Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (94ο): «Πάσχα – Ανάσταση – Λαμπρή»…

-«Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο/ αύριο, αύριο, αύριο λένε:
το Πάσχα του Θεού», (Ο. Ελύτης)

-«Πιλότος της ψυχής μας ο θάνατος./ Η ζωή είναι ωραία το βράδυ./
Καλή Ανάσταση!», (Ν. Καρούζος)

«– Ανάσταση στα έαρα! – Επανάσταση στα έαρα!», (Ν. Καρούζος)

-“Αναστάσεως ημέρα,/ λαμπρυνθώμεν λαοί
Πάσχα Κυρίου, Πάσχα,/ εκ γαρ θανάτου προς ζωήν
και εκ γης προς ουρανόν, Χριστόςο Θεός
τρανώς ακουσώμεθα,/ επινίκιον άδοντας. […]
Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι/ τω προϊόντι
Χριστώ εκ του μνήματος,/ ως νυμφίω, και συνεορτάσωμεν
τας φιλεόρτοις τάξεσι,/ Πάσχα Θεού το σωτήριον. […]
Γυναίκες μετά μύρων θεόφρονες/ οπίσω σου έδραμον
ον δε ως θνητόν,/ μετά δακρύων εζήτουν
προσεκύνησαν χαίρουσαι/ ζώντα Θεόν
και Πάσχα το μυστικόν/ σοις Χριστέ μαθηταίς ευηγγελίσαντο.”
(Ιωάννη Δαμασκηνού, Υμνολογία)

-Κική ΔΗΜΟΥΛΑ, «Μεγάλο Σάββατο»

«Εὐχὲς κροτίδες καὶ φιλήματα ἀνταλλάσσουν
οἱ ἅγιες μέρες μεταξύ τους
κι ἐγὼ χτυπῶ τὴν πόρτα σου
ὄχι γιὰ νὰ εἰσέλθω μολονότι
κατάλληλο εἶναι τὸ σῶμα ποὺ φορῶ
μὲ προϋπηρεσία ἔντιμη μακρὰ
ἔξωθεν τοῦ Νυμφῶνος.
Βγὲς ἄφοβα.
Ὄχι ἀνταπόκριση ἀπόκριση ζητῶ
τὸ φίλημα ἐκεῖνο ποὺ ἔριξες
ἀπὸ τὸ ὕψος εὐγενέστατης εὐχῆς
Καλὴ Ἀνάσταση
καὶ σφάχτηκε ὁ λαιμὸς μὲ τὸ γιακὰ μου
ἦταν ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ ρίχνουμε
στὸ δίσκο τοῦ ἐθίμου;
ἦταν στὸ τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ἦταν μιὰ γενναιόδωρη ἔμπνευση
πτωχῆς ἀδιαφορίας;
Σὲ ρωτῶ
γιατὶ δὲν εἶδα ταμπελίτσα
δὲν εἶδα νὰ αναγράφεται
τὸ μέγεθος καὶ ἡ σύνθεση τῆς θέρμης
οὔτε καὶ εἶδα τυπωμένη
τὴ μάρκα τῶν χειλιῶν σου πουθενά.
Ἀνώνυμο τελείως
λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αισθανθώ.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

-Κωστής Παλαμάς, “Ανάσταση”

“Ανάσταση κι αγάπη λαμπερή,
κάθε καμπάνα χαρωπά σημαίνει
και ξημερώνει μέρα και φορεί
στολή μ’ αστέρια κ’ άνθια κεντημένη…

και μέσα στην καρδιά μου μυστικά
νιώθω να ξημερώνει μια ημέρα,
με κάλλη πλέον μαγικά,
απ’ όσα είναι στη γη και στον αιθέρα.”

-Κική ΔΗΜΟΥΛΑ, «Πάσχα προς Σούνιο»

«Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη
λες κι απ’ τις άκρες της σφιχτά
την έπιασ’ η στεριά και την τεντώνει.
Στην άκρη του γκρεμού,
που συγκρατεί το θέαμα,
ευωδιάζει ο ίλιγγος
κατρακυλούν αυτοκτονίες…

Αριστερά, η εποχή,
Σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.
Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,
έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.
Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού
επάνω του ακόμη ξεχασμένο
το πάθος της σταυρώσεως παρατείνει.
Περί διαγενομένου του Σαββάτου,
Μαγδαληνής, Σαλώμης, και αρωμάτων
ιδέαν δεν έχει.
Σύμπτωσις:
Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος
Ουκ αποκεκύλισται
Ην γαρ μέγας σφόδρα.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

-ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ, «Το Πάσχα των Πιστών»

“Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν….
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ᾽ εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.
Λυτρώνεται ο άνθρωπος;
Απαντά το λουλούδι: «Θα χαθούμε»
κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.”
(ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ, Το Πάσχα των Πιστών, Νέες Δοκιμές, 1954)

-Ζωή Καρέλλη, «Πριν την Ανάσταση»

«Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.

Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.

Χρόνια τώρα, δεν πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… Είναι δυνατόν,
τίποτα να μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.

«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;

Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.

«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.

«Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.

Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.

Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.

Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.»
(Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης, 1951)
(Πηγή: http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=65312.0)

-Κώστας Βάρναλης, [Ανάσταση]

«Άκου τον ξάστερο ουρανό, πώς οι καμπάνες σιούνε.
Όπου καρδιά, χαρμόσυνες λαχτάρες απαντούνε.

Ανάστασ’ είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι
κόκκινο αυγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι.

Όσ’ άστρα ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα.
Όλ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.

Της εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλήν οι στύλοι.
Ειρήνη! Ειρήνη! Φιληθήτε οχτροί μαζί και φίλοι.»
(απόσπασμα από το ποίημα «Γυναίκα», Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, εκδ. Κέδρος)

-Διονύσιος Σολωμός, «Η ημέρα της Λαμπρής»

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστείτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
μπροστά στους Αγίους και φιληθείτε!
Φιληθείτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!
Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.»
(Δ. Σολωμός, Άπαντα, εκδ. ΟΕΣΒ)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (94ο): «Πάσχα – Ανάσταση – Λαμπρή»…

  1. Γιάννη,
    Ευχές εκ βάθους καρδίας.

    1. Νίκος Σιδέρης, Πάσχα 2009

    Λάμπουν λαμπάδες.
    Λαμπρή. Σε κάθε χέρι
    Φυτρώνει ένα φως

    2. Τάσος Λειβαδίτης, Η ανάσταση των φτωχών

    Κι όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου,
    ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου
    που βγήκα μέσ’ απ’ το καπέλο του.
    Από τη συλλογή Σημειώσεις

    3. ΗΡΘΕ ΞΑΝΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

    Ήρθε ξανά το Πάσχα
    Φίλη μου
    Ωραία φίλη μου
    Παντοτινή
    Τι φως ευφρόσυνο
    Στ’ άρρωστα χείλη μου!
    Τι χρώμα
    Τριανταφυλλί

    Τι λάμψη
    Στα νεκρολούλουδα!
    Τι ζεστασιά
    Στο κρύο γυαλί!
    Τάκης Βαρβιτσιώτης, Από την ποιητική συλλογή: «Άρωμα ενός Κομήτη»

    4. Μιχάλης Γκανάς, «Χριστός Ανέστη»

    Από τη συλλογή «Μαύρα Λιθάρια» (1980, 3η Έκδοση 1993)
    Είχαμε πάρει το μονοπάτι για το σπίτι
    θάλασσα ολούθε μπαμπακιά ο Απρίλης
    κι όσο χωνόμαστε μες στα πλατάνια
    τόσο σωπαίναν δε φυσούσε
    μόνο που με κοιτάζαν από μέσα μου
    νωπά τα μάτια της απ’ τα κεριά
    και σφύριζα θυμάμαι το Χριστός Ανέστη. Ο ουρανός που λίγο πριν αστροφορούσε
    σ’ άσπρο σεντόνι γύριζε και σε βρεγμένο. Δυο βήματα απ’ τη βρύση ο αδερφός της,
    έσταζε το βρακί και το παγούρι του
    ―Χριστός Ανέστη, πώς περνάς, τι να περνούσε
    κόντευε χρόνο πεθαμένος.
    Γύρισε να μας δει κι έφεξε ο τόπος
    σαν κάποιος να μας φωτογράφιζε τη νύχτα.

    5. «Εαρινή Συμφωνία»

    «Άκου τα σήμαντρα
    των εξοχικών εκκλησιών.
    Φτάνουν από πολύ μακριά
    από πολύ βαθιά.
    Απ’ τα χείλη των παιδιών
    απ’ την άγνοια των χελιδονιών
    απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
    απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
    των ταπεινών σπιτιών.

    Άκου τα σήμαντρα
    των εαρινών εκκλησιών.
    Είναι οι εκκλησίες
    που δε γνώρισαν τη σταύρωση
    και την ανάσταση.

    Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
    του Δωδεκαετούς
    που ‘χε μια μάνα τρυφερή
    που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
    έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
    που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
    της επερχόμενης Μαγδαληνής.

    Χριστέ μου
    τι θα ‘τανε η πορεία σου
    δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
    στα σκονισμένα πόδια σου;».
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    6.
    …Όταν ήμουν παιδί περίμενα το Πάσχα για να διακόψω απ’ το σχολείο. Έβαζα τα καλά μου. Αργότερα, για να διακόψω απ’ τη δουλειά. Τώρα το περιμένω για να διακόψω απ’ τη θρησκεία. Να διακόψω από το δόγμα, τον ορισμό, την a priori παραδοχή. Οι αλήθειες ζουν λίγο. Κυρίως, σε παιδικά σώματα. Σ’ αυτά μπορούν και αναπτύσσουν τις λογικές τους. Μεγαλώνοντας, χρειάζεσαι περισσότερο την προστασία που σου παρέχουν οι θεσμοί και λιγότερο την προστασία που σου προσφέρει η πίστη. Συχνάζεις στην κοινωνία, όχι στους ουρανούς. Πίστευε και μη ερεύνα. Αυτό είναι ένθεο; Ιερό;
    Ο Θεός είναι παντού. Και στον ουρανό. Τις νύχτες, όταν καμιά φορά τον χρειάζομαι, ανοίγω τα σύννεφα σαν ακορντεόν και τον βλέπω. Συζητάμε για λίγο, σε θερμό κλίμα. Έχει ασημί γένια και παιδικό χαμόγελο. Κάνει με το ξυλαράκι του κάτι γραντζουνιές που μοιάζουνε με αστέρια. Βάζω ένα στην τσέπη μου, υπάρχουν πολλά. Να προσέχεις, μου λέει. Με βάζει να το υποσχεθώ.
    Βρέχει, αλλά εγώ δεν βρέχομαι. Είναι κι αυτό ένα θαύμα. Απ’ τα ακαταχώριστα. Τα ιδιωτικά.

    Σταύρος Σταυρόπουλος, Ανθρώπων Πάσχα, απόσπασμα

    7. ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26

    Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορ-
    φή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμέ-
    να, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.
    Σου ‘ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την
    ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη
    θέση στον τάφο που σου ανήκει.
    ΕΛΥΤΗΣ

    8. ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β
    Ασμάτιον

    Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα
    πάρε το κίτρο που μου ‘δωκε ο Κάλβος
    δικιά σου η χρυσή μυρωδιά
    Μεθαύριο θα ‘ρθουν τ’ άλλα πουλιά
    θα ‘ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
    μα βαριά η δική μου καρδία.

    EΛΥΤΗΣ, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου

    9. ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

    Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
    Σταθμός Πελοποννήσου
    κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
    μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
    Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
    κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
    πιο γέρος.
    Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
    Μέσα σε μια βδομάδα
    δεν απόμεινε κανείς.
    Ήταν Μεγάλη βέβαια
    γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις –
    θέλουν πολύ για να υποκύψουν
    οι κοινοί θνητοί;
    Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήεμρα
    θα ’πρεπε κάπως νά ’χαμε κι εμείς χωρέσει.

    Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
    Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
    σ’ ένα παγκάκι
    αθάνατοι
    καθώς νυχτώνει;
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ
    (Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΝΟΣ, 2009)

    10.
    — Χριστέ μου
    του προσευχήθηκε το αρνί
    μπροστά στο εικόνισμα
    δέομαι Σου
    τώρα που έρχεται η ‘Ανάσταση Σου
    άσε με όσο μου αναλογεί να τη γιορτάσω
    βάλε κι εμένα σφάγιο στο θρίαμβο Σου.
    ΒΑΡΒΕΡΗΣ, συλλ. Ζώα στα σύννεφα

    ΝΤΟΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΟΙΟΣ ΔΕ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΜΠΡΗ

    11. Πάσχα στο φούρνο

    Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
    Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
    σε ακούνε οι καλεσμένοι.
    Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
    κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
    χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
    Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
    Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
    το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
    η σφαγή.

    (Ενός λεπτού μαζί, 1998) ΔΗΜΟΥΛΑ

    ΝΤΟΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΟΙΟΣ ΔΕ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΜΠΡΗ

    12. ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ

    Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
    παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
    Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
    ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
    στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
    σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
    αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
    μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
    ξυπνάει και σ΄ αντικρύζει κι ευθύς αναρωτάται:
    πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;
    ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
    γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
    Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.
    Paratum est cor ejus για τη σπουδαία θυσία.
    Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
    και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
    Μ΄ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
    κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
    Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
    με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
    τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,
    με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.
    ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

    13. «Ποτέ πριν…»

    «Ποτέ πριν δεν ακούστηκαν οι θείες καμπάνες να χτυπούν
    γι’ αυτούς που λείπουν.
    Ποτέ πριν δεν άναψαν οι γιορτινές λαμπάδες της Λαμπρής,
    γι’ αυτούς που για πάντα λείπουν.
    Ποτέ πριν, σαν απόψε, δεν κατεπόθη ο θάνατος εις νείκος,
    γι’ αυτούς που λείπουν, αποδημητές, στη χώρα του πολέμου!
    Ποτέ πριν!.. Αυτοί την αρμονία δίνουν στις καμπάνες.
    Ανάβουν τις λαμπάδες της Λαμπρής. Νικούν το θάνατο
    με την αιωνιότητά τους!

    Κάθονται στο τραπέζι του δείπνου μας, θλιμμένοι,
    σαν ανάμνηση από τόσα χώματα πλημμυρισμένα.
    Ωραίοι σαν το θαύμα του Ευαγγελίου.
    Σα μια κραυγή χαράς
    Χριστός Ανέστη!

    Κι αυτές οι θείες καμπάνες
    είναι τα λόγια τους.
    Κι αυτές οι κόκκινες λαμπάδες
    είναι το βλέμμα τους.
    Κι αυτή η λεπτή κλωστή στα δάχτυλά τους
    είναι η ζωή μας. Όλοι, νεκροί και ζωντανοί,
    γύρω στο γιορτινό τραπέζι της Λαμπρής. Στην
    κεφαλή του τραπεζιού
    ο Αναστάς Χριστός!»
    ΔΕΠΟΥΝΤΗΣ ΙΑΣΩΝ

    14. «Άνοιξη»

    «Έρχεται απ’ το νοτιά με την καλοκαιριά
    μπρος έστειλε τα χελιδόνια
    να ψαλλιδίσουν κάθε δισταγμό
    πίσω σέρνει τις μέλισσες,
    τυφλές από το πάθος να τα δίνουν όλα
    τ’ άνθια κροτούν στα δάχτυλα των δέντρων
    γι’ αυτό σήκωσαν σήμερα σημαία στο κάστρο
    και λύθηκαν τα σήμαντρα της πόλης.
    (…)Πάσχα, μητέρα Πάσχα!
    Σφάξε το ζαρκάδι – δε θα κλάψω!».
    ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΠΑΠΠΑ

    15. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Πάσχα 1999″
    Από τη συλλογή «Δοκιμιν» (2000)

    Κάθε γέννηση πρέπει να σφραγιστεί
    από ένα θάνατο.
    ΓΕΧΟΥΝΤΙ ΜΕΝΟΥΧΙΝ

    ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΘΑΝΑΤΟΣ οφείλει
    να σφραγιστεί από μιαν Ανάσταση.
    Ανάσταση ερπετών, Ανάσταση εντόμων,
    Ανάσταση των εν Χριστώ αρνίων,
    Ανάσταση εθνών, ιχθύων, πτηνών,
    Ανάσταση Ποιήσεως και Μουσικής.

    Λάβε ως παράδειγμα τον δεκατριετή
    μέσα στον οίκο του Κυρίου της Τέχνης.
    Όταν απόσωσε τη συναυλία
    του είπε ο Αϊνστάιν: «Τώρα ξέρω,
    μικρέ βιρτουόζε, πως υπάρχει θεός!»

    Εκείνος χαμογέλασε στη μνήμη
    του πινακιδοφόρου παππού του
    (σφικτοκρατούσε τα έργα του Σαγκάλ)
    και του ᾽λεγεν ο πάππος του: «Γεχούντι,
    αφανισθήκαμε μαζί με το Ναό
    του Σολομώντος· όταν ένας τέτοιος
    Ναός εξηφανίσθη από προσώπου
    της γης, προς τι επιδόρπια μουσικής;»

    Ο καημένος, μάλλον δεν θυμούνταν
    το πώς τα τείχη πέσαν της Ιεριχώς
    με των σαλπίγγων τους ήχους (ή με των
    αγγέλων το νανούρισμα)· πως κι άλλα
    τείχη αρχαίων ναών οικοδομήθηκαν
    σε τρεις ημέρες με τους δέοντας ήχους.

    Έτσι και με τον άνθρωπο που πέφτει
    δρεπανοθερισμένος στα χωράφια.
    Μια μέρα θα εγερθεί, θ᾽ αναδειχθεί
    σήμαντρο και σφραγίδα της Ανάστασης
    των εντολών του βίου· όπου η θεία
    της Δίκης Μουσική θα τρεμοπαίζει
    αντάμα με την Ποίηση στα Λιβάδια.

  2. Ciao Aggeliki!!!… Χρόνια πολλά, καλά, ποιητικά!!!
    ¨Ο, τι είχα βάλει κι εγώ «στην άκρη» για σχόλιο με πρόλαβες… Grazie mille!!!!

    Χέντελ: Η Ανάσταση…

    -«Χριστός Ανέ – Χριστός Ανέστη μάτια μου/ Χριστός Ανέστη μάτια μου κι έλα να φιληθούμε/, έτσ’ είναι μάτια μου, έτσ’ είναι κι έλα να φιληθούμε/ πάρε και κλη – πάρε και κλήμα τ’ αμπελιού/ πάρε και κλήμα τ’ αμπελιού κι έλ’ να στεφανωθούμε/. Εβγα να με δεις που ήρθα/ τ’ άστρι μ’ έφερε τη νύχτα. Ομορφη που ‘ναι η Λαμπρή απ’ όλες τσι σκολάδες,/ που βγάζουν την Ανάσταση μ’ ολόχρυσες λαμπάδες./ Βιόλα μου και κατιφέ μου/ δε σ’ αλησμονώ ποτέ μου…»
    (τραγούδι από το Μελί Ερυθραίας της Μικράς Ασίας).

    – Βλάντιμιρ Χολάν (Τσέχος, 1905-1980)…
    «ΑΝΑΣΤΑΣΗ»

    “Να ‘ναι αλήθεια πως μετά απ’ αυτή τη ζωή μας
    θα μας ξυπνήσουνε μια μέρα σάλπιγγες τρομαχτικές;
    Συγχώρα με, Θε μου, όμως παρηγοριέμαι
    πως η δική μας νεκρανάσταση θε να σημάνει
    απλά και μόνο το λάληλμα του πετεινού.
    Θα μείνουμε για λίγο ακόμα ξαπλωμένοι
    κι ο πρώτος που θα σηκωθεί θα ‘ναι η μητέρα
    θα την ακούσουμε να σκαλίζει απαλά τη φωτιά
    απαλά ν’ ακουμπά τη χύτρα πάνω στη σόμπα
    νωχελικά να τραβά μια κούπα απ’ το ντουλάπι
    τότε θα ‘μαστε πάλι ζωντανοί.”
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Στέλιος Σπεράντσας, «Ανάσταση»

    «Η Ανάσταση. Και γέμισε χαρά,
    λουλούδισε η ψυχή μου σαν το κρίνο.
    Κι ανοίγω της λαχτάρας τα φτερά,
    ψηλά μες στης αυγής τα φωτερά
    γαλάζιο ένα αστροφώς κι εγώ να γίνω.
    Ανάσταση. Τα σήμαντρα χτυπούν.
    Κι όλα τα δένδρα ανθίζουν πέρα ως πέρα.
    Στον κόσμο αυτό ας μάθουν ν᾿ αγαπούν
    όσοι το μίσος έσπειραν κι ας πουν
    “Χριστός Ανέστη ετούτη την ημέρα”.
    (Στέλιος Σπεράντσας, Σμύρνη 1888 – Αθήνα 1962)

    -Στέλιος Σπεράντσας, «Η Λαμπρή»

    «Νάτην η λαμπρή με τα λουλούδια.
    κόψετε παιδιά την πασχαλιά
    κι όλα με χαρές και με τραγούδια
    τρέξετε ν᾿ αλλάξωμε φιλιά.
    Σήμαντρα γλυκά βαρούν ακόμα
    και μοσχοβολούν οι εκκλησιές,
    μόσχος τα φιλιά στο κάθε στόμα,
    τα φιλιά της άνοιξης δροσιές.
    Πάμε να στρωθούμε στο χορτάρι
    και τ᾿ αρνί μας ψήνεται σιγά.
    Και με της Ανάστασης τη χάρη
    φέρτε να τσουγκρίσουμε τ᾿ αυγά.»

  3. Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
    Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!

    ΕΛΥΤΗΣ, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, ΙΔ΄, 24-25. 1945. Ποιήματα. Ίκαρος, 2002. 115.

    1. «Νύχτα του Πάσχα»

    Έτσι λοιπόν
    Ελευθερώνομαι.
    Κάτι άγιο, κάτι τρομαγμένο και κάτι ψόφιο
    Κάτι που ανασαίνει στο βάλτο και κάτι
    Κουρνιασμένο στο φεγγάρι.
    Το φυλαχτό
    Με τα μεταξένια παραμύθια
    Ο γδυτός άγγελος με τον πάσσαλο και την εξουσία
    Το απίστευτο χαμόγελο
    Το μοναχό δέντρο ξορκίζοντας τον άνεμο
    Οι αλμυροί σου ώμοι – μη –
    Ξαφνικά φέγγοντας – μη –
    Ειρήνη για τον άνεμο
    Ειρήνη για το φύλλωμα το άναρθρο.
    Δεν είν’ αυτός ο τόπος, εδώ θα γίνει.

    Μπα, εσύ
    Μια απλή φάση του θανάτου…

    Παυλίνα Παμπούδη,

    2.
    /14/ με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς
    εφέτος
    προς την Ανάσταση…
    Παραμερίζει πανέρια τεράστια
    γιομάτα βιολέτες
    σπρώχνει τους αέναους
    παπάδες
    τινάζει νευρικά προς τα πίσω
    τη μαλλούρα του
    το γεγονός είν’ ολοφάνερο:
    βαρέθηκε

    (Νίκος Καρούζος)

    3. ΠΑΣΧΑ 2015

    Βλέμμα
    διπλής όψεως

    Που βλέπει τον χρόνο
    να μην πεθαίνει.
    Μία Χαρά
    σαν αυτή που γειτονεύει
    με τις Κυριακές.

    Διεσταλμένα τα μάτια μου.

    Στον τρόμο και το Θαύμα.

    Μπουντούρης Αντώνης

    4. ΔΙάΘεσηΗΜέΡας

    [λέμε λίγα γιατί οι φωνές μας
    σκουριάσαν με τον καιρό]

    όπως βλέπω τον ήλιο χωρίς γυαλιά
    ο πατέρας μου να βουρλίζεται
    να πάρει φωτιά το κάρβουνο και να ροδίσει
    του γεμίζω το ποτήρι του και κάθεται δίπλα μου
    άντε ακόμα ένα για το χριστός ανέστη
    και να ήμαστε καλά και του χρόνου να ξανανταμώσουμε
    που ποτέ του δεν μπήκε στο πειρασμό
    να ρώτησει γιατί βγήκα Ι5 στο στρατό
    γιατί έκρυψα το γαλάζιο των ματιών μου
    πίσω από δυο τεράστιους μαύρους κύκλους
    πως κατέληξα να φλερτάρω τόσο άγρια με την ιδέα
    να τρελαθώ και άλλες τόσες να πεθάνω και γιατί άραγε
    δεν μπόρεσα να στεριώσω μόνιμα σε ένα τόπο
    αλλά κάθε φορά που ερχόμουν
    βιαζόμουν να φύγω

    θέλω να πω
    είμαι πολύ τυχερός
    που τον νοιώθω σε απόσταση αναπνοής
    με το χαμόγελο του να γίνεται γέφυρα
    σε μια σύνοψη ζωής από τη μια άκρη στην άλλη
    ή πως ένα πατρικό χέρι γίνεται λύπη να τεντώνει
    την χορδή που λυγίζει σαν τόξο στα ογδόντα
    να με θυμάται παιδάκι να πλαντάζω
    που σφάζουν άδικα τα αρνάκια την άνοιξη
    στους κάμπους της βοιωτίας
    να τον θυμάμαι άνδρα γεροδεμένο
    κάθε μέρα να αναστενάζει που τόσες μικρές χαρές
    μια μέρα θα εξαργυρωθούν με μια σύνταξη της πλάκας

    αλλάζει η εικόνα μας πατέρα με απίστευτη ταχύτητα
    σαν τα κυπαρίσσια όπως ψηλώσαμε
    αγναντεύοντας μια κοινή μοίρα
    χωρίς να έχουμε ανταλλάξει μεταξύ μας κακές κουβέντες
    γιατί φαίνεται πως είχαμε και οι δυο την ίδια ανάγκη
    με τη σιωπή να διασκεδάζουμε τη αδυναμία μας
    να απαντήσουμε με απλές λέξεις σε σύνθετα ερωτήματα
    όπως τι είναι στα αλήθεια η ζωή και τι ο άνθρωπος
    και μακάρι ετούτο το πάσχα να βρίσκαμε μια απάντηση
    γεμάτη ελπίδα και με την ελάχιστη βεβαιότητα
    ότι αυτός ο σκληρός κι αλλόκοτος κόσμος
    μπορεί ίσως να κατοικηθεί από ανθρώπους
    τουλάχιστον αυτό θα ήταν – πράγματι
    ένα θαύμα μεγαλύτερο καλοσύνης
    κι από αυτό της αναλήψεως

    BAΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

    Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος -Ελύτης

    5. ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑΣ
    (Χάι Κου)

    Σαν άστρο περνά
    απ’ τον φεγγίτη η αγάπη
    μες στην καρδιά σου.

    Χείλη τέσσερα,
    ψυχές τρεις*, σώματα δυο,
    μια η Αγάπη.

    Αγάπη Χριστού
    δίνε πάλι και πάλι,
    πίσω μη ζητάς.

    Βάγια σου στρώνω,
    μέλισσα φιλά ανθό
    μέλι το φιλί.

    Στο κεφάλι Σου
    ακάνθινος στέφανος,
    μα το χαϊδεύω.

    Στον σταυρό διψάς,
    σαλεύουν τα χείλη Σου,
    έρχεται βροχή.

    Όσο Σε λιώνουν
    Ανθέ, τόσο πιο πολύ
    μυρίζεις πλατιά.

    Άρπα δεν έχεις,
    τις χορδές Σου ακούω
    σαν καρδιοχτυπάς.

    Ουρανός και γη
    στο Γολγοθά Σου σκύβουν,
    σχίζονται στα δυο.

    Ανασταίνεσαι,
    κάθε πόλεμο νικάς
    με τις πληγές Σου.

    Αναστάσιμο
    βλέπω τον σπόρο καρπό,
    το απόν παρόν.

    Τα δάχτυλά Σου
    θωπεύουν τον ήλιο μας,
    τον πυρακτώνουν.

    Απ’ το σκοτάδι
    βγαίνεις με την πατρίδα.
    Θαύμα ! Προσκυνώ.

    Επιούσιον
    άρτον και ευλογία
    Θεέ ικετεύω

    σαν έρθει ο Χάρος
    ας δει πατρίδα Αγάπης
    κι άπρακτος να βγει.

    Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης, Από την Ποιητική Συλλογή ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ

    6. Κάθε Πάσχα

    Κάθε Πάσχα ανασταίνομαι!
    Μήτε από ένδοξη σταύρωση,
    μήτε από άδοξο θάνατο.
    Μέσα μου ανασταίνομαι.
    Απ` την αρχή να ξεκινήσω.
    Ξέρω!
    Με το παρελθόν είμαστε δεμένοι,
    όπως σε αβύθιστη βάρκα.
    Το κουβαλάμε σαν το σταυρό του Γολγοθά.
    Πάνω του αφήνουμε την τελευταία μας πνοή,
    χωρίς αποκαθήλωση.
    Κάθε Πάσχα ανασταίνομαι!
    Όσο γεμίζω κενά και αμαρτίες,
    μεγαλώνει ο σταυρός μου.
    Ξέρω!
    Η καλή πρόθεση εκτιμάται
    από Θεό και ανθρώπους
    μετά θάνατον.
    Κάθε Πάσχα ανασταίνομαι!
    Κόβω το σταυρό μου κομμάτια,
    τα ποτίζω με τη δίψα μου για ζωή.
    Τα μοιράζομαι με όσους μαζί απλώνουμε τα χέρια.
    Ξέρω!
    Ο σταυρός γίνεται σχεδία, πυξίδα, γέφυρα.
    Για το παρόν, το μέλλον, την αιωνιότητα.
    Κάθε Πάσχα ανασταίνομαι!
    Για Θεία Κοινωνία, αυτογνωσία με ταπεινότητα
    Για Άγιο Φως, το βλέμμα μου
    πιο πέρα από την άκρη του ορίζοντα.
    Ξέρω!
    Η Αγάπη, η ζωή, η σταύρωση, η ανάσταση
    λειτουργούν πιο θεϊκά, πιο ανθρώπινα,
    ο σταυρός γίνεται πιο ελαφρύς, πιο ανθισμένος.
    Κάθε Πάσχα ανασταίνομαι!
    Ανάσταση η κάθε μέρα!
    Ανάσταση η κάθε ώρα!
    Η κάθε μας ανάσα Ανάσταση!

    Μηνάς Γ. Χατζηαντωνίου- 05.05.2013 (Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Λαλιά ωραία, όπως ο ώριμος έρωτας»)

  4. Ciao Aggeliki!!!…

    «Θε μου Πρωτομάστορα, μέσα στις πασχαλιές και Συ
    Θε μου Πρωτομάστορα, μύρισες την Ανάσταση.» (Ελύτης)

    -Νίκος Καρούζος, «Πάσχα 1987»

    «Λαμπρύνομαι ως άτομο μα όχι
    στην ολότητα• η λάμψη όμως
    εκπηγάζει από κείνη των ψυχών
    τη σύναξη
    που διαφεντεύει γαλαζοπράσινο.
    Αποφεύγω τα μηνύματα
    κι αποφεύγω τ᾽ αυτοκίνητα.
    Είμαι διαβάτης~ επιβάλλομαι
    στην κίνηση.»
    (Νίκος Καρούζος, Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα, Ίκαρος)

    -Ο Διονύσιος Σολωμός στο «Εις μοναχήν»

    «Από το θρόνο τ’ άπλαστου/ οι αγγέλοι κατεβήκαν
    και μες στου μοσχολίβανου/ το σύννεφον εμπήκαν
    να ιδούν που το κοράσιο/ κινάει στην εκκλησία
    “Χριστός ανέστη” εκάνανε/ κι αστράφτανε σαν ήλιοι
    και λόγια ετραγουδούσανε/ εγκάρδια και θερμά…»

    -«Απάνου στο Σταυρό καθώς αργόσβηνε
    την πανάγια θρηνήσατε ομορφιά Του,
    στα μαύρα η πλάση, η φύση, ο ήλιος ντύνονταν
    στα μαύρα και οι καρδιές σας εδώ κάτου.
    Την πέτρα όταν του τάφου Του συντρίβοντας,
    ξαναφώτισε ο Κύριος τη χτίση,
    είσαστε εσείς τα πιο ακριβά Του χτίσματα
    που στάθηκε να πρωτοχαιρετήσει.
    Θυγατέρες της Σιών, μοίρες ισάγγελες
    τη δόξα του Κυρίου στεφανωμένες,
    σας αγαπώ, γιατί όσο κι αν αγιάσατε,
    μένετε πάντα ανθρώπινα πλασμένες…»
    (Κ. Παλαμάς, «Οι θυγατέρες της Σιών»)

    -«Στο στόμα ως έχουν το φιλί του Πάσχα, όλοι, μεγάλοι, μικροί
    δείξε φιλί αναστάσιμο και στην Ελλάδα πάλι, Λαμπρή,
    πρόσταξε του όκνου οι δαίμονες να πέσουν και του μίσους νεκροί,
    στήσε μας της θυσίας βωμούς και της Αγάπης Κροίσους, Λαμπρή,
    από λατρείες παλιές και νέες άναψε Υμέναιον ένα, Λαμπρή,
    για μιαν απίστευτη στο θάμα των Ελλήνων γέννα, μπορεί…»
    (Κ. Παλαμάς, «Λαμπρή»)

  5. Μου θυμίζουν τα παιδικά χρόνια τα ποιήματα για το Πάσχα. Χρόνια πολλά φίλοι μου! 🙂

  6. Ευχαριστούμε!… Χρόνια πολλά και καλά επίσης, Petra!!!

    «Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μια ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα»
    (Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, Βʼ 94).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: