Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

«Τα ποιήματα στο δρόμο»…

Συνθηματα-σε-τοιχους-η-ποιηση-

«Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια -όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
[…]»
(Νίκος Χουλιαράς, απόσπασμα από το κείμενο «Τα ποιήματα στο δρόμο», περ. Η Λέξη, αρ. 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “«Τα ποιήματα στο δρόμο»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Στον Διονύση Καρατζά

    Μικρά διεστραμμένα πνεύματα, διαβόλια μάλλον, μου τραβούν τις νύχτες τα σεντόνια και, όταν δεν ξυπνώ, τραβούνε την ψυχή μου από τις άκρες, τα βλέφαρα μού ανοίγουν με το ζόρι.
    «Τι έκανες, τι έκανες, πες, στη ζωή σου τι έκανες;», ρωτούν σχεδόν τραγουδιστά. «Έγραψα ποιήματα», απαντώ, πιστεύοντας πως φτάνει αυτό για να μ’ αφήσουν ήσυχο.
    «Χαρά στο πράγμα!», λένε, καγχάζοντας, τα πνεύματα. «Τα ποιήματα είναι πουλιά χωρίς φτερά, χωρίς λαλιά. Έκανες κάτι πιο σημαντικό;»
    «Έχτισα ένα σπίτι», απαντώ, ελπίζοντας ότι αυτό θα τους φανεί σημαντικό και σοβαρό.
    «Χαρά στο πράγμα!», επιμένουν τα διαβόλια. «Όλος ο κόσμος έχει έναν τάφο. Έκανες κάτι πιο σημαντικό;»
    «Φύτεψα δέντρα», λέω εγώ, και είμαι σίγουρος ότι τ’ αποστομώνω.
    Όμως αυτά, εκεί, «Χαρά στο πράγμα!», λένε, «Τα δέντρα είναι τόσο ασήμαντα ταξίδια! Από τη ρίζα ως την κορφή και πάλι πίσω… Μονότονα ταξίδια! Έκανες κάτι πιο σημαντικό;»
    Τότε κι εγώ πεισμώνω και φωνάζω:
    «Έγραψα ποιήματα, έγραψα ποιήματα, ποιήματα σερνάμενα πουλιά, χωρίς λαλιά, ποιήματα ερπετά! Μόνο αυτό!»

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, από την Ακτή, τχ. 49, Χειμώνας 2001

  2. … Ο υπέροχος Αργύρης Χιόνης!!!… Grazie mille Aggeliki!!!

    «Τι να σου πω για την ποίηση; Τι να σου πω γι αυτά τα σύννεφα, γι αυτό τον ουρανό; Να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω και τίποτ’ άλλο
    Καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την ποίηση, ας τα αφήσουμε αυτά στους κριτικούς και στους δασκάλους. Μα ούτε εσύ ούτε εγώ, ούτε κανένας ποιητής, δεν ξέρουμε τι είναι η ποίηση. Είναι εκεί! Κοιτάξτε. Έχω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου, το ξέρω και δουλεύω τέλεια μαζί της, μα δεν μπορώ να μιλήσω γι αυτή χωρίς να κάνω φιλολογία.
    Καταλαβαίνω όλες τις ποιητικές τέχνες. Θα μπορούσα να μιλήσω γι αυτές, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά. Δεν ξέρω. Ίσως μια μέρα να αγαπήσω πολύ την κακή ποίηση, όπως αγαπώ σήμερα την κακή μουσική, παράφορα. Θα κάψω ένα βράδυ τον Παρθενώνα για ν’ αρχίσω να τον κτίζω το πρωί και να μην τον τελειώσω ποτέ.
    Στις διαλέξεις μου μίλησα κάποτε για την ποίηση, αλλά για το μόνο για το οποίο δεν μπορώ να μιλήσω είναι η ποίησή μου. Όχι γιατί δεν έχω συνείδηση του τι κάνω. Αντίθετα, αν είναι αλήθεια πως είμαι ποιητής από χάρη του θεού- ή του δαίμονα- είναι εξίσου αλήθεια ότι είμαι ποιητής χάρη στην τεχνική και την προσπάθεια, και γιατί κατέχω απόλυτα του τι είναι ποίημα».
    (Φρ. Γκ. Λόρκα)

    -«Οι ποιητές
    Που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφυλλητά
    Λακήσαν απ’ το δρόμο
    Τινάζοντας ακατάδεκτα τα τσουλούφια τους.
    “Πώς με δυο τέτοιες λέξεις/ να τραγουδήσεις
    Την δεσποινίδα/ και τον έρωτα
    Και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;”
    Και πίσω από τους ποιητές
    Τρέχουν τα πλήθη του δρόμου
    Φοιτητές/ πόρνες/εργολάβοι…»
    Μαγιακόφσκι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: