Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (88ο): «Αναμνήσεις»…

– «Μου είπες: οι αναμνήσεις είναι η ζωή»   (Μ. Αναγνωστάκης)

-«…  Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου(Ανελέητο κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!»

(Μ. Αναγνωστάκης)

-»Ενα συρτάρι εβένινον εκεί των αναμνήσεων κρύβει το χρυσάφι. Την ώρα που γεμίζουν ίσκιο οι θόλοι,

καθισμένη σε πέτρα το κοιτά, το σφίγγει στα ωχρά χέρια κλαίοντας όλη».

(Κ. Καρυωτάκης)

-«…Ώσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελθόν (πότε ζήσαμε;) και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω, γιατί σε λίγο θα φύγουμε και κανείς δεν θα μας θυμηθεί»

(Τάσος Λειβαδίτης)

-Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Ἀναμνήσεις»

«Τὸ κάθε τι ποὺ πέρασε, γιὰ πάντα μ᾿ ἔχει σκλάβο

κι ὅσο γυρεύεις Σήμερα, τὸ Χτὲς νὰ μ᾿ ἀφανίσεις,

τόσο σὲ ῾κεῖνο θὰ γυρνῶ καὶ τόσο δὲ θὰ παύω

νὰ ζῶ στὶς ἀναμνήσεις…

Θαρρεῖς καὶ κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ εἶναι πεσμένο

καὶ κρύβοντας καὶ σβήνοντας ὁλότελα τὸ Τώρα,

μὲ κάνει νὰ μὴ χαίρουμαι καὶ μήτε νὰ προσμένω

καινούργια, τάχα, δῶρα…

Σ᾿ ὅτι ποθεῖ καὶ σ᾿ ὅτι ζεῖ, ἡ ψυχή μου μένει ξένη

κι οὔτε μπορεῖς, Φωνὴ Ζωῆς, ἀλλιῶς νὰ τὴ δονήσεις,

παρὰ θαμπὰ καὶ μακρινά, σὰ μουσικὴ ποὺ βγαίνει

μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις…

Τῆς πεθαμένης τῆς χαρᾶς, ἔχει στερέψει ἡ βρύση

κι οὔτε γυρεύει θάματα κι οὔτε προσμένει δῶρα

κι οὔτε μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ τὴ παρηγορήσει,

παρὰ ὅτι ἦταν ὡς τώρα…»

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ἀνάμνηση ἀπ᾿ τὸν Ταΰγετο»

«Ἔστηνε ἡ Ἄνοιξη τὴν προτομή μου

σὲ μικροὺς λόφους εἰρήνης,

ἔλαμπε καθισμένο στὸ ραβδί μου ἕνα πουλὶ ἀπὸ φῶς

κ᾿ ἔβρεχε ἰριδισμοὺς στὰ πρόβατα τὸ αἰώνιο σέλας τῆς ἀγάπης.

Μὲς στὴ σιωπή, τὸ θαλασσὶ φλοίβησμα τοῦ αἱματός μου

ἀνάδινε τὸν ἦχο τοῦ ἀδραχτιοῦ τῆς μητέρας μου,

ποὺ ὕφαινε στῶν σταχτιῶν τὸ πράσινο καὶ τὸ λευκὸ μαλλὶ τοῦ αὐγερινοῦ.

Μικρὸς Ἑωσφόρος τοῦ φωτὸς στοῦ Εὐρώτα τὶς ροδοδάφνες,

ἔπαιρνα δίπλα τὰ βουνὰ βρεγμένος ἀπὸ τὸ φεγγάρι

μὲ δυὸ ἄσπρους κρίνους στὴν καρδιά,

μ᾿ ἑφτὰ σημαῖες στὰ χείλη,

κι ἀπάνω ἀπὸ τῶν γερακιῶν τὶς ἀτελεύτητες μοναξιὲς

ἐπόπτευα τὸ σύμπαν, θησαυρίζοντας τοπία

κι ἀλλοτινὰ φῶτα στὴ μνήμη μου.»

-Ανδρέας Εμπειρίκος, «Η μνήμη των αναμνήσεων»

«Η ανύψωσις του χεριού σου

Έχει τη χάρι ζαρκαδιού που τρέχει

Σε χλόη γαλάζια σαν τα φύλλα της καρδιάς σου

Το στεφάνι που έρριξες στο λαιμό του αλόγου

Είναι από άνθη λεπτότερα και από πτερά εντόμων

Η συλλογή των λουλουδιών αυτών είναι πολύτιμη

Δεν είναι συλλογή κολεοπτέρων

Δεν είναι συλλογή αγαλμάτων εξ ελεφαντοστού

Είναι μια συλλογή ενθυμημάτων

Που η διαφάνειά των ξεπερνά τα πέρατα του κόσμου

Οι πληθυσμοί της οικουμένης σε λατρεύουν

Οι σκέψεις σου είναι διάφανες όπως εσύ η ίδια

Στην επιφάνειά των πλέχουν χίλιες μικρές πομφόλυγες

Περιέχουν το πεντάσταγμα της απαλής καρδιάς σου

Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μου

Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μας

Είμαι στην άκρη του δάσους και συγκρατώ τους χθεσινούς ψιθύρους

Μπροστά μου το λειβάδι απλώνεται όπως χθες

Στην χλωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες

Όμως εσύ δεν ήλθες

Τα βήματα του αλόγου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας

Είναι οι θάλασσες που διαβήκαμε

Τα τρεχαντήρια που χρωματίσαμε μαζί

Το άλογο αυτό κρατά στο στόμα του μια ημισέληνο

Χωρίς να την αφήση χλιμιντρίζει

Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του

Στεκόμαστε στην άκρη του δάσους και σε περιμένουμε

Το άλογο αυτό και εγώ

Είμεθα πλάσμα εν και αδιαίρετο

Είμεθα κένταυρος που σε αγαπά

Είμεθα κένταυρος που ξέρει

Ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξανάρθης.»

(Από τη συλλογή «Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες»)
 

-Μάνος Ελευθερίου, «Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων»

«Μυρίζει απόψε κόκκινο κι αγάπη.

Άσπρα κατάμαυρα γάντια και πανάκριβες ώρες χωρίς επιστροφή

με τα ερείπια αισθήματα και τους τρόμους της αστυνομίας.

Τα καφενεία της συμφοράς του μέλλοντός μου

καμιάν ωδή δεν αξιώθηκαν μέσα σε τόση βασανισμένη στιχουργική.

Μυρίζει απόψε κόκκινο και μυρωδιές ξενοδοχείων

όταν ανοίγεις τις ντουλάπες και ζωντανεύουν οι σκιές

μαστιγωμένες απ’ τις αρρώστιες και τους θανάτους

σκιές μιας δόξας και μιας ταπείνωσης

εμπορικών αντιπροσώπων και παγωμένων δικαστικών

πλασιέ, χαρτοπαικτών, ηθοποιών και ταχυδρόμων

πρωταθλητών μιας άνοιξης που ξέπεσαν ή κάποιοι

σαν αυτούς που είχαν τα χρόνια τους απόχη

και ψάχνουν να βρουν στους καθρέφτες εκείνο που ήδη κρατούν

πρόσωπα τόσο αλλοιωμένα από τα φάρμακα και το αλκοόλ

τα μυστικά, τις αναμνήσεις, τις καθημερινές συναλλαγές,

μυρίζει ναφθαλίνη, λάβδανο και λησμονιά,

γυναίκες δίχως όνειρα και όνειρα που μεταμορφώθηκαν σε γυναίκες.

Σε τι ανάξια χέρια ξεπέφτει κάποτε η αγάπη.»

(Από τη συλλογή «Το νεκρό καφενείο», Καστανιώτης)

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “Πες το με ποίηση (88ο): «Αναμνήσεις»…

  1. Όλα ωραία, γνωστά κι αγαπημένα.
    Σήμερα όμως δεν θα ψάξω περισσότερο, για καμιά άλλη ανάμνηση. Ήδη το έχω κάνει, άλλωστε, στο παρεμφερές θέμα «Μνήμη».

    Με το στίχο «Επισκευαστής αναμνήσεων» καρφωμένο στο μυαλό, ξαναδιάβασα το ΥΓ. του Αναγνωστάκη. Και έχω μείνει εκεί. Κολλημένη.

    [75]
    Επισκευαστής αναμνήσεων.
    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, ΥΓ.

    [93]
    Μου είπες: οι αναμνήσεις είναι η ζωή.
    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, ΥΓ.

  2. Καλημέρα, Αγγελική!… και καλό μήνα με τρεις «αναμνήσεις» του Ραφαέλ Αλμπέρτι:

    -Ραφαέλ Αλμπέρτι, Πρώτη ανάμνηση

    «…Ένα κομμένο κρίνο…
    G.A.B.

    Εβάδιζε μ’ ένα λύγισμα κρίνου συλλογισμένου,
    πουλιού σχεδόν που εννόησε πως πρέπει να γεννήσει,
    κοιτώντας δίχως να κοιτάζεται σ’ ένα φεγγάρι
    που παρασταίνονταν μες στ’ όνειρό της σαν καθρέφτης,
    σε μια σιωπή χιονιού που ανύψωνε τα πόδια της.
    Σε μια σιωπή σκυμμένη.
    Είτανε πριν από την άρπα, τη βροχή, πριν απ’ τα λόγια.
    Δεν ήξερε.
    Άσπρη μαθητευόμενη του αέρα,
    τρεμούλιαζε με τ’ άστρα, με τα δέντρα και με τ’ άνθος.
    Ο μίσχος της, τ’ ανάστημά της πράσινο.
    Με τα δικά μου αστέρια που μη ξέροντας,
    δυο βάλτους θέλοντας να σκάψουνε στα μάτια της
    σε δυο πέλαγα τη βυθίσανε.
    Θυμάμαι…

    Κι έπειτα τίποτα. Νεκρή να φεύγει και να χάνεται.»

    -Ραφαέλ Αλμπέρτι, Δεύτερη ανάμνηση

    «Ήχοι φιλιών και φτεροκοπήματα
    G.A.B.

    Πιο πριν,
    πολύ πιο πριν από την επανάσταση των ίσκιων,
    πριν πέσουνε πάνω στον κόσμο τ’ αναμμένα φτερά,
    κι ένα πουλί μπορέσει να πεθάνει για ένα κρίνο.
    Ακόμα, πριν μου γυρέψεις
    τον αριθμό και την τοποθεσία του κορμιού μου.
    Πολύ πριν από το κορμί.
    Στον καιρό της ψυχής.
    Όταν όρθωσες στο δίχως στέμμα μέτωπο τ’ ουρανού
    την πρώτη δυναστεία του ονείρου.
    Όταν εσύ, κοιτάτοντάς με μέσα στο μηδέν
    επινόησες την πρώτη λέξη.

    Τότε η συνάντησή μας.»

    -Ραφαέλ Αλμπέρτι, Τρίτη ανάμνηση

    «…πίσω απ’ τη βεντάλια με τα χρυσά φτερά…
    G. A. B.
    Τα βαλς τ’ ουρανού δεν είχαν ακόμα αρραβωνιάσει
    το γιασεμί και το χιόνι,
    δεν είχαν οι άνεμοι συλλογιστεί την πιθανή μουσική
    των μαλλιών σου,
    ούτε κι ο βασιλιάς είχε προστάξει να ενταφιαστεί
    σ’ ένα βιβλίο η βιολέτα.
    Όχι.
    Ήταν ο καιρός που ταξίδευε το χελιδόνι
    χωρίς τα αρχικά μας στο ράμφος του.
    Που οι καμπανέλες και οι κλιματίδες μαραίνονταν
    δίχως εξώστες κι άστρα για να καρφωθούν.
    Ήταν εκείνος ο καιρός
    που δεν υπήρχε ένα άνθος
    για να γείρει το κεφάλι του στον ώμο ενός πουλιού.
    Και τότε, πίσω απ’ τη βεντάλια σου, το πρώτο μας
    φεγγάρι.
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Τάκης Σινόπουλος, Ελληνικά γράμματα)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: