Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (97ο): «Πρωί – πρωινό»…

-Γ. Σεφέρης, “Πρωί”

«Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε
τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το
ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται
ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ
μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα
καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,
τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου
σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου
ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.
Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία
τοῦ φθινοπώρου
ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος
ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους
καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου
ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.»
(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Κάθε πρωί»

«Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας εἶναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τοὺς χθεσινούς φίλους
Οἱ νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
-Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(Ασήμαντες απαριθμήσεις
-Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.
Μα πού τελειώνει ἡ μοναξιά;)»
(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

-Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ένα Ωραίο Πρωί»

«Σαν θάλασσα που φιλεί το χέρι μιας δεσποινίδος πετάχτηκε
η φωνή του ονείρου μας. Τριακόσιοι νάνοι περιεκύκλωσαν την
μυσταγωγία μας. Μερικοί παρεφρόνησαν μα οι περισσότεροι έστυ-
ψαν την καρδιά τους και την έφαγαν. Τα φύλλα της χθεσινής
εσπέρας πέφτουν και όλες οι δεσποινίδες που γνώρισαν τον έρω-
τα χτυπούν τα χέρια τους και τα μέτωπά τους από λατρεία για
την λατρεία μας και ολοένα μας μοιάζουν περισσότερο όπως ε-
μείς ολοένα μοιάζουμε περισσότερο με τους γαλανούς μαστούς
και τις πόρπες του στήθους των.»
(Ανδρέας Εμπειρίκος, Ποιήματα, εκδ. ΓΑΛΑΞΙΑ)

-Μάτση Χατζηλαζάρου, «Πρωί»

«Θυμήθηκε τα γριγριά
που αντιλαλούν και φέγγουνε
σε μεγάλη διαδρομή καημών
από τον εαυτό της
μακριά στα νερά τής Βάρκιζας
όμως έσερνε μαζί έναν στίχο

τα γριγριά αντιλαλούν και φέγγουν

μην επιμένεις εδώ
ισχνή μου λέξη γριγριά
τα γάμμα-ρο και τα γιώτα
δε φωτάνε κανένα βυθό
δε βαράνε γδούπους πάνω στη θάλασσα
μηδέ τα συνερίζεται ο μπάτης
όταν ξεμουδιάζει το πρωινό
και ένα ένα φυσάει
άστρα φάρους και λάμπες
γριγριά
τι με παιδεύεις
φτάνουνε οι θύμησες
αρρώστια είν’ τα λόγια τους
τι με κατατρέχεις
αναβοσβήνεις μπροστά μου
άμα λιγώνουμαι στον καναπέ
φύγε γριγριά φύγε
δε μπορώ άλλο
χάνουμαι»
(Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985, Ίκαρος)

-Χρήστος Λάσκαρης, «Κάθε πρωί στην ίδια στάση»

«Κάθε πρωί στην ίδια στάση,
το ίδιο δρομολόγιο,
η ίδια πόλη.
η ίδια πάντα γραφομηχανή.

Και η επιστροφή
σαν μια κηδεία μοιάζει,
καθώς το βράδυ πέφτει
λίγο λίγο στην ψυχή.

Κι όλα τελειώνουνε
σ’ ένα μονό κρεβάτι.»

-Κική Δημουλά, «Πρωινό στα ξένα»

«Αρπάχτηκ’ άσχημα με την ατμόσφαιρα,
σχεδόν την ξέσχισα
και μάτωσα το πρωινό.

Τώρα, μ’ αδύναμους στίχους,
ώρα πολλή τα σκισμένα της μέρη
προσπαθώ να σμίξω.
Κι όσα κομμάτια τυχόν μου περισσέψουν
μαζί μου θα πάρω,
λυπητερές πιθανόν ιστορίες
μ’ αυτά να τυλίξω.

Ύστερα, ετούτα όλα θ’ αφήσω
για να προφτάσω να πάρω από πίσω
πλανόδιους μουσικούς
που με τους ήχους τους
μελαγχολίας αετώματα στήνουν.
Σ’ αυτούς πίστη μεγάλη δίνω
πως της ψυχής μου τις νότες
ίσως μπορέσουν να παίξουν
σε κάποιο δρόμο φαρδύ, αδειανό,
στο Λονδίνο.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

-Sylvia Plath, «Πρωινό τραγούδι»

«Η αγάπη σε κούρδισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι
η μαμή σάπισε τις πατούσες σου
και το γυμνό σου κλάμα πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοι-
χεία.

Οι φωνές μας αντηχούν, μεγεθύνοντας την άφιξή σου. Καινού-
ριο άγαλμα.
Σ’ ένα ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου
σκιάζει την ασφάλειά μας. στεκόμαστε ένα γύρο κενοί σαν τοί-
χοι.

δεν είμαι περισσότερο μητέρα σου
από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντικατο-
πτρίσει την ίδια του την αργή
εξάλειψη στα χέρια του ανέμου.

Όλη τη νύχτα η ανάσα σου πεταλουδίτσα
πεταρίζει ανάμεσα στα επίπεδα ροζ τριαντάφυλλα. ξυπνώ και
αφουγκράζομαι:
μια μακρινή θάλασσα δονείται στα αυτιά μου.

Μια κραυγή και κατρακυλώ από το κρεβάτι, βαριά και λου-
λουδάτη
μέσα στο βικτοριανό νυχτικό μου.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. Το τετράγωνό του
παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα μουδιασμένα του αστέρια. Και τώ-
ρα δοκιμάζεις
μια χουφτίτσα νότες.
Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια.»
(Sylvia Plath, Ποιήματα, Κέδρος)

-Αρθ. Ρεμπώ, «Πρωινό Μέθης»

«Ω Αγαθό μου!
Ω το Ωραίο μου!
Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!
Στρεβλή μαγική!
Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το
θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά.
Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών,
θα τελειώσει από αυτά.
Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας,
ακόμα και όταν,
καθώς η φανφάρα στραφεί,
θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια.
Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση
καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας,
αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.
Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο
του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις
τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε
τον πολύ αγνό μας έρωτα.
Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε,
μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την
αιωνιότητα,
αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών,
διακριτικότητα των σκλάβων,
αυστηρότητα των παρθένων,
φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων,
να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση
αυτής της αγρυπνίας.
Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο!
όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα που μας
χάρισες.
Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από
τις ηλικίες μας.
Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.
Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.»
(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (97ο): «Πρωί – πρωινό»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Αλό, Γιάννη!
    Για την ιστορία, μόνο 4 ποιήματα ήταν κοινά με τα δικά σου (Αναγνωστάκης, Σεφέρης, Λάσκαρης, Πλαθ). Ιδού τώρα η δική μου …κολεξιόν.

    Ένας Αναγνωστάκης ακόμα:

    1. Τὸ πρωΐ

    Τὸ πρωὶ
    Στὶς 5
    Ὁ ξηρὸς
    Μεταλλικὸς ἦχος
    Ὕστερα ἀπὸ τὰ φορτωμένα καμιόνια.
    Ποὺ θρυμματίζουνε τὶς πόρτες τοῦ ὕπνου.
    Καὶ τὸ τελευταῖο «ἀντίο» τῆς παραμονῆς
    Καὶ οἱ τελευταῖοι βηματισμοὶ στὶς ὑγρὲς πλάκες
    Καὶ τὸ τελευταῖο σου γράμμα
    Στὸ παιδικὸ τετράδιο τῆς ἀριθμητικῆς
    Σὰν τοῦ μικροῦ παραθυριοῦ τὸ δίχτυ
    Ποὺ τεμαχίζει μὲ κάθετες μαῦρες γραμμὲς
    Τοῦ πρωινοῦ χαρούμενου ἥλιου τὴν παρέλαση.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    2. ΜΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΪΝΟΥ

    Μες στη διαφάνεια του πρωινού άνοιξα τα παράθυρά μου
    Και σ’ είδα απ’ όλα τα σημεία χαρούμενη να κατεβαίνεις
    Πλαγιά-πλαγιά τους ουρανούς, πλαγιά-πλαγιά τους λόφους
    Σα νάρχεσαι από την πηγή κι’ απ’ την αρχή του κόσμου.
    Κουδούνια και χαμόγελα σέρνει το φόρεμά σου
    Που το φιλούν και το σηκώνουν οι αύρες στο γαλάζιο
    Κι’ είσαι παντού με μι’ αγκαλιά τριαντάφυλλα που φέγγουν
    Τις πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου όταν βραδιάζει.
    Μα όταν νυχτώνει, κλείνοντας τα τέσσερα παράθυρά μου,
    Ενώ στο σκούρο θαλασσί παίρνουν να τρέμουν τ’ άστρα,
    Σμίγω έξω με το μέγα του σύμπαντος το φως σου
    Λιώνοντας την εικόνα σου σε άχνινα συννεφάκια.
    Κι ενώ κάτω από τη στέγη μου γέρνω το μέτωπό μου
    Κι ακούω σκυμμένος του δικού μου κόσμου τις καμπάνες
    Απ’ έξω υπάρχεις εσύ φως, στερέωμα, ουρανός.

    ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Από το ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ, 1949

    Φλέρυ Νταντωνάκη – Πρωί πρωί

    3. Το πρωί και το βράδυ

    Το πρωί
    βλέπεις το θάνατο
    να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
    τον κήπο
    το σκληρό πουλί
    και την ήσυχη γάτα
    πάνω στο κλαδί

    έξω στο δρόμο
    περνάει
    τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
    ο υποθετικός σοφέρ
    ο άνθρωπος με τη σκούπα
    τα χρυσά δόντια γελάει
    και το βράδυ
    στον κινηματογράφο
    βλέπεις
    ό,τι δεν είδες το πρωί
    το χαρούμενο κηπουρό
    το αληθινό αυτοκίνητο
    τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι

    ότι δεν αγαπάει το θάνατο
    ο κινηματογράφος

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

    Κάθε πρωί – Μαρία Δημητριάδη

    4. ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

    Η ώρα της νύχτας μέσα στη μέρα.
    Η ώρα του γυρίσματος από πλευρό σε πλευρό.
    Η ώρα για τους μεσόκοπους.
    Η καθαρή ώρα για το λάλημα των πετεινών.
    Η ώρα που μας απαρνιέται η γη.
    Η ώρα των σταγόνων από σβησμένα άστρα.
    Η ώρα του «τι κι αν μετά από μας δεν υπάρχει τίποτα».
    Μια άδεια ώρα.
    Άχαρη, στείρα.
    Απ’ όλες τις ώρες η χειρότερη.
    Κανένας δεν είναι στα καλά του στις τέσσερις το πρωί.
    Κι αν άσπρα μυρμήγκια νιώθουν ωραία στις τέσσερις το πρωί
    — ας συγχαρούμε τα μυρμήγκια. Κι ας γίνει πέντε η ώρα
    αν σκοπεύουμε να συνεχίσουμε να ζούμε.

    Βισλάβα Συμπόρσκα, μτφρ. Βασίλης Καραβίτης

    5. Το πρωί γυρίζεις πάντα

    Η πρώτη αχτίδα της αυγής

    ανασαίνει με το στόμα σου
    στο βάθος των έρημων δρόμων .
    Γκρίζο φως τα μάτια σου
    γλυκές σταγόνες της αυγής
    πάνω στους σκοτεινούς λόφους .
    Το βήμα σου κι η αναπνοή σου
    πλημμυρίζουν τα σπίτια
    σαν τον άνεμο της αυγής .
    Η πόλη ριγεί ,
    ευωδιάζουν οι πέτρες –
    είσαι η ζωή , το ξύπνημα .

    Άστρο χαμένο
    στο φως της αυγής
    ψίθυρος αύρας ,
    θαλπωρή , ανάσα –
    τελείωσε η νύχτα .

    Είσαι το φως και το πρωί .

    Τσέζαρε Παβέζε, Μετάφραση : Σωτήρης Τριβιζάς

    Ένα πρωινό, ( Άναμπελ ) – Μαρία Δημητριάδη

    5. Πρόδρομος Μάρκογλου, Πρωί με τη δροσούλα

    Πρωί
    Κι ακόμη σφυρίζουν όνειρα της νύχτας
    Αναπνέω βαθιά το καυσαέριο
    Καθώς μ’ αρπάζει λεωφορείο για τη δουλειά
    Σαν ένα κήτος με καταπίνει
    Κι αφού από στάση σε στάση αποτυχαίνει
    Να με χωνέψει
    Τέλος -κάπου κοντά στο τέλος
    Με ξερνάει
    Υποκειμενικά ανένδοτος
    Ώριμος όμως να αναλάβω την καθημερινή μου
    Εργασία
    Δηλαδή να σας ληστεύω υπέρ τρίτων

    Φλεβάρης 1978, Από τη συλλογή Πάροδος Μοναστηρίου (1989)

    Ένα χειμωνιάτικο πρωί – Βιτάλη

    7. ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ

    Έβαλε τον καφέ
    Στο φλιτζάνι
    Έβαλε το γάλα
    Στο φλιτζάνι με τον καφέ
    Έβαλε τη ζάχαρη
    Στον καφέ με το γάλα
    Με το κουταλάκι
    Γύρισε
    Ήπιε τον καφέ με το γάλα
    Και ξανάφησε το φλιτζάνι
    Χωρίς να μου μιλήσει
    Άναψε
    Ένα τσιγάρο
    Έκανε δαχτυλίδια
    Με τον καπνό
    Έβαλε τις στάχτες
    Στο τασάκι
    Χωρίς να μου μιλήσει
    Χωρίς να με κοιτάξει
    Σηκώθηκε
    Έβαλε
    Το καπέλο του στο κεφάλι του
    Έβαλε
    Το αδιάβροχό του
    Γιατί έβρεχε
    Κι έφυγε
    Μέσα στη βροχή
    Χωρίς μια κουβέντα
    Χωρίς να με κοιτάξει
    Και ’γω πήρα
    Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
    Κι έκλαψα.

    Ζακ Πρεβέρ , Μετάφραση: ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

    8. ΟΡΘΡΟΥ ΒΑΘΕΩΣ

    κείνο που σ’ εμένα
    συγκινούσε
    —και συγκινεί πάντοτε—
    τους
    ανθρώπους
    είναι
    η καταπληκτική μου ομοιότης
    με τον
    Αβραάμ Λίνκολν

    μάλιστα σαν κάποτες ανεγέρθηκε το μπρούντζινό μου άγαλμα
    σε μίαν οποιανδήποτε πλατεία του Πειραιώς
    εναπόθεσαν
    στα πόδια μου
    σιωπηλά
    κάτι
    που έμοιαζε
    —δεν διέκρινα καλά πάν’ απ’ το βάθρον—
    σαν λείψανο
    σα χάλκινο
    μαγκάλι
    μ’ αναμμένα κάρβουνα

    περίμενα να νυχτώσει καλά
    κι όταν πλησίασα
    να δω
    διεπίστωσα
    —με τι χαρά—
    ότι δεν ήταν τίποτ’ άλλο
    παρά
    τα μαύρα μάτια της γυναίκας π’ αγαπώ
    που
    ελάμπανε
    μέσ’ στο
    σκοτάδι

    Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα, τόμος Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 1977

    Γιάννης Μαρκόπουλος «Πρωινό στο Ναύπλιο»

    9. Πρωί

    Αναστημένη σπαράζει εκεί η αχτίδα
    τη νεκρόφανη βοή ν’ αναστήσει
    και φοβισμένα κάμνει να ροδίσει
    μια ξαγρυπνισμένη μου ελπίδα.

    Βαρύ μες στο[ν] πρασινισμένο δρόμο,
    που εγώ μονάχος έχω καθαρίσει,
    το δάκρυ το χορτάρι έχει λυγίσει

    σαν του Χριστού τον σταυρωμένον ώμο.

    Δεν έχει κλείσει μάτι ο νους στο σώμα
    σαν φιδιού, που ολοφώσφορο κοιτάει,
    μια ιδέα να γοητέψει και να φάει·

    κι ενώ θολό σαν την αυγή ’ν’ το χρώμα
    και η καρδιά μου έξω πολεμάει,
    το πιάνο σου ακούω ν’ αγκομαχάει!

    KΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, Σονέτα

    10. 25 ΜΑΪΟΥ

    Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
    και θα βγω στους δρόμους
    όπως και χτες.
    Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
    ένα κομμάτι από τον πατέρα
    κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
    -αυτά που μ’ άφησαν-
    και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
    Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
    Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
    ίσα ολόισα στη φωτιά
    και θα μπω όπως και χτες
    φωνάζοντας «φασίστες!!»
    στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
    μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
    ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
    Θ’ ανοίξω την πόρτα
    και είναι -όχι πως φοβάμαι-
    μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
    και πως εσύ πρέπει να μάθεις
    να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
    χωρίς όπλα όπως εγώ
    – γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
    γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
    «έτσι» «αόριστα»
    σπασμένη σε κομματάκια
    από θάλασσα, χρόνια παιδικά
    και κόκκινα λάβαρα.
    Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
    και θα χαθώ
    με τ΄ όνειρο της επανάστασης
    μες την απέραντη μοναξιά
    των δρόμων που θα καίγονται,
    μες την απέραντη μοναξιά
    των χάρτινων οδοφραγμάτων
    με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
    Προβοκάτορας.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

    Εκείνο το πρωί στην Κηφισιά, Δάκης

    11. Το πρωί

    πρώτα το πέλμα
    γυμνό
    κι έπειτα ο αστράγαλος

    το πρωί
    κάθε πρωί, αν το θες
    βάζει πόδι
    στο παραμύθι

    ένα χάρμα
    να την κοιτάς, ξυπόλυτη
    τα μαλλιά της αχτένιστα
    μακριά

    ατίθαση ομορφιά
    άγρια ηρεμία
    αρέσει,
    αρέσει πολύ

    κάθε πρωί
    μπορεί και βάζει
    το
    πόδι
    της
    στο παραμύθι

    μια μαγεία

    κι από τις φωνές, μακριά
    σχεδόν απείραχτη

    το πόδι της…
    μαγεία
    το παραμύθι
    ευλογία, αν το θες

    Κατερίνα Καραγιάννη

    12. Πρωί στους Φιλίππους

    Εδώ στέκει ο φίλος
    εκεί η βασιλική
    ο ήλιος της Θράκης
    η ομίχλη
    εμποδίζουν τις εικόνες να αποτυπώνονται
    στους κίονες αφαίρεσαν τα κεφάλια
    το θέατρο στέκει ολάκερο
    αλλά δίχως παράσταση.
    Καλά που δεν βρεθήκαμε εδώ
    όταν η πόλη κομματιάστηκε.

    Ωραίος είναι ο χειμώνας στο νότο
    ο καθένας κοιτάζει εντός του
    μέσα απ΄ τη λάμψη της ανταύγειας
    μεγάλη πύλη
    οδηγεί μέσα μας
    και στα ερείπια.

    Μίοντραγκ Πάβλοβιτς (μεταφρ. Νέλλα Πέτριτς Ρέσλερ)

    Γιατί με ξύπνησες πρωί -Μπιθικώτσης

  2. Ciao Aggeliki!… Ωραιότατη η «κολεξιόν» σου, κάποια απ’ τα ποιήματα δεν τα γνώριζα!,,,

    -Ο. Ελύτης, «Πρωινή γυμναστική»

    «Ανοιχτό παράθυρο. Τριγύρω παρτέρια.
    Ευθύ το σώμα. Τεντωμένα τα χέρια.
    Ένα δύο τρία: ζωή μου αγία
    σμικρύνω την ψυχολογία.
    Το αυτό. Εν δυό: κατανοώ το πρόσωπό μου.
    οικειοποιούμαι το αντίθετό μου.
    Σύμπτυξις εν! Ούτε μη ούτε δεν.
    Τάσεις και κάμψεις των χειρών
    προς όλας τας διευθύνσεις
    άνω πλαγίως εμπρός κάτω:
    τα του γάτου στον σκύλο
    τα του σκύλου στον γάτο.
    Έκτασις της κεφαλής οπίσω: έεεν-νααα
    δεν παραδέχομαι κανόνα κανέεεν-νααα.
    Βαθεία εισπνοή: κόρη ώ κόρη δροσερή.
    Αρχή μία: έξω η δεξιοτεχνία.
    Προεισαγωγικόν άλμα εις τέσσαρας ταχείς χρόνους:
    αντικαταστήσατε τους καθημερινούς φόνους.
    Εν δυο τρία τέσσερα. Το αυτό:
    το γενναίο είναι απατηλό.
    Εις τον καιρόν! Επιμείνατε στον Μπρετόν!
    Πρεοσχέεε! Μελετήσατε τον Φουριέ!
    Στροφή της κεφαλής αριστερά:
    όλα είναι σκατά.
    Στροφή της κεφαλής δεξιά:
    όλα είναι σκατά.

    Και ο Αντιφωνητής:

    Εις θέσιν – εν! Συμπέρασμα κανέν-α.
    Τους ζυγούς λύσατε.
    Τα κορίτσια φιλήσατε.

    Κάνε άλμα
    πιο γρήγορο από τη φθορά.»
    (Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος)

    -Γ. Σεφέρης, «Ὡραῖο φθινοπωρινὸ πρωί»
    (στην Κορυτσά):

    «Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς
    μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
    ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
    Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
    σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.
    Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες οἱ κοντοὶ τόσκηδες
    τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούρια
    κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις
    στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.
    Τί λέει ὁ Μουεζίνης στὴν ἄκρη τοῦ μιναρέ; γιὰ πρόσεξε
    Ἔσκυψε ν᾿ ἀγκαλιάσει μία ξανθὴ κούκλα στὸ πλαϊνὸ μπαλκόνι.
    Αὐτὴ ἀνεμίζει δυὸ ρόδινα χεράκια στὸν οὐρανὸ
    δὲν παραδέχεται νὰ τὴ βιάζουν
    Ὡστόσο γέρνει ὁ μιναρὲς καὶ τὸ μπαλκόνι σὰν τὸν πύργο τῆς Πίζας
    ἀκοῦς μονάχα ψιθυρίσματα, δὲν εἶναι τὰ φύλλα μήτε τὸ νερὸ
    «ἀλλάχ! ἀλλάχ!» δὲν εἶναι μήτε τ᾿ ἀγεράκι, παράξενη προσευχὴ
    ἕνας κόκορας λάλησε, πρέπει νά᾿ ναι ξανθὸς
    ὢ ψυχὴ ἐρωτευμένη ποὺ πέταξες στὰ ὕψη!
    Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα
    τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
    σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
    σκέφτηκε κανείς;…
    Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
    κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
    χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
    σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα.
    Κόπηκε ἡ μονοτονία, ὦ ἐσὺ ποὺ πέταξες στὰ ὕψη
    νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσει
    κι αὐτὸ τὸ βουβάλι τοῦ μακεδονίτικου κάμπου τόσο ὑπομονετικὸ
    τόσο ἀβίαστο, σὰ νὰ τὸ ξέρει πὼς δὲν φτάνει κανεὶς πουθενὰ
    θυμίζει τ᾿ ἀγέρωχο κεφάλι τοῦ πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
    Tel qu᾿en lui-même enfin l᾿éternité le change.»
    (Κορυτσὰ 1937)
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

    -EUGENIO MONTALE, «ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΙΟ ΠΡΩΙ…»

    «Ίσως κάποιο πρωί που θα πορεύομαι σ’ έναν στεγνό
    αέρα κρυσταλλένιο, γυρίζοντας, θα ιδώ το θαύμα εκ-
    πληρωμένο:
    το τίποτα στη ράχη μου, πίσω μου το κενό,
    με τρόμο που θα μ΄έκανε σαν μεθυσμένο.

    Μετά, σαν σε οθόνη θ’ απλωθούν ξαφνικά
    δέντρα, σπίτια, λόφοι, στο συνηθισμένο αντικατοπτρι-
    σμό.
    Μα θα είναι πια πολύ αργά. θα φύγω σιωπηλά
    μες στους ανθρώπους που δεν στρέφονται , με το δικό
    μου μυστικό.»
    (Ξένοι ποιητές του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  3. Μα δεν αφήσατε και κανένα..»πρωινό» για τους άλλους φίλοι μου, τα είπατε όλα! Μου άρεσε πολύ το 7. ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ, και πολλά άλλα φυσικά. Για σας αυτό:

  4. Ciao Petra!!!!… Ευχαριστούμε πολύ!!!!

    -«Il mattino – Edvard Grieg»: ένα κλασικό μουσικό κομμάτι με τίτλο «Το πρωί»…

    -Ο. Ελύτης, [Κι αύριο είναι πρωί…]

    «Κι αύριο είναι πρωί – μα εμείς σήμερα θα καλπάσουμε προς τις
    κρυψώνες του ήλιου
    Με χρυσές μπρατσέρες θα ‘βγουμε στον κίνδυνο πιο πέρ’ απ’ τ’ ακρω-
    τήριο της καλής ανταύγειας
    Προς τις σπαθωτές φιλίες των υποσχέσεων που έστησαν κιόσκια μες
    στη μέση της χαράς
    Υψώνοντας τις φλόγες των σαν τ’ αλαφριά κορμιά της καλοσύνης
    Θα ξαφνιάσουμε τις θαρραλέες σφενδόνες του οίστρου μιας ωκεανο-
    πορίας
    Χτυπώντας τις παλάμες μας ώσπου ν’ ακούσ’ η Γη κι ανοίξει όλα τα πέ-
    ταλα των μυστηρίων της
    Κι αύριο είναι πρωί – μα εμείς σήμερα θα προσφέρουμε τις ώρες μας
    προσάναμμα στην αποφασισμένη προέλαση
    Κι ας παν τα τραύματα της λύπης σ’ άλλο μούχρωμα – σ’ άλλον λι-
    μναίο καθρέφτη να σωπάσουν
    Ας κρυφτούν οι κύκνοι των ευαισθησιών μες στη χλωρίδα μιας ψιθυ-
    ρισμένης οάσεως
    Τα οργώματα της λεβεντιάς είναι για θούρια πρασινάδας λυγισμένης
    με άνεμο και λόγο!»

    (Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί (απόσπασμα), Ίκαρος)

  5. τούτο τοπρωί

    απ’το πρωί μες τη βροχή και μέσα στο λιοπύρι
    για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι

    ωραία που’ναι την αυγή ‘οταν γλυκοχαράζει
    χαρά σ’ελείνη τη καρδιά που δεν αναστενάζει

    κάθε πρωί αλάζεις το σκοπό σου

  6. Καλημέρα!… Ευχαριστούμε πολύ Λύσιππε για τα ωραία τραγούδια!!!

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Πολύ «προχώ» σε βρίσκω, φίλτατε.
    Εξαιρετικές επιλογές. Ξυπνάς μέσα μου (το …κτήνος,) την επιθυμία για όλο και πιο πολλή ποίηση. Και, ως γνωστόν, «Μηδέν άγαν»

    ΥΓ. Χάρηκα που σκέφτηκες το Πρωινό άστρο. Πολύ.

    Πρωινό

    Θυμάσαι άραγε πως μοιάζουν τα πρώιμα τριαντάφυλλα,
    νωρίς το πρωί, όταν τα βλέπεις πριν απ’ όλους,
    το βιός μας γύρω, οι εσχατιές γαλανές
    και κανείς την αμαρτία δε τη θέλει.

    Την πρώτη μέρα, σηκωθήκαμε
    από τα χέρια του Θεού, όπου ‘χαμε κοιμηθεί –
    τόσο πολύ – που δεν μπορώ να ξέρω·
    τα περασμένα γίνηκαν παλιά,
    και ότι υπήρξε ήταν πολύ λίγο, –
    τώρα, όμως, θα πρέπει να κινήσουμε ξανά.

    Τι μέλλει; Μην ανησυχείς,
    τον χαμό μην το φοβάσαι,
    αφού ο θάνατος είναι απλά η πρόφαση·
    τι άλλο γι’ απάντηση θέλεις;
    θα έρθουν νύχτες, γεμάτες καλοκαίρι
    και μέρες λαμπερού φωτός
    θα ζούμε εμείς, θα ζει και ο θεός.

    6 Δεκεμβρίου 1900
    R. M Rilke, Έξι ποιήματα για την Lou Andrea Salome Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης (C)

    Günter Kallmann Choir – Early In The Morning

    ΠΕΡΙ ΠΑΘΟΥΣ

    Αυτό που είδα το πρωί
    δεν είναι μέρα να το πω
    περνούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
    εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.

    Ήταν τα δέντρα πράσινα
    κι η σκάλα μέχρι το λιμάνι
    δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
    άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνιά).

    Αυτό που είδα το πρωί
    δεν είναι μέρα να το πω
    μιλούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
    εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.

    Ήταν τα δέντρα πράσινα
    κι οι δρόμοι μέχρι το λιμάνι
    δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
    άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνιά) .

    Αυτό που είδα το πρωί
    δεν με βολεύει να το πω
    εκείνος φεύγει με το ωτομοτρίς
    και εγώ επιστρέφω με τους τρεις.

    Γιώργος Χρονάς

    ΠΕΡΙ ΠΑΘΟΥΣ, Χατζιδάκις

  8. Καλησπέρα, Αγγελική!….Grazie mille!!!!

    -Κική Δημουλά, «Πώς έρχομαι σ’ επαφή το πρωί με το δρόμο μου»

    «Εν πρώτοις
    αναβιώνουν τα χθεσινά μου βήματα.
    Δεξιά, το διαφιλονικούμενο οικόπεδο
    κι ο πρώτος μορφασμός της μέρας.
    Αριστερά, στην πόρτα
    νεόδμητης πολυκατοικίας,
    τα κοινόχρηστα:
    η θυρωρός κι η ατμόσφαιρά της.
    Πιο πίσω η εντύπωση:
    σαγρέδες και απλίκες
    δίκην άνθους.
    Και μέσα,
    σε δυνατότητες τριών ή δύο δωματίων,
    ή σε συναίσθημα υπογείου,
    ο εσωτερικός της κόσμος
    στεγασθείς
    από εφάπαξ και εισοδήματα ονείρων.

    Μετά περνώ, γι ένα διάστημα,
    μπροστά από μονοκατοικίες ενδόμυχες.
    Πολλές υποπίπτουν
    στο σφάλμα διωρόφου,
    στο επάνω στεγάζεται
    ο χρόνιος πόθος του ισογείου.

    Κι εκεί, γωνία Αίγλης και Πυθίας,
    το υποσυνείδητο παντοπωλείου:
    ταβέρνα, ακόμη μεθυσμένη από το βράδυ.
    Τραπέζια τσίγκινα, ελαφριά, να υψώνονται
    εύκολα στη στάθμη της μέθης, σύσσωμα:
    με τα ποτήρια, με το μέσον και τα αίτια.
    Χωρητικότητος πέντε ψυχών το πολύ,
    που σε κρίση πίκρας παραβιάζεται.

    Κι αν δεν ξέχασα τίποτε,
    πάλι σπίτια,
    μέχρι το ανθοπωλείο,
    για τις κοινωνικές στιγμές του δρόμου
    και το αίσθημα.

    Ο δρόμος αυτός
    χύνεται στην πλατεία.
    Αναπαράστασή του
    σε κυκλική διάταξη.
    Προστιθεμένου του φωτογραφείου
    για των μορφών την ανατύπωση:
    μια έγχρωμη σειρά χρόνου εν πλω
    μετά από μια αναμνηστική περιοδεία του
    στη συνοικία μου».
    (Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

    -Salvatore Quasimodo, «ΠΡΩΙΝΟ ΑΣΜΑ»

    «Μαλαματένια πουλιά οξείες φωνές, ελεύθερα
    Μες στο μοναχικό δάσος στην κορυφή των κλωναριών του πεύκου
    Θρηνούν συγκεχυμένα κι άλλο αρχινά,
    άλλο χρονοτριβεί, εν’ άλλο αμολά τον προσκλητικό του στίχο στα βουνά:
    κι η ηχώ που δεν σιωπά, φίλη των ερήμων,
    τον επαναλαμβάνει από το βάθος των κοιλάδων.»

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Φταίω εγώ που τα ποιήματα έρχονται μόνα τους σε μένα;
    Που έπεσα πάνω σε έναν πολύ ενδιαφέροντα ποιητή;
    Ακριβώς στο θέμα μας. Πώς εξηγείται αυτό μπορείς να μου πεις;

    ΤΟ ΠΡΩΙ

    Το πρωί είναι σκουπίδια και νυσταγμένα μάτια
    που σκορπίζουν οι γάτες στο στίβο.
    Οι εργάτριες των πλαστικών είναι αγκαλιά με
    τους ροκ τραγουδιστές πλάι στις γραμμές του
    τρένου.
    Πλοία που επιστρέφουν, στρατιώτες της όρθιας
    μνήμης, το ένα μάτι του φυλακισμένου που άλλαξε
    θέση με το άλλο για να μη δει ποτέ την ευθεία
    γραμμή.
    Ναι, είναι οι επιμελητές Α’ έξω απ’ την πόρτα μας
    οι δικαστικοί κλητήρες κι οι γονδολιέρηδες των
    κεντρικών οδών.
    Είναι αυτοί που πλανήθηκαν τόσα χρόνια και μια
    νύχτα στην εμμονή του πάθους, στη λύσσα του
    αμείλικτου δάσους και κάθονται τώρα στο
    τραπεζάκι
    της κουζίνας μας μ’ ένα ποτήρι στο χέρι.
    Η μυρωδιά των κλειστών γραφείων και τα φύλλα
    των ημερολογίων, είναι:
    η ανομολόγητη φυγή, ταξίδια και όνειρα και λόγια
    ασυνάρτητα παρηγοριάς
    πόνου απ το άγαλμα της Αθηνάς που αιμορραγεί.
    Το πρωί είναι σκουπίδια.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΓΛΑΣ, Το μαύρο χιόνι (Ελλέβορος, 1999)

    Edvard Grieg – Peer Gynt – Morning Mood

    Κάθε πρωί
    βγαίνω ήρεμα στο δρόμο
    και κολλάω το αυτί μου στις εξατμίσεις.
    Αγοράζω ό,τι πιο ακριβό βρω
    και μπαίνω σ’ όλα τα καφενεία.
    Δεν βρίσκεται κανείς να με ακούσει.
    Ανάμεσα στους κόσμους των αμαρτωλών
    και των πανηγυριών
    μπαίνω και βγαίνω χτυπώντας τυφλά
    το σφυράκι του ψυχίατρου.
    Δεν είναι ζωή ετούτη.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΓΛΑΣ, Η μέρα των Φωταγωγών (Ελεύθερος Τύπος, 1982)

    Άστρο του πρωινού, Θανάσης Παπακωνσταντίνου

  10. Καλημέρα, Αγγελική! Πολύ καλός ο Δάγλας (που δεν τον γνώριζα)… Ευχαριστώ!

    Τρία ποιήματα του Ρίτσου που βρήκα ψάχνοντας τους τόμους των ποιημάτων του και δεν υπήρχαν στο διαδίκτυο…

    -Γ. Ρίτσος, «Πρωινή αναπνοή»

    «Η μέρα είναι χτισμένη από πάνω ως κάτω με σπουργίτια.
    Τα παράθυρα αφημένα μες στο φως σαν καράβια.
    Μια μέλισσα κοιμάται πάνω σ’ ένα φύλλο.
    Η γυναίκα δε βγήκε από το σπίτι. Μονάχα τα σαντάλια της,
    ξεχασμένα από χτες βράδυ στ’ ακρογιάλι
    ανασαίνουν γαλήνια ένα γαλάζιο φως με μια κίτρινη πεταλούδα.»

    -Γ. Ρίτσος, «Πρωινή αφέλεια»

    «Ήσυχο λιμανάκι- ζωγραφιές, καράβια, χρώματα,
    πράσινο, κίτρινο και κόκκινο. Σφυριές απ’ τα καρνάγια.
    Ένα κορίτσι με μια στάμνα. Ο ήλιος φεύγει.
    Τα μπαλκονάκια κρέμονται μες στα καΐκια. Τίποτα δεν είναι
    από το χτες και το αύριο. Ένα πέρασμα αμίλητο.
    Κ’ ένα φεγγάρι χάρτινο καταμεσής στη μέρα.

    Όταν θα γείρει ο ήλιος θα σου γράψω ένα ποίημα.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

    -Γ. Ρίτσος, «Πρωινή διάθεση»

    «Την ώρα που άνοιξε το παράθυρο, δεν ήταν, όχι, για να προσευ-
    χηθεί-
    τα μάτια της δε δάκρυσαν από το πλατύτατο φέγγος, μονάχα
    μια απέραντη λευκότητα εισόρμησε μέσα της, την κέρδισε. Αν
    άνοιγε τα χέρια,
    θα ‘μενε ασάλευτη, αβαρής, μετέωρη στον αέρα
    σαν ένας θόλος άψογος πάνω απ’ τον εαυτό της. Δεν περίμενε άλλο,
    τίναξε τα σεντόνια της απ’ το ανοιχτό παράθυρο,
    ήσυχη, απαλλαγμένη, με τη βεβαιότητα
    πως εκείνη η αναβλημένη, τελευταία της κίνηση
    είχε συντελεστεί από μόνη της και λειτουργούσε.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

  11. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Εντάξει, είσαι αστείρευτη πηγή, Γιάννη με δύο ν.
    Ο δικός μου ποιητής είναι ποιητής χαμηλόφωνος, λιγόστιχος και κατανοητός, που κατοικεί στα σύννεφα παρέα με πουλιά. Όλοι οι στίχοι του μοιάζουν να είναι ένα αυτόνομο ποίημα.
    Δυστυχώς, τον πετσόκοψα (δεν ξέρω με ποιο δικαίωμα;) και άφησα μόνο τα σχετικά με το πρωί.

    Aυτό το πρωί
    Ήταν κυνηγημένο
    Κρύφτηκε
    Μέσα στη βροχή.
    …………………………..
    Το πρωί
    Όλη η μουσική
    Των βουβών θάμνων.
    ……………………………….
    Για να ταξιδέψεις
    Δε χρειάζεται να κινηθείς,
    Κοίταζε κοντά και μακριά
    Μέσα στο πρωί.
    …………………………………..
    Το πρωί
    Υπάρχει μια σιωπή
    Χρωματισμένη
    Από τα μακρινά.
    ………………………………..
    Το μήλο
    Πάντα ξαφνιασμένο
    Να είναι το ίδιο και όχι το ίδιο
    Μέσα στο πρωί.
    ………………………..
    Το πρωί
    Το φως
    Νομίζει πως αγγίζει το χέρι μου
    Για πρώτη φορά.
    ……………………………
    Κατά τη διάρκεια της νύχτας
    Κάθε φύλλο ήταν μόνο
    Το πρωί
    Ξαναβρίσκει συντροφιά.
    …………………………………….
    Γλίτωσε
    Από τη νύχτα
    Μην του κάνεις
    Εσύ, πρωί,
    Περισσότερο κακό.
    ……………………………………..

    Το πρωί
    Τα κλαδιά
    Προσπαθούν να τεντωθούν πιο πολύ
    Μες στον ορίζοντα.
    ………………………………..
    Βλέπουμε ότι το πρωί
    Δε το μετάνιωσε
    Που ήρθε.
    ………………………………..
    Aυτή είναι σάρκα.
    Αυτή είναι πνεύμα.
    Αυτή είναι η σάρκα του πνεύματος.
    ………………………………
    Το πρωί ταιριάζει
    Με τις γυμνές γάμπες
    Των αγοριών και των κοριτσιών.
    ……………………………………
    Το πρωί
    Δεν ασχολείται καθόλου με το έλος.
    Το αφήνει ακόμα
    Μέσα στη νύχτα του.

    Eugène Guillevic (1907-1997), «Πιθανοί Μέλλοντες»- Μικρά Ποιήματα (μετφρ: Κώστας Ριτσώνης)

  12. Ciao Aggeliki!!!… Χαμηλόφωνος μεν ωραιότατος δε!!!

    Και κάτι που βρήκα ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη μου:

    -Αντόνιο Ματσάδο, «Ήταν πρωί…»

    «Ήταν πρωί και χαμογέλαγε ο Απρίλης.
    Αντίκρυ στον χρυσόν ορίζοντα το φεγγάρι
    ξεψυχούσε ολόλευκο και σκοτεινό. Πίσω του
    μια ελαφριά αδιόρατη χίμαιρα, το σύννεφο
    έτρεχε που μόλις θόλωνε εν’ άστρο.

    ………………………………………………..

    Έτσι όπως χαμογελούσε το ρόδινο πρωινό,
    άνοιξα το παραθύρι μου στον ήλιο της ανατολής.
    Και στο θλιβερό μου δωμάτιο εισχώρησε το φως
    με το τραγούδι των κορυδαλλών, το γέλιο της πηγής
    και το απαλό άρωμα του πρώιμου ανθού….
    Ο Απρίλης χαμογελούσε. Άνοιξα τα παραθύρια
    του σπιτιού μου στον άνεμο… Ο άνεμος έφερνε
    ευωδιά ρόδων, καμπανοκρούσματα…
    Καμπανοκρούσματα απόμακρα, κλαμένα,
    πνοή απαλή των ρόδων μοσχομύριστη…
    Πού ‘ναι τ’ ανθισμένα περιβόλια των ρόδων;
    Τι λεν στον άνεμο οι γλυκές καμπάνες;

    …………………………………………….
    (Αντόνιο Ματσάδο, Ποιήματα, Οι εκδόσεις των φίλων)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: