρωτος στα χείλη μου επάνω.

    Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

    Κι από το αίμα πιο πικρό στο στόμα το φιλί σου

    Περνάς μέσα απ’ τις μέρες και ματώνεις

    Περνάς μέσα απ’ τις μέρες και ματώνεις
    Κακοποιός το μέλλον που ανατρέπει
    Κακοποιός ο δρόμος που φωνάζει
    Κι οι τοίχοι που ουρλιάζουνε
    γραμμένοι με συνθήματα
    Κακοποιοί τα βήματα
    κι η άσφαλτος που τρέμει
    Κακοποιός κι ο αέρας που δονείται
    στων συνθημάτων το ρυθμό
    «Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά…»

    Ρακένδυτη εργατιά
    απ’ τη γωνιά στο πρώτο πλάνο
    πας να χαλάσεις τη σειρά
    και ν’ ανατρέψεις δεδομένα
    Κι αν δε σου ρίχναν ούτε δεύτερη ματιά
    «…εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά»
    αυτή η επίμονη τρελή διαλεκτική
    ξανανεβαίνει στη σκηνή
    κι αρχίζει πάλι

    Κακοποιός τώρα κι η αλήθεια
    ρίχνει τα πέπλα και χορεύει
    σαν τα καλώδια τα γυμνά
    που κουβαλάν χιλιάδες βολτ
    και σε χτυπάνε από μακριά
    κι ας μην τ’ αγγίζεις

    Περνάς μέσα απ’ τις μέρες και ματώνεις
    Περνάς μέσα απ’ τις μέρες και ματώνεις

    γιώργος σαρρής

    ΑΙΜΑ ΚΙ ΑΗΔΟΝΙ ΜΟΥ- ΑΙΜΙΛΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

    ΚΑΚΟΓΡΑΦΙΑ

    Μ’ ένα κομμάτι κάρβουνο

    Με κιμωλία σπασμένη

    Και το μολύβι μου το κόκκινο

    Τ’ όνομά σου σχεδιάζω

    Τ’ όνομά του στόματός σου

    Των ποδιών σου το αποτύπωμα

    Στον τοίχο του κανένα

    Στην απαγορευμένη πόρτα

    Να χαράξω το όνομα του σώματός σου

    Έως ότου η λεπίδα του σουγιά μου

    Να ματώσει

    Μέχρι που κι η πέτρα να φωνάξει

    Κι ο τοίχος να αναπνεύσει

    Σαν το στήθος.

    (Οκτάβιο Παζ, Η πέτρα του ήλιου κι άλλα ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

    …κι είμαι μια στάλα αίμα στα χείλη σου…

    ΩΔΙΝΕΣ

    Σφαδάζει το παλιό μα δεν πεθαίνει.

    Σαπίσανε τ’ αγάλματα κι οι ρίζες. Βρέχει.
    Γυρνούν κατάκοποι κι απελπισμένοι.

    Χρόνια που αύριο θα τα πουν σκοτεινά.
    Δεν θέλουν οι γυναίκες δε μπορούν
    οι άντρες .Αργά-αργά

    αιμορραγεί η ψυχή μας.

    Γιώργος Ζιόβας

    Τώρα μεστώνει το κορμί, το αίμα βράζει…

    κακο-ποίηση

    συνήθισα πάλι
    τις υποδόριες ρωγμές του γέλιου
    τις ακαμψίες στο βλέμμα
    τις καθημερινές αβρότητες
    ανακαλύπτω έκπληκτη
    την ακατάσχετη αιμορραγία
    των λέξεων
    την εξαίρετη ρυμοτομία
    της μοναξιάς σου
    στο λαβύρινθο αυτό
    που ποίηση εσείς τον λέτε
    παιδί – μίτος
    πού ήμουν;
    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

    AΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΑ
    1.
    …Μ’ αυτό τ’ αφηνιασμένο
    Απ’ την αιμορραγία αίμα σου
    Κατορθώνεις την πτώση
    Έτσι
    Που με τα μάτια σου της νυχτερίδας
    Ακουμπάς το σκοτάδι…
    ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΐΑΝΟΣ, Φύλακας ερειπίων-απόσπασμα

    2.
    …Ὅποιες φωνὲς ἀκούσεις μὴ σὲ παρασύρουν
    σφάξε τὴ μιὰ ὀμορφιὰ νὰ πιεῖ τὸ αἷμα ἡ ἄλλη.
    Κορόνα γράμματα νὰ παίξεις
    τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια
    μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο.
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ (Βαθμίδες-απόσπασμα)

    3.
    …κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
    συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
    απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε
    από τα κυπαρίσσια που σφάχτηκαν
    για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
    μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες…
    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Η πληγωμένη άνοιξη-απόσπασμα

    4.
    Μη φεύγεις θηρίο
    θηρίο με τα σιδερένια δόντια
    θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
    θα σου δώσω ένα λαγήνι
    θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
    θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις…
    ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Του θηρίου-απόσπασμα

  2. Καλησπέρα, Αγγελική!… Όλα ωραία! Δεν το καλύψαμε επαρκώς το θέμα… Έχουμε αρκετά ακόμη να βρούμε για την ανάρτηση.
    Με εντυπωσίασε που ήξερες το ποίημα του Λεοντάρη, το οποίο το είχα κρατημένο για σχόλιο!

    -«Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Αδικο πολέμα!
    Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
    Τ’ Αδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα!».
    (Κ. Βάρναλης)

    -«Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να ‘ναι κι από αίμα –
    όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα» (Γ. Ρίτσος)

    -«Είπε στο σύννεφο η γυναίκα:
    «Σκέπασε τον καλό μου, γιατί τα ρούχα μου
    στο αίμα του είναι μουσκεμένα».» (Μ. Νταρουίς)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Μοιρολόι»

    «Το γαίμα, γιε μ’ το γαίμα σου που ‘βαψε τα λιθάρια
    το γαίμα σου που χύθηκε κι ορφάνεψε η καρδιά μου,
    ποτίζει τις μικρές ελιές και τα μεγάλα ελάτια,
    βάφει τον κάμπο κόκκινο, κόκκινα τα σκουτιά μας,
    βάφει τα σπίτια κόκκινα και την καρδιά μου μαύρη,
    κι ένας αητός που στάθηκε να πιει, να ξεδιψάσει
    βάφει τα νύχια κόκκινα, κόκκινα τα φτερά του
    και λάμπει μες στον ουρανό σαν ήλιος, σα φεγγάρι
    και μου φωτάει τη στράτα μου και μου φωτάει τον κόσμο.»
    (Γ. Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, Σ. Ε.)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Ἡ δύσκολη Κυριακή»
    (απόσπασμα)

    «..φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
    φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
    Ἤτανε παγωνιὰ

    δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
    κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
    καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ»
    (Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

    -Γιώργος Δουατζής, «Κόκκινο ποίημα»

    «Στάζανε οι λέξεις κάτι κόκκινο
    αίμα, χρώμα
    κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις
    και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο

    αλλά κι αν ήτανε κρασί
    κόκκινο, κατακόκκινο
    και μεθυσμένο το ποίημα
    αιμόφυρτο θα έδειχνε

    σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο
    που σκουριασμένο στο υπόγειο
    ανακαλεί μνήμες δεκαετιών
    κι ακόμα κοκκινίζει τα γόνατα
    με ματωμένες αταξίες

    Η Ποίηση είναι, μην ανησυχείς
    φεύγει μόνο με αποδόμηση κυττάρων
    κι ίσως με τη σιωπή της γνώσης
    κάνει τα όνειρα αληθινά
    κι ας είναι αιμόφυρτα ή μεθυσμένα»

    -Πρόδρομος Μάρκογλου, «Συμβάν»

    «Το αίμα τους
    Καθώς σπάζουν τα φράγματα χύθηκε
    Προορισμένο κιόλας ν’ αρδέψει τη γη
    Σα ρόδι θρυμματισμένο ιρίδισε
    Σκορπίζοντας απαστράπτοντα σπέρματα
    Για μιαν ανθοφορία
    Σε μιαν άλλη άνοιξη που θά’ ρθει-
    Να υψωθεί στον κόκκινο ουρανό
    Ο ρόδακας
    Του πιο κόκκινου ηλιοτρόπιου.»
    (1974)

  3. Σε 45 στροφές, πάντα μέσα από μια φωνή διαμάντι… Σήμερα το ακούω πρώτη φορά. Καλή εβδομάδα φίλοι μου https://www.youtube.com/watch?v=8EmmVa2LV8c

  4. Ciao Petra! Ευχαριστούμε πολύ για το παλιό υπέροχο τραγούδι της Μοσχολιού!

    .https://youtu.be/KIe_olKOZNA

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ίσκιοι

    Είπες βαθιά θα σκάψεις μες στον εαυτό σου
    Να τον γνωρίσεις να τον καταχτήσεις ίσως
    Μα τι νόμισες πως είναι ο εαυτός σου ορυχείο
    Στοές ν’ ανοίγεις και ν’ αναζητάς
    Φλέβες χρυσάφι φλέβες κάρβουνο
    Η μήπως νόμισες πως είναι χώρος αρχαιολογικός
    Που κρύβει μέσα του στρώματα-στρώματα
    Πολιτισμούς χαμένους
    Ένα κομμάτι πονεμένη σάρκα είσαι
    Κι όσο κι αν σκάψεις μέσα σου δεν θα ‘βρεις
    Παρά αίμα σκοτωμένο κι αίμα ζωντανό
    Και τρόμο για το σκοτωμένο αίμα

    Αργύρης Χιόνης

    The Beatles -Young Blood

    …θ’ αρπάξω πινέλα και κουβά
    θα σηκώσουμε τα πλακόστρωτα
    θα κάνω μια μεγάλη βροχή με προκηρύξεις
    συνθήματα προτροπής
    σφαίρες – λέξεις στο χαρτί
    γράμματα με πέτσες κι αίμα
    η ποίησής μας είναι ψυχοσωματική –
    κανένας σας πια δεν μπορεί να μας χωρίσει
    και τη ζωή μου
    κι όποιος κοτάει ας κάνει προς τα δω χειροβομβίδα
    με τραβηγμένη περόνη
    ………………………………………………..
    μ’ αίματα ποιήματα μυαλά
    και με στριγκλιές
    ένας μακρύς μακρύς άσπρος επίδεσμος σημάδι μου της εμμονής
    Σ’ όλης της γης τα γκέτο…

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ, αποσπάσματα

  6. Καλημέρα, Αγγελική! Ευχαριστώ!

    -Η Μπαέζ σ’ ένα ποίημα του Ζακ Πρεβερ…

    -«Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα.
    Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα»
    (Κ. Παλαμάς)

    -Τσέζαρε Παβέζε, «Έχεις αίμα κι ανάσα…»

    (Απο την ενότητα «O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου»)

    «Έχεις αίμα κι ανάσα.
    Είσαι πλασμένη κι εσύ
    από σάρκα. από μαλλιά
    κι από βλέμματα. Η γη καί τά δέντρα,
    ο ουρανός του Μαρτίου, το φώς,
    πάλλονται καί σου μοιάζουν –
    το γέλιο καί το βήμα σου
    σάν νερά πού άναβλύζουν —
    η ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια σου
    σάν βαριά συννεφιά –
    το τρυφερό σου κορμί
    ένας σβώλος στον ήλιο.

    Έχεις αίμα κι ανάσα.
    Ζείς σ’ αυτή τη γη.
    Γνωρίζεις τις γεύσεις,
    τις εποχές, τά ξυπνήματα,
    έχεις παίξει στον ήλιο,
    έχεις μιλήσει μαζί μας.
    Διάφανο νερό, ανοιξιάτικο
    βλαστάρι, γη,
    ανθισμένη σιωπή,
    έπαιζες όταν ήσουν παιδί
    κάτω από άλλον ουρανό
    κι έχεις τη σιωπή του στα μάτια σου,
    ένα σύννεφο, που αναβλύζει
    σάν πηγή απ’ τά βάθη.
    Τώρα γελάς και τινάζεσαι
    πάνω απ’ αντή τη σιωπή.
    Γλυκέ καρπέ που ζείς
    κάτω απ’ τον ξάστερο ουρανό,
    που ανασαίνεις καί ζείς
    σ’ αυτήν εδώ την εποχή μας,
    στήν κλειστή σου σιωπή
    είναι δύναμή σου. Σάν
    χορτάρι ζωντανό στόν αέρα
    αναριγείς και γελάς.
    όμως εσύ, εσύ είσαι χώμα.
    Είσαι άγρια ρίζα,
    Είσαι η γη που προσμένει.»
    (Τσέζαρε Παβέζε, Τα ποιήματα, εκδ. PRINTA)

    -Γιάννης Βαρβέρης, «Το μάθημα αίμα»

    «Εγώ κοιμάμαι και το αίμα μου όλο τρέχει
    όπως η τύχη τρέχει πράο ποτάμι
    σε χάρτες σχολικούς με παραποτάμους
    βρίσκει τ’ απόκρημνα χωριά στης Αφρικής τις ζούγκλες
    πίνουν οι μαθητές γουλίτσες φρίκης και θεριεύουνε

    όταν ξυπνώεπιστρέφει κουρασμένο απ’ το μάθημα
    δεν είναι χρέος ή σύμβολο είναι σημαία ανθρώπου
    ω αίμα μου, αίμα εκδρομικό, ζητάς και συ ένα άλλοθι
    – ο ύπνος σ’ έχει διώξει απ’ την πατρίδα.»
    (Γ. Βαρβέρης, Στα ξένα, Κέδρος)

    -Ανδρέας Ζαρμπαλάς, «Μαζεύω το αίμα»

    «Τίποτα δεν μπορώ να ιδώ στη ζωή μου.
    Τίποτα δεν μπορώ ν’ ακούσω στη ζωή μου.
    Πώς να ιδώ, αφού δεν μ’ αφήνει το αίμα;
    Πώς ν’ ακούσω, αφού δεν μ’ αφήνει το αίμα;

    Τίποτα δεν μπορώ να κάνω στη ζωή μου.
    Μόνο μαζεύω το αίμα
    το αίμα που πέφτει στάλα στάλα απ’ τον τόπο μου
    εκεί που έκοψε το μαχαίρι της Ευρώπης.

    Κι είμαι ένας Δήμος του εικοστού αιώνα
    που μαζεύει στον κουβά το αίμα της αγάπης του
    να πάει να τον ρίξει
    πάνω από εννιά πρωτεύουσες,
    πάνω από δέκα χώρες της Ευρώπης.

    Μα τι μπορώ να κάνω άλλο στη ζωή μου.»
    (Α. Ζαρμπαλάς, 101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο, Πολύτυπο)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ανεξάντλητε Γιάννη, εκεί που είπα ότι μου σώθηκαν, να σου δυο ποιήματα ακόμη.

    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

    Υπάρχουνε στον κόσμο
    μεγάλοι βάλτοι
    όπου χύνεται όλο αυτό το αίμα.
    Και είναι αυτή η γη που το πίνει
    και μεθά αστεία από μεθυσογραφία
    ενώ είναι τόσο ήσυχη…
    τόσο μονότονη…
    Όχι η γη δε μεθοκοπά
    η γη δε γυρίζει
    δε διασχίζει
    απλώς ωθεί κανονικά
    το μικρό της όχημα
    τις τέσσερις της εποχές
    τη βροχή… το χιόνι…
    το χαλάζι…
    τον όμορφο καιρό
    και ποτέ της δε μεθάει
    είναι κάπως σα να επιτρέπει
    από καιρού σε καιρό
    ένα μικρό δυστυχισμένο
    ηφαίστειο.
    Η γη περιστρέφεται
    και γυρίζει
    με τα δέντρα της…
    τους κήπους της…
    τα σπίτια της….
    γυρίζει με τους μεγάλους
    βάλτους της από αίμα
    και όλα τα ζωντανά πράγματα
    γυρίζουν μαζί της ματωμένα…
    Η γη δε νοιάζεται
    απλώς γυρίζει
    κι όλα τα ζωντανά πράγματα
    βάζονται να ουρλιάζουν
    ενώ αυτή δε νοιάζεται
    συνεχίζει να γυρίζει
    και δε σταματά ποτέ της
    να κυλάει…
    Πού πάει, λοιπόν
    όλο αυτό το αίμα που χύνεται
    το αίμα των φόνων..
    το αίμα των πολέμων…
    το αίμα της μιζέριας…
    και το αίμα των ανθρώπων
    που βασανίζονται
    μέσα στις φυλακές…
    το αίμα των παιδιών
    που βασανίζονται σιωπηλά
    από το μπαμπά και τη μαμά τους…
    και το αίμα των ανθρώπων
    που ματώνουν το κεφάλι τους
    μέσα στα καλυβάκια…
    και το αίμα του νεκροθάφτη
    όταν κι αυτός γλιστρά και θάβεται
    από μόνος;
    Και το αίμα που φτάνει
    και που ρέει σα μεγάλες παλίρροιες
    με το νεογέννητο βρέφος…
    με το νέο παιδί…
    και τη μάνα που σκούζει…
    και το παιδί που κλαίει…
    και το αίμα που ρέει…
    Πού να πηγαίνει
    όλο αυτό το αίμα που χύνεται,
    το αίμα των καταπιεσμένων…
    των ταπεινωμένων…
    των δολοφονημένων…
    των τουφεκισμένων…
    των καταδικασμένων…
    αλλά και το αίμα αυτών
    που πεθαίνουν έτσι
    στη τύχη;
    Από το δρόμο περνάει
    ένας ζωντανός
    και ένας ζωντανός
    με όλο το αίμα εντός του
    και ξαφνικά νάτον νεκρό
    κι όλο το αίμα είναι εκτός του
    ενώ οι άλλοι ζωντανοί
    εξαφανίζουν το αίμα του
    και μεταφέρουν το κορμί του.
    Όμως το αίμα είναι
    ξεροκέφαλο
    κι εκεί που ήταν ο νεκρός
    πολύ αργότερα
    τελείως μαύρο
    λίγο ακόμη αίμα
    παραμένει ακίνητο…
    και χωρίς να πήζει
    σκουριάζει τη ζωή
    των κορμιών
    όπως το γάλα όταν γυρίζεται
    όπως αυτό
    όταν γυρίζει σαν τη γη
    όπως η γη γυρίζει
    με το γάλα της…
    με τις αγελάδες της…
    με τους ζωντανούς και τους νεκρούς της…
    όπως η γη που γυρίζει
    με τους γάμους της…
    με τις κηδείες της…
    με τα κοχύλια της…
    με τα συντάγματά της…
    όπως η γη που περιστρέφεται
    και περιστρέφεται
    με τους μεγάλους βάλτους
    και τα ποτάμια
    του αίματός της.

    Jaques Prevert, PAROLES, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΚΗ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗ

    ΣΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

    Φτιασίδια
    Κοκκινάδια
    Πουδραρισμένες μύτες
    Κοστούμια ξεπεσμένων ευγενών
    Περούκες άσπρες των Μεδίκων
    Ψίθυροι
    Σκηνή θεάτρου
    Αυλαία χρυσοποίκιλτη
    Βελούδο
    Στο χρώμα του αίματος
    Ρουμπίνι στο λάκκο του λαιμού
    Στο χρώμα του αίματος
    Υποκλίσεις
    Χειροκροτήματα
    Αβροφροσύνες
    Στο χρώμα του αίματος
    Αληθινό μαχαίρι σημαδεύει στέρνο
    Πληγή ανθισμένος ιβίσκος
    Στο χρώμα του αίματος
    Ο υποβολέας ξέχασε τα λόγια

    (Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη)

  8. Γεια σου, Αγγελική!… Κι εγώ κάτι βρήκα ακόμη…

    *Από το σάουντρακ της ταινίας «Ματωμένο διαμάντι»…

    -Μάνος Ελευθερίου, «Νύφη ντυμένη τα αίματα»

    «Νύφη ντυμένη τα βουνά και με τ’ αρχαία αίματα.
    Ανθόνερο μυρίζει το σπίτι και γλυκάνισο.
    Στο χιόνι ένας μπουφές με λάμπες οπαλίνες
    ─ βυθός θαλάσσης στον αέρα ─
    κρυστάλλινα ποτήρια, καθρέφτες και σερβίτσια
    τραπεζομάντιλο με κόκκινο μονόγραμμα
    φιάλες με σουμάδα
    πολύφωτα και κάδρα με τόπους λησμονιάς
    Σύρου, Τήνου, Άνδρου , Κέας και Μήλου
    φωτογραφίες συγγενών
    στην κουζίνα γυαλισμένα φεγγάρια μπακίρια
    κουταλάκια ασημένια, γλυκοδοχεία και δίσκος
    με φλιτζανάκια του καφέ
    στους διαδρόμους οργανοπαίχτες μες στα σπαράγγια
    και τις μπιγκόνιες
    κεντήματα, οργαντίνες, μεταξωτά και τ’ αεράκι
    που φουσκώνει τις κουρτίνες
    και ταξιδεύει το σπίτι στους ουρανούς με τα πανιά του
    ανοιγμένα.
    Μαχαιρωμένα χαμόγελα κι ο φωτογράφος να πανηγυρίζει»
    (Μ. Ελευθερίου,Το νεκρό καφενείο , εκδ. Καστανιώτη)

    *Ένα ακόμη ποίημα του Βαρβέρη…

    -Γιάννης Βαρβέρης, «Η νίκη του νερού πάνω στο αίμα»

    «Την είχα φέρει τότε απ’ την πατρίδα
    νομίζω πως τη λέγαν νοσταλγία.
    Τώρα όπως όπως τη στοιβάζω στη βαλίτσα
    και προτού φύγω τρέχω στο παράθυρο να δω
    το δρόμο, τους αγνώστους, τα φανάρια
    που τόσα χρόνια εδώ στα ξένα με στηρίξαν
    χωρίς αισθήματα ευτυχώς
    ή έργα ή λόγια.

    Βλέπεις της ξενιτιάς εφόδιο είναι το αίμα
    επειδή πάντα γίνεται νερό.
    Αφού σε ταπεινώσει η δίψα
    ως το άκρο χείλος
    τότε μονάχα το νερό
    ξαναγυρίζει στο αίμα.

    Ξαναγυρίζει αλλά μαζί
    με την κατάρα του νερού:
    πατρίδα πια
    η νοσταλγία της εξορίας».
    (Γ. Βαρβέρης, Στα ξένα, Κέδρος)

    *Κι ένα ακόμη του Ζαρμπαλά…

    -Ανδρέας Ζαρμπαλάς, «Και το αίμα δε φαίνεται»

    «Αχ, τι άνεμος κρύος!
    Φυσάει ένας άνεμος κρύος και τρίζουν οι ελιές μας
    με το μεράκι
    πως δε στάξανε το λάδι στο πιάτο μας.
    Τρίζουν τα σπίτια μας, χτισμένα στην κοιλάδα του Φόβου
    με το μεράκι πως δεν ζέσταναν μια φορά τα παιδιά μας.
    Τρίζουν οι τάφοι των παππούδων
    τουρτουρίζουν τα κόκαλα
    και θυμίαμα πουθενά να ησυχάσουν τα κόκαλα.

    Φυσάει ένας άνεμος ανατολίτικος κρύος.
    Μπουκώνουν τα τζάκια μας
    κι ο καπνός απ’ τα τζάκια γυρίζει προς τα μέσα.
    Κι η φωνή μας γυρίζει προς τα μέσα,
    γυρίζει σαν τίγρη στο κλουβί η φωνή μας
    δαγκώνει τα σίδερα
    ματώνεται η φωνή μας
    και το αίμα δε φαίνεται.
    Κανείς δεν το βλέπει το αίμα μας!»
    (Α. Ζαρμπαλάς, 101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο, Πολύτυπο)

  9. *Τσιγγάνικο, ιταλικό συγκρότημα τραγουδά «Sangue al cuore» (Αίμα στην καρδιά)

    -«Ανάμεσα σε ματωμένα βλέφαρα
    Εξακολουθώ να ελπίζω.» (Τάκης Βαρβιτσιώτης)

    -Τάκης βαρβιτσιώτης, «Αίμα και φλέβες μελανές»

    «αίμα και φλέβες μελανές’και αρτηρίες που μέσα τους κυλούν
    Όνειρα εφιαλτικά
    Τριγμοί των οστών
    Λεπίδες που σπιθοβολούν
    Σεντόνια μουσκεμένα από δάκρυα
    Δε με φοβίζετε πια τώρα

    Προχωρώ για ν’ αρχίσω
    Να ξαναρχίσω τον εαυτό μου
    Μεσ’ από το θάνατο
    Να χαρίσω το όνομά μου
    Σε μια κάτασπρη
    Χιονοστιβάδα»
    (Τάκης βαρβιτσιώτης, Όχι πια δάκρυα, Κέδρος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: