Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (85ο): «Φωτιά»…

-Οδυσσέας Ελύτης, [Φωτιά, ωραία φωτιά]

«Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:

Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας
λέγε μας τη ζωή.

Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ’ τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης, το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει, κακό, τόχουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε

Είμαστε από καλή γενιά.»
(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

-Κωστής Παλαμάς, «Κακή φωτιά»

«Εγώ είμ’ εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ’ εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ’ αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.»
-Μενέλαος Λουντέμης, «Ερωτικό Κάλεσμα»
«Έλα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά
τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια
τις πνίγουν οι νεροποντές
τις κυνηγούν οι βοριάδες

Δεν είμαι δεν είμαι η φωτιά

Έλα κοντά μου δεν είμαι ο άνεμος
τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά
τους βουβαίνουν τα λιοπύρια
τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί

Δεν είμαι δεν είμαι ο άνεμος

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατηλάτης
ένας αποσταμένος κατακτητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων
κι αν θέλεις έλα να τ’ ακούσουμε μαζί

*Το ποίημα μελοποιημένο από τους αδελφούς Κατσιμίχα…

-Ρόμπερτ Φροστ, «Φωτιά και Πάγος»

«Κάποιοι λένε ο κόσμος θα τελειώσει στη φωτιά,
Κάποιοι λένε στον πάγο.
Απ’ όση στη ζωή ένιωσα πεθυμιά
Τάσσομαι εγώ μ’ αυτούς που θέλουν τη φωτιά.
Μα αν ήταν να χαθεί δύο φορές,
Νομίζω μίσος γνώρισα αρκετό
Ώστε να πω ότι ο πάγος για καταστροφές
Σπουδαίος είναι και αυτός
Και τη δουλειά θα κάνει επαρκώς.»
[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]


-Τάκης Σινόπουλος, «Ο καιόμενος»

«Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.»

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (85ο): «Φωτιά»…

  1. Χαμογελάω. Σα να είσαι μέσα στο μυαλό μου. Αυτά α κ ρ ι β ώ ς που διάλεξες, ήταν όσα είχα συγκεντρώσει κι εγώ. Και με την ίδια σειρά σχεδόν. Ανησυχητικό, δε νομίζεις;

    1. » Γιατί έκαψες τη στέγη μου ;» ρώτησα τη
    φωτιά.
    «Για να κοιτάς τον ουρανό ανεμπόδιστα» μου απάντησε.
    Από μιαν άποψη είχε δίκιο, τον έβλεπα
    Όντως ανεμπόδιστα, αλλ’ ήταν τόσο άδειος,
    Που έφτιαξα καινούρια στέγη αμέσως.

    Ειν’ αρκετό το μέσα μου κενό, δεν θέλω κι άλλο
    Πάνω απ’ το κεφάλι μου.

    Αργύρης Χιόνης , Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (απόσπασμα)

    WATER & FIRE – Ludovico Einaudi

    2. Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

    Η φωτιά δεν νοιαζόταν για τις επιθυμίες μας.

    Ήξερε πως δεν ήταν παρά μια φωτιά
    για να διαχωρίσει τις έγνοιες μας από την έξαρση,
    πως ήταν μόνη της ν’ ανάβει φωτιά μέσα στη νύχτα,
    μ’ ολόκληρο το σώμα της θαμπωμένο από το φως.

    Michel Duprez
    (μετ: Σωτήρης Τσαμπηράς)

    3. Φωτιὲς τοῦ Ἅϊ-Γιάννη

    Ἡ μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀλλάξει
    δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τίποτε.
    Ἔχυσαν τὸ μολύβι μέσα στὸ νερὸ κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια κι ἂς ἀνάβουν οἱ φωτιές.
    Ἂν μείνεις γυμνὴ μπροστὰ στὸν καθρέφτη τὰ μεσάνυχτα βλέπεις
    βλέπεις τὸν ἄνθρωπο νὰ περνᾶ στὸ βάθος τοῦ καθρέφτη
    τὸν ἄνθρωπο μέσα στὴ μοίρα σου ποὺ κυβερνᾶ τὸ κορμί σου,
    μέσα στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπὴ τὸν ἄνθρωπο
    τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς σιωπής
    κι ἂς ἀνάβουν οἱ φωτιές.
    Τὴν ὥρα ποὺ τέλειωσε ἡ μέρα καὶ δὲν ἄρχισε ἡ ἄλλη
    τὴν ὥρα ποὺ κόπηκε ὁ καιρός
    ἐκεῖνον ποὺ ἀπὸ τώρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κυβερνοῦσε τὸ κορμί σου
    πρέπει νὰ τὸν εὕρεις
    πρέπει νὰ τὸν ζητήσεις γιὰ νὰ τὸν εὕρει τουλάχιστο
    κάποιος ἄλλος, ὅταν θά ῾χεις πεθάνει.
    Εἶναι τὰ παιδιὰ ποὺ ἀνάβουν τὶς φωτιὲς καὶ φωνάζουν μπροστὰ στὶς φλόγες μέσα στὴ ζεστὴ νύχτα
    (Μήπως ἔγινε ποτὲς φωτιὰ ποὺ νὰ μὴν τὴν ἄναψε κάποιο παιδί, ὦ Ἠρόστρατε)
    καὶ ρίχνουν ἁλάτι μέσα στὶς φλόγες γιὰ νὰ πλαταγίζουν
    (Πόσο παράξενά μας κοιτάζουν ξαφνικὰ τὰ σπίτια, τὰ χωνευτήρια τῶν ἀνθρώπων, σὰν τὰ χαϊδέψει κάποια
    ἀνταύγεια).
    Μὰ ἐσὺ ποὺ γνώρισες τὴ χάρη τὶς πέτρας πάνω στὸ θαλασσόδαρτο βράχο
    τὸ βράδυ ποὺ ἔπεσε ἡ γαλήνη
    ἄκουσες ἀπὸ μακριὰ τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς σιωπῆς
    μέσα στὸ κορμί σου
    τὴ νύχτα ἐκείνη τοῦ Ἅι-Γιάννη
    ὅταν ἔσβησαν ὅλες οἱ φωτιές
    καὶ μελέτησες τὴ στάχτη κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια.

    Λονδίνο, Ἰούλιος 1932, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    Όπως ο Κερέμ, Λοΐζος

    4. Όπως ο Κερέμ

    Είναι βαρύς ο αγέρας σαν μολύβι
    Φωνάζω, φωνάζω, φωνάζω
    Ελάτε γρήγορα σας φωνάζω
    Να λειώσουμε το μολύβι

    Κάποιος μου λέει
    Φωτιά θα πάρεις απ’ την ίδια σου φωνή
    Θα γίνεις στάχτη
    Στάχτη σαν τον Κερέμ
    Που κάηκε απ’ τον έρωτά του

    Και εγώ του λέω
    Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ
    Αν δεν καώ εγώ
    Αν δεν καείς εσύ
    Αν δεν καούμε εμείς
    Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη
    ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

    5. ΑΣ ΡΙΞΩΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ / ΣΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΜΑΣ ΤΗ ΦΩΤΙΑ

    Κοντὰ στὴ μιὰ καταστροφὴ καινούργια μᾶς προφθάνει,
    κοντὰ στὶς τόσες συμφορὲς καὶ στὶς πολλὲς θυσίες,
    δὲν ξέρω τίνος βάλθηκε παντοῦ φωτιὲς νὰ βάνει
    καὶ κάθε βράδι νἄχουμε φρικτὲς φωτοχυσίες.

    Καὶ δός του νέα πυρκαγιὰ καὶ κάτω στὸ παζάρι,
    καὶ μέσα στὴ σαρακοστὴ ἐκάη τὸ χαβιάρι.
    Ἐκάηκαν τὰ βούτυρα, τὰ μῆλα καὶ τ᾿ ἀχλάδια,
    οἱ μπάμιες τὰ πετρέλαια, τὰ ραζακιὰ σταφύλια,
    οἱ λεμονάδες, οἱ ἐλιὲς τὸ γιάτσο καὶ τὰ λάδια,
    ἡ ζάχαρη καὶ ὁ καφές, λουμίνια καὶ φυτίλια.

    Γιατ᾿ ᾖλθαν χρόνια δίσεκτα, καταραμένα χρόνια,
    νὰ ψήνονται στὴν ἀγορὰ καὶ τ᾿ ἄγουρα πεπόνια
    Ἦτο σχεδὸν μεσάνυχτα καὶ λίγο περασμένα,
    ὁ Ταβουλάρης ἔπαιζε στὸ θέατρο ἀκόμα,
    ὅταν μπὰμ μποὺμ ἀκούσθηκαν στὰ ὕψη σκορπισμένα,
    κι ὅλος ὁ κόσμος φώναξε ἀμέσως μ᾿ ἕνα στόμα:

    Συναθροισθῆτε, σκαπανεῖς, ὁρμήσετε φαντάροι,
    ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη χαλασμός… φωτιὰ καὶ στὸ παζάρι.
    Κι ἰδοὺ μὲ σκούφους ναυτικούς, μὲ νυχτικὰ φουστάνια,
    γυναῖκες κι ἄνδρες ὤρμησαν μέσα στοὺς δρόμους ὅλοι,
    μὲ στάμνες, μὲ πλατύσταμνα, καὶ μὲ τὰ γιαταγάνια,
    κι ἔβλεπες σὰν στρατόπεδο τῶν Ἀθηνῶν τὴν πόλη.

    Ἐν τούτοις μὲς στὴν ταραχὴ πολὺ παρετηρεῖτο,
    πὼς μόνον ὁ πρωθυπουργὸς στὴν πυρκαγιὰ δὲν ἦτο.
    Ὡς τὰ ἑπτὰ οὐράνια ἀνέβαιναν οἱ φλόγες,
    κι ἐφώτιζαν τὰ τέσσερα τῆς πόλεως σημεῖα,
    σὰν σκάγια ἐσκορπίζονταν τῶν σταφυλιῶν οἱ ρόγες,
    καὶ πέριξ διεχέετο μεγάλη εὐθυμία.

    Κοκκίνζ᾿ ἡ Ἀκρόπολις ἀπ᾿ τὴν πολλὴ χαρά της,
    ποὺ ἔβλεπε νὰ καίεται τὸ δῶρον τοῦ Ἐλγίνου,
    γιατί αὐτὴ δὲν ξέχασε ἀκόμη τὰ παλιά της,
    πῶς θαῦμα ἔγιν᾿ ἄλλοτε τοῦ κλέφτη της ἐκείνου.
    Ἂν τὸ ξεχνοῦνε οἱ Ρωμιοί, οἱ πέτρες δὲν ξεχνοῦνε
    μὲ ποιοὺς ἐζοῦσαν ἄλλοτε καὶ τώρα μὲ ποιοὺς ζοῦνε.

    Ὢ τόσων ἀναμνήσεων καημένο μου παζάρι,
    μὲ τ᾿ ἀκριβά σου κρέατα, τὰ βρώμια σου τὰ ψάρια,
    τὶς ξύλινες παράγκες σου, τὸν κάθε μακελάρη,
    τὶς ζυγαριὲς τὶς ξύγκικες, τὰ ξύγκικα καντάρια,
    αἰώνια στὴ μνήμη του κανεὶς θὰ σὲ φυλάττει
    καὶ γαῖαν ἔχεις ἐλαφράν, ὦ Ἀγορὰ φιλτάτη.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ, Αὔγουστος 1884

    ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

    6. ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

    Τούτη η φωτιά
    Ήταν ό,τι κυνήγησα
    Ό,τι με με κυνήγησε
    Ό,τι αγάπησα
    Ό,τι με αγάπησε
    Πέρα απ’ τα χρώματα
    Γυμνός
    Αόρατος
    Αδιαμόρφωτος
    Αεικίνητος
    Πουλί της φωτιάς
    Και ποίηση
    Χωρίς συνήθειες

    Και αμετανόητος.

    Δημήτρης Ποταμίτης

    Fire, Brian Crain

    7. Γ΄ ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

    Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε• τα στερνά
    δάχτυλα των φύλλων
    Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή.
    Ο αγέρας
    Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος.
    Φύγανε οι νύμφες.
    Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου
    για να πω.
    Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες,
    χαρτιά από σάντουιτς,
    Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά,
    αποτσίγαρα
    Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι
    νύμφες.
    Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των
    διευθυντών του Σίτυ•
    Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
    Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα…
    Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου
    για να πω,
    Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω
    ούτε φλυαρώ.
    Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια
    παγωμένη ριπή
    Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο
    γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.

    Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ , Η έρημη χώρα, απόσπασμα

    Σωτηρία Λεονάρδου – Καίγομαι

    8. «Καίγομαι, μέχρι να γίνω στάχτη»

    Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα,
    Όλα πρέπει να καούν στη φωτιά μου,
    Τραβάω σαν μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο
    Για να τα προσφέρω, μικρό δώρο, στη φωτιά μου.
    Στη φλόγα αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν βάρος”
    Τα κλαδιά του περασμένου χρόνου, οι κορόνες, οι χαμένες λέξεις,
    Η φλόγα ξεπετάγεται όταν τροφοδοτείται από τέτοια πράγματα
    Και θα ξαναγεννηθείτε πιο καθαροί από τη στάχτη.
    Τραγουδώ μόνο μέσα στη φωτιά, όπως και ο Φοίνικας.
    Στηρίξτε γερά τη ζωή μου,
    Καίγομαι στα σίγουρα, καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη.
    Έτσι, η νύχτα θα είναι διάφανη για σας.
    Φωτιά από πάγο, πηγή από φωτιά,
    Υψώνω ψηλά τη σιλουέτα μου,
    Κρατώ ψηλά την αξιοπρέπειά μου
    Με την υπόσταση της συνομιλήτριας και της κληρονόμου!

    Μαρίνα Τσβετάγιεβα

    Διονύσης Σαββόπουλος – Φλόγες

    9. Έλα να καούμε

    Έλα να καούμε
    να γίνουμε παρανάλωμα
    να σε καταστρέψω και να με καταστρέψεις

    είκοσι χρόνια περίμενα τη στιγμή αυτή
    είκοσι χρόνια χωρίς να το ξέρω ετοιμαζόμουν
    χρόνια της πέτρας όμως στα ενδότερα
    καιόμενος με σιγανή φωτιά,
    κι εσύ να περιμένεις από τα γεννοφάσκια σου,
    πιο πίσω ακόμα, απ΄τη μήτρα της μάνας σου,
    σε κρύα δωμάτια, άξενα, λησμονημένη,
    και να ‘χεις γίνει έλασμα ως τον παροξυσμό

    έλα να καούμε λοιπόν,
    ακόμα πιο ψηλά, ακόμα λίγο,
    να μπούμε μέσα στην καρδιά του ήλιου
    να γίνουμε παρανάλωμα
    να σε καταστρέψω και να με καταστρέψεις –
    αλλιώς δεν είναι δυνατό να γίνει.

    Ανέστης Ευαγγέλου
    από τη συλλογή Το διάλειμμα, 1976
    Συγκεντρωτική έκδοση
    Τα ποιήματα (1956-1993), 2007

    Ένα σπίρτο στο τραπέζι/πήρε μόνο του φωτιά
    κι άρχισε η φωτιά να παίζει/στην τρελή σου την ματιά.

    10.φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει

    μ’ αρέσει αυτό το κάτι στη φωνή σου

    ήχος αχνός κι εκστατικός
    ένα φτερούγισμα που απλώνεται τριγύρω
    όπως όταν στο βάθος τ’ ουρανού χαράζει
    κι όλα τα άλλα φώτα χαμηλώνουν

    μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου
    θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει
    και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της

    δρόμος μακρύς κάτω απ’ τα κάστρα
    κι είσαι η πλατεία με τις μουσικές στο τέρμα του
    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
    Από τη συλλογή Το μυστικό αλφάβητο (2010)

    11. Πάνος Θασίτης, Ναι

    [Από την ενότητα α’]

    Θεός να μας φυλάει – και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας –
    Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,
    πολλά δε γυρεύουμε – το φαγί μας, το σπιτάκι μας,
    και κάτι στην άκρη, για την κακιά την ώρα.

    Σα μας χτυπούν την πόρτα, δε ρωτούμε «δίκαιος ή άνομος»
    δίνουμε σ’ όλους αυτό που μπορούμε
    Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια στους όμοιούς μας.
    Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

    – Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

    Λέμε πάντα ναι – και στη φωτιά και στο νερό
    στο μυλωνά και στον ξωμάχο.
    Ναι στον άγιο, ναι στο διάβολο.

    Ναι κι όταν ναι δεν υπάρχει,
    είν’ η φωτιά που πέφτει πια
    και μας εξολοθρεύει.

    Από τη συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)

    Φωτιά μου εσύ κι αέρας, Μίλτος Πασχαλίδης

    12. Γιώργος Θέμελης, Χειμωνιάτικη φωτιά

    [Από την ενότητα Το Δίχτυ των ψυχών, II]

    Με είχε προφτάσει καταμεσής στο δρόμο
    Απ’ τ’ αδειανό μου πίσω σπίτι στ’ άλλο σπίτι,
    Η Νύχτα,
    Με είχε σκεπάσει το σύθαμπο.

    Το ετοιμόρροπο σώμα σαν ένας επερχόμενος σκελετός,
    Δέντρο ρικνό απ’ τον άνεμο.

    Έπεφτε το αίμα του ήλιου
    Έπεφτε, λίμναζε μέσα στη Δύση.

    Τα μάτια μάθαιναν τη θάμπωση,
    Τα δάχτυλα την παγωμένη αφή.

    Και φάνηκε η Αγάπη,
    Πρόφτασε πάνω στο σύνορο,
    Πρόφτασε, στάθηκε, σταλμένη από μακριά.

    Μάζεψε φλόγα κι άναψε μια χειμωνιάτικη φωτιά.

    Από τη συλλογή Το Δίχτυ των ψυχών (1965)

    13. ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΩΤΙΑ

    Το δάκρυ, όλοι το ξέρουν, είναι μια φωτιά
    κι ο στεναγμός μια φωνή της πληγής μας.
    Καλημέρα λοιπόν σε σας που δεν κλαίτε
    κι έχετε τα μάτια ξεκούραστα.
    ‘Oσο για μένα, ξέρω τώρα πια τι είναι αυτός ο κόσμος.
    ΚΡΙΤΩΝ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ

    14. πυρκαγιά

    τα πάντα να καίγονται μέσα μου
    σε μιαν αναζωπύρωση των λέξεων
    στο παραμιλητό
    της πυρκαγιάς αυτής
    υπάρχω

    Σπύρος Κατηφόρης
    από τη συλλογή Ομίχλη από φωνές, 2014

    «ΑΝΑΨΑ ΚΛΩΝΙ ΔΑΔΙ», Νίκος Χουλιαράς

    15. ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΦΩΤΙΑ
    Μια καινούργια φωτιά
    Η δική σου σβήστηκε
    Βαρέθηκα τη γεύση της στάχτης
    ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ

  2. φωτιά,ωραία φωτιά…»Ήλιος ο πρώτος»Ελύτης-Μαρκόπουλος-Δημητριάδη

  3. Καλημέρα, Lysippe!… Ευχαριστώ πολύ (δεν ήξερα ότι ήταν και μελοποιημένο)…..

  4. Καλημέρα, Αγγελική! Καλή εβδομάδα!…»Τα ποιητικά πνεύματα συναντώνται»!….Πολλά και ωραιότατα τα δώρα σου!!!!… Την ανάρτηση την έκανα στην Αθήνα «λίγο εκ του προχείρου», καθώς ήμουν μακριά από τη βιβλιοθήκη μου…Επέστρεψα μετά από πέντε μέρες μόλις χθες βράδυ και δεν είχα χρόνο να το ψάξω περισσότερο….Grazie mille!!!

    -«Εγώ είμ’ εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνω
    καίγομαι, στάχτη γίνουμαι και πάλι ξανανιώνω.»
    (Δημοτικό)

    -«Χωρίς τη γνώση των φωτιάς ωραιότερα καιγόμαστε.» (Ν. Καρούζος)

    -Κρίτων Αθανασούλης, «Το δάκρυ είναι μια φωτιά»

    «Το δάκρυ, όλοι το ξέρουν, είναι μια φωτιά
    κι ο στεναγμός μια φωνή της πληγής μας.
    Καλημέρα λοιπόν σε σας που δεν κλαίτε
    κι έχετε τα μάτια ξεκούραστα.
    ‘Oσο για μένα, ξέρω τώρα πια τι είναι αυτός ο κόσμος.»

    -PAUL ELUARD, «Η ΕΚΣΤΑΣΗ» (ή « ΣΑΝ ΤΟ ΚΛΑΔΙ ΜΕΣ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ»)

    «Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
    Σαν το παιδί μπρος στη φωτιά
    Χαμογελώντας μόλις κι έχοντας στα μάτια δάκρυ
    Μπροστά σε τούτο το τοπίο που όλα σκιρτούνε μέσα μου
    Όπως θολώνουνε καθρέφτες και καθρέφτες λάμπουνε
    Δυό γυμνά αντανακλώντας σώματα εποχή την εποχή

    Χίλιες έχω να χαθώ δικαιολογίες
    Στη γης αυτήν επάνω τη δίχως δρόμους
    Στον ουρανό αυτό από κάτω τον χωρίς ορίζοντα
    Δικαιολογίες καλές που χτες τις αγνοούσα
    Και που δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω
    Καλά κλειδιά βλεμμάτων κλειδιά κορίτσια των αυτών κλειδιών
    Μπροστά σε τούτο το τοπίο όπου δική μου είναι η φύση

    Εμπρός στη φωτιά η πρώτη φωτιά
    Δικαιολογία καλή λόγος κυρίαρχος
    Αστέρι γνωστό και αναντίλεκτο
    Και στη γης επάνω και στον ουρανό από κάτω
    Έξω απ’ την καρδιά μου και στην καρδιά μου εντός
    Μπουμπούκι δεύτερο πρώτο φύλλο πράσινο
    Που με τα φτερά της το σκεπάζει η θάλασσα
    Κι ο ήλιος στο τετέλεσται που βγαίνει από μέσα μας

    Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
    Σαν το κλαδί μες στη φωτιά.»
    (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

    -Ιωάννης Βηλαράς, «Σαν πεταλούδα στη φωτιά»

    «Σαν πεταλούδα στη φωτιά, σ’ εσένα γύρες φέρω
    κι οχ τη φωτιά που καίγομαι να φύγω δεν ηξέρω.
    Και μόλο που φλογίζομαι, πετώ ολόγυρα σου,
    να ξεμακρύνω δεν μπορώ στιγμήν από σιμά σου.

    Τα μάγια δεν τα πίστευα και μάγια είσαι ατή σου•
    τα μάγια είν’ τα θέλγητρα οπόχει το κορμί σου.
    Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση
    της νιότης τ’ άνθια ολόβολο προικιό να σου χαρίσει.

    Και ποιος είν’ ο αναίσθητος που να σ’ αλησμονήσει,
    αφού σε δει για μια φορά, μαζί σου σα μιλήσει;
    Τ’ αηδόνι σόδωκε λαλιά, φωνή το καναρίνι,
    τη χλωρασιά σου δάνεισαν των περβολιών οι κρίνοι.

    Οι χάρες αναπαύουνται απάνω στη θωριά σου,
    της άνοιξης τριαντάφυλλα ανθούν στα μάγουλά σου.

    Λεν το κοράλλι κόκκινο, μόν’ δίχως νοστιμάδα•
    δεν έχει σαν τ’ αχείλι σου βαφή και κοκκινάδα.
    Δοξάρια είναι τα φρύδια σου και με πιτηδειοσύνη
    βαρούν, πληγώνουν τις καρδιές, χωρίς ελεημοσύνη.

    Στα δυο σου μάτια τα γλυκά ο έρωτας φωλιάζει
    κι οχ ταύτα τις σαγίτες του στους νιους απάνω αδειάζει.
    Το κοίτασμά σου το γλυκό είν’ των καρδιών ο κλέφτης•
    αν δεν πιστεύεις, ρώτησε να σου το είπει ο καθρέφτης…»

  5. Φωτιά, να καούν τα χάρτινα, Γαλάνη

    3.
    σώσ’τε, λοιπόν, τα δάση μας απ’ τη φωτιά, απ’ τη ζέστη, απ’ την ψυχραιμία. πιο πολύ απ’ την ψυχραιμία, έτσι που στέκονται σαν χαζά, έτοιμα να καούνε, να γίνουνε στάχτη τα δέντρα όρθια σαν δέντρα. σώσ’τε, δηλαδή, τις γυναίκες απ’ τις γυναίκες, τα κορίτσια απ’ τα κορίτσια. γιατί η ψυχραιμία τους φταίει, τελικά, για όλα, που καίγονται στα βουβά, στα σκοτεινά, στ’ αστεία. που θέλουν να ’ναι όλα μαζί τα κορίτσια, με τα κλαδιά τους μπλεγμένα, σαν μαλλιά, σαν κλωστές, σαν κεντήματα. σαν ζωές και σαν δάση.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ, ΟΛΩΝ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1

    ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΠΑΓΟΣ – ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ

    4.
    να φαίνεται φωτιά, δεν φαίνεται. κι όμως: ο καπνός και υπάρχει, και κυκλοφορεί γύρω μου σαν αόρατη νύχτα πάνω στη νύχτα, σαν ό,τι θυμάμαι και δεν θυμάμαι, σαν αίσθημα όλο συναίσθημα, επίμονος, ισχυρός. να φαίνεται φωτιά, δεν φαίνεται. ούτε το αίμα, άλλωστε, δεν λέει να φανεί, να κυλήσει. να κυλήσει κι έξω μου, θέλω να πω, γιατί μέσα μου και τί δεν κάνει: κάνει διαδρομές απίστευτες, και στην καρδιά τόσο πηγαινοέρχεται, που κι εγώ ο ίδιος φοβάμαι, το φοβάμαι. το τρέμω το αίμα μου το τόσο άγριο πάντα, μην, αύριο-μεθαύριο, να το κρατήσω δεν καταφέρω, δεν το αντέχω πια.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ, ΟΛΩΝ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 2
    (ΕΡΑΤΩ, 2006)

    Σ. Μάλαμας -Active Member, Της φωτιάς οι μάγοι.

    Βραδινὴ Φωτιά

    – Θυμᾶσαι τὴ φτωχούλα τὴν καλύβα
    στὸ πλούσιο δάσος, πέρα ἀπ᾿ τὸ χωριό;
    – Θυμᾶμαι τὴν καλύβα τὴ φτωχούλα, σὰν ξωκλήσι καὶ σὰν ἀσκηταριό.

    -Τον ἀσκητὴ θυμᾶσαι τῆς καλύβας; (Τάχα κλέφτης; καλόγερος; βοσκός;)
    – Θυμᾶμαι. Ἀκόμα κλαίει μὲς στὸν ἀγέρα τῆς φλογέρας του ὁ πόνος, μυστικός.

    – Θυμᾶσαι τὴ χλωμὴ σωμένη του ὄψη καὶ τ᾿ ἀλαφροσκυμμένο του κορμί;
    – Θυμᾶμαι κάτου ἀπ᾿ τὰ δασά του φρύδια τὴ σαγηνεύτρα τῆς ματιᾶς του ὁρμή.

    – Θυμᾶσαι τὴ φωτιὰ στὸ πλούσιο δάσος, τὴ βραδινὴ φωτιὰ τὴν ξαφνική;
    – Θυμᾶμαι. Λάμια. Στάχτη καὶ ἡ καλύβα. Τὸ πλούσιο δάσος πάει. Ὥρα κακή.

    – Θυμᾶσαι; Τί ν᾿ ἀπόγινε; Κανένας δὲν τὸν ξανάειδε πιὰ τὸν ἀσκητή.
    —Δεν ξέρω. Ὅμως ἀπάνου ἀπ᾿ ὅλα ὁ νοῦς μου τῆς καλύβας τὴ θύμηση κρατεῖ,
    γιατὶ στ᾿ ἀποκαΐδια της γερμένος ἕνας Ἔρωτας, ξέγνοιαστα, σκληρά,
    τὰ βρεφικά του ζέσταινε τὰ χέρια καὶ τ᾿ ἀρχαγγελικά του τὰ φτερά.
    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

    The Doors- Light My Fire

    Φωτιά κι αρμύρα, Λιζέτα Καλημέρη

  6. Ciao Ageliki!… Καλό απόγευμα!!!…

    -“Ακόμη μια επικίνδυνη νύχτα τελειώνει με κατάνυξη. Ακόμη μια φωτιά αντί να με κάψει, με ζέστανε.”
    (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

    -Μανόλης Πρατικάκης, «Η φωτιά που με καίει»

    «Η φωτιά που με καίει για να περνώ απ’ τον εαυτό μου
    στα θαύματα. Που είναι το ανέγγιχτο
    η προέκταση των χριών μου, το αθέατο η πείνα
    για τους άλλους οφθαλμούς: η παραληρηματική μας όραση.
    Ας έρθει λοιπόν να κατακάψει εκείνο που πονούσα
    σαρκωμένο στο χτες και καθόλου στο αύριο.

    Όταν το ξύλο παλιώνει
    ονειρεύεται τη λάμψη του.

    Αν το κομμένο χέρι μου είναι μάτι, η θλίψη μου είναι
    μουσική, το καθετί που λείπει είναι όνειρο
    με πονεί και το ζωγραφίζω. Είναι τάφος και μήτρα.
    Το κάθε καρφί και η κάθε λέξη που γράφω
    γίνεται φύλλο στον ουρανό.
    Μιλώ με τις πέτρες, χορταίνω μια βαθύτερη πείνα
    Με λέξεις καρπούς.
    Κατεβαίνω από λόγγους- γυμνός πλησιάζω τον κόσμο
    απ’ τη μεριά της τρέλας του, από καιούμενα όνειρα
    πλησιάζω τη νύχτα απ’ το πλευρό του φόβου σας.

    Παραμιλώ μεσημέρι στον ύπνο.
    Παραμιλώ μεσημέρι στο θάνατο.

    Η θλίψη μου είναι μουσική. Τα γαβγίσματά μου
    α! τα γαβγίσματά μου είναι πράσινα και μικρά.
    Είναι γεμάτα πουλιά και οράματα.»

    -Μανόλης Πρατικάκης, «Φλεγόμενο Φλάουτο»

    «Σπασμέ των λέξεων. Ερωτικό
    σώμα του λόγου. Φωτοβόλο
    πλάσμα τριαντάφυλλο
    ανάγλυφης γυναίκας.

    Έρχεσαι πάντα
    μέσα απ’ τις γλώσσες
    της φωτιάς.»

  7. Παιδιά μου, να σας κεράσω κι εγώ μια φορά μια…απόπειρα ποίησης (διότι η ποίηση είναι σοβαρή υπόθεση)…εδώ;

    http://pistos-petra.blogspot.gr/2015/02/blog-post_8.html

    Καλό μεσημέρι και να είστε καλά :))

  8. Καλησπέρα, Petra!… Eyxaristoume poly gia to wraio kerasma sou!!!!

  9. -Τριστάν Τζάρα, «Η Απηγορευμένη Φωτιά»

    «Η νύχτα φώτιζε τη νύχτα
    τη νύχτα μες στις λυκοπαγίδες της
    τα κύματα ζητούν ελεημοσύνη στα πουλιά
    και το νερό σβήνει μόνο του
    κι έκτοτες ήταν σιωπή
    που κατεβρόχθιζε τις πόλεις μακρυά απ’ τους νεκρούς
    σιωπηλή φύλαξ της λάμπας
    ροκάνιζε τους σκόρους του φωτός
    δίχως άλλη πίκρα δίχως άλλη σιωπή πάρεξ το φως
    κι ένα μακρύ κρεβάτι γυναικείων μαλλιών
    τα μάτια πλανώνται κιόλας η φωνή του μωρού
    ούτε χαρά ούτε δάκρυ – τα νανουρισμένα νερά
    κι οι αρκούδες ακόμη έχουν πόνο στη γη
    κι είμαι πάντα εδώ και δεν κούνησα ποτές
    από τις πλούσιες σε θηράματα αργίες μας
    ούτ’ ελπίς ούτε ψέμμα
    ανακάλυψαν μάγια
    νέα σαν τον κόσμο
    δεν είναι δυνατό ν’ αντιλεχθεί»

    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  10. ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΕΝΝΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

    Άγγελε της φωτιάς και των γεννητικών οργάνων, ξέρεις της λά-
    σπης το ρήμα,
    πώς με πρωτόβαλε να τραγουδήσω αυτή η πράσινη κυρά,
    που πρώτη μ’ έχωσε στον καμπινέ, στην παντομίμα
    του καφέ, όπου εγώ έκανα το ζητιάνο κι εκείνη το βασιλιά;
    Είπα, ο Διάβολος είναι κάτω από τούτη την τρύπα που πυορροεί.
    Τότε αυτός με δάγκωσε στον πισινό και μου κατέλαβε την ψυχή.
    Γυναίκα φωτιά, εσύ, μιας φλόγας αρχαίας, εσύ,
    του Bunsen ηλεκτρικό μάτι, του κηροπήγιου, εσύ,
    εσύ, της υψικαμίνου, εσύ, του μπάρμπεκιου,
    της άγριας ηλιακής ενέργειας, εσύ, Μαντμουαζέλ,
    πάρε λίγο πάγο, πάρε λίγο χιόνι, πάρε ένα μήνα βροχή,
    και θα ράγιζες το μυαλό σου τρεμοσβήνοντας στη σιωπή.
    Μάνα της φωτιάς, άσε με να σταθώ στην Πύλη σου που όλα τα
    καταβροχθίζει
    καθώς ο ήλιος ξεψυχά στα χέρια σου και το φριχτό του βάρος
    να χάνεται αρχίζει.

    ANNE SEXTON (ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: