Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (95ο): «Δώρο»…

-Οδυσσέας Ελύτης, «Δώρο Ασημένιο Ποίημα»

«Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά και πως η γλώσσα
που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλ-
λαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους και-
ρούς της λύπης και της εξορίας

Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδο-
χικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και
βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο

Σ’ ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου
πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές

Όμως ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε
παιδιά και ότι αυτός που χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους
άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια

Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι
τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα.»
(από το Tο Φωτόδεντρο και η 14η Oμορφιά, Ίκαρος 1971)

-Μίλτος Σαχτούρης, «Τα δώρα»

«Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες*
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής»
(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

-Κική Δημουλά, «Το σπάνιο δώρο»

«Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ’ αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά ‘ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν’ ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ’ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.»
(από το H εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994)

*Ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης, «Πάρε τα δώρα»…

-Τίτος Πατρίκιος, «Οφειλή»

«Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες
είναι σαν να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ’ τη ζωή των άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.»
(από τη συλλογή Μαθητεία, που περιέχει ποιήματα της περιόδου 1952-1962.)

-Κ. Π. Καβάφης, «Πρέσβεις απ’ την Aλεξάνδρεια»

«Δεν είδαν, επί αιώνας, τέτοια ωραία δώρα στους Δελφούς
σαν τούτα που εστάλθηκαν από τους δυο τους αδελφούς,
τους αντιζήλους Πτολεμαίους βασιλείς. Aφού τα πήραν
όμως, ανησυχήσαν οι ιερείς για τον χρησμό. Την πείραν
όλην των θα χρειασθούν το πώς με οξύνοιαν να συνταχθεί,
ποιος απ’ τους δυό, ποιος από τέτοιους δυο να δυσαρεστηθεί.
Και συνεδριάζουνε την νύχτα μυστικά
και συζητούν των Λαγιδών τα οικογενειακά.

Aλλά ιδού οι πρέσβεις επανήλθαν. Χαιρετούν.
Στην Aλεξάνδρεια επιστρέφουν, λεν. Και δεν ζητούν
χρησμό κανένα. Κ’ οι ιερείς τ’ ακούνε με χαρά
(εννοείται, που κρατούν τα δώρα τα λαμπρά),
αλλ’ είναι και στο έπακρον απορημένοι,
μη νοιώθοντας τι η εξαφνική αδιαφορία αυτή σημαίνει.
Γιατί αγνοούν που χθες στους πρέσβεις ήλθαν νέα βαρυά.
Στην Pώμη δόθηκε ο χρησμός• έγιν’ εκεί η μοιρασιά.»
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (95ο): «Δώρο»…

  1. Και τώρα τι κατάλαβες, που βρήκες τα, ομολογουμένως, πιο ωραία –και τα πιο γνωστά- ποιήματα και τα έκανες …χρησικτησία, Γιάννη;
    Παραδίνομαι…

    1. Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
    Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
    χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
    δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

    Εν συντριβή βαδίζοντα.

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, Το ταξίδι των Μάγων, απόσπασμα, Συλλογή Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα (1955)

    2. Μην κλαις — μην κλαις καλή —
    τις μέρες που πέρασαν :
    είτανε — να το ξέρης — δώρο των θεών

    η γη σιγά
    και πριν ακόμη ο ήλιος που τόσο αγαπάμε σβήση
    — και δεν σκοπεύει πια για μας να ξαναβγή —
    θε να σε πάρω
    — για να προχωρήσουμε —
    απ’ το λεπτό χεράκι

    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, απόσπασμα από το «ΚΛΕΛΙΑ ή μάλλον ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ ΙΙ »

    3. Τῆς Ὕπαρξης

    Ὕπαρξη,
    Δῶρο στὴν ἁγνή μας οὐσία
    Γέλιο ποὺ χαράζει
    Τὴν παντοτινὴ νύχτα
    Πάνω στὶς λεῦκες
    Ἀπαράτησε τὸ στεφάνι σου
    Φέρε στὸ κοιμισμένο δάσος
    Τὸ θρόισμα τοῦ ὀνείρου,
    Ποὺ ἐμᾶς τοὺς σιωπηλοὺς
    Ἐξύπνησε

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, Συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», 1999

    4. Στη Μούσα. (1911)

    Βλέπει η Μούσα μου η αδερφή
    Χαρωπά το πρόσωπό μου.
    Το δαχτυλίδι ‘χει κλέψει αυτή,
    Το ανοιξιάτικο δώρο.

    Μούσα! Δες, όλες αυτές ευτυχούν –
    Κόρες, γυναίκες και χήρες…
    Μα ας οι σάρκες μου διαμελιστούν,
    Δε θα φορώ αλυσίδες.

    Ξέρω το πως θα ξεσκίζω κι εγώ
    Το απαλό χαμομήλι.
    Θα υποστεί ο καθείς στη γη το
    Έρωτος βασανιστήρι.
    Μέχρι χαράματα καίω κεριά.
    Αν και κανείς δεν μου λείπει,
    Δε θέλω, δε θέλω να ξέρω για
    Το πως φιλάνε εκείνη.

    Και οι καθρέπτες θα πουν γελαστοί:
    «Οι οφθαλμοί σου θαμπώνουν…»
    Θα ψιθυρίσω: «Μου πήρε αυτή το δώρο το θεϊκό μου».

    ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

    5. ΔΟΣΙΜΟ

    Όλα όσα έχεις, κάποια μέρα θα δοθούν. Γι’ αυτό δώσε τώρα, ώστε ο καιρός της προσφοράς να είναι δικός σου, κι όχι των κληρονόμων σου.
    Πολλές φορές λες: «Θα ήθελα να δώσω, αλλά μόνο σ’ αυτούς που αξίζουν».
    Τα δέντρα του περιβολιού σου δεν μιλούν έτσι, ούτε τα κοπάδια στο λιβάδι σου.
    Και ποιός είσαι εσύ που θα ‘πρεπε οι άνθρωποι να ανοίξουν το στήθος τους και να ξεσκεπάσουν την περηφάνια τους, για να μπορείς να δεις την αξία τους γυμνή και την περηφάνια τους αντρόπιαστη;
    Δες εσύ πρώτα αν εσύ ο ίδιος είσαι άξιος να γίνεις δότης, και όργανο δοσίματος. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι η ζωή που δίνει στη ζωή -ενώ εσύ, που ονομάζεις τον εαυτό σου δότη, δεν είσαι παρά ένας μάρτυρας.
    Και σεις αποδέκτες -και είστε όλοι σας αποδέκτες- μη δέχεστε φορτίο ευγνωμοσύνης, για να μη βάλετε δεσμά πάνω στον εαυτό σας και σ’ αυτόν που δίνει.

    (Χαλίλ Γκιμπράν)

    6. Να ληστεύεις το γείτονά σου χαμογελώντας,
    να προσφέρεις δώρα χειρονομώντας κομψά,
    να επαινείς, να κατηγορείς κεκαλυμμένα,
    να καταστρέφεις ψυχές με ένα σου λόγο,
    να καις τους ανθρώπους με μιαν ανάσα σου,
    κι ύστερα μόλις τελειώνει η δουλειά της μέρας να νίπτεις τας χείρας σου.

    ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ, Ένας τέλειος κόσμος, απόσπασμα

    7. ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

    Τι να είναι αυτό πίσω από το πέπλο, είναι άσχημο, είναι ωραίο;
    Τρεμοφέγγει, έχει στήθια, έχει αιχμές;

    Είμαι σίγουρη πως είναι μοναδικό, είμαι σίγουρη πως είναι ακριβώς αυτό που θέλω.
    Όταν μαγειρεύω σιωπηλά, το νιώθω να με κοιτάζει, το νιώθω να σκέφτεται

    «Να` ναι αυτή για την οποία πρέπει να παρουσιαστώ,
    Είναι άραγε αυτή η εκλεκτή, αυτή με τις μελανές κόγχες και την ουλή;

    Ζυγίζει το αλεύρι, πετάει το περίσσευμα
    Υπόκειται σε νόμους ,σε νόμους ,σε νόμους.

    Να` ναι για αυτήν ο ευαγγελισμός;
    Θεέ μου, τι αστείο»

    Όμως λαμπυρίζει ,δε σταματά και νομίζω πως με θέλει.
    Δεν θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα,, ή ένα μαργαριταρένιο κουμπί.

    Έτσι κι αλλιώς δεν θέλω κανένα σπουδαίο δώρο φέτος.
    Αφού είμαι ζωντανή από ατύχημα.

    Θα είχα μετά χαράς σκοτωθεί τότε, με οποιοδήποτε τρόπο.
    Τώρα υπάρχουν αυτά τα πέπλα που θροΐζουν σαν κουρτίνες,

    Τα διαφανή σατέν ενός Γεναριάτικου παράθυρου
    Λευκά σαν στρωσίδια μωρού και λάμποντας με νεκρική ανάσα
    Ω φίλντισι!

    Πρέπει να υπάρχει ένα ελεφαντόδοντο εκεί, μια στοιχειωμένη στήλη.
    Μα δεν καταλαβαίνεις πως δεν με νοιάζει τι είναι;

    Πως μπορείς να μη μου το δώσεις;
    Μη ντρέπεσαι- Δε με νοιάζει αν είναι μικρό.

    Μην είσαι τσιγκούνης. Είμαι έτοιμη για τη μεγαλοσύνη.
    Ας καθίσουμε δίπλα του καθένας από μια μεριά , θαυμάζοντας τη λάμψη,

    Το στραφτοκόπημα , την κατοπτρική του ποικιλία
    Ας φάμε πάνω του το τελευταίο δείπνο μας, σαν σε πιάτο νοσοκομείου.

    Ξέρω γιατί δε θες να μου το δώσεις,
    Είσαι τρομοκρατημένος

    Πως ο κόσμος θα εκραγεί με μια κραυγή και μαζί και το κεφάλι σου,
    Σμιλεμένο, μπρούτζινο, ένα αρχαίο έμβλημα,

    Ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.
    Μη φοβάσαι, δεν είναι έτσι..

    Εγώ μόνο θα το πάρω και θα πάω ήσυχα σε μια γωνιά.
    Δεν θα μ` ακούσεις καν να το ανοίγω, ούτε τρίξιμο χαρτιού,

    Ούτε κορδέλες να πέφτουν, ούτε κραυγή στο τέλος.
    Δε νομίζω πως μου αναγνωρίζεις τέτοια διακριτικότητα.

    Αν ήξερες πως αυτά τα πέπλα δολοφονούσαν τις μέρες μου.
    Για σένα είναι απλά διαφάνειες, καθαρός αέρας.

    Αλλά θεέ μου ,τα σύννεφα είναι σα βαμβάκι.
    Στρατιές ολόκληρες. Είναι μονοξείδιο του άνθρακα..

    Γλυκά, γλυκά τα εισπνέω.
    Γεμίζοντας τις φλέβες μου με αόρατα, με ένα εκατομμύριο

    Πιθανά μόρια σκόνης που απαριθμούν τα χρόνια της ζωής μου.
    Είσαι ασημοντυμένος για την περίσταση. Ω ,προσθετική μηχανή.-

    Είναι λοιπόν αδύνατο για σένα ν` αφήσεις κάτι να φύγει και να το αφήσεις ολόκληρο;
    Πρέπει να σφραγίζεις κάθε κομμάτι βιολετί;

    Πρέπει να σκοτώνεις ότι μπορείς;
    Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που θέλω σήμερα και μόνο εσύ μπορείς να μου το δώσεις.

    Στέκεται στο παράθυρό μου,
    μεγάλο σαν τον ουρανό.
    Αναπνέει από τα σεντόνια μου ,τον ψυχρό νεκρό πυρήνα.

    Όπου σπαταλημένες ζωές παγώνουν κι ακινητούν στην ιστορία
    Μην τ’ αφήσεις να έρθει με το Ταχυδρομείο χέρι με χέρι.

    Μην τ` αφήσεις να έρθει από στόμα σε στόμα, θα είμαι εξήντα
    Μέχρι να παραληφθεί ολόκληρο και πολύ νωθρή για να το χρησιμοποιήσω.

    Μόνο ξεκρέμασε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.
    Αν ήταν θάνατος

    Θα θαύμαζα τη βαθιά του σπουδαιότητα, τ` άχρονα μάτια του
    Θα ήξερα ότι το εννοούσες.

    Θα υπήρχε μια ανωτερότητα τότε, μια γενέθλιος ημέρα
    Και το μαχαίρι δε θα σμίλευε, αλλά θα εισχωρούσε

    Αγνό και καθαρό σαν κλάμα μωρού.
    Και το σύμπαν θα γλιστρούσε από το πλάι μου.

    Sylvia Plath [Μετάφραση:Κατερίνα Ηλιοπούλου-Ελένη Ηλιοπούλου]

  2. Ciao Aggeliki!… Είπαμε, έχω πλεονέκτημα (!), αλλά και εσύ βρίσκεις ωραιότατο «υλικό», που αρκετές φορές νοιώθω ότι είναι καλύτερο απ’ αυτό της ανάρτησής μου!… Grazie mille!!!!

    -Κική Δημουλά, «Δώρον άδωρον»

    «Χωρίς την αλυσίδα
    χωρίς με ψιθυρίσματα δακτύλων
    στην τεταμένη ακοή του δέρματος
    το κούμπωμά της να υπνωτίσεις
    για να σου φανερώσει πώς ανοίγει

    χωρίς με βάναυση γλυκύτητα
    να ενθαρρύνεις το κρικάκι να περάσει
    τη στενωπό του αμοιβαίου κρίκου
    και με αργή ψαύση να ελέγξεις
    αν έκλεισε καλά η αιχμαλωσία

    χωρίς την αρεστή αιχμαλωσία των κρίκων
    αργά να σύρεις στο κέντρο ακριβώς
    του τελευταίου ανυπόμονου αυχενικού σπονδύλου
    χωρίς με σάλιο εύθυμο
    προληπτικά να απολυμαίνεις τα υποδόρια
    αιματώματα γιατί
    άπτεται συνήθως της θωπείας ο στραγγαλισμός

    θέλω να πω αν δε μεσολαβήσει
    όλο αυτό το χασομέρι της αφής
    επάνω στη δωρήτρια ευκαιρία

    χωρίς ανάσταση κρεμάται ο λαιμός μου
    επί του σταυρού σου.»
    (Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

    -Σαρλ Μπωντλαίρ, «Τα δώρα της Σελήνης»

    «Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ’ απ΄το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: «Αυτό το παιδί μ’ αρέσει».
    Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ’ απ’ τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα, και σ’ έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαίς.
    Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο, και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: «Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα ‘σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ’ αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ’ αγαπά, το νερό τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα, την απέραντη και πράσινη θάλασσα, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δε βρίσκεσαι, τον εραστή που δε θα γνωρίσεις, τα τερατώδη άνθη, τα αρώματα που φέρνουν παραλήρημα, τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!
    Και θα σ’ αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου Θα ‘σαι βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια, εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, την γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ’ απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ’ αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ’ άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους».
    Και για αυτό, καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ’ όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.»
    (Ανθολογία γαλλικής ποίησης, μτφρ. Τάκης Βαρβιτσιώτης, Καστανιώτης)

    -Στεφάν Μαλλαρμέ, «Δώρο του ποιήματος»

    «Σου φέρνω το παιδί μιας νύχτας της Ιδουμαίας!
    Μαύρο, με ματωμένα τα φτερά, ωχρό και μαδημένο,
    Απ’ το γυαλί που φλέγεται από χρυσό κι αρώματα,
    Από τα παγωμένα τζάμια, αλίμονο! Ακόμα σκυθρωπά,
    Η αυγή ξεχλυθηκε πάνω στη λάμπα την αγγελική.
    Φοινικιές! Κι όταν αυτή το λείψανο έδειξε
    Προς τον πατέρα, που μόρφαζε χαμόγελο εχθρικό,
    Η πένθιμη κι άγονη μοναξιά ανατρίχιασε.
    Ω, το λίκνο, με την κόμη σου και με την αθωότητα
    Των παγωμένων σου ποδιών, μια γέννα φοβερή υποδέχεται:
    Και η φωνή σου που θυμίζει βιόλα και κλαβικύμβαλο,
    Με μαραμένο δάχτυλο το στήθος θα σου πιέσει
    Απ’ όπου, σε λευκότητα σιβυλλική, κυλάει η γυναίκα
    Για χείλη που αχόρταγα ζητά του καθαρού γαλάζιου ο άνεμος;»
    (Ανθολογία γαλλικής ποίησης, μτφρ. Αλέξης Ζήρας, Καστανιώτης)

  3. Τα νεότερα δεν τα ήξερα καθόλου, μπορώ να πω.
    Ψάχνοντας, βαρέθηκα να βρίσκω όλο κάτι γλυκανάλατα. Φτωχοί συγγενείς του θέματος. Ξαφνικά σκέφτηκα ότι το δώρο είναι προσφορά και θυμήθηκα ένα εξαιρετικό κείμενο.

    Το δώρο ως προσφορά

    Την ευγνωμοσύνη την αισθάνεται κανείς όταν δεν τη χρωστάει. Το διαυγές καθησυχαστικό της νεύμα ενεργοποιεί αποχρώσεις στοργής και γλυκύτητας, χωρίς καμία αναφορά στο άγχος της οφειλής.
    Άπαξ και η δωρεά είχε την ποιότητα της πηγαίας ανιδιοτέλειας, ο ευγνωμονών πολύ απέχει από το να βρίσκεται αναμεμειγμένος στη διαλεκτική του πάρε-δώσε. Όσο κι αν το γεγονός μας παραξενεύει, η γνήσια ευγνωμοσύνη είναι αμετάβατη.
    Το δώρο προσφέρει ευτυχία όταν αντιληφθείς ότι δεν σου ζητούν τίποτα σε αντάλλαγμα. Κάθε που ένα αντικείμενο φτάνει στο χείλος της δωρεάς, πα’ να πει πως η χαρά της προσφοράς ισοδυναμούσε εξαρχής, στη συνείδηση του δωρητή , με κάτι ελάχιστα περισσότερο από την αξία του ίδιου του αντικειμένου- διαφορετικά, πώς θα το αποχωριζόταν; Αυτή η αξία έρχεται ασφαλώς με τη μορφή της χαράς του ανθρώπου που προσφέρει το αντικείμενο ώστε να δώσει χαρά στον άλλο.
    Η ευγνωμοσύνη που απαντάει σε μια δωρεά χαρακτηριζόμενη από ολοκληρωτική έλλειψη της διάστασης του ανταλλάγματος είναι μάλλον κάτι που πρέπει να χρωστάει ο δωρητής στον αποδέκτη κι όχι αντίστροφα. Με ανοιχτό το κύκλωμα της αγάπης, το δώρο αναβοσβήνει ντροπαλά και ταυτοχρόνως αγέρωχα, δίχως να ανήκει πουθενά, όπως τα αστέρια του νυχτερινού ουρανού.
    Τον τσιγκούνη τον καταλαβαίνεις μάλλον από το ότι δεν παίρνει, και όχι από το ότι δεν δίνει. Η αναπηρία του βοά όταν τον βλέπουμε να αρνείται να πάρει, πράγμα που ο ίδιος, αφελώς, θεωρεί συνώνυμο της αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας. Αγνοώντας τη συνταρακτική διαφορά ανάμεσα στο παίρνω και στο εισπράττω, ο τσιγκούνης φοβάται όχι μήπως του χρωστούν (και δεν τον εξοφλήσουν), όπως νομίζουμε συνήθως, αλλά μήπως φτάσει στο σημείο να χρωστάει αυτός.
    Θέση αντιφατική: ευγνωμοσύνη αισθάνομαι απέναντι σ’ εκείνους τους φίλους που δεν με υποχρεώνουν να θυμάμαι ότι τους χρωστάω. Χρωστάς όταν δεν κουβαλάς κανένα βάρος.
    Όσο για το κάθε όμορφο πράγμα που εμφανίζεται στο οπτικό μας πεδίο, θα άξιζε να θέλουμε όχι να το αποκτήσουμε αλλά να το ευχαριστήσουμε για το ότι υπάρχει.
    Ευγένιος Αρανίτσης (κείμενο περικομμένο)

    Θείο δώρο

    Ήθελα τάχα, Θεέ μου, να μου κάνεις δώρο
    ένα μικρό θεό, στην άκρη αυτού του κόσμου.
    Και να ‘χει αρχή και τέλος ο μικρός θεός μου
    που ήθελα τάχα, Θέ μου, να μου κάνεις δώρο,
    να τον χωρεί καλά και με ο εγκέφαλός μου.
    Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο…
    Ήθελα τάχα, Θεέ μου, να μου κάνεις δώρο
    ένα μικρό θεό στην άκρη αυτού του κόσμου…

    Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο,
    για να τον αγαπώ καθώς τον εαυτό μου.
    Κ’ ενώ θε να ποθεί το φως κάποιου άλλου κόσμου,
    κλεισμένος να πονεί μες τον γαλάζιο χώρο!
    Να φεύγει ορμητικός, μα ο κύκλος κάθε δρόμου,
    να φέρνει μου ξανά, το θείο σου, Θέ μου δώρο.
    Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο,
    να κλείνω εγώ αυτόν, κι αυτός τον εαυτό μου.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:

    1….Άγαλμα θα σου στήσω
    απόδειξη στο μέλλον το διηνεκές
    Της αγάπης μου, της ομορφιάς σου και της πίστης
    Ότι το κάλλος θείο δώρο είναι.
    Αν κι ο θάνατος με τα ισχνά, γυμνά του χέρια βγάζει
    Απ’ την αγάπη μας το ρούχο της δύναμης και της ζωής,
    Το άγαλμα τούτο το γυμνό που εσύ μόνο εμπνέεις
    Όλες οι ερχόμενες γενιές, είτε το θέλουν είτε όχι,
    Θα το κληρονομήσουν,
    Σαν δώρο αναπόφευκτο από θεό σταλμένο.

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ, (απόσπασμα από τη δίγλωσση έκδοση Antinoos, μτφρ.: Γιάννης Σουλιώτης, σχέδια: Ανδρέας Νικολάου, εκδόσεις Παρουσία, 2007)

    2. …Συνέβησαν όλα γρήγορα, τόσο πάθος έκρυβε η καρδιά μας,
    Ώστε η ανταλλαγή δώρων να μας γίνει αρρώστια:
    Η αξία τους όλο και μεγάλωνε κι απ’ τις δύο πλευρές
    Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα παρά περηφάνια
    Που ούτε μπορούσε να δοθεί, ούτε εδόθη, και έτσι
    Τα πράγματα φαίνονταν να βρίσκουν
    Τη φυσική τους κατάληξη.

    Ύστερα, αναθεωρήσαμε τις απόψεις μας, αλλάξαμε γνώμη Και ταυτόχρονα ανταλλάξαμε το στερνό δώρο…

    Robert Graves, απόσπασμα, μτφρ. Σπύρος Δόικας

  4. Καλησπέρα, Αγγελική!!!…. Με παιδεύει μια ίωση εδώ και μέρες… Στο κρεβάτι τη βγάζω μ’ ένα σωρό φάρμακα… Από το συνεχή βήχα δεν μπορώ να καπνίσω κι αυτό με εκνευρίζει πολύ…
    Κάτω από τέτοιες συνθήκες ψάχνοντας βρήκα το παρακάτω κείμενο του Μπουσκάλια:

    «Τα δώρα της ζωής» του Λεο Μπουσκάλια:

    «Μ’ αρέσει η σκέψη πως την ημέρα που γεννιέται κανείς, του χαρίζουν τον κόσμο σαν δώρο γενεθλίων. Ένα υπέροχο κουτί με εξαίσιες κορδέλες! Μερικοί δεν κάνουν τον κόπο ούτε τις κορδέλες να λύσουν, όχι ν’ ανοίξουν το κουτί.

    Κι όσοι το ανοίγουν περιμένουν να βρουν μέσα μόνο το Θαύμα, την Ομορφιά, την Έκσταση. Ξαφνιάζονται που υπάρχει στη Ζωή και ο Πόνος και η Απελπισία, η Μοναξιά και η Σύγχυση. Κι όμως είναι όλα μέρος της Ζωής. Δεν ξέρω για σας όμως εγώ δεν θέλω να χάσω τη ζωή. Θέλω να μάθω το κάθε πραγματάκι που έχει μέσα το κουτί.

    Αυτό το μικρό κουτί λέγεται Πόνος. Τι να κάνουμε, δικό μου είναι κι αυτό, θ ανοίξω λοιπόν τον Πόνο και θα γνωρίσω τον Πόνο.

    Κι αυτό το μικρό πακετάκι λέγεται Μοναξιά. Ξέρετε τι συμβαίνει όταν ανοίγω το πακετάκι που λέγεται Μοναξιά; Γνωρίζω τη Μοναξιά. Κι όταν μου λες »Νοιώθω μοναξιά», μπορώ να καταλάβω λιγάκι τη Μοναξιά σου και μπορούμε να καθίσουμε μαζί και να κρατήσουμε ένας το μοναχικό χέρι του αλλού.

    Θέλω να τα γνωρίσω όλα τα πράγματα μέσα στο κουτί. Γιατί ξέρω ότι έτσι θα γνωρίσω και την Έκσταση. Βρίσκεται εκεί και θα τη βρω.

    Ξέρω ότι μπόρεσα να μετατρέψω τον Πόνο σε Χαρά. Κι εσύ μπορείς να το κανείς αυτό.

    Μπόρεσα να πάρω την Αγωνιά και να την κάνω Αλήθεια. Κι εσύ μπορείς να το κανείς αυτό.

    Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορώ να το κάνω εγώ και να μη μπορείς να το κανείς εσύ. Δεν είμαι υπεράνθρωπος. Ότι μπορώ εγώ το μπορείς κι εσύ. Και πολλά πράγματα μπορείς να τα κανείς καλύτερα.

    Αν δεν τα έχεις, δεν είναι γιατί δεν τα έχεις. Είναι γιατί δεν προσπαθείς γι αυτά. Βρίσκονται εδώ και είναι δικά σου.

    Έχουμε τη μαγική ικανότητα να μετατρέψουμε την Απελπισία σε Ελπίδα. Μπορούμε να σκουπίσουμε τα Δάκρυα και να τα αντικαταστήσουμε με Χαμόγελα.»

  5. Ώστε είσαι γήινος…

    Αρρωσταίνουν, μωρέ, τα παλικάρια; Αρρωσταίνουν. Και βέβαια, αρρωσταίνουν.

    Σε καταλαβαίνω απόλυτα, γιατί , πριν λίγο καιρό, με ξεθέωσε ένας βήχας τουλάχιστον για 20 μέρες, πόνοι στα κόκαλα και γενική ατονία. Δεν μπορούσα να σηκωθώ από τον καναπέ. Πήρα από όλα: Φάρμακα και γιατροσόφια. Πέρασε μήνας για να συνέλθω.

    Την τελευταία φορά που μου συνέβη ήταν πριν 15 χρόνια, το 2000. Τότε έκοψα το κάπνισμα. (Όλα είναι στο μυαλό!)

    Δεν μου αρέσει να κάνω συστάσεις. Ίσως όμως να είναι η ευκαιρία σου/η ώρα σου τώρα να κόψεις κι εσύ το κάπνισμα. Σου το λέει μια φανατική π ρ ώ η ν καπνίστρια, που ακόμα ονειρεύεται στον ύπνο της ότι καπνίζει.

    Σου εύχομαι λοιπόν «Περαστικά» και να συνέλθεις γρήγορα , γιατί αυτή η ίωση έχει πολλά πρόσωπα φέτος και είναι εξουθενωτική. Μιλάει η ..πείρα!

    Επί του θέματος τώρα, μου άρεσε π ο λ ύ ο Μπουσκάλια.
    Σου στέλνω κάτι λίαν τρυφερό. (Τελευταίο)

    Θέλω να μου χαρίσεις κάτι…

    -Θέλω να μου χαρίσεις κάτι…
    -Ό,τι θες.
    -Ό,τι θέλω; Τ’ ορκίζεσαι;
    -Στ’ ορκίζομαι.

    -Είναι δύσκολο.
    -Δεν πειράζει.
    -Είναι ακριβό.
    -Δεν με νοιάζει.

    -Είναι σπάνιο.
    -Τόσο το καλύτερο.

    -Είναι επικίνδυνο.
    -Δεν φοβάμαι!!

    -Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις.
    -Θα γίνω νερό να σβήσω τη φωτιά.

    -Μπορεί να σου γλιστρήσει απ’ τα χέρια και να φύγει.
    -Θα το ξαναπιάσω.

    -Μπορεί να πάει πολύ μακριά.
    -Θα το κυνηγήσω.

    -Μπορεί να χαθεί στον ουρανό.
    -Θα γίνω πουλί να το ψάξω.

    -Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα…
    -Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.

    -Μπορεί να πνιγεί στο σκοτάδι.
    -Θα περιμένω τα χαράματα.
    -Μα μπορεί να διαλυθεί ως τότε.
    -Θα φέρω τ’ άστρα να φωτίσουν πιο νωρίς.

    -Είναι τόσο μικρό, δε θα μπορέσεις να το πιάσεις.
    -Θα ζητήσω σ’ ένα μυρμήγκι να με βοηθήσει.

    -Κι αν είναι μεγάλο σαν σπίτι;
    -Θα φέρω γερανό.
    -Κι αν είναι μεγάλο σα βουνό;
    -Θα φέρω ένα γερανό πιο μεγάλο απ’ το βουνό.
    -Υπάρχει;
    -Θα τον φτιάξω.
    -Πού ξέρεις να φτιάχνεις γερανούς;
    -Δεν ξέρω.
    -Τότε;
    -Τότε θα μάθω.
    -Από πού;
    -Από τα βιβλία.
    -Κι αν δεν το λένε τα βιβλία;
    -Θα βρω το γέροντα που φτιάχνει γερανούς.
    -Κι όν έχει πεθάνει;
    -Θα βρω τον άλλο γέροντα.
    -Ποιόν άλλο γέροντα;
    -Εκείνον που ξέρει .όλα τα βότανα.
    -Όλα τα βότανα;
    -Όλα τα χόρτα και τα μικρά άνθη του αγρού. Ξέρει τί μάγια κρύβουν.

    -Και πώς θα φέρει εκείνος το βουνό;
    -Όχι εκείνος, εγώ. Θα μου δώσει βότανα να πιώ, να γίνω τόσο δυνατός που θα μπορέσω να το σηκώσω το βουνό.
    -Εμένα θα μπορείς να με πάρεις αγκαλιά;
    -Πάντα.
    -Τώρα.
    -Τώρα. Έλα, τί θέλεις;

    -Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
    -Ό,τι θέλεις.
    -Ό,τι ό,τι θέλω; Τ’ ορκίζεσαι;
    -Στ’ ορκίζομαι.
    -Θέλω… θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.
    -Να το φτιάξουμε.
    -Με τι;
    -Με τί θέλεις;
    -Δεν ξέρω.
    -Να το φτιάξουμε με ξύλο καρυδιάς και χρυσά καρφιά.
    -Όχι, όχι, δεν είναι έτσι.
    -Να το φτιάξουμε με πούπουλα και ψίχουλα, με σταγόνες και γαργαλήματα, και να του βάλουμε και ένα κλειδί να το κουρδίζεις.
    -Όχι, όχι, δεν θέλω κλειδί.
    -Γιατί;
    -Μπορεί να το χάσω.
    -Θα στο κρεμάσω στο λαιμό.
    -Μπορεί να χαθώ κι εγώ.
    Θα έρθω να σε βρω.
    -Κι αν δε μπορείς να με βρεις;
    -Θα μπορέσω.
    -Κι αν είναι σκοτάδι;
    -Θ’ ανάψω κερί.
    -Κι αν λιώσει το κερί;
    -Ως τότε θα σ’ έχω βρει.
    -Κι αν όχι;
    -Θα ψάχνω ώσπου να σε βρω.
    -Πόσο θα ψάχνεις;
    -Για πάντα.
    -Τί θα πει για πάντα;
    -Ό,τι Σ’ ΑΓΑΠΩ!
    -Κι εγώ τί θα κάνω ώσπου να με βρεις;
    -Μπορείς να κοιμηθείς.
    -Πού;
    -Κάτω από μια μυρσινιά.
    -Πού έχει μυρσινιές;
    -Παντού.
    -Έχει και λιοντάρια παντού;
    -Όχι.
    -Πού έχει λιοντάρια;
    -Στη ζούγκλα.
    -Είναι μακριά η ζούγκλα;
    -Πολύ μακριά. Στην άλλη άκρη του κόσμου…
    -Δεν μπορούν να έρθουν εδώ ποτέ;
    -Ποτέ.
    -Τ’ ορκίζεσαι;
    -Στ’ ορκίζομαι.
    -Ξέχασα τι θα πει για πάντα.
    -Θα πει ότι Σ’ ΑΓΑΠΩ.
    -Πόσο;
    -Ως τον ουρανό.

    Ανθή Δοξιάδη-Τριπ , Εκδόσεις Άγρα

  6. Ciao Aggeliki!!!!… Ο βήχας συνεχίζει όπως και η αδυναμία που νιώθω… Αύριο θα πάω πάλι απ’ το γιατρό, γιατί η αντιβίωση δεν βλέπω να κάνει και πολλά πράματα….
    Τέλος πάντων, θα το υπομείνουμε κι αυτό!

    Πολύ ωραίο, πολύ τρυφερό και ευαίσθητο το ποίημα της Ανθής Δοξιάδη!!!
    … Grazie mille!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: