Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Για την «Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας» (8-3-2015): Τέσσερα ποιήματα (Ρίτσος, Παβέζε, Καρούζος)….

images3XYKJ4OUuntitledγρφ

-Γιάννης Ρίτσος, «Μια γυναίκα από άνεμο»:

«Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της

κι έπαιζε μ’ ένα μόνο φύλλο-το χαμόγελό της.

Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.

Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.

Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της

χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. Το «άπειρο», είπε,

είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.

Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ τα χαράματα,

χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.

Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της

στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή η φωτογραφία της

απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το χαμόγελό της.»

(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

imagesμνimagesQTPUKJNT

-Τσέζαρε Παβέζε, «Γυναίκες του πάθους»

«Οι κοπέλες το γλυκοχάραμα κατεβαίνουν στο νερό

όταν η θάλασσα απλωμένη ησυχάζει. Στο δάσος

το κάθε φύλλο ανασκιρτά ενώ αυτές διαστακτικές προβάλλουν

στην αμμουδιά και κάθονται στο ακρογιάλι. Ο αφρός

κάνει τα δικά του ζωηρά παιχνίδια.

Οι κοπέλες φοβούνται τα φύκια που είναι θαμμένα

κάτω από τους ίσκιους,

που τους αρπάζουν τα πόδια και τις πλάτες:

όταν το σώμα είναι γυμνό. Βιαστικές ανεβαίνουν στην ακτή

και φωνάζουν τα ονόματά τους, κοιτώντας τριγύρω.

Ακόμη και οι σκιές στο βυθό της θάλασσας, στο σκοτάδι,

είναι τεράστιες και φαίνονται να κινούνται διστακτικές,

αβέβαιες σαν να γοητεύονται από τα σώματα που περνούν.

Το δάσος είναι ένα ήσυχο καταφύγιο, στον ήλιο που γέρνει,

αλλά αρέσει στις μελαχρινές κοπέλες

να κάθονται στο ύπαιθρο, πάνω στο σεντόνι.

Κάθονται όλες σταυροπόδι, σφίγγοντας το σεντόνι

στα πόδια, και κοιτάνε την απέραντη θάλασσα

όπως ένα λιβάδι το χάραμα. Κάποια απ’ αυτές θα τολμούσε

να ξαπλώσει γυμνή σ’ ένα λιβάδι; Από τη θάλασσα

θ’ αναπηδούσαν τα φύκια, που ακουμπάνε τα πόδια

για να αρπάξουν ξαφνικά και να τυλίξουν σφιχτά το σώμα που τρέμει.

Υπάρχουν μάτια στη θάλασσα που κάποιες φορές λάμπουν.

Η άγνωστη εκείνη ξένη, που τη νύχτα κολυμπούσε

μόνη και γυμνή, στο σκοτάδι, όταν αλλάζει το φεγγάρι,

χάθηκε μια νύχτα και δεν θα γυρίσει ποτέ πια.

Ήταν ψηλή και θα ‘πρεπε να είναι λευκή, εκτυφλωτική,

έτσι όπως την προφτάσανε τα μάτια μες απ’ της θάλασσας τα βάθη.»

(Cesare Pavese, Τα ποιήματα, εκδόσεις Printa)

images57GWT3T2imagesCV1KLAZ6

-Νίκος Καρούζος, «Δυο γυναίκες»

«Τα στήθη της νέγρας όπως η παράκληση

το ηλιακό σώμα ταλανίζουν.

Προσεύχονται οι κοκκινωπές

ανοιγμένες οι μαλακές παλάμες της

όμως αυτός ο διαμελισμός θα διαρκέσει.

Μέσα στα σίδερά μας ειν’ ο έρωτας.

Κι όταν φεύγει απ’ τον ανάλαφρο κήπο η λευκή

άλαλα είναι τα στήθη της

βαπτισμένα σε πνοές μικρών ονείρων-

ω εύθραυστη βροχή-

και μια θέληση διαποτίζει τα μέλη της

ενώ η τολμηρή σελήνη

χύνει τον άργυρο.»

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. 1ος, από το «Έξι ποιήματα για το θήλυ»)

1586126219

*Κι ένα ποίημα για τις αγρότισσες μάνες μας που έφυγαν από τη ζωή:

-Γιάννης Ρίτσος, «Αγρότισσα»

«Σαν ένιωσε πως ήρθε η ώρα της, κάλεσε τους δυο

γιους της κι έκανε τη διαθήκη της. Μοίρασε δίκαια τα λιόδεντρα, τ’

αμπέλι, το μποστάνι, τη γελάδα, το γαϊδούρι. Κι ύστερα κάλεσε τις

έγκυες νύφες της, να φτιάξουν τις λαμπάδες της ταφής της.

Απ’ τ’ αχυρένιο στρώμα της, το μάτι της νοικοκυράς επέβλεπε,

διόρθωνε, αυτό ή εκείνο, παρακολουθούσε τη δουλειά. Τους όριζε

σχήμα και μέγεθος, έδινε την καλή της συμβουλή.

Να ξέρουν, είπε, για τα βαφτίσια.

Σαν τέλειωσε κι αυτό, έκλεισε τα μάτια της, μα δε μπορούσε

ακόμη να πεθάνει. Και τότε πρόσταξε ν’ ανάψουν τις λαμπάδες. Στο

γλυκύ τους φέγγος είδε τα χέρια της λιγνά, στεγνά, πανίσχυρα, σαν

των αγίων, σαν ξερά δέντρα πού ’δωσαν πολύ καρπό. Άγρια χέρια,

πελεκημένα απ’ τη λάτρα του σπιτιού και του αγρού.

Κείνη την ώρα, αγάπησε τα χέρια της. Χαμογέλασε απόμακρα κι

αποκοιμήθηκε σα να ήταν είκοσι χρονών κορίτσι. Οι δυο της νύφες

σταυρώσανε τα χέρια τους επάνω απ’ την κοιλιά τους

κι απόμειναν να την κοιτάζουν με τα νέα τους μάτια διάπλατα κι αδάκρυτα.

Ύστερα στρώσαν το τραπέζι, βγήκαν στο κατώφλι, και φωνάξανε τους

άντρες για το δείπνο.

Οι τέσσερις λαμπάδες φώτιζαν το μεγάλο καρβέλι.

Τώρα θα ξέραν, βέβαια,  και για τα βαφτίσια.»

(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: