Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (90ο ): «Άνθη – λουλούδια»…

– «Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει»
(Φ. Πεσσόα)

-«…Άνθη της λεμονιάς
λουλούδια του ανέμου
στεφάνωσέ τον Άνοιξη
τον κλώθει ο θάνατος.»
(Ν. Καρούζος)

-«Τι μοίρα, αλήθεια αυτή!… πάντα να στέκεις/ γλυκός κι αλύγιστος σαν άνθος ανθρωπιάς…»
(Βύρων Λεοντάρης)

-Μυρτιώτισσα, «Ένα λουλούδι»

«Ένα λουλούδι εγύρεψα,
μονάχα ένα λουλούδι μ᾽ολόγλυκη ευωδιά.
Κι εγώ το αντάξιό του για σας θε νά ᾽λεγα τραγούδι
να σας ευφράνω την καρδιά.

Κανένας δε μου τό᾽φερε καθώς το λαχταρούσα,
και με περίζωσε ο καημός.
Μα ίσως και νά᾽τανε πολύ αυτό που σας ζητούσα,
νά᾽ταν ανθέων ανθός.

Και τώρα τρέμω μη βρεθεί το εξωτικό λουλούδι
με τη γλυκιά ευωδιά,
γιατί αν βαλθώ να σας το πω το αντάξιό του τραγούδι,
θα σας ραγίσω την καρδιά!»

-Ζακ Πρεβέρ «Στο μαγαζί της ανθοπώλισσας»

«Ένας άνδρας μπαίνει στο μαγαζί μιας ανθοπώλισσας
και διαλέγει κάποια άνθη
η ανθοπώλισσα περιτυλίγει τα άνθη
ο άνδρας βάζει το χέρι του στην τσέπη
να ψάξει για τα χρήματα
τα χρήματα για να πληρώσει τα άνθη
μα βάζει αυτός την ίδια ώρα
τελείως ξαφνικά
το χέρι πάνω στην καρδιά του
και ξαπλώνεται

Την ίδια ώρα που αυτός πέφτει
τα χρήματα κυλούν στη γη
κι ύστερα πέφτουνε τα άνθη
την ίδια ώρα με τον άνδρα
την ίδια ώρα με τα χρήματα
και η ανθοπώλισσα μένει εκεί
με τα χρήματα που κυλούν
με τ’ άνθη που μαραίνονται
με τον άνδρα που πεθαίνει
προδήλως όλα ετούτα είναι πολύ λυπητερά
και πρέπει αυτή κάτι να κάνει
η ανθοπώλισσα
μα δεν ξέρει τον τρόπο να το κάνει
δεν ξέρει
από πού να ξεκινήσει

Υπάρχουν τόσα πράγματα να γίνουν
μ’ αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
τα άνθη αυτά που παν να μαραθούν
και τούτα τα χρήματα
τα χρήματα ετούτα που κυλούν
που δε σταματάνε να κυλούν.»

-Κ. Π. Καβάφης, «Τεχνητά Άνθη»

Δεν θέλω τους αληθινούς ναρκίσσους — μηδέ κρίνοι
μ’ αρέσουν, μηδέ ρόδ’ αληθινά.
Τους τετριμμένους, τους κοινούς κήπους κοσμούν. Με δίνει
η σάρκα των πικρία, κούρασι, κι οδύνη —
τα κάλλη των βαρυούμαι τα φθαρτά.

Δώστε με άνθη τεχνητά — οι δόξες του τσινιού και του μετάλλου —
που δεν μαραίνονται και δεν σαπίζουν, με μορφές που δεν γερνούν.
Άνθη των εξαισίων κήπων ενός τόπου άλλου,
που Θεωρίες, και Pυθμοί, και Γνώσεις κατοικούν.

Άνθη αγαπώ από υαλί ή από χρυσό πλασμένα,
της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά•
με χρώματ’ απ’ τα φυσικά πιο εύμορφα βαμμένα,
και με σεντέφι και με σμάλτο δουλευμένα,
με φύλλα και κλωνάρια ιδανικά.

Παίρνουν την χάρι των από σοφή κι αγνότατη Καλαισθησία•
μέσα στα χώματα δεν φύτρωσαν και μες στες λάσπες ρυπαρά.
Εάν δεν έχουν άρωμα, θα χύσουμ’ ευωδία,
θα κάψουμ’ εμπροστά των μύρα αισθηματικά.
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

-Κ. Π. Καβάφης, «Ελεγεία των Λουλουδιών»

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται•
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε•
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε•
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.

Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

-Νίκος Καρούζος, «Ἕνα ἔρημο ἄνθος»

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ
ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία
ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.
Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει
τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…
Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς
ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.»

-Στρατής Πασχάλης, «ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ»

«Του νερού άνθη, αγγελικά! Λουλούδια πλωτά στις λίμνες των πάρκων, σκιρτά ο νους μου και σας παρασταίνει, όχι στην τεχνική ετούτη μίμηση δρυμού στο κέντρο της πολιτείας, αλλά στις φυσικές σας διαμονές, τις υδάτινες κρύπτες.
Τι αραχνοΰφαντα πλάσματα βλασταίνει ο βάλτος! Ποιους θεούς, ποιες νύμφες, ποιους πνιγμένους σκεπάζετε, κανείς ποτέ δεν θα μάθει. Όμως εγώ τις ώρες εκείνες – όταν κουρασμένος από φιλίες κι αισθήματα νοσταλγώ μια ζωή που να μην είν’ ανθρώπινη – με σας γυρεύω να ομοιωθώ, γιατί ριζωμένα σ’ έναν καθρέφτη πλέετε απρόσιτα, χωρίς τα γήινα δεσμά, τον ουράνιο θόλο κοιτώντας κατάματα.»

Advertisements

Single Post Navigation

14 thoughts on “Πες το με ποίηση (90ο ): «Άνθη – λουλούδια»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Α. «Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια,
    αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ’ρθει»
    (Pablo Neruda)

    Β. Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
    από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
    από το χάδι του το κάθε χέρι απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί
    (Μίλτος Σαχτούρης).

    Γ. “Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο,
    κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο.
    Κάθε άνθρωπος
    έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του,
    κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.”
    (Γιάννης Ρίτσος) Δοκιμασία, VII, 3-7. 1943. Επιτομή. Κέδρος, 1977. 129.

    Δ. Λουλούδι στη σχισμάδα του τοίχου,
    Σε τραβάω απ’ τη σχισμάδα,
    Σε κρατάω εδώ στο χέρι μου,
    Ολάκερο με τη ρίζα,
    Μικρό λουλούδι — αν μπορούσα να καταλάβω
    Τι είσαι, κι εσύ και η ρίζα σου,
    Ολάκερο εσύ,
    Θα ‘ξερα τι είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος.
    (Tennyson)

    Ε. Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μες την καρδιά σου,
    μες στα μαλλιά σου,
    μέσα στο βλέμμα σου.
    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Μπολιβάρ

    ΣΤ. …ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια…
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΙΓΚΑΣ

    Τώρα που είναι άνοιξη και τα λουλούδια ανθίζουν, είναι σα να σου έκανα μεταβίβαση σκέψης, Γιάννη.
    Χτες διάβαζα ένα ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ, που πήρε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων ομόφωνα και εξαιτίας του είχα την ιδέα να ψάξω το θέμα. Λοιπόν, το ποίημα ήταν:

    1. ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ

    Όλα του σώματος χάνουν το νόημά τους
    ενώ του δένδρου το άνθος πάντα κάτι σημαίνει
    επιμένει ν’ ανοίγει και στη γη να πέφτει
    χωρίς να περιμένει προσωπικές απολαβές
    χωρίς να λογαριάζει τι λειψή αθανασία
    είναι ο καρπός…
    Κοίτα τι οικειότητα με τον γκρεμό
    έχει το κάθε τι π’ ανθίζει!
    Πως το λουλούδι δε λέει ποτέ
    να μην εκτελέσει τον προορισμό του;
    Πως όντας αποκομμένο απ’ την ανθρώπινη μοίρα
    τη στεφανώνει στο τέλος;
    Γιατί η μνήμη των ματιών
    που λάτρεψα δε με παρηγορεί
    ενώ ακάθεκτη κατεβαίνω
    και μόνο τα μυριοπέταλα γελάκια της φύσης
    υψώνουν το στήθος μου;
    Α, λέω, υπάρχουν μυστικά
    που μόνο χάνοντας τα μαθαίνεις…
    Αυτό που θέλω να μάθω απ’ έξω
    είναι οι αόρατες πλευρές του ορατού
    το τοπίο να δω σαν κέντρο του κόσμου
    κι όχι πια σαν το θεϊκό περίβλημα «εκείνου».
    Να μ’ αφοπλίζει αποκλειστικά το δάσος
    με τις αειθαλείς λαμπάδες του
    κι η νύχτα
    να προχωράει μέσα μου
    άπειρους ουρανούς βαθιά
    χωρίς κανένα υποκοριστικό…
    Φως να βγαίνει απ’ τις χλοερές χαραμάδες των φύλλων
    όπως παλιά απ’ τις ίριδες των εραστών.
    Α! πότε η φυλλοβόλα ομορφιά
    θα μου επιβληθεί τελειωτικά
    πότε θα μάθω ότι η φύση όλη
    είναι έρωτα;
    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ –ΡΟΥΚ

    Αλεξίου -Το αγριολούλουδο

    Βεβαίως βρήκα πάραυτα τα δύο του Καβάφη και ένα ακόμη:

    2. ΩΡΑΙΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΙ ΑΣΠΡΑ ΩΣ ΤΑΙΡΙΑΖΑΝ ΠΟΛΥ

    Μπήκε στο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.—
    Ο φίλος του εδώ προ τριώ μηνών του είπε,
    «Δεν έχουμε πεντάρα. Δυο πάμπτωχα παιδιά
    είμεθα — ξεπεσμένοι στα κέντρα τα φθηνά.
    Σ’ το λέγω φανερά, με σένα δεν μπορώ
    να περπατώ. Ένας άλλος, μάθε το, με ζητεί.»
    Ο άλλος τού είχε τάξει δυο φορεσιές, και κάτι
    μεταξωτά μαντήλια.— Για να τον ξαναπάρει
    εχάλασε τον κόσμο, και βρήκε είκοσι λίρες.
    Ήλθε ξανά μαζύ του για τες είκοσι λίρες·
    μα και, κοντά σ’ αυτές, για την παληά φιλία,
    για την παληάν αγάπη, για το βαθύ αίσθημά των.—
    Ο «άλλος» ήταν ψεύτης, παληόπαιδο σωστό·
    μια φορεσιά μονάχα του είχε κάμει, και
    με το στανιό και τούτην, με χίλια παρακάλια.

    Μα τώρα πια δεν θέλει μήτε τες φορεσιές,
    και μήτε διόλου τα μεταξωτά μαντήλια,
    και μήτε είκοσι λίρες, και μήτε είκοσι γρόσια.

    Την Κυριακή τον θάψαν, στες δέκα το πρωί.
    Την Κυριακή τον θάψαν: πάει εβδομάς σχεδόν.

    Στην πτωχική του κάσα του έβαλε λουλούδια,
    ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ
    στην εμορφιά του και στα είκοσι δυο του χρόνια.

    Όταν το βράδυ επήγεν— έτυχε μια δουλειά,
    μια ανάγκη του ψωμιού του— στο καφενείον όπου
    επήγαιναν μαζύ: μαχαίρι στην καρδιά του
    το μαύρο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.

    Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) [145, 1929]

    Το αγαπημένο μου:

    3. Νίκου Εγγονόπουλου, «Το γλωσσάριο των ανθέων»

    την ποίησιν ή την δόξα;
    την ποίηση
    το βαλάντιο ή την ζωή;
    τη ζωή
    Χριστόν ή Βαραββάν;
    Χριστόν
    την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
    την Γαλάτεια
    την Τέχνη ή τον θάνατο;
    την Τέχνη
    τον πόλεμο ή την ειρήνη;
    την ειρήνη
    την Ηρώ ή τον Λέανδρο;
    την Ηρώ
    την σάρκα ή τα οστά;
    την σάρκα
    τη γυναίκα ή τον άνδρα;
    τη γυναίκα
    το σχέδιον ή το χρώμα;
    το χρώμα
    την αγάπη ή την αδιαφορία;
    την αγάπη
    το μίσος ή την αδιαφορία;
    το μίσος
    τον πόλεμο ή την ειρήνη;
    τον πόλεμο
    νυν ή αεί;
    αεί
    αυτόν ή άλλον;
    αυτόν
    εσένα ή άλλον;
    εσένα
    το άλφα ή το ω μέγα;
    το άλφα
    την εκκίνηση ή την άφιξη;
    την εκκίνηση
    την χαράν ή την λύπην;
    την χαρά
    την λύπην ή την ανίαν;
    την λύπη
    τον άνθρωπο ή τον πόθο;
    τον πόθο
    τον πόλεμο ή την ειρήνη;
    την ειρήνη
    ν΄ αγαπιέσαι ή ν΄ αγαπάς;
    ν΄ αγαπώ
    Από τη συλλογή Έλευσις (1948)
    [πηγή: Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 1985, σ. 140-141]

    Ύστερα, ο Βρεττάκος επί 3, καθόλου ευκαταφρόνητος.

    4α. ΓΕΝΕΣΗ

    Αὐτὸ τὸ γαρύφαλλο, ποὺ κρατώντας το
    ἀνάμεσα στὰ τρία μου δάχτυλα
    τὸ σηκώνω στὸ φῶς, μοῦ μίλησε καὶ
    παρὰ τὸν κοινὸ νοῦ μου τὸ κατανόησα.
    Μι᾿ ἁλυσίδα ἀπὸ ἀτέλειωτους γαλαξίες
    συνεργάστηκαν,
    διασταύρωσαν κάτω στὴ γῆ φωταψίες
    – τὸ σύμπαν ὁλόκληρο πῆρε μέρος στὴ
    γέννηση
    αὐτοῦ τοῦ γαρύφαλλου.
    Κι᾿ αὐτὸ ποὺ ἀκούω εἶναι οἱ φωνὲς
    τῶν μαστόρων του μέσα του. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    4β. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ

    Ἂν μὲ βλέπουν νὰ στέκομαι
    ὄρθιος, ἀκίνητος, μὲς
    στὰ λουλούδια μου, ὅπως
    αὐτὴ τὴ στιγμή,
    θὰ νόμιζαν πὼς τὰ διδάσκω. Ἐνῷ
    εἶμαι ἐγὼ ποὺ ἀκούω
    κι αὐτὰ ποὺ μιλοῦν.
    Ἔχοντας μὲ στὸ μέσο
    μοῦ διδάσκουν τὸ φῶς. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    4γ. ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

    Ἀναδύθηκε δάσος ζοφερὸ
    ἀπ᾿ τὸ πνεῦμα μας
    κι ἐκάλυψε τὸν ὁρίζοντα.
    Μόνο ἀτραποὶ τρυπώνουν
    καὶ χάνονται μέσα στὸ φόβο.
    Μέλλον δὲν φαίνεται.
    Τρέχουν, χορεύουν ἀνύποπτα
    γιὰ ὅ,τι γίνεται πάνω τους
    τὰ παιδιά, ἐνῷ γέρνοντας γύρω
    καὶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια τους, (ὡς
    ν᾿ ἀκοῦν τὴ βοὴ καὶ νὰ βλέπουν
    τὸ σύννεφο) σὰν ἕνα ἀπέραντο
    ὑπαίθριο ἐκκλησίασμα
    τὰ λουλούδια προσεύχονται.
    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
    ἀπὸ τὴ «Φιλοσοφία τῶν λουλουδιῶν»

    Neil Diamond & Barbara Streisand, You Don’t Bring Me Flowers

    Ένα μικρό διαμαντάκι όλο σοφία:

    5.Το μυστικό άνθος

    Δεν είναι που δεν έχεις τι να πεις
    μάλλον
    κάποιο μυστικό άνθος
    άρχισε να ωριμάζει
    στη σιωπή σου.
    (Νίκος Γρηγοριάδης)

    6. Τα άνθη του κακού

    Ψυχή ανελέητη, ω έλα στην καρδιά μου,
    τίγρη σκληρή και ράθυμη που σ’ αγαπάω·
    μες στη βαριά, πλούσια χαίτη σου ζητάω
    να βάλω τα τρεμάμενα τα δάχτυλά μου·

    μες στο φουστάνι σου, με σάρκα μυρωμένο,
    το λυπημένο μου κεφάλι εκεί να θάψω.
    Τ’ άρωμα της παλιάς λατρείας δε θα πάψω,
    οσμή από τεφρό λουλούδι, να ανασαίνω.

    (Σαρλ Μπωντλαίρ, Απαγορευμένα Ποιήματα, μτφρ. Ερρίκος Σοφράς, Μεταίχμιο )

    7. [Όταν άνθη εδένατε…]

    Όταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας,
    και μες στην καρδιά σας
    αντηχούσαν σάλπιγγες, κι ήρθατε σε χώρα
    πιο μεγάλη τώρα
    οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα, τα ρίγη,
    είχαν όλοι φύγει.

    Όταν άλλο επήρατε πρόσταγμα, άλλο δρόμο,
    σκύβοντας τον ώμο,
    τη βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλους,
    στην άκρη του χείλους
    ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση-
    είχε πια νυχτώσει.

    Κι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέρια
    πάνω από τ’ αστέρια,
    κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα, που ανεστράφη,
    ο ουρανός εγράφη,
    κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι-
    είχατε πεθάνει.
    Κ.Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Ελεγεία και σάτιρες, 1927

    8. Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
    με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
    γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα

    Άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες που ήρθαν
    όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
    που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερα από την σιωπή
    μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια
    ΣΕΦΕΡΗΣ

    9. ΒΡΗΚΑ

    Περπάταγα στο δάσος
    ολομόναχος,
    Δε γύρευα τίποτα,
    Μονάχα αυτό που σκεφτόμουν.

    Είδα στη σκιά
    Ένα μικρό λουλούδι να φυτρώνει,
    Λαμπερό σαν αστέρι
    Σαν όμορφα μάτια.

    Ήθελα να το κόψω
    Μα μου είπε γλυκά:
    Για να μαραθώ
    Πρέπει να με κόψεις;

    Το ξέχωσα
    Με όλη του τη ρίζα,
    Το πήγα στον κήπο
    Του όμορφου σπιτιού.

    Το φύτεψα ξανά
    Σε μια ήσυχη γωνιά,
    Τώρα όλο και μεγαλώνει
    Όλο και ανθίζει.
    (Goethe)

    10. Το ποίημα είναι ένα ύπουλο λουλούδι

    Το ποίημα είναι ένα ύπουλο λουλούδι
    φυτρώνει στα παράσιτα ανάμεσα
    σε κάτι σκοτεινές γωνιές
    υγρές και κάπως δύσοσμες
    και μένει αφανέρωτο εκεί
    με ταπεινότητα υποκριτική
    στο βάθος ακατάδεχτο
    και κάπως μουτρωμένο
    με την αρρώστια του καλά κρυμμένη
    μέσα στα πέταλά του

    κάποιος μπορεί να το ανακαλύψει
    και τότε όλος χαρά το κόβει
    στολίζει με αυτό το πέτο του
    και περιφέρεται επιδεικνύοντάς το

    ιδέα δεν έχει για το σάπιο χώμα που το λίπανε
    για το αίμα και τα δάκρυα που χύθηκαν στις ρίζες του
    ούτε ακούει τις κραυγές του πόνου του
    καθώς αιμορραγεί στο πέτο του

    ιδέα δεν έχει πόσο άρρωστο βαθιά
    είναι ετούτο το λουλούδι
    πόσο επικίνδυνο είναι
    και πόσο μολυσματικό.

    (Καίτη Βασιλάκου )

    Φωτεινή Δάρρα – Λουλούδι Στη Φωτιά

    11.. ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

    Καταρρακτώδης βροχή
    πού πέφτει μέ ὁρμή
    πάνω στίς τσιμεντένιες λεωφόρους
    καί προσπαθεῖ νά τίς ραγίση

    γιά νά μπορέσουν
    νά φυτρώσουν τά λουλούδια
    πού βρίσκονται θαμμένα
    κάτω ἀπ’ τό χῶμα

    ποτισμένα μέ αἷμα
    ἀπ’ τίς ρόδες τίς ἀσφάλτου…
    (Άβελ-Αναστάσιος Γκιουζέλης. Από την Ποιητική Συλλογή “Ζωγραφίζοντας Φύλλα”)

    12.Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι

    Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι.

    Έρχομαι — μουδιασμένος με υποδέχεσαι,
    κρατάς τα μάτια επίμονα χαμηλωμένα,
    ύστερα λίγο λίγο ξεθαρρεύεις,
    αρχίζεις να μιλάς με τρυφεράδα,
    τα μάτια χρωματίζεις με ιλαρότητα,
    ω πόσο εγκάρδια έγινε η κάμαρη,
    δε θέλω γλύκισμα, η κουβέντα σου μου αρκεί.

    Μα αν ξεχαστώ και κοιτάξω το ρολόι,
    και δείξω μέριμνα για τις δουλειές του κόσμου,
    σβήνεις σιγά σιγά την ομιλία,
    αρχίζεις να μουδιάζεις λίγο λίγο,
    σα να ‘μουν ξένος μ’ αποχαιρετάς,

    και κλείνεις, κλείνεις σα λουλούδι.

    Ντίνος Χριστιανόπουλος (ενότητα «Ο αλλήθωρος» , ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου από το 1949 ως το 1970.)
    Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα (Ιανός, 2004)

    13. Λουλούδια κατά γης

    Ἦταν στὶς δόξες τῶν περιβολιῶν
    κι ἡ ὥρα τῶν ταξιδιάρικων πουλιῶν,
    κι οἱ ἄξαφνες οἱ ἀνάσες, οἱ μισές,
    ποὺ εὐκολοκατελοῦν τὶς φυλλωσιές.
    Στὸ ἄφραχτο χαμοκάλυβο μπροστά,
    λουλούδια ἐσυγκομίζαν σωριατά,
    λουλούδια σωρευτά, λογῆς-λογῆς,
    χυμένα ἀπὸ πανέρια κατὰ γῆς.

    Μὲ τὰ μάτια τὰ φίλησα, πολύ…
    Ψυχὴ σιμά μου. Μόνο στὴν αὐλὴ
    περιδιάβαζε ἀργὴ περπατησιὰ
    καὶ τὴν τύλιγε ἡ ἄκρα μοναξιά.
    Κι ἔτσι ἤθελα ἡ θωριά τους μοναχὴ
    ν᾿ ἀφήσω νὰ μοῦ πιεῖ ἀπ᾿ τὴν ψυχή…
    Μὰ οἱ μνῆμες ἀναζήσανε σ᾿ αὐτὰ
    τὰ λουλούδια τὰ χρωματιστά…

    Ἔγνοιες, ἀδημονίες, μεταγνωμοί,
    μελίσσι ὅλα προστρέξαν στὴ στιγμή,
    σὰ νἆταν μαγεμένα ἀπ᾿ τὸν Καιρό,
    καθόταν στὰ λουλούδια, ἕνα σωρό.
    Τοῦ περβολιοῦ τὸ κέντημα σπαρτὸ
    πίκρα καὶ συννεφιὰ ἔγινε μεστό,
    κι ἔγιναν τὰ κοτσάνια του σκληρὲς
    μύτες, καρφιά, πληγὲς αἱματηρές.

    Ἀναποδογυρίστηκε ἡ χαρὰ
    βγῆκε ἡ θλίψη, ἀκόμα μιὰ φορά.
    Κι ἐστάθηκαν, μακρότατη γραμμή,
    θλιμμένα ρόδα διάφανοι καημοί.
    Μὰ ἂς εἶναι, ὅταν, στὸν κάμπο τὸ βαθύ,
    βουρκώσει ἀστραποβρόχι καὶ χυθεῖ,
    κι ὅταν οἱ ἀνέμοι κλάψουνε γοερά,
    ποιὸς θὰ μοῦ κλέψει τότε ἀπ᾿ τὴ χαρά;

    (Τέλλος Άγρας)

    Και για το τέλος, ένας εκφωνητής της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle τον καιρό της δικτατορίας, γράφει:

    14.Το άνθος

    Αυτό το άνθος δεν πρέπει νάτανε για μας
    Εμείς κατηναλώσαμεν ολόκληρον τον χρόνον της ημέρας μας
    Σε αφελείς και αδέξιες επιδόσεις.
    Ατημέλητοι, με το χέρι στην τσέπη, περιπλανήθημεν
    Ανά τους δρόμους και τας πλατείας αυτής της πόλεως.
    Ιδανικά αδιάφοροι, εγκαταλείψαμε την προσοχή μας
    Σε κάθε λογής επουσιώδεις περισπασμούς.
    Σπαταλήσαμε απερίσκεπτα την περιουσία μας,
    Αγοράζοντας και μασουλώντας συνεχώς
    Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!
    Είναι, νομίζομεν, περιττό να τονισθή
    Ότι απέσχομεν από κάθε σκέψη σχετικής με συστηματικάς δραστηριότητας-
    Ή, πόσω μάλλον, με ιπποτικά κατορθώματα
    Ή ιδανικούς έρωτες και τα παρόμοια.
    Κυρίως ειπείν: απέσχομεν από πάσαν σκέψιν!
    Αυτό το άνθος, επομένως, δεν πρέπει νάτανε για μας.
    Γιατί, όταν περί το μεσονύκτιον, επιστρέφοντας,
    Διερχόμεθα από εκείνον τον ημίφωτο δρομάκο,
    Όταν, λέγω, πίσω από τα βαριά παραπετάσματα
    Του υψηλοτέρου παραθύρου ενός παμπάλαιου μεγάρου
    Πρόβαλε κείνο το αβρό παρθενικό χεράκι
    Και μας το επέταξε τρέμοντας,
    Εμείς, όλως ανέτοιμοι και αναρμόδιοι ως είμεθα,
    Το αρπάξαμε μηχανικά στον αέρα
    Και το φάγαμε-
    Το άνθος! Καταλαβαίνετε?
    Το φάγαμε, το μασουλήσαμε και αυτό,
    Με την ίδια ακριβώς ανευθυνότητα
    Που όλη τη μέρα μασουλούσαμε
    Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!..
    Ώ ! ασφαλώς, ασφαλώς!
    Αυτό το άνθος δεν πρέπει,
    Δεν μπορεί να ήτανε για μας!..

    (Σχινάς Αλέξανδρος )

    ΣΕΒΙΛΙΑΝΑ (Λουλούδια πουλώ μυρωμένα)-Σωτηρία Ιατρίδου-1932

  2. τριαντάφυλλο

    γαρύφαλλο

    λουλουδάκι μου…

    οταν ανθιζουν πασχαλιές

  3. Καλημέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή!!!
    Υπέροχη ανθισμένη ποίηση και το μπλογκ μου μοσχομύρισε!
    Σκέφτηκα το θέμα να είναι η «άνοιξη» αλλά επειδή έχω πολλές σχετικές αναρτήσεις προτίμησα το»άνθη- λουλούδια».
    «Το γλωσσάριο των ανθέων» του Εγγονόπουλου είναι και για μένα ένα από τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα! … Grazie mille!!!

    -Πάουλ Τσέλαν, «ΛΟΥΛΟΥΔΙ»

    «Η πέτρα.
    Η πέτρα στον αέρα, που την ακολουθούσα.
    Το μάτι σου, τόσο τυφλό όσο η πέτρα.

    Είμασταν
    χέρια,
    αδειάζαμε τα σκοτάδια , βρίσκαμε
    τη λέξη, που αναρριχώταν πάνω στο καλοκαίρι:
    λουλούδι.

    Λουλούδι: μια λέξη τυφλών.
    Το μάτι σου και το μάτι μου:
    φροντίζουν
    για νερό.

    Ανάπτυξη.
    Η καρδιά φύλλο το φύλλο
    σχηματίζεται.

    Ακόμα μια λέξη σαν κι αυτήν, και τα σφυριά
    θα δονηθούν στον αέρα.»

    (Από την υπό έκδοση συλλογή «Γλωσσικό Πλέγμα»
    Μτφρ: Ιωάννα Αβραμίδου)

    -Γουέντι Κόουπ, «Λουλούδια»

    «Κάποιοι άνδρες δεν το σκέφτονται, λοιπόν.
    Εσύ όμως ναι: ερχόσουν κι μού έλεγες ότι σχεδόν
    Μου αγόρασες λουλούδια αλλά
    Κάτι είχε πάει στραβά.
    Το ανθοπωλείο ήταν κλειστό. Ή απλά αμφέβαλες-
    Με σκέψεις που το δικό σου, το δικό μου το μυαλό,
    Ανακαλύπτουν συνεχώς. Σκέφτηκες κι ανέβαλες,
    Πως δεν θα ήθελα τα άνθη σου• φοβάμαι.
    Τότε, είχα χαμογελάσει και σε αγκάλιασα, θυμάμαι.
    Τώρα μονάχα να χαμογελώ μπορώ.
    Αλλά δες, τα λουλούδια που σχεδόν έφερες εδώ
    Άντεξαν όλον τούτο τον καιρό.»
    (Μτφ.: Θοδωρής Ρακόπουλος)

    -Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, «Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα»

    «Το στόμα σου φύτεψε
    μ’ εκείνο το φιλί στο δικό μου
    ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα,
    κι οι ρίζες τους τρων την καρδιά μου.
    Είταν φθινόπωρο. Ο άμετρος ουρανός
    άρπαξε με τον ήλιο του
    όλο το χρυσάφι –κίονες λάμψεων–
    από τη ζωή.
    Το καλοκαίρι ήρθε σκληρό·
    το μπουκέτο μάδησε,
    μα άφησε να σπάσουν στα μάτια μου
    δύο μπουμπούκια πόνος.»
    (Μτφ.: Γιώργος Κεντρωτής)

  4. Καλημέρα, Lysippe, καλή Κυριακή!!!
    Ευχαριστώ πολύ για ωραιότατα τραγούδια!!!

    «… Στον κήπο μού γελούσανε τα ρόδα, οι μενεξέδες
    κάτου από πέπλους μού έστελναν δροσοχαιρετισμούς.
    Και πέρασα. Οι αμύριστοι στοχαστικοί πανσέδες
    με κοίταζαν, ασάλευτοι. Και στάθηκα σ’ αυτούς.»
    (Κωστής Παλαμάς)

  5. 1. Πέτρος

    Πάλι τί κανιβαλισμός αυτή την Άνοιξη
    λουλούδια καταβρόχθισαν τις μέλισσες
    πουλιά τούς φάγαν τα εντόστια τα γεράκια
    το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο
    κι ο μενεξές μεταμορφώθη σε κηδεία

    Δεν έχω άλλα λουλούδια να σου φέρω
    όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
    φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
    θα ’χω το σπίτι μου πάνω σ’ ένα σύννεφο
    θ’ ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο

    Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός
    συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια
    τους τενεκέδες στο νερό μες στο λιμάνι
    τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου
    φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Παραλογαίς

    2. ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ

    Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,
    τα΄ δες απ΄ την κλειδαρότρυπα- λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
    και μέσα στα παπούτσια σου.
    Καλύτερα λοιπόν
    να περπατάς ξυπόλητος
    μη σ΄ ακούσουν.
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ΠΕΤΡΙΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ, Πουλόπουλος

    3. Αλμπέρτο Καέιρο, Ασύνδετα Ποιήματα

    Όταν θα ξαναδώ την άνοιξη
    Μπορεί πια να μη βρίσκομαι σ’ αυτό τον κόσμο.
    Και τι δεν θα’ δινα για να’ ναι η άνοιξη άνθρωπος
    Και να μπορώ να σκέφτομαι πως θα ’κλαιγε
    Γιατί έχασε το μοναδικό της φίλο.
    Αλλά η άνοιξη δεν είναι κάποιο πράγμα:
    Είναι ένας τρόπος του λέγειν.
    Μήτε τα άνθη ξανάρχονται, μήτε τα πράσινα φύλλα.
    Καινούργια είναι τα άνθη, καινούργια τα πράσινα φύλλα
    Άλλες οι γλυκές μέρες.
    Τίποτα δεν επιστρέφει, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται, γιατί όλα είναι πραγματικά.
    *

    Αν σαν έρθει η άνοιξη,
    Έχω ήδη πεθάνει
    Τα λουλούδια το ίδιο θα ανθίσουν
    Και τα δέντρα το ίδιο πράσινα θα’ ναι με την περασμένη άνοιξη.
    Η πραγματικότητα δεν με χρειάζεται.

    FERNANDO PESSOA
    ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ

    4. ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΗΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
    Για την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου

    Δεν της πήρα λουλούδια
    αλλά σηκώθηκα νωρίς
    να βρω ψάρι καλό στην αγορά
    βρήκα και μήλα καθιστά για τάρτα
    έτσι όπως τα έφτιαχνε αυτή,
    μες τις καλές της μέρες.
    Στρούντελ και σνίτσελ απ’ τη Βιέννη
    και σβίγγους όπως η θεία Ματίνα.

    Δεν της πήρα λουλούδια
    αλλά έσβησα στην ώρα του τον φούρνο
    για να προλάβω την συνάντηση στο μαγαζί
    πήρα τον Γιώργο από το σχολείο
    κάναμε μαζί μπάνιο το σκυλί
    κι ύστερα ήθελε να του διαβάσω εφτά βιβλία

    Δεν της πήρα λουλούδια,
    κατάφερα όμως να δουλέψω δυο ώρες στον υπολογιστή.
    Πήγα να δω και την κυρία Δήμητρα,
    με κατάλαβε από τη φωνή μου
    Είχα καιρό να πάω να την δω, της πήρα γλύκισμα νηστίσιμο
    και κάθισα κοντά της και μου έλεγε.

    Δεν της πήρα λουλούδια
    κλάδεψα όμως τη λουίζα και έβαλα λίπασμα
    στα δέντρα. Μετακίνησα τις γαρδένιες έτσι που να πιάνουν ήλιο το πρωί
    και φύλαξα τα ρούχα τα χειμερινά.
    με προσοχή να μην τα φάει ο σκόρος

    Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της
    πως έπλαθε ζυμάρι, έβαζε λάδι στα κιχιά,
    ανέβαινε, κατέβαινε, και όλους τους εφρόντιζε.

    Δεν της πήρα λουλούδια
    μα προσπαθώ ισάξια
    τούτο το σπίτι να φροντίζω,
    τούτο το σπίτι και τους ένοικους του
    όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.

    Με προσοχή αντιγράφω στις κινήσεις της
    με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.

    ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

    5. Κρύβομαι στο λουλούδι μου,
    Που ενώ στο Βάζο σου μαραίνεται,
    Νιώθεις, εσύ, για μένα, ανύποπτος-
    Μια μοναξιά σχεδόν.
    (1864)

    Από το βιβλίο Emily Dickinson, Το ανεξάντλητα Σημαίνον. 91 ποιήματα (επιλογή-μετάφραση-πρόλογος Έλλη Συνοδινού), εκδ. Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2006, σ. 108.

  6. -«ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε λουλούδια από τον ουρανό.»
    (Γ. Ρίτσος)

    -«Μα δες εκείνο το λουλούδι
    για κείνο που μαραίνεται σου λέω.
    Να το ποτίσεις.»
    (Α. Παναγούλης)

    -«Τάισα τα λουλούδια κίτρινο * βουκόλισα τους λόφους
    Επυροβόλησα την ερημιά * με κόκκινο!»
    (Ο. Ελύτης)

    -Νίκος Καρούζος, «Ανθολογία»

    «Κομμένος όπως το λουλούδι μέσ’ το βάζο
    θα ζούσε το απόλυτο και ο άνθρωπος χωρίς να ζει.
    Θα ‘τανε χιόνι απάτητο
    βροχή που πήρε άλλη απόφαση
    και δεν θα πέσει.
    Θα ‘τανε μια πασίλευκη
    και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
    πως η γαλήνη είν’ ο θεός λέξη προς λέξη
    δίχως να περισσεύει τίποτα.
    Έτσι μιλούσα βλέποντας
    εξαίσια ρόδινες ορτανσίες άσπρες και γαλάζιες
    ωσάν κομμώσεις θεαινών,
    χρυσαφικές αλλόφρονες
    μπετίνες και ελισαβέτες
    με τα ωραία σκήπτρα τα αναρριχώμενα
    μιλούσα βλέποντας
    τα χιονόσφαιρα και τα μπαλέτα
    τις ανοιγμένες ταϊτές τους μπακαράδες
    όταν ουρλιάζει τρυφερά στην ομορφιά της η κλοξίνια
    και ξεθυμαίνουν από κίτρινα μικρά καμώματα
    χαώδεις οι πρασινάδες
    με τους ατλαντικούς απόκοσμες ασκληπιάδες
    και τους φιλάδελφους στην ίδιαν αποκάλυψη
    στον ίδιο φανερωτικό βωμό της Δήμητρας
    όπως η μοβ εκείνη κλιματίδα που μ’ εκπλήττει
    μόνη της
    ανασκευάζοντας τη νύχτα και τ’ αστέρια
    η μοβ εκείνη του αέρα κρύπτη.
    Βρισκόμαστε ποτέ πιο πάνω απ’ τ’ αστέρια;
    Χαιρόμαστε ποτέ το φως απ’ τη μαυρίλα;
    Ή μήπως είδαμε για ένα έστω δευτερόλεπτο
    τη σιωπή σωστά καθισμένη;
    Θρήνος που είναι τ’ άνθη στα δάχτυλά μας
    και άχραντο σκοτάδι!
    Λαβωμένος απ’ το φεγγάρι με μάλαμα
    βλέπω καλύτερα πόσο
    φθονούμε την καθαρή θνητότητα
    που ‘χει βαθιά και τόσο ξάστερη
    κομμένο το λουλούδι μες στο βάζο…
    Νεάνιδες θροΐζουν ευγενικά
    στην απεραντοσύνη του έρωτα
    και τι γοργά χαράματα όταν φυσήξει ο χάρος!
    Πολύχρωμοι
    στην υψωμένη τους σημαία
    θροΐζουν οι γλαδίολοι.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

    -Α. Ρεμπώ, «Άνθη»

    «Σε χρυσό σκαλάκι ανεβασμένος- μες από πράσινα βε-
    λούδα, σιρίτια μεταξένια, θαμπά τούλια και δίσκους από
    κρύσταλλο που όσο παν σκουραίνουν ίδια μπρούντζος
    μες στο ήλιο- κοιτάω κείνο τ’ άνθος που ανοίγει δά-
    χτυλα τα πέταλά του, πάνω σ’ ένα χαλί ολοκέντητο μ’
    ασήμι, μάτια και λυτά μαλλιά.

    Σπαρμένα στον αχάτη χρυσοκίτρινα νομίσματα, στήλες από
    κοκκινόξυλο στηρίζοντας ψηλά θόλο σμαράγδινο, δέσμες
    άσπρο ατλάζι και λεπτούτσικες βέργες ρουμπινιένιες αγκα-
    λιάζουν ολούθε το υδάτινο τριαντάφυλλο.

    Ίδια ο Θεός που ‘ν’ από χιόνι κι έχει πελώρια μάτια γαλανά,
    θάλασσα κι ουρανός ανεβάζουνε πάνω στους μαρμάρινους
    εξώστες πλήθος τα νέα γερά τριαντάφυλλα.»
    (Ο. Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος)

    -Α. Εμπειρίκος, «Τριαντάφυλλα στο παράθυρο»

    «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια*. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα* μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής* παραδοχή της ζωής μας και της καθεμιάς ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν* των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας* της υπάρξεώς μας.»
    (Α. Εμπειρίκος, Υψικάμινος, Άγρα)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ωραία η Ανθολογία του Καρούζου, που είσαι και εξειδικευμένος στη μελέτη του.

    1. ΤΟ ΞΕΡΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ
    Στα φύλλα ενός βιβλίου ένα λουλούδι
    ξερό, λες πως γαλήνια και κοιμάται,
    δεν έχει μυρωδιά, χρώμα και χνούδι,
    νεκρό είναι κι όμως λες πως συλλογάται…

    Η ωχρή του αυτή θωριά, μες στην καρδιά μου
    γεννά παλμούς, και μες στο νου τη σκέψη:
    ποιου Μάη είναι βλαστός; κι απ’ τη γη χάμου
    ποιο χέρι αβρό για μένα το’ χε δρέψει;

    Άντρας, γυναίκα να’ ταν δε θυμάμαι.
    Τα μάτια του να ζουν; ή να’χουν κλείσει;
    Στο θώρι εγώ τ’ ανθού τον συλλογάμαι
    μ’ αγάπη, κι ας τον έχω λησμονήσει.
    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΕΡΓΚΕΓΙΕΒΙΤΣ ΠΟΥΣΚΙΝ

    2.
    6

    Δρέψε αυτό το μικρό λουλουδάκι, και πάρ’ το, μην
    αργής, μην τυχόν και μαραθεί και πέσει, ξεφυλλισμένο
    στις σκόνες.
    Κι’ αν δεν βρίσκεται γι’ αυτό θέση στα στολίδια
    Σου, αξίωσέ το τουλάχιστο με το πονετικό άγγιγμα
    του χεριού Σου. Δρέψε το! Γιατί φοβούμαι, μην η ζωή
    μου τελειώσει πριν το νοιώσω, κ’ η ώρα της θυσίας
    περάσει.
    Όσο κι’ αν δεν είναι ζωηρό το χρώμα του, κι’
    όσο ελαφρό κι’ αν είναι το άρωμά του, κόψε το
    λουλούδι αυτό και χρησιμοποίησέ το, όσο είναι καιρός
    ακόμα, στην υπηρεσία Σου.
    ΡΑΜΠΙΤΡΑΝΑΘ ΤΑΓKΟΡ, ΛΥΡΙΚΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ (ΓΙΤΑΝΤΖΑΛΙ) ΜΕΤ. Κ. ΤΡΙΚΟΓΛΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1921

    Shocking Blue – Blossom lady 1971

    3. Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETTI
    ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

    Άκου!
    σου έλεγα τότε την αλήθεια
    την ήξερα τότε την αλήθεια

    -Όχι μου έλεγες
    τα πουλιά φυτρώνουν
    τα γουρούνια πετάνε
    τα λουλούδια περπατάνε
    οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέμματα

    σου έδειχνα ένα πουλί
    έλεγες -Είναι λουλούδι
    σου έδειχνα ένα λουλούδι
    όχι, έλεγες -Είναι πουλί

    κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέμματα
    ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, απόσπασμα

    4. Άνθηση

    Έμορφα της ζωής ξεσπάσματα
    των δέντρων άνθη, ανθίσματα
    της ορμής που ανεβαίνει
    στο σιωπηλό, κλειστό κορμό.
    Ανοίγουν οι εύχρωμες λαλιές τους,
    εύηχες
    γίνονται προσφορές.
    Ευαίσθητες, λεπτές εκφράσεις
    του έρωτα λέξεις ερωτικές,
    πάνω στο σκληρό σώμα των δέντρων
    της άνοιξης.

    Ζωή Καρέλλη, Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955)

    5.Να μην ανθίσει πάλι μόνο η σιωπή…

    Καήκαν και οι ρίζες της φωνής μας
    Μα ίσκιοι τριγυρνάνε οι νεκροί
    Δροσίζουνε για λίγο τη ψυχή μας
    Πυρπολημένοι άγγελοι ακριβοί
    Να μη σκεπάσουμε με στάχτη την πληγή μας
    Να μην ανθίσει πάλι μόνο η σιωπή
    Να μη σκεπάσουμε με στάχτη τη ζωή μας
    Να μην ανθίσει πάλι μόνο η σιωπή.

    (Σπύρος Αραβανής)

  8. Ciao Aggeliki!!!… Καλή εβδομάδα! Tutto perfetto!!!!

    -Κ. Παλαμάς, «Εν άνθος»
    (απόσπασμα)

    «- Ἐγὼ εἶμαι τἄνθος τὸ παρθένο
    καὶ τὸ κρυφὸ
    ἀπὸ τὸν κόσμο μακρυσμένο
    τὸ φῶς ρουφῶ.

    Κι ἀνθῶ καὶ χαίρομαι τὰ κάλλη
    ποὺ ἔχ᾿ ἡ ζωὴ
    μακριὰ ἀπ᾿ τὰ πλήθη κι ἀπ᾿ τὴ ζάλη
    κι ἀπ᾿ τὴ βοή.

    Κι ἀπὸ τοῦ κάμπου τἄνθη τἄλλα
    στέκω μακριά,
    δειλό, λογόζωο, μιὰ στάλα,
    μέσ᾿ στὴ σκιά.

    Μέσ᾿ στὴ σκιὰ ποὺ ρίχνει ἐμπρός μου
    μιὰ πέτρα ἁπλὴ
    ξεχνῶ τὴν ψεύτική του κόσμου
    φεγγοβολή.

    Κι ἀγνώριστο, κι ἀχνό, μιὰ στάλα,
    ζῶ ταιριαστὰ
    μὲ τὰ λαμπρά, μὲ τὰ μεγάλα,
    μὲ τἀκουστά.»

    -Pere Gimferrer, «Φοράν ένα λουλούδι στο στήθος οι ερωτευμένοι»

    «Φοράν ένα λουλούδι στο στήθος οι ερωτευμένοι και συνηθάνε
    να φιλιούνται μεσ’ απ’ το θόρυβο των ηλιοτρόπιων και των σαλιγκαριών.
    Υπάρχουν ροδοπέταλα εγκαταλειμμένα απ’ τον άνεμο στων
    κλινικών τους διαδρόμους.
    Τα μαθητούδια μπήγουν τα πενάκια τους στο νύχι και στο κρέας
    και τα ζουλάν απαλά ώσπου ν’ αρχίσει να τρέχει
    το αίμα. Μερικά τα βρίσκουν τα βρίσκουν πεθαμένα κάτω απ’
    τα τελευταία θρανία.
    Θα ‘μια ερωτευμένος μέχρι θανάτου και θα τρέμουν τα χέρια μου,
    όταν πιάνουν τα δικά σου, και θα τρέμει η φωνή μου, όταν ζυ-
    γώνεις, και θα σε κοιτώ στα μάτια σα να ‘τανε να κλάψω.
    Τα γκαρσόνια ξέρουν εκείνους τους πελάτες, που ζητάνε μια μάρ-
    κα τα χαράματα και κάνουν ανώφελες κλήσεις, κρεμάνε κα-
    τόπι το τηλέφωνο, ζητάν ένα τζιν, πασχίζουν να χαμογε-
    λάσου, αναπολούν τη ζωή τους. Αυτές τις ώρες η νύχτα είναι
    ένα γαλάζιο πουλί.
    Αρχίζει να κάνει κρύο, τα ξανθά κορίτσια κοιτιούνται τρέμοντας
    στις βιτρίνες. Ένας βουβός κρουνός από άστρα σβήνει.
    Φώτα σε κάποιο κρύσταλλο κατοπτρικό αντιγράφουν το σκοτεινό
    μεγαλείο της άνοιξης, τα θλιβερά γαλάζια σύφλογά της, τ’
    άνθη της από θειάφι και νωπό ασβέστη, την κραυγή των
    αγριόπαπιων που καλούν απ’ τη χώρα των νεκρών.»
    (Σύγχρονη ισπανική ποίηση, εκδ. ΓΝΩΣΗ)

    -Bert Blay, «Κοιτάζοντας μερικά λουλούδια»

    «Το φως είναι γύρω από τα πέταλα και πίσω τους:
    Μερικά πέταλα ζουν στην άλλη μεριά του φωτός
    σαν το ηλιόφως που σέρνεται στο χαλί
    όπου το φέρετρο είναι ακουμπισμένο, μην ξέροντας σε ποιο
    κόσμο έχει μπει.
    Και χνουδωτά φύλλα, μαλλιά που φυτρώνουν κάποιου ζώου
    Θαμμένου στα πράσινα χαρακώματα του φυτού.
    Ή η γη που πάνω της το σπίτι τούτο είναι,
    ελευθερωμένη από τη θάλασσα μόλις και πεντέξι χιλιάδες
    χρόνια.»
    (Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, εκδ. ύψιλον/βιβλία)

  9. Πλην της μουσικής του Τσαϊκόφσκι, δεν ήξερα κανένα ποίημα.
    Λίαν μορφωτικό το βλογ ενίοτε, Ιωάννη.
    (Καλά, μην καμαρώνεις έτσι…)

  10. Καλημέρα, Αγγελική!… Όντως μορφωτικό!… Έχω τη γνώμη ότι εφαρμόζουμε την «αλληλοδιδακτική μέθοδο» (ο ένας μαθαίνει από τον άλλο)… Πόσα και πόσα ποιήματα, άγνωστα σε μένα, γνώρισα από τις παραθέσεις σου!!!

    *Το παρακάτω του Λουντέμη σίγουρα το γνωρίζεις, είναι και μελοποιημένο από το Σπύρο Σαμοΐλη…

    -Μ. Λουντέμης, «Οι κερασιές θ΄ανθίσουν και φέτος»

    «Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος στην αυλή
    και θα γεμίσουνε με άνθη το παρτέρι.
    Πικρή που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
    πικρή που ’ν’ η ζωή!

    Άνοιξε το παράθυρο στην πρωινή γιορτή,
    για νάμπουν οι μοσκοβολιές από το περιβόλι.
    Αχ, κάθε του τριαντάφυλλο και μια πληγή από βόλι,
    είναι για σε, ποιητή!

    Πικρή που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
    πικρή που ‘ν’ η ζωή!

    Κουράστηκα να σε καρτερώ, Έρωτα, και να λιώνω,
    πα’ στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή!
    Μ’ αν ήτανε να ‘ρχόσουνα για ένα έστω πρωί
    χίλια θε να ‘δινα πρωινά να ζούσα εκείνο μόνο!

    Πικρή που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,

    πικρή που ‘ν’ η ζωή!»

  11. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΟΥΛΟΥΔΙΟΥ

    Είμαι μια ευγενική λέξη που ειπώθηκε
    και επαναλαμβάνεται
    με τη φωνή της φύσης
    Είμαι ένα αστέρι που έπεσε
    από τη γαλάζια τέντα πάνω στο πράσινο χαλί.
    Είμαι θυγατέρα διαφόρων παραγόντων
    όταν με συνέλαβε ο Χειμώνας
    και η Άνοιξη με γέννησε
    το Καλοκαίρι με ανάθρεψε στην αγκαλιά του
    και κοιμήθηκα στο κρεβάτι του Φθινόπωρου.

    Την αυγή ενώνομαι με το αεράκι
    που αναγγέλλει τον ερχομό του φωτός
    Το σούρουπο κάνω παρέα με τα πουλιά
    το φως αποχαιρετώντας.

    Οι πεδιάδες στολίζονται
    με τα ωραία χρώματά μου
    και ο αέρας αρωματίζεται με την ευωδιά μου.

    Όπως έχω πάρει έναν υπνάκο
    τα μάτια της νύχτας με παρακολουθούν από πάνω
    και καθώς ξυπνώ ατενίζω τον ήλιο,
    (που είναι) το μοναδικό μάτι της ημέρας.

    Για κρασί πίνω τη δροσοσταλίδα
    κι αφουγκράζομαι τις φωνές των πουλιών
    χορεύω με το ρυθμικό λίκνισμα της χλόης/χορταριού.

    Είμαι το δώρο του εραστή. Είμαι το στεφάνι του γάμου.
    Είμαι η μνήμη μιας στιγμής ευτυχίας.
    Είμαι το τελευταίο δώρο της ζωής για τους νεκρούς.
    Είμαι ένα μέρος της χαράς και ένα μέρος της λύπης.

    Αλλά κοιτάζω ψηλά για να δω μόνο το φως
    και ποτέ δεν κοιτάζω προς τα κάτω για να δω τη σκιά μου.
    Αυτή τη σοφία πρέπει να τη μάθει ο άνθρωπος.

    Khalil Gibran

  12. Ωραιότατο!!!… Όσο ψάχνεις όλο και κάτι βρίσκεις!… Grazie mille, Aggeliki!

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Όπως τα τριαντάφυλλα»

    «Δύσκολα χρόνια
    τρομαγμένα παιδιά
    σιάχνουν με χαρτί κοκοράκια
    τα βάφουν μαύρα
    σα σβησμένα κεριά
    τα βάφουν κόκκινα
    σα ματωμένα λουλούδια
    κι απορούν οι μανάδες
    που ύστερα έρχεται
    ο μεγάλος φίλος
    ο κατάμαυρος φίλος
    με τα χρυσά χέρια

    και τα παίρνει»

    -Bette Midler, «Το τριαντάφυλλλο»

    «Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι ποτάμι
    Που πνίγει το τρυφερό κλαδάκι
    Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι ξυράφι
    Που αφήνει την ψυχή σου να ματώσει
    Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι πείνα
    Και μια έντονη συνεχής ανάγκη
    Εγώ λέω ότι είναι ένα λουλούδι
    και εσύ μόνο ένας σπόρος
    Η καρδιά που φοβάται να σπάσει
    Δεν μαθαίνει ποτέ να χορεύει
    το όνειρο που φοβάται να ξυπνήσει
    Δεν θα αδράξει ποτέ την ευκαιρία
    Η ψυχή που φοβάται να πεθάνει
    Δεν μαθαίνει ποτέ να ζει
    όταν η νύχτα είναι τόσο μοναχική
    και ο δρόμος τόσο μακρύς
    και νομίζεις ότι ο έρωτας είναι μόνο
    για τους τυχερούς και τους δυνατούς,
    θυμήσου ότι το χειμώνα
    κάτω από το πικρό χιονίζει
    ζει ο σπόρος που με την αγάπη του ήλιου
    γίνεται τριαντάφυλλο την άνοιξη»

  13. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ΠΑΡΑΦΑΣΙΣ
    ή
    η ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ

    τι είναι στη ζωή που να μην είν´αίνιγμα
    γρίφος;
    μα κι´η ζωή η ίδια δεν είναι γρίφος
    αίνιγμα;

    τι δυστυχία οι τεχνοκράτες
    μέσα στην τύφλα απ´ολούθε που τους περιζώνει
    να παραμένουνε
    στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους
    ισχυρογνώμονες
    πεισματωμένοι
    γινατζήδες

    του ποιητή
    πια μόνη-θεόθεν-σωτηρία λύσις
    παρηγόρηση
    μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές
    ο έστι
    μεθερμηνευόμενο
    η κοιλάδα των ροδώνων.

    Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες

  14. !!!!!!!!!!!!!!!!!!!… Ciao, Aggeliki!

    -Πάουλ Τσέλαν, «Του κανενός το ρόδο»

    «Ένα Τίποτα
    που ανθίζει, υπήρξαμε, είμαστε και
    αυτό θα παραμείνουμε:
    το Ρόδο του Ανύπαρκτου,
    το Ρόδο του Κανενός.»

    (Πάουλ Τσέλαν, «Του κανενός το ρόδο», ΑΓΡΑ)

    -Ρόδα αειθαλή:
    «…Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
    μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γιʼ αυτές
    ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
    ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.»

    (Τίτος Πατρίκιος, από τη συλλογή Λυσιμελής πόθος)

    -Φ. Νίτσε, «ΤΑ ΡΟΔΑ MOΥ»

    «Ναι! Η απόλαυση μου θέλει
    να ευχαριστήσει. Κάθε απόλαυση
    θέλει να ευχαριστήσει.

    Θέλετε να κόψετε τα ρόδα μου;
    Πρέπει να σκύψετε και να χώσετε
    τις μύτες σας μέσα στα βράχια και
    τους βάτους και μη φοβάστε τις πληγές!

    Γιατί η απόλαυση μου αγαπάει τ’ αστεία.

    Γιατί η απόλαυση μου αγαπάει τις πονηριές!»

    (Φ. Νίτσε, Ποιήματα)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: