Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (87ο): «Τόπος – τοπίο»…

-«Ε, σεις στεριές και θάλασσες

τʼ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές

ακούτε τα χαμπέρια μου

μέσα στα μεσημέρια μου

Σʼ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ

μόνον ετούτον αγαπώ»

(Ο. Ελύτης, «O ήλιος ο ηλιάτορας»)

-«Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι

και πάρα πάνω

το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει

τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι

λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα

κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη

και πάρα πάνω ακόμη πολλές φορές

το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά

ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.»

(Γ. Σεφέρης, «Μποτίλια στο πέλαγο»)

-«… Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,

σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως…»

(Γ. Ρίτσου, Ρωμιοσύνη)

 

-Γιάννης Ρίτσος «Ο τόπος μας»

«Ανεβήκαμε πάνω στο λόφο να δούμε τον τόπο μας –

φτωχικά, μετρημένα χωράφια, πέτρες, λιόδεντρα.

Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ’ αλέτρι

καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα

τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας

παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες.

Κάτω απ’ τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο.

Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο.

Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε

το σπίτι μας και τη ζωή μας; Πάνω στ’ ανώφλια

είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα –

μικροί μικροί μαύροι σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι

γυρίζοντας απ’ την Ανάσταση. Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος

με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ’ το ξερό πηγάδι

βγαίνουν τ’ αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα.»

[πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1963-1972, τόμος Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1998, σ. 275]

-Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, «Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα»

«Ποια είναι η ώρα κοντά στα ξημερώματα

που με τ’ όνειρο φτάνω στον γκρεμό

και πέφτω, πέφτω

χωρίς το σώμα μου;

Όλοι οι θάνατοι εδώ σκηνοθετούνται

απ’ τους ανθρώπους

ακούγεται η ανάσα των φύλλων

νέα πουλιά αντικαθιστούν τα χτεσινά

με μια ψυχή

μ’ ένα πέταγμα

θα τραγουδήσουν.

Πού βρίσκομαι τη σιγμή εκείνη

τη μόνη που βαραίνει

τη μόνη που δείχνει τη μεγάλη περιπέτεια

πού βρίσκομαι σαν μου αφαιρούν

μου αφαιρούν

μιαν άνοιξη την κάθε νύχτα

και δεν αγγίζω την κοιλιά

που γεννάει

την πεταλούδα που ξεραίνεται;

Ηλικίες! Είναι όλες φτωχές οι ηλικίες

κι αυτά τα δεκαοκτώ τ

όσο λίγο φωτίζονται από το άλλο θαύμα

τόσο λίγο γεύονται το σκοτάδι

κι ούτε που ζυγίζουν

του ζώου την αξία

του ζώου τη φύση την αιώνια.

Κάτι σαν τύφλωση η αθωότητα

κι οι άγιοι ξεμωραμένοι

υψώνουν χαρταετό

πέρα απ’ την ατμόσφαιρα.

Την ώρα εκείνη

που με το λύκο τη συνταιριάζουν οι ποιητές

την ώρα εκείνη

το σώμα μόνο τη γνωρίζει

σφαδάει, γρυλίζει

σκουραίνει ο ουρανός του ύπνου

χίλιες φορές πεθαίνω

εγώ, εσύ

όσο να ξημερώσει.»

[Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ποιήματα 1963-1977, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997, σ. 136-137]

 

 

-Ανρί Μισώ: [Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό]

(απόσπασμα)

I

«Εδώ έχουμε, γράφει, έναν ήλιο μόνο κάθε μήνα, και

για λίγο. Τρίβουμε τα μάτια μας μέρες πρωτύτερα.

Μάταια όμως. Καιρός αδυσώπητος. Ο ήλιος

δεν έρχεται παρά στην ώρα του.

Έπειτα έχουμε ένα σωρό πράγματα να κάνουμε, όσο

βαστάει το φως, έτσι που μόλις προφταίνουμε να

κοιταχτούμε λίγο.

Εκείνο που είναι δύσκολο για μας τη νύχτα, είναι

όταν πρέπει να δουλέψεις, και πρέπει: γεννιούνται

ακατάπαυστοι νάνοι.

V

Σας γράφω από την άκρη του κόσμου. Πρέπει να το ξέρετε. Συχνά τα δέντρα τρέμουν.

Μαζεύουμε τα φύλλα. Έχουν ένα αφάνταστο πλήθος νεύρα. Αλλά τι μ’ αυτό; Τίποτε πια δεν

υπάρχει ανάμεσα στα φύλλα και στο δέντρο, και σκορπιζόμαστε στεναχωρεμένες.

‘Αραγε δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει η ζωή επί-γης χωρίς αγέρα; Ή μήπως όλα πρέπει

να τρέμουν, ολοένα, ολοένα.

Υπάρχουν ακόμη υπόγειοι κλονισμοί, και, μέσα στο σπίτι, θα ‘λεγες θυμοί που έρχονται να

σε συναπαντήσουν ή όντα αυστηρά που θα ‘θελαν να σου αποσπάσουν εξομολογήσεις.

Δε βλέπεις τίποτε, παρά μόνο όσα έχουν τόσο λίγη σημασία να τα ιδείς. Τίποτε και όμως

τρέμεις. Γιατί;»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, μτφ: Γιώργος Σεφέρης, Καστανιώτης)

-Κλείτος Κύρου, «Τοπίο καλοκαιριού»

«Στα χέρια σου φυτρώνουν νηπενθή

Και μπλέκονται δυο ήλοι στα μαλλιά σου.

Στα χείλη σου γυρνά τα σιωπηλά σου

Η λέξη που προσμένουμε να ‘ρθεί.

Μασχάλη τεντωμένη, γιασεμιά

Στο μέτωπο, ήλιος απ’ άκρη σ’ άκρη.

Τα φύκια, που τα μούσκεψε το δάκρυ

Της θάλασσας, τραβούν φυρονεριά.

Τις φτέρνες σου φλογίζει η αμμουδιά,

Το πέλαγο σου σκίζει τις λαγόνες.

Ανάσκελα κι οι ολόγυμνες γοργόνες

Κράζουν με βόγκο τ’ άγουρα παιδιά.

Τα στήθη σου αναδεύουν πυρετούς,

Συντάχτηκαν τ’ αστέρια στη ματιά σου.

Κινήσαν απ’ τις ρίζες της καρδιάς σου

Οι άγριοι να σου φέρουν τους λωτούς.

Χαράζω τ’ όνομά σου στην ελιά

Και ψάχνω των ανέμων τα λημέρια.

Πεθαίνουν τα ξανθά τα καλοκαίρια

Και φεύγουν για το νότο τα πουλιά.»

(Κλείτος Κύρου, «Εν όλω, συγκομιδή», εκδ. ΑΓΡΑ)

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Τοπίο»

«-Ἕνα κορίτσι πνίγεται μέσα στὸ μαῦρο

ἐγὼ ἀνεβαίνω σ᾿ ἕναν ἄσπρο οὐρανό

Μέσα στὸν ἔρημο χιονιὰ

ἕνας παπὰς κατάμαυρος μέσα στὴν παγωνιὰ

λίγα μαῦρα πουλιὰ σ᾿ ἕνα κλαδὶ

κι ἕνα μόνο λουλούδι καὶ μιὰ φωνή:

-Ἐγὼ ἀνεβαίνω σ᾿ ἕναν ἄσπρο οὐρανὸ

μέσα στὸ μαῦρο πνίγεται ἕνα κορίτσι»

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “Πες το με ποίηση (87ο): «Τόπος – τοπίο»…

  1. 1. ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ’ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή, μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ’ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

    Από το βιβλίο: Αργύρης Χιόνης, «Η φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966-2000». Νεφέλη, Αθήνα 2006

    2. Εσωτικά τοπία

    Υπάρχουνε κάτι τοπία σκοτεινά
    Πάνω απ’ αυτή την έρημο
    Στην ίδια πάντα έρημο
    Εγώ ζω στην έρημο
    Τοπία μαγικά
    Αν, όπως λένε, το χαρτί φτιάχνεται από ξύλο
    Κάποιος που, χρόνια ολόκληρα
    Ο έρημος άνθρωπος είν’ έρημη ακτή
    Δεν έχουν ρίζες τα νησιά
    Ήμερο τοπίο οπού δεν συμβαίνει τίποτε
    Στέγη μου, στοργική μητέρα
    Αυτός ο φανοστάτης
    Δεν είναι πλέον ουρανός αυτός
    Ιστορίες μιας εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει
    Ζω σ’ ένα χώρο περίεργο
    Ένας Γιαπωνέζος μικρογράφος
    Η μελαγχολία
    Οι χαρές είναι πουλιά
    Όπως ο Γιαπωνέζος κηπουρός
    Όσοι χορεύουνε στη θράκα
    Τα δέντρα ανθίσανε και φέτος
    Τα μεγάλα ξύλινα κρεβάτια
    Όταν πεθαίνει ο νεκροθάφτης
    Παγιδευμένη, η μύγα
    Σε βλέπω δίπλα μου
    Περί ανθρώπου
    Είναι ωραίο πράγμα ο άνθρωπος
    Βυθισμένος σε βαθιά πολυθρόνα
    Ελάχιστος
    Βαρύ φορτίο
    Αυτός ο άνθρωπος ερωτεύτηκε τη ζωή του
    Αυτός ο άνθρωπος αγαπά τη γη
    Κάποιος βρήκε, κάποτε, του θανάτου το αντίδοτο
    Προϊόντος του χρόνου
    Χώμα ο άνθρωπος
    Αυτός ο άνθρωπος ρουφάει το τοπίο
    Μονάχα όταν τρώμε
    Την αλήθεια
    Περί μαχαιριών
    Ένα μαχαίρι που ακονίστηκε
    Ένα μαχαίρι που έκοψε
    Ένα μαχαίρι που πετά
    Ένα μαχαίρι ακουμπισμένο στο τραπέζι
    Κοιμισμένο στο συρτάρι της κουζίνας
    Υπάρχουνε μαχαίρια που ζησαν
    Φτωχό μαχαίρι
    Υπάρχουνε δειλά μαχαίρια
    Το δίκοπο μαχαίρι
    Πες μου με τί μαχαίρι
    Μάχαιρα έδωσες
    Διόλου τυχαίο
    Χαρούμενα βελάζουμε
    Περί ψυχής
    Γέρασες, φίλε
    Ξηλώνει η ψυχή μου
    Κοιτώ τα πόδια μου
    Μ’ ένα κουτί σαρδέλες Ιταλίας
    Σαν τρυφερό κλαδί
    Περί ποιήσεως
    Η ποίηση με οδηγεί
    Η θλίψη αύτη
    Γράφω τα ποιήματα μου
    Ποιος είπε ότι η ποίηση ωραΐζει
    Κοντή κουβέρτα η ποίηση

    Δουλεύοντας ένα ποίημα
    Τα ποιήματα είναι τοπία
    Εγώ δεν γράφω ποιήματα
    Μ’ αυτό που δεν λέει
    Αφιερώσεις
    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    3. ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

    Ξανά το σήμερα κι η σπάθη του αμετάθετου
    Ξανά η άβυσσος του νου.
    Δεν έχει εντέλει τίποτα
    Πραγματικά δικό της
    Μια μικρή στιγμή,
    Κάτι δανείζεται απ’ το πριν
    Κάτι απ’ το αύριο
    Το ξεπληρώνει
    Με το υστέρημα του άλλου.
    Αέρινη
    Κι όμως πατάει στο στήθος σου ατσάλι –
    Έτσι ακριβώς
    Όπως το σύμπαν περισφίγγει:
    Ατσάλινο.
    Γεμάτο τρύπες από θάλασσες κενού
    Τοπία του τίποτα
    Να πλέουν μέσα τους νησάκια νετρονίων
    Και γαλαξίες. Ευφάνταστη
    Φενάκη του ορατού
    Στη φτερωτή
    Μπαγκέτα ενός ιλίγγου.
    Που ηλεκτρισμένη
    Μεταμφιέζει το μηδέν
    Το πουθενά
    Και το ποτέ

    Σε κόσμο.
    ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

    4. ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΓΙΑΤΙΟΥ ΩΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

    Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
    Από την πρύμη του καμιονιού με τα καλάθια
    Γιομάτα φρούτα και λαχανικά για την Αθήνα
    Ενώ τραγουδούσε ο μεθυσμένος κρεοπώλης ενίοτε κοπρολογών
    Και τούκανε παρατηρήσεις ο σεμνός κι ευγενικός μανάβης
    Σήμερα το απόγευμα νωρίς –.
    Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
    Ίσως να παρουσίαζε ομοιότητα με πρότυπον πίνακος του Παρθένη
    Αν εκείνη τη στιγμή στεκόμουν κάπου και δεν ήμουν
    Άνθρωπος κινούμενος με τα καλάθια στο καμιόνι.
    Μα έτσι,
    Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
    Έμοιαζε μάλλον με ζωντανό τοπίο του Γουναροπούλου
    Του μεγάλου μας ζωγράφου που αγαπώ πολύ
    Του Γεωργίου Γουναροπούλου που είναι πάντοτε δυναμικός
    Και στα πιο στατικά μοτίβα του ακόμη
    Όπως και οι στίχοι μου αυτοί,
    ο Γεώργιος Γουναρόπουλος εκ Σωζοπόλεως της Βουλγαρίας
    Ο κατ’ εξοχήν αισθησιακός και ποιητής ζωγράφος
    Στο χρώμα, στη γραμμή, στο φως
    Ανεξαρτήτως θέματος (που κάλλιστα μπορεί να λείπη)
    Και τούτο πάντοτε ποιοτικώς.

    Το θέαμα λοιπόν του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
    Με κάτι μέσα του σαν το κορμί μιας κινουμένης γυναικός
      στην αγκαλιά μου,
    Μ’ έκανε να θυμηθώ καθώς ταλαντευόμουν στα καλάθια
    Ηδονικά κινήματα των γυναικών εν γένει
    Όταν συμπράττουν ερωτικώς
    Με αγαπημένους άνδρες τους ή έστω με γυναίκες.
    Και τώρα θυμάμαι, καθώς γράφω,
    Εκείνες τις μαγικές σελίδες του D. H. Lawrence
    Στο θαυμαστό βιβλίο του
    «Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλεϋ»
    Όπου τ’ απανωτά σκιρτήματα, οι παλμοί κι αναπαλμοί της
      ηδονής,
    Εκτείνονται, επεκτείνονται σαν κύματα
    Και προωθούνται από το πέος του ανδρός
    –Εντός κι εκτός–
    Και από τους κόλπους της ερωτευμένης γυναικός
    –Σαρξ εκ σαρκός–
    Με περιπάθεια
    Με μυστικοπάθεια
    Στη γη, στα δένδρα και σ’ ολόκληρη την φύση
    Πανσεξουαλιστικώς.
    Α! νάταν η Λαίδη Τσάτερλεϋ εδώ
    Το μόνον ευαίσθητο και μετανοιωμένο μέλος της
      οικογενείας της –
    Α, νάτανε η Λαίδη Τσάτερλεϋ εδώ
    Ή κάποια άλλη συμπαθητική σε με γυναίκα
    Που να με καταλαβαίνη σε όλα
    Και νάναι έτοιμη να μοιρασθή μαζί μου
    Την ηδονή, την τρυφερότητα και την ανθρώπινη
      αλληλεγγύη
    Σε σύνθεση ουσιαστικής και σύντονης αγάπης.
    Α, νάτανε η Λαίδη Τσάτερλεϋ εδώ
    Ή κάποια άλλη συμπαθητική σε με γυναίκα
    Τώρα που γύρισα πάλι στο Μπογιάτι
    Τώρα που είμαι μόνος και λίγο μελαγχολικός,
    Βλέποντας πως είμαι μόνος στη ζωή μου
    Ενώ είμαι πιο ικανός από τον Μέλλορς.

    Ω συνειρμοί και συσχετίσεις!
    Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
    Δρόμος κι αυτό κινούμενος του ασυνειδήτου μου
      προς την συνειδητή ζωή,
    Αλληλουχία αυθόρμητη βλυσμάτων ορμεμφύτου
    Οι συνειρμοί και συσχετίσεις
    Ποίηση της ποίησης αυτούσια.
    Και τώρα μούρχεται στο νου,
    Πως το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
    Έχει εντός μου κινούμενες αναλογίες
    Με την θέα της αχανούς ρουμανικής πεδιάδος
    Και του μεγαλοπρεπώς κινούμενου Δουνάβεως
    Έτσι καθώς τ’ αντίκρυζα θυμάμαι στα μικράτα μου
    Από τις γέφυρες των κινουμένων βαποριών στον ποταμό
    Όταν ταξίδευα με την μητέρα μου (που κατάγεται από
      την Σεβαστούπολη)
    Πριν από την επανάσταση του Οχτώβρη 1917,
    Από την Ελλάδα στο μέρος της γης που τότε λέγαμε Ρωσία
    Και σήμερα, με υπερηφάνεια και συγκίνηση το ονομάζουμε ΕΣΣΔ
    Και μούρχεται τώρα στο νου,
    Πως το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
    Καθώς και η θέα της αχανούς ρουμανικής πεδιάδος
    Και του μεγαλοπρεπώς κινούμενου Δουνάβεως
    (Γεννήθηκα στην Βραΐλα στα 1901 και στην Ελλάδα μ’ έφεραν
      βρέφος τριών μηνών)
    Έχουν εντός μου οι κινούμενες αυτές οντότητες
    Σχέσεις κινούμενες υψίστης σημασίας
    Με την ένδοξη πατρίδα της πρώτης εφαρμογής του γνήσιου
      Σοσιαλισμού
    Την επική μας ΕΣΣΔ
    Από την οποία εκπορεύονται σήμερα το φως και οι εντολές
      της Κομιντέρν
    Και από την οποία αύριο θα επεκταθή σε ολόκληρη την
      οικουμένη
    Η παγκόσμια επανάσταση της Κομμουνιστικής μας Διεθνούς
    Όπως σ’ εκείνες τις μαγικές σελίδες του D. H. Lawrence
    Τ’ απανωτά σκιρτήματα, οι παλμοί κι αναπαλμοί της ηδονής
    Εκτείνονται, επεκτείνονται σαν κύματα
    Και προωθούνται από το πέος του ανδρός
    (Εντός κι εκτός)
    Και από τους κόλπους της ερωτευμένης γυναικός
    (Σαρξ εκ σαρκός)
    Με περιπάθεια
    Με μυστικοπάθεια
    Στη γη, στα δένδρα και σ’ ολόκληρη την φύση
    Πανσεξουαλιστικώς
    Παρόμοια και η παγκόσμια επανάσταση της Κομμουνιστικής
      μας Διεθνούς
    Θα επεκταθή
    Στη γη, στον ουρανό και σ’ ολόκληρη την πλάση
    Παναθρωπιστικώς.

    Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
    Ύλη και πνεύμα της αμαράντου νίκης του προλεταριάτου
    Ζωή μας χτυποκάρδι μας
    Εγγυήτρια της αγαθής εκβάσεως της πάλης των απανταχού
      της γης
    Κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων
    Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ
    Σήμερα το 1/6 της γης και αύριο και τα έξη
    Σήμερα ΕΣΣΔ και αύριο ΠΕΣΣΔ με το Π = Παγκόσμιος
    Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
    Δέξου τους στίχους μου αυτούς που σου προσφέρω με την
      ίδια ευλάβεια που ακουμπάμε τα λουλούδια μας στον
      τάφο του πατέρα μας Λένιν.
    Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
    Δέξου την σύψυχή μου ανάταση μεσ’ απ’ τα βάθη της σημερινής
      μας δυστυχίας και τα πλοκάμια της κεφαλαιοκρατίας
    Προς την αιώνια δόξα σου
    Και κάμε
    Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
    Κάμε να έρθη γρήγορα και το δικό μας μέγα βράδυ που θάναι
      και δικό σου
    Και ρύσαι ημάς από τους πονηρούς αστούς
    Αμήν.

    Μπογιάτι, Σεπτ. 1933.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

    Από την εκτός εμπορίου έκδοση: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου», επίμετρο – επιμέλεια Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2006, σελ. 4-9.

    5. ΤΟΠΙΟ ΓΥΜΝΟ ΜΕ ΟΜΙΧΛΗ

    Σαν να είχα κατέβει σε βαθύ κρύο πηγάδι.
    Και σαν να είχα περάσει από κει στη ζοφερή χώρα της νύχτας.
    Εκεί που ούτε λουλούδι ανθίζει
    ούτε λαλεί ποτέ πουλί.

    Παρά μόνο ένας αέρας, φτασμένος κάπου απο τα βάθη, σφυρίζοντας.

    Τότε είδα τον λυπημένο πάλι μπροστά μου.

    Λέξη δεν είπε, όπως τότε, μόνο πάλι μου έγνεψε.
    «Τι θέλεις» του είπα «και γιατί με παιδεύεις.
    Και γιατί φανερώνεσαι έτσι πάντα μπροστά μου;»

    Δεν μου αποκρίθηκε αμέσως.
    Ώσπου βρήκα το κουράγιο και γύρισα.

    «Μη φεύγεις» μου είπε τότε, σχεδόν με ικέτεψε.
    «Μα μείνε λίγο ακόμα κοντά μου.
    Να μου θυμίζεις όλα εκείνα που έζησα.

    Για λίγο, μείναμε πετρωμένοι κι αμίλητοι.

    «Ώ, να μπορούσα» πρόσθεσε ύστερα.
    «να μπορούσα ν’ ανέβαινα μια ψίχα μαζί σου.
    Να ξαναντίκριζα το φως του ήλιου.
    και τις αμέτρητες χάρες του πάνω κόσμου να ξαναζούσα».

    «Έστω ας ήταν μόνο» κατέληξε και με κοίταξε με απόγνωση
    «ας ήταν μόνο μέσα από των θνητών τα εφήμερα όνειρα
    σαν φευγαλέος άσαρκος άνεμος να περνούσα».

    Έτσι είπε, μα εγώ κινούσα να φύγω.
    καθώς εκείνος χανόταν λίγο λίγο σε μια κίτρινη πάχνη.

    Κι ούτε φωνή πια ακουγόταν
    ούτε ίσκιος φαινόταν την ώρα που ανέβαινα.

    Παρά μόνο ένας αέρας, ένας πηχτός κρύος αέρας
    χτυπώντας με δύναμη πάνω στο φως.

    Βγαίνοντας σκοτεινιασμένος
    μέσα από το μαύρο πηγάδι του ύπνου
    σφυρίζοντας.
    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ

    Εκτός τόπου και χρόνου, Αλκίνοος Ιωαννίδης

    6. Πρόδρομος Μάρκογλου, ΙΘ’
    [τοπίο]

    Μουχλιασμένοι δρόμοι
    παράθυρα εξορυγμένα απ’ το σκοτάδι λάμπες των είκοσι πέντε γλείφουν

    νυχτωμένα πρόσωπα, δωμάτια
    που μυρίζουν σιωπή και παραίτηση.
    Οι άνθρωποι,
    με τα χέρια στην απόγνωση
    κι ο χρόνος σωριάζει ανελέητα τις ανάγκες,
    μικραίνουν, οι νύχτες τους δολοφονούν,
    στις γωνίες η αγωνία, η πίκρα
    γεμίζουν οι καπνοδόχοι αιθάλη,
    τα μάτια θολώνουν κ’ η ψυχή τήκεται.

    Οι άνθρωποι ωριμάζουν
    με σιωπή και στέρηση.

    Από τη συλλογή Χωροστάθμιση (1965)

    7. Τοπίο

    Πολιτεία καταχωμένη σε συσσωρεύσεις,
    Πολιτεία διάφωτη σα μες στη νύχτα,
    Μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία.

    Μες στην αφή, στα πράγματα, είν’ ένας ουρανός.

    Μες στην υπόσχεση, στα όνειρα, είν’ ένας δεύτερος.

    Ο άλλος μυστικός, απρόσιτος, σαν τους Αγίους.

    Μπορούμε να τον υποκαταστήσουμε
    Με κείνο το γαλάζιο στις παλιές εικόνες,
    Ή μ’ ένα σύμβολο διαστατό – ένα πρόσωπο,
    Μονάχο, ανακλώμενο σ’ ερήμους από φως.

    Οι άνθρωποι βλέπουν μέσα τους.

    Οι γυναίκες περνούν κι αφήνουν,
    Σα νάσαι η εμπιστευτική τους διαμονή,
    Κάτι σα φέγγος μελιχρό, που σε διαπερνά,
    Σε συνοδεύει στις περιπλανήσεις σου, χαμηλωμένος φωτισμός.

    Εδώ μπορεί να υπάρχης και να μην υπάρχης.
    Να σβήνης και να χάνεσαι.
    Να περπατής και να βουλιάζης.

    Μπορείς να λάμπης, να προσεύχεσαι, ή ν’ αντηχής σαν τις καμπάνες.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953)

    8. Τα τοπία που είδα
    IX

    Αν και έχω δει άσπρα λουλούδια
    Σε θαλασσινές πέτρες
    Λουλούδια φυτρωμένα
    Σε πέτρινα σπίτια
    Που δεν κατοικούνται
    Αν και έχω δει
    Εξαίσιες μεταμορφώσεις
    Της πέτρας που κυλάει το νερό
    Όλες τις ώρες της ημέρας
    Και της νύχτας
    Μονάχη είναι η πέτρα
    Μονάχο το λουλούδι
    Το νερό άδειο
    Η νύχτα μαύρη

    Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

    9. Τοπίο

    Πριν να καθίσει το τοπίο μέσα μας
    κάποιος από εμάς
    αναστέναξε
    σαν σε θάνατο.
    Μόλις το τοπίο κάθισε μέσα μας
    αυτός που έλειπε
    γύρισε βροχή.
    Το βράδυ μου διηγήθηκες την ιστορία
    της γιαγιάς σου, που γέννησε στο ύπαιθρο
    τη μητέρα σου, ύποπτη καιρικών φαινομένων.
    Δεν διαβάζω άλλο.
    Ξημερώνει σε λίγο μια μέρα χαστούκι.
    ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

    10. Απ’ το τραίνο
    Τοπία που χάνονται τόνα ύστερα απ’ τ’ άλλο
    μέσα από συρμό που φιδοσέρνεται.
    Τοπία γιομάτα πράσινη σάρκα
    και μακριά μαλλιά της γαλήνης πάνω στους λόφους…
    Οι αγώνες, βλέπεις, ψηλά βουνά και ευδιάκριτα.
    Τα ψηλοπούλια: καρδιές των ηρώων.
    Τα τοπία δε σώνονται, παρ’ όλα αυτά˙
    η ψυχή μόνο τρέμει, σαν ύστερο φύλλο –
    κι αν στο βάθος σεισμός,
    τα τοπία ατάραχα μένουν…
    ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ

    11. ΤΟΠΙΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

    Έλεγες
    κάποτε θα σου μιλήσω για την άλλη
    θάλασσα, για κάθε τι μοναχικό
    για τον ορίζοντα που γέρνει
    όσο πληθαίνει η λύπη
    Έλεγες
    κάποτε θα σου μιλήσω για τον άλλο πόνο
    την ώρα που η επίμονη βροχή
    θα σπαταλιέται άσκοπα στην άσφαλτο κι η πόλη
    θα βυθίζεται αύτανδρη στο αλκοόλ
    Έλεγες
    κάποτε θα σου διηγηθώ και πάλι
    το παλιό παραμύθι
    με το αθώο(;) πρόβατο και τον κακό(;) λύκο
    θα πάψω πια να είμαι επηρμένος
    θα βρω λίγη ευγένεια και τρόπους
    δεν θα ζητώ παρά το ελάχιστο
    να δώσω μόνο δίχως να κερδίσω
    κάποτε θ’ απολογηθώ για όσα αθέτησα
    τόσες χαμένες υποσχέσεις τόσες
    υπερβολές …
    Έλεγες
    κάποτε θα κάνω επιτέλους εκείνο το ανάποδο ψαλίδι
    που πάντα ονειρευόμουνα κι η μπάλα
    θα καρφωθεί στο γάμα διαπερνώντας πέρα ως πέρα
    το άρρηκτο της ειμαρμένης δίχτυ
    κάποτε…
    – Το θέμα είναι τι κάνεις τώρα!

    (Γιώργος Κασαπίδης)

    12. Άνυδρο τοπίο

    Κάτι μέρες όπως αυτή
    Που η σήψη απλώνεται στην πόλη
    Ο αέρας μυρίζει φορμόλη
    Οι γάτες μαδάνε
    Στα πλακάκια της κουζίνας
    Εσύ χαμογελάς από τη λήθη
    Κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί
    Για μιαν αυταπάτη βεβιασμένης ζήσης
    Το μυαλό μου εκρήγνυται σε κόκκους χρώματος
    Από την παλέτα σου στο υπόγειο
    Την ξεχασμένη
    Κάτι μέρες τέτοιες
    Θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη
    Να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό
    Μα δεν έχω στάλα μελάνι
    Στον ουρανίσκο
    Γεωργία Κολοβελώνη

    13. ΤΟΠΙΟ

    Σίδερα και καπνός χιτώνας απλωμένος
    στο κρύο
    δύναμη συντριμμένη σαλεύει σκοτεινά
    θρήνος παράφορος θρήνος
    ο τυφλός στη λήθη τυφλώνεται
    το χέρι του σπασμού πέτρωσε
    και στην τρέλα περήφανος καλπασμός
    ξαναγεννιέται

    ΝΙΚΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ
    Από το βιβλίο «Κομιδή του Νίκου Λεβέντη», Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1987, σελ. 55.

    14. «Ακίνητα τοπία»

    Τοπία ακίνητα
    Σαν παγερές φωτογραφίες
    Στους φλοιούς των δέντρων συνοψίζεται το βάθος των χρόνων
    Δρόμοι που έρημες μείναν ευθείες
    Άδεια χωριά
    Των τελευταίων
    Των μόνων..

    (ποίημα από την πρώτη ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Νέφη» του Γιάννη Μιχαηλίδη, μέλους του μουσικού γκρουπ Δραμαμίνη)

    Mαρίζα Kωχ »Από ξένο Τόπο»

  2. Καλημέρα, Αγγελική!… Όμορφη «Ποιητική καταιγίδα » το σχόλιό σου!!!!…. Grazie mille!!!

    -Γιάννη Νεγρεπόντη, «Αυτός ο τόπος»

    «Κουραστήκαμε. Άλλο δεν μπορούμε
    σ’ αυτόν τον τόπο εδώ
    που η ιστορία αναβλύζει
    σε κάθε μας βήμα.

    Κι αυτές οι πληγές
    που δε λένε να κλείσουν
    σε κάστρα, σε ναούς, σε αγάλματα
    σε τάφους συλημένους που δε συγχωρούν
    σε αγίων εικόνες
    μιας θρησκείας παρθένας μαινάδας∙
    παντού το πάθος∙ το δέος αυτό
    άλλο δεν το μπορούμε.

    Τι να καταλάβουν οι άλλοι;
    Έρχονται, φωτογραφίζουν, σημειώνουν
    φεύγουν, περιγράφουν, ησυχάζουν.

    Τι ξέρουν αυτοί απ’ τα δικά μας
    μ’ αυτόν τον τόπο τον ανοικτίρμονα
    τον παντοκράτορα, τον αβασίλευτο.»
    (Από τη συλλογή «Δωρήματα», 1963)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Φθινοπωρινό τοπίο»

    «Λυσσάει ένας διαβολεμένος αέρας
    κι η βροχή δεν πέφτει
    δύο διάβολοι αλληλοξεσκίζονται
    δύο σκυλιά αλληλοσπαράζονται
    φέτος δεν πήγα εξοχή
    του χρόνου όμως θα πάω
    από την οδό Αναπαύσεως
    αυξήθηκαν τ’ ασφάλιστρα
    αυξήθηκαν οι βενζίνες
    προσέχετε τους νεκρούς!
    και τώρα άρχισε να πέφτει η βροχή.»
    (Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

    -Κλείτος Κύρου, «Εκτοπίσεις»

    «Στη θάλασσα
    Όγκους νερού μετατοπίζει
    Στον ύπνο του
    Όγκους ατμόσφαιρας
    Όταν ανοίγει τα τρομερά του μάτια
    Συνεχώς εκτοπίζει χώρους
    Μέσα στο χώρο
    άνθρωποι
    όνειρα
    μικροί θρόνοι

    Τα λαίμαργα χέρια θα ηρεμούν
    Μοιραία
    Όταν θα εκτοπίζει
    Χωμάτινους όγκους»
    (Κλείτος Κύρου, «Εν όλω, συγκομιδή», εκδ. ΑΓΡΑ)

    -Παπανικολάου Μήτσος, «Τοπίο»

    «Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει, βρέχει
    στις ελιές τις γκρίζες•
    το νερό σα ρίγος τρέχει
    από τα κλαδιά στις ρίζες.—

    Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα,
    σκοτεινά κάτω κι απάνω:
    Ξεχωρίζουν μες στη μπόρα
    τα τσαντήρια των Τσιγγάνων.

    Απ’ την άσφαλτο, τα κάρα
    κατεβαίνουν, κατεβαίνουν…
    Λάμπουν μερικά τσιγάρα
    στα παράθυρα του τραίνου.

    Ένα σκιάχτρο απελπισμένο
    στη νεροποντή, στο κρύο,
    άδικα γνέφει στο τραίνο
    κι εμψυχώνει το τοπίο.

    Ανυπόφορη είναι η θλίψη
    των αγρών, αυτό το μήνα!
    Η βροχή μας έχει κρύψει
    απ’ το φόντο την Αθήνα»
    («Τοπίο», Τα ποιήματα, Εκδόσεις Πρόσπερος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: