Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (81ο): «Ταξίδι – ταξιδιώτης)…

-Μίλτος Σαχτούρης, «Το ταξίδι»
(Στον Θάνο Κωνσταντινίδη)

«Σταθείτε! φώναξε ο φωτογράφος
όμως το πλοίο είχε πια τώρα ξεκινήσει
ένα μεγάλο άσπρο πλοίο γεμάτο άρρωστα πουλιά
κι ο πτηνοτρόφος σε μια ταράτσα με κιάλι τα κοιτούσε
να φεύγουνε μαζί με τα μεγάλα σύννεφα που φεύγανε κι αυτά

Αν μπαίναμε στο αντικρινό ξενοδοχείο θα μας βλέπαν
θα λέγαν: Μπήκαν στο ξενοδοχείο «Η Ελπίς»

«Φεύγετε για ταξίδι;» ρώτησε ο συνταγματάρχης
«Όχι» απάντησα «Είμαι γιατρός
μόλις εξέτασα τ’ άρρωστα αυτά πουλιά που φύγαν
νά, ένα που μου ξέφυγε κιόλας!»
Είχε περάσει στο απέναντι μαγαζί

«Είναι τα τελευταία πράγματα που ψωνίζω
μ’ ελληνικά χρήματα» είπε το άρρωστο πουλί
Έπειτα άνοιξε τα φτερά του και πέταξε στον ουρανό»
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945-1971, Κέδρος)

-Κώστας Καρυωτάκης, «Τελευταίο ταξίδι»

«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ’μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!»
(Άπαντα Καρυωτάκη, εκδ. Πέλλα),

– Ν. Βρεττάκος, «Μες στο ταξίδι είναι η λύπη»

«Μες στο ταξίδι είναι η λύπη.
Τριγυρίζει τη γη σα βασίλισσα στην άμαξά της,
με μια σκέπη απλή χωρίς περιδέραια χρυσά,
δαχτυλίδια ή άλλα κοσμήματα
μ’ ένα χαμόγελο αδιόρατο μόνο
πάνω στα χείλη της. Τα ταξίδια, γνωρίζει,
είναι μακρά. Η ζωή είναι σύντομη.

Μόλις που πρόφτασα κι αντάλλαξα έναν
θερμόν, είναι αλήθεια, ασπασμό με τον ήλιο.
Αυτό ήταν όλο. Κι η λύπη στην άμαξα.»
(Ν. Βρεττάκος, Ποιήματα, εκδ. Τρία φύλλα)

-Κώστας Οὐράνης, «Ταξίδι στα Κύθηρα»
«Τ΄ ωραίο καράβι, έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι
γιορταστικά με γιασεμιά και ρόδα στολισμένο
με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ΄Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,
μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα
σε δέντρα και σε λούλουδα και γάργαρα νερά
υψώνεται ο μαρμάρινος ναός για τη λατρεία
της Αφροδίτης, – του έρωτα τη θριαμβική θεά,
Μα το ταξίδι ήταν μακρύ κι η χειμωνιά μας βρήκε!…
Οι φανταχτές κι ανάλαφρες παντιέρες μουσκευτήκαν,
τα χρώματα ξεβάψανε και τ” άνθη εμαραθήκαν
και κάτου απ τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ΄αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο.»
(Από την ποιητικη συλλογή του Κώστα Ουράνη “Νοσταλγίες»)

-Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Ο ταξιδιώτης»
«Ανοίχτε μου την πόρτα αυτή που κλαίγοντας χτυπώ
η ζωή μας είναι μεταβλητή σαν τα νερά του Ευρίπου
είδες μιαν όχθη σύννεφα να κατεβαίνει
με τ’ ορφανό πλοιάριο στους πυρετούς του μέλλοντος
όμως όλες τις μεταμέλειές σου τις θλίψεις όλες τις θυμάσαι

αόριστα καμπύλα ψάρια λουλούδια του βυθού
ήταν η θάλασσα πάλαι ποτέ
και κάθε ποταμός εκεί εξαντλείται
ώ μνήμη μνήμη
ένα βράδυ μπήκα σε πανδοχείο μελαγχολικό
κοντά στο Λουξεμβούργο
στο βάθος της αίθουσας ένας Χριστός πετούσε
ένας κρατούσε μια νυφίτσα
άλλος ένα σκαντζόχοιρο
έπαιζαν τράπουλα κι εσύ με είχες λησμονήσει
θυμάσαι το πένθος των σταθμών
πολύωρο
διασχίζαμε πολίχνες με περιστροφές 24ωρες
τη νύχτα κάναν εμετό τον ήλιο της ημέρας
ώ ναύτες ώ γυναίκες σκυθρωπές
και σεις συντρόφοι μου και σεις όλα τ’ αναπολείτε

δύο ναύτες χωρίς ποτέ ν’ απομακρύνονται χωρίς ποτέ τους
να μιλούν
ο πιο μικρός ξεψύχησε γέρνοντας στο πλευρό του
ώ σεις συντρόφοι λατρεμένοι
ηλεκτρικά κουδούνια των σταθμών άσματα θεριστών
τροχοφόρα του χασάπη συντάγματα αμέτρητα των δρόμων

γέφυρες ιππικού νύχτες μπλάβες από αλκοόλ
είδα πόλεις παραλοϊσμένες θυμάσαι τα προάστια
και το γυμνό κοπάδι των τοπίων

κυπαρίσσια τεντώνοντας τον ίσκιο τους κάτω από την Εκάτη
τη νύχτα αυτή στο γέρμα του καλοκαιριού άκουσα ένα πουλί
χαύνο κι εξοργισμένο
και τον άσωστο κρότο κάποιου στενόμακρου κι άφεγγου
ποταμού
και καθώς όλα τα βλέμματα κι οι λάμψεις όλες όλων των
ματιών
κυλούσανε πεθαίνοντας στην εκβολή του ποταμού
οι όχθες έμεναν βουβές χορταριασμένες κι έρημες
και το βουνό πλημμύριζε με φως την άλλη όχθη
ύστερα σιγανά και δίχως πιθανή εξήγηση
σκιές των ζωντανών αναρριχώνταν στο βουνό λοξές ή στρέ-
φοντας
αιφνίδια τη φασματική τους όψη με τις σκιές παλλόμενες
όπως
οι ξιφολόγχες κι άλλοτε ανέβαιναν ψηλά και πάλι χαμη-
λώναν
οι οδοντωτές αυτές σκιές βογκώντας σαν άνθρωποι γλι-
στρώντας
βήμα το βήμα στο βουνό –όγκος φωτός-
άραγε ποιον ξεχώρισες στις ξέθωρες αυτές φωτογραφίες
θυμάσαι τη μέρα που μια μέλισσα ρίχτηκε στη φωτιά
Δυό ναύτες χωρίς ποτέ ν’ αφήνει ο ένας το πλευρό του άλλου
Ο μεγαλύτερος φορούσε μια σιδερένια αλυσίδα στο λαιμό
Ο μικρότερος έκανε πλεξούδες τα ξανθά του μαλλιά

Ανοίχτε μου την πόρτα αυτή που κλαίγοντας
χτυπώ
η ζωή μας είναι μεταβλητή σαν τα νερά του
Ευρίπου.»
(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (81ο): «Ταξίδι – ταξιδιώτης)…

  1. Χαίρε, Γιάννη!
    Εκπληκτικό θέμα. Ο ταξιδιώτης του παντός από τα πιο αγαπημένα.

    1. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ταξίδι νυχτερινό

    Ξαναμπαίνω στ’ όνειρο
    σαν σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι.
    Καπνοί στο βουνό∙
    σκέφτομαι: «Θα καίνε τα σκουπίδια»
    μα πάλι υπάρχει μια υποψία
    μάγισσας με κύκλους.
    Ό,τι γίνεται
    έχει ήδη γίνει
    γι’ αυτό η πραγματικότητα
    μπορεί και μεταμορφώνεται…
    Ταξίδι νυχτερινό
    σαν ν’ αποφεύγουμε τα νησιά
    λεκέδες ομορφιάς
    στο σιωπηλό μαύρο
    κι οι μανάδες στις γέφυρες
    γιατί φωνάζουν τόσο φριχτά
    προς τα παιδιά τους
    όταν κι αυτά μαϊμουδίζουν
    το άπειρο
    και δεν ξέρουν ακόμη
    αν τα νερά είναι μέσα
    ή γύρω απ’ τα μικρά τους σώματα.
    Πλέει κι ο μηχανισμός
    της φθοράς∙
    αυτό που λείπει τώρα
    θα μου λείπει χειρότερα
    στο μέλλον
    και θα λέγεται ζωή.

    Από τη συλλογή Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας (1978)

    Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας -Μελίνα

    2. Πάει τὸ ταξίδι…

    Πάει τὸ ταξίδι, φτάσαμε. Τ᾿ ὡραῖο νησάκι νά το!
    Διπλὰ ἀκρογιάλια. Τ᾿ ἀνοιχτό, φῶς ὅλο, τὸ χιονάτο,
    μὲ τὰ γραμμένα ἐρείπια καὶ μὲ τὰ μαυροπούλια·
    καὶ τ᾿ ἄλλο. Ὢ δάση ἀπὸ μυρτιές, ὢ κῆποι ἀπὸ ζουμπούλια,

    καὶ κάτω ἀπὸ τῆς νεραντζιᾶς τῆς φουντωτῆς τα κλώνια,
    ὢ ἴσκιοι! οἱ ἔρωτες μιλοῦνε, ἀντιμιλοῦν τ᾿ ἀηδόνια.
    Τὸ ἕν᾿ ἀκρογιάλι Ἐδῶ! μᾶς λέει, τ᾿ ἄλλο ἀκρογιάλι Νἄμε!
    Βαρκούλα, ποῦ θ᾿ ἀράξουμε; Βαρκάρη, ποῦ θὰ πᾶμε;

    ΠΑΛΑΜΑΣ, Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
    Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 155

    Το ταξίδι, Γκάτσος-Χατζιδάκις

    3. Το ταξίδι

    Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν
    μονάχα για να φύγουν•ελαφρές καρδιές καθώς
    μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ’ αποφεύγουν•
    Χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε «Εμπρός!»

    Εκείνοι που σαν σύννεφα οι απροθυμιές τους μοιάζουν
    και που σαν νεοσύλλεκτοι κανόνια λαχταρούν
    κι άγνωστες ηδονές τρανές, που πάντοτε αλλάζουν
    Και που τι όνομα έχουνε δεν μπόρεσαν να βρουν!

    Φρίκη! Σαν σβούρα μοιάζουμε, σαν φούσκα που πηδάει•
    Ακόμα και στον ύπνο μας, απάνω μας σιμώνει,
    Μας δέρνει η Περιέργεια και μας κυλά στα χάη,
    Σαν ένας Άγγελος σκληρός που ήλιους μαστιγώνει.
    Μοίρα παράξενη! Ο σκοπός πάντα άλλη θέση παίρνει,
    κι αφού δεν είναι πουθενά, μπορεί να ’ναι παντού•
    ο Άνθρωπος που ακούραστα η Ελπίδα τόνε σέρνει,
    αιώνια ψάχνει αναπαμό με τρέξιμο τρελού.

    Πλοίο τρικατάταρτο η ψυχή, ζητάει την Ικαρία•
    Κάποια φωνή απ’ την γέφυρα φωνάζει: «Προσοχή!»
    Κι από τη σκοπιά μια άλλη φωνή απαντά: « Ευτυχία…
    ’Έρωτας… Δόξα..» Διάολε! Σκόπελος είν’ εκεί!

    Κάθε νησάκι που ο σκοπός του πλοίου μακριά κοιτάζει,
    Είν’ Ελδοράδο που μας έχει η Μοίρα υποσχεθεί•
    Κι η Φαντασία, που έξαλλη στην κεφαλή οργιάζει,
    Βρίσκει μόνο έναν ύφαλο μόλις ο ήλιος βγει.

    Ω των χιμαιρικών χωρών ο ποθοπλανταγμένος!
    Στα σίδερα ή στη θάλασσα πρέπει να πεταχτεί
    Ο οικτρός σκοπός, που Αμερικές βλέπει σαν μεθυσμένος
    Κι η πλάνη του το βάραθρο το κάνει πιο βαθύ;

    Κι ο γερο- αλήτης έτσι δα στις λάσπες που πατάει,
    Χάσκοντας, παραδείσια ονειρεύεται παλάτια•
    Σε κάθε τρώγλη που κερί μονάχα την φωτάει,
    ανακαλύπτουν Κάπουες τα εκστατικά του μάτια.

    (Σαρλ Μποντλαίρ, Από «Τα άνθη του κακού» -«les fleurs du mal»- σε μετάφραση του Γεωργίου Σημηριώτη)

    Μ’ ωτοστόπ θα ξεκινήσω για ταξίδι μακρινό – Γκαϊφύλλιας

    4. Ταξιδεύεις ακόμα

    Ταξιδεύεις ακόμα βουερό σπίτι της εξοχής
    κι ακόμα η τρελή σου ψυχή
    επιμένει στο καλοκαίρι.
    Ακόμα αντλείς απ΄ το πηγάδι νερό,
    ακόμα τις νύχτες
    με πάθος ανασαίνεις.
    Είσαι μαγική
    κι άσβηστη θλίψη,
    ακόμα κρατάς
    το παιδί
    στην καρδιά σου.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    5. ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

    Ἄνθρωποι ποὺ ταξιδεύουν μόνοι:
    κατὰ κανόνα σιωπηλοί,
    πιάνοντας θέση σὲ παράθυρο.
    Δὲν ἔχουνε ἀποσκευές,
    δὲν ἔχουνε κανέναν νὰ τοὺς περιμένει.
    Συνέχεια κοιτάζουν ἔξω.

    Ἂν κάποιος τοὺς ρωτήσει ποῦ πηγαίνουνε,
    μοιάζουν σὰ νὰ ’ρχονται ἀπὸ μακριά•
    σὰ νὰ μὴν ἔχουν καταλάβει τὴν ἐρώτηση.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    Μικρή πατρίδα (Δεν έκανα ταξίδια μακρινά)

    6. Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! (απόσπασμα)

    Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Το φοβερό ταξίδι μας έχει τελειώσει•
    Το πλοίο βάσταξε κάθε βιτσιά, το έπαθλο που αποζητήσαμε το έχουμε σηκώσει•
    Το λιμάνι είναι κοντά, ακούω τις καμπάνες, συνεπαρμένο κόσμο,
    Ενώ τα μ άτια τους ακολουθούν τη σταθερή καρίνα, το σκάφος βλοσυρό και θαρραλέο:

    Μα ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
    Ω οι αιμοσταγείς στάλες του κόκκινου,
    Εκεί στη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
    Πεσμένος κρύος και νεκρός.

    Ουώλτ Ουίτμαν
    (μετάφραση Μαρία Θεοφιλάκου)

    Ένα ταξίδι μακρινό, Χαΐνηδες

    7. …………………………………………………………
    Ταξιδιώτη , ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή ,
    Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα ,
    Τ’ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία ,
    Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα .
    Γλίτωσε από τον ορίζοντα που όλο με θόρυβο σε διεκδικεί
    Για να ακούσεις επιτέλους τη ζωντανή σου οχλοβοή
    Που τώρα την φυλά με τις αψίδες της τις καταπράσινες
    η φοινικιά που υποκλίνεται στις πηγές της ψυχής σου.

    Jules Supervielle 1884 -1960
    Οι φλέβες και οι στίχοι μου (απόσπασμα), μετ: Κώστας Ριτσώνης

    8. Το ταξίδι

    Ένας ποιητής ταξιδεύει
    σε μια θάλασσα του κόσμου μας
    κοιτάζοντας ένα άστρο.
    Ταξιδεύει κάποιος ποιητής
    σ’ ένα απ’ τα άστρα, σε μια θάλασσα,
    κοιτάζοντας τον κόσμο μας.
    Ταξιδεύουν οι ποιητές
    στις θάλασσες του κόσμου
    κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

    1960, Mεσόγειος, Ναζίμ Χικμέτ

    Ταξίδι μου κρυφό, Μ. Λιδάκης

    9. Οζυμανδίας

    Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα παλαιά
    Που είπε: Δυο πόδια πέτρινα, πελώρια, χωρίς κορμί,
    Στέκουν στην έρημο. Κοντά τους, πάνω στην άμμο,
    Μισοβυθισμένο, είναι ένα πρόσωπο κομματιασμένο, που η βλοσυρότητά του,
    Και το ρυτιδιασμένο χείλι, και του ψυχρού προστάγματος η υπεροψία,
    Μαρτυρούνε ότι ο γλύπτης του καλά διάβασε τούτα τα πάθη
    Που ακόμα υπάρχουνε, εντυπωμένα σε αυτά τ’ άψυχα πράγματα,
    Το χέρι που τα χλεύασε, και την καρδιά που τα έθρεψε•
    Και στο βάθρο τούτες οι λέξεις σχηματίζονται:
    “Το όνομα μου είναι Οζυμανδίας, βασιλιάς των βασιλέων:
    Κοιτάξτε τα έργα μου, εσείς οι Δυνατοί, και απελπιστείτε!”
    Δίπλα το τίποτα απομένει. Γύρω από κει όπου σαπίζει
    Αυτό το κολοσσιαίο ερήπιο, απέραντες και ολόγυμνες
    Οι μοναχές κι επίπεδες εκτάσεις της ερήμου απλώνονται μακριά.

    Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ, μετ: Μαρία Θεοφιλάκου

    Μοναχικοί ταξιδιώτες – Μουρτζόπουλος / Λάσκαρης

    10. ΤΑΞΙΔΙ

    Kάτω από ένα πεύκο
    O αγέρας δε φυσούσε
    Tραγούδαγε τον ύπνο
    Mια κοπέλα

    Kάτω από τον ύπνο
    H αναπνοή μας φύλαγε
    H αυγή
    Nα περάσει το ρέμα

    Ήταν νύχτα
    Ποιος ξέρει
    Aν δε γεννηθήκαμε
    Tότε

    Σαν κλείνουμε τα μάτια
    Φοβούμαστε και τώρα
    Mήπως γίνουμε ξένοι
    O ένας στον άλλο

    Aλλά τότε δεν έφταιγε
    Παρεκτός η καρδιά μας
    Mας αγαπούσε η θάλασσα
    Mας αγαπούσε ο ύπνος

    Σήμερα η μπόρα πέρασε
    Θα μας σηκώσει ο Θεός
    Θα μας φιλήσει
    Θα γίνουμε παιδιά του

    Πάνω στη χλόη
    O στοχασμός μας τρέχει
    Mελαγχολεί σα μέλισσα
    Mελαγχολεί και πάει

    Kαι καβαλάρης ο άνεμος
    Mπροστά του περπατάει
    Kαι χαιρετάει τα σύννεφα
    Kαι αψηφά τη γη

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ (από το «Σαν Πνοή του Aέρα», Eρμής 1999)

    11. TAΞΙΔΙ

    Έσπαγα το κορμί σου σα ζαχαροκάλαμο
    σε κάθε κόμπο κάθε άρθρωση
    ρουφώντας από τις ρωγμές χυμό.
    Κι εσύ διαρκώς αναδυόσουν πιο ακέρια
    με σκέπαζες με την πολύβουη φυλλωσιά σου
    την αρμυρή δροσιά της θαλασσινής σου νύχτας
    και με ταξίδευες όλο τον δρόμο από το αγρίμι ως τον άνθρωπο.

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

    Μην ψάχνεις πια αλλού/αφού το ξέρεις ήδη/εδώ είναι το ταξίδι

    12. Σε ταξίδι

    Εδώ τότε φανταστικά είχα έρθει.
    Επιθυμούσα το πλούσιο ταξίδι.
    Το επιθυμούσα πολύ,
    περίεργο δε με συγκινεί τώρα.
    Εκεί, με την επιθυμία έμεινε
    η κίνηση επιθυμητή. Τότε και τώρα…
    Πώς ν’ ανταμώσω τα χρόνια;
    Μου φαίνεται δίχως όνειρο να κοιμούμαι,
    κινούμαι ασήμαντα.
    Εκείνο της επιθυμίας
    μ’ εμποδίζει το πριν που έσβησε.
    Δε θέλω να πω, κάπως βαριέμαι.
    Όταν είναι νέος φεύγει κανείς,
    μπορεί να φύγει απομένοντας.
    – Εδώ να ευχαριστηθώ.
    Με πειράζει, που ανησυχώ ακόμα.
    Δεν ησυχάζει το πριν,
    σαν να ξύπνησα στο πριν έξαφνα
    θυμήθηκα, πόσο είχα φτάσει εδώ
    με φαντασιόπληχτες επιθυμίες
    της νεότητας αίσθηση.
    Στο μεταξύ υπάρχει χρόνος που πέθανε.
    Τώρα κάποιος πρέπει να πει:
    «μα τι ωραίο ταξίδι…»
    Ξέχασα να πάρω το φιλμ.
    Η ματαιοδοξία δεν είναι κενή,
    σημασία της μάταιας των ανθρώπων δόξας.
    Κεντρίζεσαι για να βεβαιωθείς,
    πως υπάρχεις στους άλλους ανάμεσα,
    σ’ έναν καιρό απαράλλαχτο,
    όπως στις φωτογραφίες τής συλλογής
    απ’ το ταξίδι τής ζωής.

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, Από τη συλλογή Φαντασία τού χρόνου (1949)

    13. Tαξιδεύοντας

    Tαξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα, εκεί που με καλούν
    οι πεθαμένοι ή όσοι άγνωστοι έρχονται από μακριά
    μέσ’ απ’ τις φωτισμένες πόλεις και τη θάλασσα
    κι όλο βυθίζομαι ελεύθερα στον εύρωστο κορμό του κόσμου

    Αναπολώ λιγότερο τη σκόνη στις παλιές μου κάμαρες
    την παγωμένη ανταύγεια του απογεύματος στ’ άδεια δωμάτια

    Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης

    Ταξίδι στ’ όνειρο, Λαθρεπιβάτες

    14. Το ταξίδι

    Στα σπλάχνα μου υπάρχει τώρα ένας μύλος, αλέθει το σκο-
    τάδι της ηλικίας μου και δε σου λέω για τις φωνές που περ-
    πατάνε στο μυαλό, μήτε για κείνο το ποτάμι που περάσαμε
    προχτές και τα νερά του πλημμυρίζοντας από παντού τη
    μνήμη – εσύ,
    κοιμόσουν και κυλήσανε χιλιάδες χρόνια που σε κράταγα
    κι ήμουν φτωχός και παγωμένος και κουράστηκε, ξερά-
    θηκε το χέρι μου –
    ή ξαφνικά ένα τίναγμα στο κατακάθι της ψυχής,
    τι γύρευα, τι κράταγα από σένα;

    ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, Από τις «ΠΕΤΡΕΣ» (1972)

    15. ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

    Τ’ απογέματα έβρεχε, η βροχή μπέρδευε τη στάχτη τ’ ουρανού με τα κίτρινα φύλλα
    το ποτέ με το πουθενά, εγώ τριγύριζα στις κάμαρες σαν ένας ταξιδιώτης που έχασε το δρόμο του
    «ε, ποιος είσαι;» ρωτούσα καμιά φορά «αυτός που δεν πρέπει να θυμάσαι» άκουγα να λέει κάποιος ψιθυριστά, τρόμαζα
    έψαχνα παντού -αλλά τι να βρω σ’ έναν κόσμο που είναι όλα απ’ τα πριν χαμένα
    εξάλλου είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ, αλλά προς τι τώρα που έφυγε η νεότητά μου
    και τα λόγια μας συνήθως παραπλανούν το ανείπωτο κι όμως συνεχίζουμε να μιλάμε. Τι λέμε;
    Έτσι προτιμούσα να κρατάω ημερολόγιο για εποχές που δεν γνώρισα -ήταν μια ωραία αναπόληση
    ή τη νύχτα τα βήματα ενός περαστικού στο δρόμο μου θύμιζαν πάντα την αιώνια αναχώρηση.

    Ω εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!
    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    Το ταξίδι της ζωής, Μητροπάνος

    16. Μ᾽ αρέσει να ταξιδεύω, ν᾽ αλλάζω χώρες
    Να είμαι πάντα άλλος,
    Ψυχή χωρίς ρίζες,
    Να ζω έξω από αυτά που βλέπω.

    Να μην ανήκω σε κανέναν. Ούτε στον εαυτό μου.
    Να πηγαίνω μπροστά, ξοπίσω να παίρνω
    Την απουσία κάθε σκοπού.
    Και την επιθυμία μου να τον πετύχω.

    Αυτό είναι για μένα το ταξίδι.
    Αλλά εκτός από το όνειρο για το ταξίδι
    Τίποτα από μένα δεν υπάρχει σ᾽ αυτό.
    Όλα τα άλλα, γη κι ουρανός.
    Φερνάντο Πεσσόα

    17. α
    Τι το ’θελα αυτό το κατακόρυφο ταξίδι
    Δεν θα ’ταν πιο καλά να μείνω εκεί
    Μέσα στη σιγουριά του λαβυρίνθου
    Μέσα στης μοίρας τ’ άντερα που με χωνεύαν
    Αργά αργά κι ανώδυνα τι το ’θελα
    Τα μάτια να σηκώνω προς τον ήλιο
    Με κέρινο μυαλό να κάνω όνειρα φωτιάς

    AΡΓYΡHΣ XIONHΣ (από την ποιητική συλλογή ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)

    • Καλημέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή! Όντως ωραίο θέμα το «Ταξίδι»…
      Και μας «δώρισες» τόσα πολλά και ωραία!!! Grazie mille!!!

      – In viaggio (Σε ταξίδι)…

      -Ν. Βρεττάκου Απόσπασμα από το ποίημα, «Το ταξίδι του Αρχάγγελου»

      «…Σὲ πόλεις ἀστρικὲς ποὺ τεντωμένες
      στῶν οὐρανῶν τὴ ρίζα καθρεφτίζουν
      σὲ χρυσὲς λίμνες τὰ καμπαναριά τους,
      σᾶς καρτεροῦνε οἱ κάτοικοι τοῦ Μάη
      κι οἱ κάτοικοι τοῦ Μάη συχνορωτοῦνε,
      βράδυ κι αὐγή, τὸν ἥλιο καὶ τὸ κῦμα:
      Μὴν εἴδατε τούς Ναῦτες μας; μὲ ρόδα
      στολίσαμε τ’ ἀκρόβραχα καί ρόδα
      στοιχεῶσαν στοὺς ἐξῶστες μας· μ’ ἀκόμα
      καμμιὰ φωτιὰ στὸ πέλαγο· κανένας
      δὲ μπόρεσε τὸ στόμα του ν’ ἀνοίξει
      στὴ Γῆ ποὺ τούς ἀγάπησε!. Μὰ ὣς πότε
      θἄρχονται τὰ καράβια καὶ θὰ φεύγουν
      κι ἕνα καράβι μόνο, ποὺ ἔχει φύγει
      πιὸ πρὶν ἀπ’ ὅλα μήτε στὴν Ἰθάκη
      μήτε στὴν Τροία, καθὼς μᾶς παραγγέλνουν
      ὅσα καράβια φύγαν, δὲ θὰ φαίνεται;
      Ν’ ἀστράψει στὸ γιαλό, νὰ ρθεῖ στὴν ὄχθη,
      κάτω ἀπ’ τὸ σεληνόφως, κάτω ἀπ’ τ’ ἄστρα,
      κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιο, μάης, δεκέμβρης, μέρα,
      νύχτα, ὅ,τι νἆναι! Ὤ! πότε στολισμένοι
      θὰ σηκωθοῦν στὸ φῶς καὶ σὰ μιὰ φλόγα
      θὰ γείρουνε στὴ θάλασσα οἱ ἐξῶστες;…»
      (ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ) ΤΡΙΑ ΦΥΛΛΑ)

      -Γ. Σεφέρης, [Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας]

      Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
      πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
      στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
      χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
      ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
      Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
      δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
      μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.
      Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
      πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
      από λιμάνι σε λιμάνι;
      Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
      τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
      κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
      κι εκείνης της θάλασσας,
      χωρίς αφή
      χωρίς ανθρώπους
      μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
      ούτε δική σας.
      Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
      κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
      λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
      ένα ελάχιστο διάστημα.
      (Μυθιστόρημα, Η’, Γιώργος Σεφέρης)
      ΄

      -Viaggio della speranza (Ταξίδι της ελπίδας)…

      -Γ. Σεφέρης, [Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει]

      «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.
      Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
      γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
      καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
      ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
      ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
      Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
      ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
      μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
      μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
      από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
      Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
      και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»•
      χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
      μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
      Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
      με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
      Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
      πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
      O ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Oμονοίας»
      «Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν’ ευχαριστημένος
      «βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».
      Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
      δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
      δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια•
      περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.
      Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά•
      αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
      κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
      ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
      δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
      που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
      όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.
      Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
      κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»
      είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
      εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
      την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜOΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚO.
      Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
      σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
      καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
      ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά.
      Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει•
      παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
      Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937.»
      (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

      -Κ. Π. Καβάφης, «Ιθάκη»
      (απόσπασμα)

      «…Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
      Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
      Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
      Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει•
      και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
      πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
      μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

      Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
      Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
      Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

      Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
      Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
      ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
      (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

      • Καλημέρα, Γιάννη!
        Να που στον υπέροχο Σεφέρη δεν πήγε το μυαλό μου -εκτός από το «Κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας….». Α, θυμήθηκα ένα ακόμη:

        1. Πάνω σ᾿ ἕναν ξένο στίχο

        Στὴν Ἕλλη, Χριστούγεννα 1931

        Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα.
        Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν ἁρμα-
        τωσιὰ μιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του,
        σὰν τὶς φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.

        Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης σάν τὴ
        μουσικὴ καὶ παντοτινῆς
        γιατὶ γεννήθηκε ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,
        ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος
        κανείς.

        Παρακαλῶ τὸ θεὸ νὰ μὲ συντρέξει νὰ πῶ, σὲ μιὰ στιγμὴ
        μεγάλης εὐδαιμονίας, ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη·
        κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος ἀπὸ τὴν ξενιτιά, κι ἀκούω
        τὸ μακρινὸ βούισμά της, σὰν τὸν ἀχὸ τῆς θάλασσας
        ποὺ ἔσμιξε μὲ τὸ ἀνεξήγητο δρολάπι.

        Καὶ παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι καὶ πάλι, τὸ φάν-
        τασμα τοῦ Ὀδυσσέα, μὲ μάτια κοκκινισμένα ἀπὸ τοῦ
        κυμάτου τὴν ἁρμύρα
        κι ἀπὸ τὸ μεστωμένο πόθο νὰ ξαναδεῖ τὸν καπνὸ ποὺ
        βγαίνει ἀπὸ τὴ ζεστασιὰ τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τὸ σκυλί
        του ποὺ γέρασε προσμένοντας στὴ θύρα.

        Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ἀνάμεσα στ᾿ ἀσπρισμένα
        του γένια, λόγια τῆς γλώσσας μας, ὅπως τὴ μιλοῦσαν
        πρὶν τρεῖς χιλιάδες χρόνια.
        Ἁπλώνει μία παλάμη ροζιασμένη ἀπὸ τὰ σκοινιὰ καὶ τὸ
        δοιάκι, μὲ δέρμα δουλεμένο ἀπὸ τὸ ξεροβόρι ἀπὸ τὴν
        κάψα κι ἀπὸ τὰ χιόνια.

        Θἄ ῾λεγες πὼς θέλει νὰ διώξει τὸν ὑπεράνθρωπο Κύκλωπα
        ποὺ βλέπει μ᾿ ἕνα μάτι, τὶς Σειρῆνες ποὺ σὰν τὶς ἀ-
        κούσεις ξεχνᾶς, τὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη ἀπ᾿ ἀνά-
        μεσό μας·
        τόσο περίπλοκα τέρατα, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ στοχα-
        στοῦμε πὼς ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πά-
        λεψε μέσα στὸν κόσμο, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.

        Εἶναι ὁ μεγάλος Ὀδυσσέας· ἐκεῖνος ποὺ εἶπε νὰ γίνει τὸ
        ξύλινο ἄλογο καὶ οἱ Ἀχαιοὶ κερδίσανε τὴν Τροία.
        Φαντάζομαι πῶς ἔρχεται νὰ μ᾿ ἀρμηνέψει πῶς νὰ φτιάξω
        κι ἐγὼ ἕνα ξύλινο ἄλογο γιὰ νὰ κερδίσω τὴ δική μου
        Τροία.

        Γιατὶ μιλᾶ ταπεινὰ καὶ μὲ γαλήνη, χωρὶς προσπάθεια,
        λὲς μὲ γνωρίζει σὰν πατέρας
        εἴτε σὰν κάτι γέρους θαλασσινούς, ποὺ ἀκουμπισμένοι στὰ
        δίχτυα τους, τὴν ὥρα ποὺ χειμώνιαζε καὶ θύμωνε ὁ
        ἀγέρας,

        μοῦ λέγανε, στὰ παιδικά μου χρόνια, τὸ τραγούδι τοῦ
        Ἐρωτόκριτου, μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια·
        τότες ποὺ τρόμαζα μέσα στὸν ὕπνο μου ἀκούγοντας τὴν
        ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς νὰ κατεβαίνει τὰ μαρμα-
        ρένια σκαλοπάτια.

        Μοῦ λέει τὸ δύσκολο πόνο νὰ νιώθεις τὰ πανιὰ τοῦ καρα-
        βιοῦ σου φουσκωμένα ἀπὸ τὴ θύμηση καὶ τὴν ψυχή
        σου νὰ γίνεται τιμόνι.
        Καὶ νἄ ῾σαι μόνος, σκοτεινὸς μέσα στὴ νύχτα καὶ ἀκυβέρ-
        νητος σὰν τ᾿ ἄχερο στ᾿ ἁλώνι.

        Τὴν πίκρα νὰ βλέπεις τοὺς συντρόφους σου καταποντι-
        σμένους μέσα στὰ στοιχεῖα, σκορπισμένους: ἕναν-
        ἕναν.
        Καὶ πόσο παράξενα ἀντρειεύεσαι μιλώντας μὲ τοὺς πεθα-
        μένους, ὅταν δὲ φτάνουν πιὰ οἱ ζωντανοὶ ποὺ σοῦ
        ἀπομέναν.

        Μιλᾶ… βλέπω ἀκόμη τὰ χέρια του ποὺ ξέραν νὰ δοκιμά-
        σουν ἂν ἦταν καλὰ σκαλισμένη στὴν πλώρη ἡ γορ-
        γόνα
        νὰ μοῦ χαρίζουν τὴν ἀκύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
        στὴν καρδιὰ τοῦ χειμῶνα.

        (Γιῶργος Σεφέρης, «Πάνω σ᾿ ἕναν ξένο στίχο», Ποιήματα, Ἀθήνα, ἔκδ. Ἴκαρος, 1985, σσ. 87-89)

        Ακολουθεί το αγαπημένο -συν ένα ακόμη- του Ορέστη Λάσκου:

        2. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΒΛΑΔΙΒΟΣΤΟΚ

        Θερμοκρασία 60 υπό το μηδέν
        και το εισιτήριο προς το Bλαδιβοστόκ στην τσέπη.
        Kι’ απόξω, εξισωμένη με το άπειρον
        η παγωμένη στέππη.

        Δεν είμαι μόνος. Ένας άνθρωπος παράξενος αντίκρυ μου
        μου εξάπτει το ενδιαφέρον σε σημείον μέγα.
        Kι’ ενόσω τού ’χα δώσει σημασίαν «ά λ φ α» στην αρχή,
        τώρα, δεν ξέρω πώς, λαμβάνει σημασίαν «ω μ έ γ α».

        Kαι το εισιτήριο προς το Bλαδιβοστόκ στην τσέπη μου.
        A! Tο Bλαδιβοστόκ! Ω! ας ήτανε ποτέ να μην υπήρχεν εδώ κάτω.
        Kι’ όμως, είν’ ο σκοπός του ταξιδιού μου αλλοίμονο,
        το τέρμα… που δεν έχει παρακάτω.

        Kι’ όμως, το νοσταλγούσα κάποτες το τέρμ’ αυτό.
        Mα τώρα… Tώρα τίποτα. Mονάχα η παγωμένη γύρω στέππη,
        κι’ ο αμίλητος κι’ ακίνητος συνταξιδιώτης μου
        που, σαν μετουσιωμένο σύμβολο, με βλέπει.

        Kι’ όσο και πάει… σιμώνει το Bλαδιβοστόκ.
        Kαι τότε… τι θα γίνει; Θα ξαναγυρίσω πάλε;
        Δεν το πιστεύω. Mα θαρρώ της φάρσας ή του δράματος
        πως πλησιάζει οσονούπω το «φ ι ν ά λ ε».

        Ωραίο πιστόλι ετούτο μα την πίστη μου
        κι’ είν’ εντελώς καινούργιο και γεμάτο.
        Kι’ όπου και νά ’ναι θα φανή και το Bλαδιβοστόκ,
        το τ έ ρ μ α… που δεν έχει π α ρ α κ ά τ ω.

        ΟΡΕΣΤΗΣ ΛΑΣΚΟΣ (1908-1992)
        Aπό τις ΑΓΡΙΟΧΗΝΕΣ, 1972

        3. Το Παρίσι

        Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
        που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
        για το Παρίσι
        στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.

        Λένε γι’ αυτόν
        πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
        μοναδικό
        μες στη ζωή του ιδανικό
        να πάει στο Παρίσι.

        Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
        τ’ ονειρεμένο αυτό ταξίδι
        που ποθούσε.

        Παντού για κείνο συζητούσε•
        μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε•
        τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
        του ’γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
        λαμπρό.

        Να πάει στο Παρίσι…

        Για το ταξίδι αυτό τ’ ονειρευτό
        σκότωνε φευγαλέες επιθυμίες
        και έκανε αιματηρές οικονομίες
        για να το πραγματοποιήσει.

        Να πάει στο Παρίσι…

        Και να,
        που κάποια μέρα στα στερνά
        το κατορθώνει.
        Κι ένα πρωί μέσα στου τρένου ένα βαγόνι
        για το Παρίσι μεθυσμένος ξεκινά.

        – Μα,
        μόλις αντίκρισε μακριά τον πύργο του Άιφελ
        ν’ αχνοδιαγράφεται στο φόντο τ’ ουρανού,
        φριχτή μια σκέψη εισόρμησε στην κάμαρα
        του νου:
        «Κι ύστερα; Κι ύστερα τι θα γινόταν;
        Πώς θα μπορούσε πια να ζήσει
        με δίχως τη λαχτάρα αυτή για το Παρίσι;»
        Γιατί ένιωθε τώρα καλά πως όταν
        σε λίγο στο Παρίσι θα βρισκόταν
        μέσα σ’ ελάχιστο διάστημ’ ασφαλώς,
        θα το βαριόταν.
        Και τότε;

        – Και τότε
        πήρε μια τεράστια απόφαση
        που ως τώρα δεν ευρέθηκε να του τη συγχωρήσει
        κανείς.
        Αντίς να προχωρήσει στο Παρίσι
        κατέβηκε σ’ ένα προάστιο,
        στο Σαιν Ντενίς.
        Και το πρωί απ’ την ίδια οδό
        ξανάρθε εδώ.

        – Και τώρα, σαν και τότε προτού φύγει, πάλι,
        με μια λαχτάρα σαν και πριν μεγάλη,
        μιλάει και λέει παντού, πως έχει ορίσει
        μοναδικό
        μες στη ζωή του ιδανικό
        ν α π ά ε ι σ τ ο Π α ρ ί σ ι.
        ΟΡΕΣΤΗΣ ΛΑΣΚΟΣ

        Φαίνεται πως υπάρχουν πολλά ταξίδια στα Κύθηρα. Πάρε άλλο ένα.
        Του Μπωντλαίρ αυτή τη φορά:

        4. ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ

        Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
        κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ’ τα ξάρτια.
        Κάτου απ’ τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
        σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.

        Το μαυρονήσι ποιο είν’ αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
        – Τα Κύθηρα’ των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
        των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
        παράδεισο’ και μ’ όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!

        Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
        νησί, η καρδιά, να! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
        απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
        γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.

        Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
        κι απ’ όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
        που σ’ εσέ φέρνουν οι καρδιές τ’ αναστενάσματά τους,
        σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από ‘να κήπο

        ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
        Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
        και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
        στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.

        Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
        η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
        με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
        σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.

        Μα να! Καθώς πλευρώνοντας άκρη – άκρη το ερμονήσι,
        ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ’ άσπρα τα πανιά μας,
        που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους’
        ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.

        ‘Ορνια άγρια στο ταϊνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
        με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο’
        και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
        χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ’ στη σαπίλα.

        Τρύπες τα μάτια του, κι απ’ την αδιάντροπη κοιλιά του
        βαριά τ’ άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
        κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
        δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.

        Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
        με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
        και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
        από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.

        Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
        αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
        για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
        που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
        Ω κρεμασμένε

        ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
        είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ως απάνου
        στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
        των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.

        Μπροστά σ’ εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
        όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
        και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
        που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.

        -Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
        για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
        και να! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
        σ’ αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.

        Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
        ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
        Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν’ αντικρύσω
        το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν’ αηδιάσω.

        Charles Baudelaire (1821-1867)
        (μτφ: Μαρία Ρέγκου)

        Καθόλου ευκαταφρόνητος και ο Τεό Σαλαπασίδης:

        5.NORTHERN SPIRITUAL

             Στη δέσποινα των βρεγμένων
             που μας έγραφε τακτικά τις Κυριακές
             παρηγορώντας μας για τις βροχές
             με γράμματα – ομπρελίτσες.

        Το μεγάλο ταξίδι είναι ο άνεμος
        Το μεγάλο ταξίδι είναι από δω ώς τα μάτια της;
        Από δω ώς τα μάτια της έχει βροχή
        Και μεγάλο ταξίδι

        Από δω ως τα μάτια της είναι θάλασσα
        Πνέει ο κακός αέρας
        Το ταξίδι και ο θάνατος κουράστηκαν
        Λίγα μίλια έξω από τη Σκιάθο

        Από δω ώς τη Σκιάθο έχει σύννεφα
        Από δω ώς τη Σαλονίκη είναι Κυριακή
        Τις Κυριακές είναι όλο σύννεφα
        Είναι όλα κλειστά και δε σου ανοίγουν

        Τώρα ώς την άλλη βδομάδα θα πέσει φθινόπωρο
        Το φθινόπωρο ρίχνει τα φύλλα
        Και επειδή μέσα στις βροχές τα φύλλα είναι έρωτας
        Γι’ αυτό βρέχει

        Από δω ώς τα μάτια της.
        (Τέος Σαλαπασίδης )

        Συνεχίζω με έναν Αντώνη Φωστιέρη:

        6. ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

        Το πούλμαν προχωράει βουΐζοντας
        Αλέθοντας τα δευτερόλεπτα σ’ αέρινα άλευρα.

        Τέρας μου μυθικό
        Ό,τι φοβάμαι κι ό,τι σέβομαι είσαι σύ
        Που καταπίνεις τις λευκές γραμμές
        Στη λυσσασμένη άσφαλτο-
        Η νύχτα ενσαρκώνοντας τον έναστρο χρόνο.

        Ετούτη η λεωφόρος πρεκτείνεται
        Σε μια γραμμή χαμένη στο αχανές
        Γύρω οι σφαίρες και οι μικροίπλανήτες παίζοντας-
        Η νύχτα ενσαρκώνοντας τον έναστρο χρόνο.

        Τρέχω με ιλιγγιώδη ακινησία προς το μέλλον
        Στα μακριά μαλλιά μου σύννεφα κι αστέρια
        Σίφουνας οι αιώνες μέσα μου περνάνε-
        Παγωμένο ρεύμα-
        Πλάι μου επιβάτες κοιμισμένοι πάνε.

        ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

        Πρώτο ταξίδι – Γιάννης Κούτρας

        Και μερικά ενδιαφέροντα ακόμη:

        7. Ο ταξιδιώτης

        Τον συνάντησα στον σταθμό των λεωφορείων.
        Είχε μόλις φτάσει από την Θήβα.
        Φορούσε έναν χιτώνα, τα πόδια του ήτανε πρησμένα
        τα μάτια του άλλαζαν συνέχεια χρώμα.
        Ήταν ένας άντρας από έρημο
        μου πρόσφερε ζεστή ρακή
        που έλιωνε και μούδιαζε την γλώσσα.
        Είχα άδικο, μου είπε, αυτό με βασανίζει.
        πως την κατάλληλη στιγμή
        δεν έδωσα σωστή απάντηση.
        Γιατί ο Κύριος των πάντων δεν είναι ο θάνατος
        γιατί ο έρωτας είναι αυτός που πρώτα μπουσουλάει
        κι ύστερα ορθώνεται στα δύο και υπερβαίνει,
        και τέλος αποκτά τις τρεις του διαστάσεις
        χώμα, κόσμος, περιπλάνηση.
        Και η Ιοκάστη; τον ρώτησα, δεν ήταν λάθος
        μία θεϊκή συνωμοσία
        μία πλεκτάνη;
        Με κοίταξε και το πρόσωπό του άλλαζε συνέχεια
        αιώνες ολόκληροι περνούσαν από πάνω του.
        Ήταν η γυναίκα και μητέρα και αδελφή μου
        κι ακόμα η κόρη και η ερωμένη
        από το σώμα μου προήλθε κι εγώ απ’ το δικό της.
        μου απάντησε και η καυτή ανάσα της ερήμου
        μου έκαψε τα σωθικά.
        Άλλωστε, μου είπε ανέμελα
        ενώ έψαχνε το εισιτήριο του για να φύγει,
        ποτέ κανείς δεν επιλέγει αυτόν που θα αγαπήσει.
        ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

        8. Ξεχάστε με στη θάλασσα

        Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία
        αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας.
        Είμαι επισκέπτης.
        Το κάθε τι που αγγίζω
        με πονάει πραγματικά
        κι έπειτα δεν μου ανήκει.
        Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει
        «δικό μου είναι».
        Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου
        είχα πει κάποτε με υπεροψία.
        Τώρα καταλαβαίνω
        πως το τίποτε είναι τίποτε.
        Ότι δεν έχω καν όνομα
        και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο.
        Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω.
        Ξεχάστε με στη θάλασσα.
        Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.

        (Θόδωρος Αγγελόπουλος)

        9. Όταν γυρίσεις από το ταξίδι

        Όταν γυρίσεις από το ταξίδι, το μεγάλο, αυτό που έφαγε τη ζωή σου με την αρμύρα
        κράτησε μέσα σου βαθιά, ότι ποθούσες κοντά στη θάλασσα κι έλειπε, όσο την χτύπαγαν αλύπητα οι φουρτούνες
        θα δεις, θα έρθει στο λιμάνι να σε γνωρίσει, ξανά από την αρχή, όπως τότε
        όταν ξεκινούσες με όνειρα για πολλά ταξίδια, στον γαλάζιο ατέλειωτο ορίζοντα».

        (Βέλλης Γιάννης )

        10. Ταξιδεύοντας

        Δεν θα πάμε.
        Το ξέρω.
        Σε κάποια ναι. Δύο, τρία. Ίσως. Το πολύ.
        Στα άλλα όχι. Σίγουρα όχι.
        Τα ταξίδια εννοώ
        αυτά πού κάθε βράδυ
        σχεδιάζουμε γελώντας
        και περνάμε όμορφα
        και σ’ αγαπώ ακόμα
        κι όταν στις λεπτομέρειες διαφωνούμε
        μα στο τέλος συμφωνούμε
        και ξέρω πως ξέρεις κι εσύ
        ότι δεν θα πάμε σε όλα
        όχι τουλάχιστον σε όλα.
        Και περιμένω με χαρά απόψε
        και πάλι το επόμενο ταξίδι
        να σχεδιάσουμε, το δικό μας
        αυτό πού δεν θα πάμε.

        ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

        11. Ταξίδι

        Όταν σκοτεινιάσει τραγούδησέ μου
        για τους τελευταίους ρομαντικούς.

        Στο σημείο της φυγής τους
        χάιδεψέ μου τα μαλλιά και σφίξε με.

        Ήμασταν κι εμείς μαζί τους
        για μια νύχτα που ξεχνάω.

        Χάνεται τόσο μακριά το βλέμμα σου
        που με εθίζει στα ταξίδια.

        Η νύχτα σήμερα κυλάει αργά
        δε νομίζω να ξημερώσει σύντομα ξανά.

        Στη μικρή σου γωνιά τυλίγεσαι.
        Το ταξίδι αυτό ήταν δύσκολο
        μέσα από τη φλόγα
        έως τη δροσιά.

        ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ

        12. Τὸ τελευταῖο ταξίδι

        Ὅταν ἀποβιβάστηκε, περαστικὸς
        γιὰ τὸ ἑπόμενο ταξίδι
        ἄρχισε νὰ τριγυρνάει στοὺς δρόμους
        νὰ προχωρεῖ στὴν ἐνδοχώρα μέσα
        στὶς ὀμορφιὲς καὶ τὶς βαθιὲς σιωπὲς

        νὰ περιβάλλεται οἰκεῖος, ἀγαπητὸς
        ἀπὸ τοὺς γελαστοὺς κατοίκους.

        Τὸ μέρος ἦταν ἄγνωστο καὶ μακρινὸ
        ἢ μήπως
        τὸ ἔζησε κάποτε καὶ τώρα
        μετὰ τόσα ταξίδια καὶ λιμάνια

        γύρισε ’κεῖ γιὰ πάντα.

        (Κατσίμης Σπύρος)

        13. Στερνὸ ταξίδι

        Σκεβρὸ καράβι, πῶς στριγγὰ τριζοβολοῦν οἱ ἁρμοί σου,
        ὥρα τὴν ὥραν οἱ γοφοὶ θὰ ξεκλειδώσουν λές,
        μὰ σὺ ταξίδια μελετᾷς στοὺς δρόμους τῆς ἀβύσσου,
        ἐνῷ οἱ παλιὲς τὸ σῶμα σου καταδρομοῦν πληγές.

        Στηλὰ τὰ μάτια στ᾿ ἄνοιγμα τοῦ λιμανιοῦ ἡ γοργόνα
        κρατᾷ, ψυχὴ ἀκατάλυτη μὲς στὸ φθαρτὸ κορμί,
        στὰ πελαγοδρομίσματα καὶ στὸν αἰώνιο ἀγῶνα
        τὴ μαθημένη νιώθοντας νὰ τὴ φτερώνει ὁρμή.

        Ὤ! Ἀλήθεια! ἀντὶ ἀναγέλασμα τῆς ἄστεργής σου μοίρας
        νὰ ρεύεις, σκέλεθρο ἀχαμνό, στὴν ἄκρια ἑνὸς γιαλοῦ,
        κι ἂν τοῦ πέλαου νὰ σὲ πιεῖ γραφτὸ ὁ καταποτήρας,
        πᾶρε ἕν ἐπίδρομο στερνὸ γιὰ κάπου πάντ᾿ ἀλλοῦ.

        (Γρυπάρης Ιωάννης )

        14. Είσαι για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;

        Είσαι για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;
        Είσαι για ένα ρίσκο;
        Θέλω να μου υποσχεθείς
        πως δε θα πάρεις
        μετεωρολογικό δελτίο.
        Πως δε θα χεις μαζί σου
        προμήθειες και αποσκευές.
        Πως δε θα γεμίσεις
        το πλεούμενο με σωσίβια.
        Θα δέσουμε την άγκυρά μας
        στα φτερά των γλάρων.
        Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
        το πιο τρελό δελφίνι.
        Θα σου χαρίσω
        όλο το γαλάζιο του πελάγου.
        Όλο το χρυσάφι του ήλιου.
        Όλο το ροζ του δειλινού.
        Να χεις χρώματα πολλά
        να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.
        Θα γεμίσω τ’ αμπάρι μας με όνειρα.
        Να χεις πολλά.
        Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.
        Αν έχει λιακάδα θα απλώσουμε
        τα δίχτυα της ζωής μας στην κουβέρτα
        και θα μπαλώσουμε τις τρύπες
        που μας άνοιξαν τα σκυλόψαρα.
        Αν έχει βροχή θα βγάλουμε τη ψυχή μας
        στ’ άλμπουρο να ξεπλυθεί.
        Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;
        Για ένα ρίσκο;
        ( Αλκυόνη Παπαδάκη)

        Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο

  2. Φίλοι μου, δείτε την σύμπτωση. Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Καββαδίας κι έχω αναρτήσει στο blog μου αυτό:

    Τὰ καράβια ποὺ φεύγουν γιὰ καινούρια ταξίδια
    καὶ δὲν ξέρουν καλὰ -ἂν ποτὲ θὰ γυρίσουν πίσω
    ἀγαπάω, καὶ θά ῾θελα μαζί τους νὰ πάω
    κι οὔτε πιὰ νὰ γυρίσω.

    Νίκος Καββαδίας

    Γιάννη χρόνια σου πολλά με υγεία.
    Αγγελική και Γιάννη καλή χρονιά! 🙂

    • Ευχαριστώ για τις ευχές σου και για τους στίχους.
      Η ποίηση για μένα είναι «είδος πρώτης ανάγκης».

      Καλή χρονιά σε σένα και όσους αγαπάς.

  3. Καλημέρα, Petra!!! Καλή εβδομάδα!… Ευχαριστώ, καλή χρονιά επίσης!!!
    Κι ένα όμορφο ιταλικό τραγούδι: «Ταξίδι με σένα»…

  4. Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!… Όλα πολύ ωραία! Grazie mille!!!

    -Ρ. Μ. Ρίλκε, «ΜΟΝΟΣ»

    «Σαν ένας που ταξίδεψε σε ξένες θάλασσες,
    έτσι είμαι εγώ κοντά σ’αυτούς που έχουν ριζώσει,
    μέρες γεμάτες έχουν πάνω στο τραπέζι τους,
    όμως για μένα σχήμα έχει μόνο το άγνωστο.

    Στο πρόσωπό μου ανοίγεται ένας κόσμος,
    μπορεί και ακατοίκητος σαν το φεγγάρι,
    εκείνοι όμως αναλύουν κάθε αίσθημα
    και η καθεμιά τους λέξη κατοικείται.

    Όλα όσα έφερα απ’ το μακρύ ταξίδι μου
    μοιάζουν αλλόκοτα δίπλα στα δικά τους–:
    ήταν αγρίμια στην απέραντη πατρίδα τους,
    μα εδώ κρατούν από ντροπή και την ανάσα.»

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΑΣ
    Ταξίδι πρώτο

    Μόλις παιδί και μ’ άφηναν μονάχο,
    στο πώς να φύγω ο νους μου, πώς να κινηθώ.
    Στης μνήμης μου τον πιο θολό βυθό
    το πρώτο μου ταξίδι πάντα θα ‘χω:
    Καθόμουν νήπιο
    στη μέση ενός δωματίου, σ’ ένα χαλί.
    Σε φως πολύ λουζόμουν.
    Αλλος κανείς.
    Με τους αγκώνες, με τα γόνατα
    σύρθηκα απ’ ένα σχέδιο
    σ’ ένα άλλο σχέδιο του χαλιού,
    από μιαν επικράτεια πέρασα σε μιαν άλλη
    (χώρες όριζαν Ισπανοί
    και χώρες Πορτογάλοι)
    και στην Ακτή της Ερημου
    το ‘φτασα το πανέρι μου.
    Γαντζώθηκα στην πλέξη του,
    του μικρόκοσμου ναυαγός,
    και τ’ άρπαγο άλλο χέρι μου
    λεηλάτησε τα ρουχικά,
    τα ρήμαξε τα βρεφικά…
    (Ως που ‘ρθε η Μάνα μου στητή
    στην πόρτα εκέι την ανοιχτή.
    Κι ας έχει φύγει προ πολλού
    κι ας πήγ’ Εκείνη για τ’ αλλού,
    τ’ αχηβαδάκι μου τ’ αυτί
    κράτησε τη φωνή της:
    -Τρέξτε να ιδείτε το μωρό,
    μπουσούλησε να το χαρώ!)
    (http://www.poema.gr/afieromatext.php?id=77&pid=25)

    ΝΙΚΟΣ-ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ
    Ωδή στον ταξιδιώτη απ’ το βορρά

    «Ηρθες μες στο γαλάζιο μεσημέρι
    την ώρα που ωριμάζει η οπώρα την άνοιξη
    και τα μαλλιά σου χρωματίζουν τον κυματισμό του ανέμου
    Ηρθες, απλά και ωραία, γέννημα των αμπελιών και της
    θάλασσας του ήλιου
    τα λευκά σου δόντια λάμπουν από τραγούδι, η φωνή σου
    σπάζει σα κρύσταλλο
    κι είναι το γέλιο σου μήνυμα γυμνού καλοκαιριού
    κι είσαι θερμή Γαλλία της Μεσημβρίας
    τα μάτια σου μια στάλα από φως, καθρέφτισμα
    παιδιάστικου χαμόγελου
    Κι έτσι που σε συνάντησα μέσα στην πρώτη άνοιξη
    άσπρο μεταξωτό που πτυχώνει δίπλα στη θάλασσα
    Πάντα να ήσον εσύ που δε θυμίζεις χρόνια της ταπείνωσης
    να μείνεις μέσα μου μοντέρνα μουσική
    που ο Σηκουάνας κάθε βράδυ ταξιδεύει»

  5. Όλα γι’ αυτό μιλάνε, πουθενά όμως η λέξη «ταξίδι».
    Ο αγαπημένος Πικέρας:

    1. ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΝΑ ΜΕΙΝΩ

    Όλα είναι έτοιμα: η βαλίτσα,
    τα πουκάμισα, οι χάρτες, η φρούδα ελπίδα.
    Τινάζω τη σκόνη απ’ τα βλέφαρά μου.
    Στο πέτο έβαλα
    το ρόδο των ανέμων.
    Όλα είναι έτοιμα: η θάλασσα, ο αέρας, ο άτλαντας.
    Μόνο το πότε μου λείπει,
    το προς τα πού, ένα ημερολόγιο πλοίου,
    ναυτικοί χάρτες, ούριοι άνεμοι,
    κουράγιο και κάποιος να ξέρει
    να μ’ αγαπά όπως εγώ δεν μ’ αγαπώ.
    Το πλοίο που δεν υπάρχει, το βλέμμα,
    οι κίνδυνοι, τα τρομαγμένα χέρια,
    το ομφάλιο νήμα του ορίζοντα
    που υπογραμμίζει αυτούς τους αποσιωπητικούς στίχους…
    Όλα είναι έτοιμα: σοβαρά, μάταια.

    Χουάν Βιθέντε Πικέρας Juan Vicente Piqueras, “Ιστορία της δίψας” “Historia de la sed”, μετ:Κώστας Βραχνός

    Γύρισα, ταξίδεψα πολύ/ κι όλος ο κόσμος είναι σου λέω / μια Λιλιπούπολη

    2. Στη μέση του ταξιδιού

    Χωρίς πικρία, χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο
    στη μέση του ταξιδιού,
    τριάντα χρόνια σκίζοντας
    τις σάρκες μου μ’ αλύπητα μαχαίρια να σ’ εξευμενίσω,
    στραγγίζοντας με λύσσα και την τελευταία
    σταγόνα του αίματός μου για να ξεδιψάσεις,
    τριάντα χρόνια-αιώνες, κάθε μέρα
    τη ζωή μου καταστρέφοντας για ν’ αξιωθώ
    χαρούμενη επιτέλους να σε δω
    Αρχόντισσά μου –
    και να ‘μαι τώρα:
    χωρίς διόλου
    πικρία, στη μέση του ταξιδιού,
    χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο,
    γαλήνιος καρτερώ το θάνατο αφημένος
    στα χέρια σου.
    Πες το γλυκό,
    πλάνο τραγούδι σου, Κυρά μου,
    καθώς ο ήλιος γέρνει πίσω απ’ τα βουνά
    και η νύχτα φτάνει. Νανούρισέ με.
    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

    3. Του ταξιδιού το τέλος

    Αφού κινούνταν όλα στο ταξίδι
    Πώς; Πώς να το τελειώσεις;
    Αν το τελειώσεις τώρα
    Αν σταματήσεις
    Θα σταματά κι αυτό μαζί σου
    Και θυμήσου
    Ό,τι είναι ακίνητο πεθαίνει
    Ή
    Το χειρότερο,
    Μυρίζει θάνατο
    Και ζωντανό ακόμα
    Θάνατο μυρίζει.
    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΓΟΥΡΟΥ

    4. Ταξιδιώτες για λιμάνια-φαντάσματα

    Το ποτάμι κυλάει πάνω στο νοτισμένο δέρμα της γης.
    Τα ποτάμια κυλάνε μέσα μας φέρνοντας τροφή από ψηλά.
    Τα ποτάμια φωνάζουνε μέσα μας το πέρασμα του χρόνου.
    Πόσες ψυχές αχνίζουν στη σκοτεινιά της όχθης;
    Λαμπίτσες έγιναν κι αυτές.
    Κάποτε πονούσαν και στα όνειρά τους
    το δέρμα τους ζάρωνε από τη λησμονιά των φίλων.
    Όσοι στέκονταν κάποτε στις όχθες φύγανε.
    Άλλοι έρχονται, θα φύγουν κι αυτοί,
    για τη θάλασσα της λησμονιάς.
    Ταξιδιώτες είμαστε όλοι του άπειρου χρόνου.
    Ταξιδιώτες για λιμάνια-φαντάσματα.
    ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ

    5. Ταξίδι

    Κοίταξε πάνω στο κατάστρωμα
    τους αδελφούς μας που γέρασαν
    σε μια νύχτα.
    Μας είπαν πως δεν στοχάστηκαν την παρακμή.
    Δεν στοχάστηκαν ένα τέλος
    μέσα σε πέλαγος από βάσανα.
    Γιατί μέσα στην πολιτεία
    είχαν το κρεβάτι της ξεγνοιασιάς,
    γιατί μέσα στο φως το πρωινό
    έσπερναν τη φθορά και την αγωνία.
    ‘Όσοι δεν έχουν κρεβάτι να κοιμηθούν
    ξαγρυπνούν και στοχάζονται.
    ‘Όσοι δεν έχουν ψωμί
    έχουν όνειρα.
    ‘Όσοι δεν έχουν φωτιά να ζεσταθούν
    έχουν ελπίδες.
    Όσοι δεν έχουν ελπίδες και στοχασμούς
    πεθαίνουν από έκπληξη
    γιατ’ είναι σκληρό το κακό που σε βρίσκει
    απροετοίμαστο
    και δυο φορές σκληρός είναι ο θάνατος
    που δεν βρίσκει αντίσταση
    ο ερχομός του.

    (Αθανασούλης Κρίτων)

  6. Ciao, Aggeliki!!!… «Είμαι στην πρίζα», τρέχω για την υποψηφιότητα της κόρης μου με το ΣΥΡΙΖΑ στη Μαγνησία… Το Σάββατο όμως ή την Κυριακή θα είμαι εδώ με νέο θέμα για ανάρτηση…

    -ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΑΣ
    Ταξίδι πρώτο

    Μόλις παιδί και μ’ άφηναν μονάχο,
    στο πώς να φύγω ο νους μου, πώς να κινηθώ.
    Στης μνήμης μου τον πιο θολό βυθό
    το πρώτο μου ταξίδι πάντα θα ‘χω:
    Καθόμουν νήπιο
    στη μέση ενός δωματίου, σ’ ένα χαλί.
    Σε φως πολύ λουζόμουν.
    Αλλος κανείς.
    Με τους αγκώνες, με τα γόνατα
    σύρθηκα απ’ ένα σχέδιο
    σ’ ένα άλλο σχέδιο του χαλιού,
    από μιαν επικράτεια πέρασα σε μιαν άλλη
    (χώρες όριζαν Ισπανοί
    και χώρες Πορτογάλοι)
    και στην Ακτή της Ερημου
    το ‘φτασα το πανέρι μου.
    Γαντζώθηκα στην πλέξη του,
    του μικρόκοσμου ναυαγός,
    και τ’ άρπαγο άλλο χέρι μου
    λεηλάτησε τα ρουχικά,
    τα ρήμαξε τα βρεφικά…
    (Ως που ‘ρθε η Μάνα μου στητή
    στην πόρτα εκέι την ανοιχτή.
    Κι ας έχει φύγει προ πολλού
    κι ας πήγ’ Εκείνη για τ’ αλλού,
    τ’ αχηβαδάκι μου τ’ αυτί
    κράτησε τη φωνή της:
    -Τρέξτε να ιδείτε το μωρό,
    μπουσούλησε να το χαρώ!)

    -ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΝΕΤΗΣ
    Ταξίδι

    Σε δυο στίχους ανάμεσα φύτρωσες αδέσποτο
    το σώμα σου λιβάδια και χαράδρες
    πουλιά και άνεμοι το λήστευαν
    ακύβέρνητα νερά σύννεφα των ματιών σου
    πλημμύρισαν τα διψασμένα σου χαντάκια
    μιλάω την ανάσα σου σε βαθιές σπηλιές
    καραβάκι θρυλικό στο πέλαγος μονάχο
    αρμενίζεις, ήσυχα στα βαθιά κι απόκρημνα˙
    μπλέκομαι αθώρητος στο πιο ψηλό πανί σου
    κι ανηφορίζω, πρώιμη άνοιξη, στα παραθύρια σου.

    -Γιάννης Ποταμιάνος, «Ταξίδι στην ομίχλη»
    (απόσπασμα)
    «…
    Μου αρέσει να ταξιδεύω
    στην ομίχλη
    Ξεχνώ τις χαρακιές
    στα μάγουλα,
    που όργωσαν τα χρόνια
    Προσπερνώ τις χαράδρες,
    που έσκαψαν τα ποτάμια
    των δακρύων μου
    Το θολό τώρα αναζητώ
    Όπως το διαυγές αναζητούσα
    κάποτε
    Μου αρέσουν τα ομιχλώδη
    όνειρα
    Και οι στόχοι οι θολοί,
    οι ασαφείς
    Των καλουπιών δραπέτες
    να κυνηγάνε το ανέφικτο.
    Δεν μου αρέσει πια το εφικτό,
    ασφυκτιώ στα όριά του.
    Όμως έχω ανάγκη τα όρια
    και τους κοντινούς ορίζοντες
    Για να δραπετεύω
    Έχω ανάγκη τις δραπετεύσεις
    και τα ταξίδια στην ομίχλη
    Για να μην φαίνονται τα τείχη
    που έχτισε γύρω μου η ζωή»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: