Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (79ο): «Άνεμος»….

 

«Ὅτι μπόρεσα ν᾿ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ᾿ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.» (Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος)

 
-Μάνος Ελευθερίου, «Η δόξα των ανέμων»
«Οχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων –
γυαλί σπασμένο το κορμί σου καταγής.
Ντυμένη θαύματα στη δόξα των ανέμων
τον αιματόφυρτο καιρό αιμορραγείς.

Οχτώ Νοέμβρη πια ποτέ δε θα ξανάρθει
σαν θεατρίνα που έχει σβήσει αλκοολική
κι ένα παιδί που μεγαλώνει μες στη στάχτη
θα διδαχτεί απ’ τους θεούς τη μαντική.

Μες στα νεκρά τα καφενεία πέφτει χιόνι
κι έξω περνάει μια κηδεία της συμφοράς.
Των αισθημάτων λάμπει πάντοτε το αφιόνι
σ’ ένα κουτί μέσα κλεισμένο ζαφοράς.

Πρέπει να μάθεις να διαβάζεις το σκοτάδι
σαν ένα σώμα, στην αρχή συλλαβιστά.
Να κατακτήσεις και το μπλέ που είναι στον Άδη.
Να ιδρώνουν θάνατο οι χορδές και τα πνευστά.

Σ’ ένα δωμάτιο τρεις γιατροί συλλογισμένοι
πίνουν θανάτους μιας ζωής πριν μ’ αρνηθεί.
Και συνεχώς με ψηλαφίζουν σαστισμένοι
γιατί το μέλλον μου λυσσάει για να σωθεί.

Παλιά φεγγάρια της αγάπης τα μπακίρια.
Πλεχτές κουβέρτες με τοπάζι και χρυσό.
Μυρίζουν κίτρινο και δάφνη τα σανίδια
και πίνω αρώματα και οινόπνευμα να ζω.

Μες στις βελόνες του ένας ράφτης καρφωμένος –
διαμάντια το αίμα του, καρφίτσες και κλωστές.
Ένα παλτό μεταποιεί σαν μαγεμένος
να το φορέσουν των ανέμων εραστές.

Οχτώ Νοέμβρη και το σπίτι ταξιδεύει
σ’ ενός σουλτάνου τις αυλές ψηφιδωτό.
Του σώματός μας τα κρυφά και τα ερέβη
μόνο της τέχνης μας φυλούν την κιβωτό.

Ποιμένες άγγελοι στα μωβ των αθανάτων
πενθούν και ψάλλουν τη μεσίστια ζωή.
Κι εγώ στο έλεος πενθώ των αοράτων
και των προβάτων που πηγαίνουν για σφαγή.

Απόψε τίποτα δεν έχεις να δηλώσεις.
Η νομιμότητά σου εξωπραγματική.
Αρκεί σαν γράμμα τη ζωή σου να διπλώσεις
κι ύστερα παίζεις κοπτική και ραπτική.

Οχτώ Νοέμβρη. Εορτή των Αρχαγγέλων.
Των Μιχαήλ και Γαβριήλ Ταξιαρχών.
Δεν έχει νόημα πως κάψαμε το μέλλον.
Το κέρδος μένει και σωμάτων και ψυχών.

Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων
πλανόδιοι θίασοι πουλούσαν μαγικά
έτσι κι εσύ μέσα στη δόξα των ανέμων
τα αινίγματά σου αθροίζεις με μηδενικά.»
(Η Πόρτα της Πηνελόπης, 2003)

 
-Αργύρης Χιόνης, «Ο άνεμος»

«Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που σου χαϊδεύει τα μαλλιά
που μπαίνει στ’ ανοιχτό πουκάμισό σου
και τρίβεται ερωτικά στο στήθος σου

Εκεί που δεν το περιμένεις βγάζει δόντια
εκεί που δεν το περιμένεις χώνεται στις σάρκες σου
και σε αδειάζει από τα μέσα
και σε αδειάζει τόσο που δεν απομένει
ούτε καν μεδούλι στα οστά σου
που δεν σ’ αφήνει ούτε ψίχουλο ψυχής
που γίνεσαι κοχύλι άδειο ηχείο
κουκούλι του κενού

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που πλέκει
τα δάχτυλά του μες στα δάχτυλά σου
και με υποσχέσεις για ταξίδια και φτερά σε νανουρίζει
ο θάνατος είναι η μόνη χώρα που γνωρίζει

Στήλωσε στέρεα τα πόδια σου στη γη
και τίναξέ τον από πάνω σου τον άνεμο.»


-Τάσος Λειβαδίτης, «Νυχτερινός άνεμος»

«Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί
ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν τον
κήπο
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν βυζαντινό τροπά-
ριο
παιδικές ικασίες γραμμένες στον άνεμο
ω λησμονιά…»

 
-Μίλτος, Σαχτούρης, «Ο τρελός άνεμος Αγίρ»

«Ο τρελός άνεμος Αγίρ
χτυπάει τις πόρτες
τρίζει τις πόρτες τρίζει
το μυαλό μου
το γεμάτο ιστορίες
από έρωτες από θανάτους
από ποιήματα
από ποιήματα πιο πικρά κι από θανάτους…

ο τρελός άνεμος Αγίρ
χτυπάει τις πόρτες
τρίζει τις πόρτες…»


-Γιάννης Ρίτσος, «Μια γυναίκα από άνεμο»
«Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ’ ένα μόνο φύλλο – το χαμόγελό της.
Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. «Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.»
(Γ. Ρίτσος, Ποιήμα, τ. 3ος, Κέδρος)

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (79ο): «Άνεμος»….

  1. Κι αν ο αγέρας φυσά, Μητσιάς

    Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ

    Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
    κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
    κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.
    Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
    κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
    κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.
    Μᾶς βαραίνουν οἱ φίλοι
    ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς νὰ πεθάνουν.
    Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
    κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
    κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    Air – Johann Sebastian Bach

    A. Ο αέρας ο ίδιος είναι ένα λουλούδι

    Ο αέρας ο ίδιος είναι ένα λουλούδι
    Τώρα

    Μου χτυπάει το πρόσωπο

    Μου δροσίζει τα μάτια

    Σκέφτομαι τα χαμηλά σπίτια
    Τα ταπεινά τους τούβλα
    Οι άνθρωποι ανεβαίνουν στα δωμάτια
    Γδύνονται κι ο ύπνος τους παίρνει
    Ντύνονται και το πρωί τους φέρνει
    Ίσαμε την πόρτα
    Στοχάζομαι τα λουλούδια
    Στα περιβόλια των σπιτιών
    Εκείνους που δεν είδαν άλλα λουλούδια
    Και με τέτοια λουλούδια
    Με την αυγή στην αγκαλιά τους
    Μπήκαν στον ουρανό να κοιμηθούν.

    ( Γιώργος Σαραντάρης, Ποιήματα, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 450.)

    B. Ο άνεμος μας φορτώνει

    Ο άνεμος μάς φορτώνει με παλαιά αμαρτήματα
    Και μας διώχνει εδώ κι εκεί στο βρόντο
    Δεν μπορώ να πονέσω πια
    Να πονέσω μαζί σου
    Για να σηκώσω τη φρίκη
    Όπου δεν ξέρω αν φταίω
    Ποια μητριά μάς καμαρώνει;
    Τραγούδια μπόλικα
    Σωπαίνουν μέσα μου
    Κι είμαι σαν κτήνος
    Όταν δεν αγαπώ
    Τραγούδια αδιάντροπα
    Που χάσανε το σώμα
    Βγαίνουν παντού και σπείρουνε
    Ζιζάνια
    Μελάτα λόγια
    Κόσμος φτηνός
    Ζούμε με σας
    Τρεφόμαστε
    Με το δικό σας χνούδι
    Και παραπαίουμε
    Γλιστρώντας πάνω στο δάπεδο
    Κάτω από αόρατη στέγη.
    ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    Noir Désir – Le Vent Nous Portera (greek subtitles)

    Γ. Ὁ ἄνεμος καὶ ἡ ἄνοιξη

    Ὁ ἄνεμος ρέει μέσα στὴν καρδιά μας
    Σὰν οὐρανὸς ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο
    Δέντρα προσπαθοῦν νὰ τοῦ δέσουν τὰ χέρια
    Ἀλλὰ μάταια κοπιάζουν
    Ὁ ἄνεμος ἀναπνέει μέσα στὴν καρδιά μας
    Σὰν στρατὸς ποὺ ὁρμάει στὸν ἀγῶνα
    Τὸν καλωσορίζει ἡ ἄνοιξη στὴν κοιλάδα
    Τὸν χαιρετᾶνε τ᾿ ἀρώματα τῆς γῆς
    Ἡ ἄνοιξη εἶναι μία παρθένα ποὺ δὲν τὴν ξέραμε
    Καὶ ὅλους μᾶς φίλησε μὲ θάρρος προτοῦ τὸ ζητήσουμε
    Τώρα ἀγκαλιάζει τὸν ἄνεμο καὶ κάνει σὰν τρελὴ
    Κι ἀναγκάζει κι ἐμᾶς νὰ τὸν ἀγαπήσουμε
    ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    Μικρέ μου άνεμε, Αστεριάδη

    ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ, ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ

           …balancant le feston et l’ourlet…
                         CH. BAUDELAIRE

    φυσάει ο άνεμος
    του φθινοπώρου
    και σαρώνει
    πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής
    τα ξερά φύλλα
    που επέσαν απ’ τα δέντρα
    σκισμένες επιστολές
    κουρέλια
    πόθους
    ελπίδες
    όνειρα

    άλλοτε ο άνεμος φυσά
    κι’ ανοίγει τρύπες στο νερό
    απ’ όπου αναβλύζουν
    τα δάκρυα των ψαριών
    λουλούδια
    φραντζόλες
    πόθοι
    ελπίδες
    όνειρα

    κι’ άλλοτε ο άνεμος φυσά
    και σε όχι πολύ παρωχημένες εποχές
    «μούντερνε» κάτω από τις μακρυές τις φούστες
    των ωραίων γυναικών
    κι’ έφτανε μέχρι
    τα ευγενικά τους κάλλη
    τα μυστικά

    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
    Από το βιβλίο: Νίκου Εγγονόπουλου, «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» με είκοσι έγχρωμους πίνακες και ένα σχέδιο, Ικαρος, Αθήνα 1978, σελ. 132-133.

    Le vent, Rene Aubry

    ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ
    είναι παρά μια λάμψη πίσω απ’ τα βουνά
    -κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός
    που άξαφνα σταματάει όξω απ’ τα λιμάνια. Κι όσοι νογούν, το μάτι
    τους βουρκώνει
    Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;
    Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικό-
    νισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο
    αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα
    Γιατί δε φτάνεις ως εμάς;
    Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να’ ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό
    στον ώμο• στην τσέπη μου έναν Οδηγό• τη φωτογραφική μου μηχανή
    στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω
    ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο
    Χρυσέ ζωής αέρα…
    ΕΛΥΤΗΣ, Ο μικρός Ναυτίλος (απόσπασμα)

    Ο άνεμος στο νησί (Νερούδα)

    Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

    Ο άνεμος είναι άλογο:
    γι’ άκου τον πώς τρέχει
    στον ουρανό, στη θάλασσα.

    Να με σηκώσει θέλει: γι’ άκου
    πώς τριγυρνάει στον κόσμο
    να με σηκώσει, να με πάει μακριά.

    Στα δυό σου μπράτσα κρύψε με
    μόνο γι’ αυτή τη νύχτα,
    όσο η βροχή θα σπάει
    στη θάλασσα, στα χώματα
    τα στόματά της τ’ αναρίθμητα.

    Και άκου, άκουσε τον άνεμο
    πώς με φωνάζει, ενώ καλπάζει
    να με σηκώσει, να με πάει μακριά.

    Μέτωπο εμείς με μέτωπο,
    στόμα εμείς με στόμα οι δυό μας,
    με τα χωριστά κορμιά μας ένα εμείς
    και με τον έρωτα που μας πυρώνει –
    άσε τον να διαβαίνει ο άνεμος,
    μα δίχως να μπορεί να με σηκώσει.

    Άσε τον άνεμο να τρέχει, άσε τον
    στεφανωμένον με όλους τους αφρούς,
    να με φωνάζει, άσε τον να με γυρεύει,
    ενώ καλπάζει μέσ’ από τους ίσκιους,
    όσο εγώ, αναδυόμενος, ανατέλλοντας
    κάτω από τα μεγάλα σου τα μάτια
    γι’ αυτή τη νύχτα μόνο είμαι εδώ
    ν’ αναπαυθώ, να βασιλεύω, αγάπη μου.
    PABLO NERUDA, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    Στους πέντε ανέμους

    Ο ΕΧΕΜΥΘΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΑΠ’ ΤΑ ΥΨΩΜΑΤΑ

    Βάζοντας τη φτέρνα του ενός ποδιού στη μύτη του άλλου
    ειρωνεύομαι συνήθως το περπάτημα
    την αμοίραστη σκέψη κατορθώνοντας που δραπετεύει
    μόνη της
    απ’ του καιρού τα αναρίθμητα, του χώρου τα ειωθότα.
    (Θα ‘πρεπε να προσθέσω ίσως πως ο άνεμος εμποδίζει το κέρδος.)
    Εγώ τη ζωή μου την έχασα κι αυτό ειν’ η άρρωστη
    κουλουριασμένη μου ευτυχία.
    Είναι μια φράση τούτη που σήμερα την ξελεπιάζω.
    Τα επίγεια λέει κάπου ο Ιησούς – και τα επίγεια -,
    συντρίβοντας τους πλαστούς ουρανούς ανάμεσα στα άμφια.
    Για σκέψου το καλά -: ο θάνατος ν’ απόκειται στην άνθηση
    να γεύεται τη γεύση μας μυρίζοντας τέτοια ζωντανίλα…
    Σιχάθηκα τους στίχους τα βοερά σκάνδαλα των λέξεων.
    Εσύ δεν είσαι ο νυμφίος της διάνοιας ο προικοθήρας
    (του όντος η εξεύρεση)
    κάτι ορέγεσαι εσύ να απαστράπτει κρεμάμενος
    απάνω απ’ τους λαίμαργους κρημνούς της ορατότητας
    την έμμονη σκιά σου γυρεύοντας από χάμω ναν την ξεριζώσεις
    οπουδήποτε στην κίνηση ή στην ευλάβεια δίχως εκκλησία:
    τη θρυμματίζουσα τον εαυτό της ακινησία.
    ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Blowin in The Wind – Bob Dylan

    ΚΑΥΤΟΣ ΑΕΡΑΣ

    Εμφανίστηκαν πιο πολλά ξερά στόματα αυτό το μήνα.
    Πιο πολλά χείλη σκάζουν περιμένοντας στους διαδρόμους της εξουσίας.
    Πιο πολλές διαδηλώσεις για καμένα χωράφια και κόκκινους τραπεζικούς λογαριασμούς
    Και πιο πολλοί λένε ότι γίναμε τριτοκοσμικοί.
    Στον τρίτο κόσμο οι άνθρωποι οικονομεύουν ως και την ανάσα τους
    για να βγάλουν τα έξι χιλιόμετρα ώσπου να βρουν νερό.
    Μερικές φορές κουβεντιάζουμε γι’ αυτές τις άθλιες κομπίνες.
    Μερικές φορές λέμε για τίμια τεχνολογία, πράσινη ζωή κι ασημένιες σφαίρες.
    Όμως δεν βρίσκουμε πώς θα ξεφύγουμε απ’ όλα αυτά.
    Κι έτσι το γυρίζουμε στα ελαφριά, όπως τα τσιτσιρισμένα σύννεφα
    που μοιάζουν με μπουμπούκια μισάνθιστα.
    Ή την πρώιμη σοδειά και το πώς ρίχνεις λίπασμα στις μέρες μας
    που όσο πάνε και λιγοστεύουν.
    Περιμένοντας τη βροχή.
    (Janet Lees, απόδοση: Belica-Antonia Kubareli)

    Dance With The Wind – Stavros Lantsias (Diary of Dreams)

    Επίλογος αέρας

    Ο αέρας σηκώνει τα κρίματά μας ψηλά,
    τα στροβιλίζει για λίγο μακριά
    απ’ τις κουτές σκευωρίες μας
    και τ’ αφήνει να πέσουν πάλι στη γη˙
    εκεί ν’ ανθίσουν.
    Νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες
    να, εκεί έλα,
    τις ακουμπάει στις κορφές
    των αισιόδοξων δέντρων
    και τις καθίζει μετά στο χώμα
    σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.
    Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα
    της μικρής νουβέλας
    κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη
    η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί κάποτε στη νηνεμία
    σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.
    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    Wind, Brian Crain

    Ο άνεμος, μια μέρα λαμπερή

    Ο άνεμος, μια μέρα λαμπερή, κάλεσε την ψυχή μου με μια μυρωδιά γιασεμιού.

    «σε αντάλλαγμα για τη μυρωδιά του γιασεμιού μου, θα ήθελα όλη τη μυρωδιά απ’ τα τριαντάφυλλά σου. »

    «δεν έχω κανένα τριαντάφυλλο• όλα τα λουλούδια στον κήπο μου είναι νεκρά.»

    «τότε λοιπόν, θα πάρω τα μαραμένα πέταλα και τα κίτρινα φύλλα και τα νερά του σιντριβανιού. »

    ο άνεμος έφυγε. Κι έκλαψα. Και είπα στον εαυτό μου: «τι έχετε κάνει με τον κήπο που σας ανατέθηκε κύριε; »

    (Antonio Machado, Μετ. Μαριάννα Τζανάκη)

    Άνεμος, Human Touch

    Ένας απαρηγόρητος άνεμος

    Όλο κι όλο είν’ ένας ανεπαίσθητος άνεμος
    που έρχεται από τη βορεινή κάμαρη του επάνω πατώματος
    ούτε λόγος πως δεν μπορεί να κρυολογήσει κανείς
    ούτε να χτυπήσουν οι πόρτες και τα παράθυρα με πάταγο
    τα παιδιά συνεχίζουν το παιχνίδι τους
    ο παππούς αλλάζει σελίδα, έχει κιόλας ξεχάσει
    και μοιάζει ευτυχισμένος παρακολουθώντας
    το Χρηματιστήριο Αξιών
    Μονάχα η μάνα αφήνει για μια στιγμή τη δουλειά της
    σαν ν’ αφουγκράζεται από πολύ μακριά:
    «Φυσάει απ’ τον παλιό καιρό«» ούτε που το ψιθυρίζει
    και ξανασκύβει στο πλεχτό
    Κι εκείνος είναι εδώ ανάμεσά μας
    και δεν ξέρει’
    πού να βάλει τα χέρια του
    πού να ακουμπήσει το φορτίο της μνήμης
    που του κουράζει τα μάτια
    Και φαίνεται αδικαιολόγητο που βγαίνουμε
    τρέχοντας απ’ το σπίτι
    ρίχνοντας ικετευτικές ματιές
    στον κήπο
    στα κάγκελα
    στ’ αναρριχώμενα του φράχτη
    εκβιάζοντας το χρόνο ανώφελα
    γιατί αυτός είναι μέσα και κάνει το ίδιο
    δένοντας τάχα τα κορδόνια των παπουτσιών του
    Έτσι ξημέρωσε και τούτ’ η μέρα
    κρατώντας απ’ το χέρι έναν απαρηγόρητο άνεμο.

    (Τάσος Πορφύρης, από τη συλλογή Νεμέρτσκα, 1961
    Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα,
    Ποιήματα (1961-2011), 2013)

    Άνεμος είναι και μην κλαις, Γιώργος Σταυριανός

    Ένας αέρας φύσηξε
    μα σε κανένα δάσος
    φύλλο ούτ’ ένα δεν κινήθηκε
    Μαζί του όμως κουβάλησε μια παγωνιά
    Κι απ’ των Πουλιών την Επικράτεια πιο πέρα-
    Αέρας που αφύπνισε μια Χαρμολύπη απόμακρη
    σαν το αμφίδρομο ταλάντεμα του χωρισμού
    στην αγκαλιά την αρκτική γαληνεμένο
    μέχρι το Τίποτα-
    ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ (από Το ανεξάντλητα σημαίνον)

    Πάγωνε τους δρόμους ο αγέρας, Μπέλλου

    ΑΝΕΜΟΣ, ΝΕΡΟ, ΠΕΤΡΑ

        Στον Ροζέ Καγιουά

    Το νερό τρυπάει την πέτρα,
    ο άνεμος σκορπίζει το νερό,
    η πέτρα ανακόπτει τον άνεμο.
    Νερό, άνεμος, πέτρα.

    Ο άνεμος σμιλεύει την πέτρα,
    η πέτρα είναι αγγείο του νερού,
    το νερό το σκάει και είναι άνεμος.
    Πέτρα, άνεμος, νερό.

    Ο άνεμος στους στρόβιλούς του τραγουδάει,
    το νερό στον πηγαιμό του μουρμουράει,
    η πέτρα ακίνητη σωπαίνει.
    Άνεμος νερό, πέτρα.

    Το καθετί είναι άλλο τι και τίποτα:
    ανάμεσα στα κενά τους ονόματα
    περνούν και εξαφανίζονται
    νερό, πέτρα, άνεμος.

    OCTAVIO PAZ, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    Jan Garbarek Group – Brother Wind March

  2. Ciao Ageliki!!!… Καλή Κυριακή!!!!
    «Πλούσια τα ελέη σου» (ποιητικά και μουσικά)!!!… Grazie mille!!!

    *Ένα ιταλικό παρτιζάνικο τραγούδι, «Σφυρίζει ο άνεφος»…

    -FERNANDO PESSOA, «Ο άνεμος εκεί ψηλά»

    “Ο άνεμος εκεί ψηλά,στα αιθέρια,
    την μοναξιά μου έρχεται κι αυξάνει,
    παράπονα δεν κάνω σε κανέναν,
    παράπονα αυτός πρέπει να κάνει.

    Ήχος αφηρημένος, απροσμέτρητος,
    από του φευγαλέο του κόσμου τέλος,
    το νόημά του γίνεται βαθύ,

    κι εντός του μου μιλά όλο το ανύπαρκτο:
    πως η αρετή δεν είναι μια ασπίδα
    και πως καλύτερη αρετή είναι η σιωπή.”

    -Ο. Ελύτης, «Άνεμος της Παναγίας»

    «Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
    Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
    Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
    Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
    Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
    Η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
    Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
    Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
    Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
    Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
    Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
    Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
    Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
    Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
    Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
    Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
    Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!»
    (Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)

    * «Το τραγούδι μου στον άνεμα»

    -HANS MAGNUS ENZENSBERGER, [ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ]

    «Αυτό το πέλαγος των ανέμων δεν δύναται ποτέ
    ν’ αφήσει αδιάφορο τον γνήσιο φυσιοδίφη,»
    είπε κάποτε ο κύριος Howard,
    καθώς ζύγιζε χάπια και φαρμακευτικές σκόνες
    στην Tottenham Green,
    ένας πράος άνθρωπος, ηπίων τόνων.
    Ώριμος, ένας άνδρας του Διαφωτισμού
    και θηρευτής νεφών, κατόρθωσε
    να βάλει σε τάξη ό,τι κινείτο
    στον ουρανό:
    μπούκλες, στοιβάδες και σωρούς,
    προσδιόρισε το απροσδιόριστο
    και το περιόρισε, με τον τρόπο αυτό
    «βάζοντας την σφραγίδα του στα αντικείμενα».
    Ακόμα και λατινικά να τα βαφτίσουμε,
    αυτά εξακολουθούν να ίπτανται ,
    να κάνουν ό,τι θέλουν,
    όλα ανόμοια μεταξύ τους,
    υπόλογα σε κανέναν. Είναι δύσκολο
    να βάλεις μια σφραγίδα στον ουρανό.
    Ω, στο κάτω-κάτω, καλέ μου Howard
    το ότι καμιά φορά ο ουρανός ανοίγει
    δεν το χρωστάμε απαραίτητα σ’ εσένα.»
    («Η Ιστορία των Νεφών και άλλα ποιήματα», εκδ. Πανοπτικόν)

    -Κώστας Γαρίδης, «Μου φωνάζει ο άνεμος»

    «Μου φωνάζει ο άνεμος.
    Μου φωνάζει ο άνεμος πως με γυρεύεις.
    Τόσο νύχτα τι με θέλεις;
    Βγαίνω έξω και βλέπω.
    Τ’ αστέρια μονάχα, τ’ αστέρια κι η νύχτα
    τ’ αστέρια κι η θάλασσα.
    Κι ο άνεμος φεύγει παίζοντας φλάουτο.»
    (Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», 1958)

  3. Αέρας Πεχλιβάνης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου https://www.youtube.com/watch?v=-O8LZVnhP7o

    1. ΑΝΕΜΟΣ ΑΝΑΙΣΧΥΝΤΟΣ τρυπώνει κάτω απ` τα
    φορέματα ωραίων κοριτσιών, τρίβεται πάνω σε γυμνούς
    μηρούς, κάνει εφηβαία να θροΐζουν, λαγγόνια να λαγ-
    γεύουν, στήθη ν` αναρριγούν, να ορθώνονται και, σαν
    τρυγόνια αιχμάλωτα, με ρώγες αιχμηρές τη φυλακή
    τους να ραμφίζουν για να βγουν στο φως. Άνεμος ίμε-
    ρος ανήμερος, των κοριτσιών γλυκός εχθρός.

    AΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    Rene Aubry – Courant D’ air

    2. ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ

    Οι ορίζοντες με περικυκλώνουν σαν δεμάτια,
    Γερμένα κι ανόμοια, και πάντα ασταθή.
    Αν τ` αγγίξει ένα σπίρτο, ίσως με ζεστάνουν,
    Και οι ακριβείς γραμμές τους καψαλίσουν τον αέρα
    Ώσπου να βαφτεί πορτοκαλής
    Προτού τα βάθη που κεντρίζουν εξατμισθούν,
    Επιβαρύνοντας τον χλωμό ουρανό μ` ένα πιο συμπαγές χρώμα..
    Μα το μόνο που κάνουν είναι να διαλύονται ολοένα
    Σαν σειρά από υποσχέσεις , καθώς βαδίζω προς τα μπρος.

    Δεν υπάρχει ζωή ψηλότερα απ` τις κορυφές της χλόης
    Ή τις καρδιές των προβάτων, και ο αέρας
    Ξεχύνεται σαν πεπρωμένο, λυγίζοντας
    Τα πάντα προς μια κατεύθυνση.
    Τον νιώθω να προσπαθεί
    Να σκορπίσει τη θέρμη μου.
    Αν παρατηρήσω για πολύ τις ρίζες απ` τα ρείκια,
    Θα με προσκαλέσουν
    Να λευκάνω τα κόκκαλά μου ανάμεσά τους.

    Τα πρόβατα γνωρίζουν που βρίσκονται,
    Βόσκοντας μέσα στα βρώμικα μάλλινα σύννεφά τους,
    Γκρίζα σαν τον καιρό.
    Οι μαύρες σχισμές των βολβών τους με ρουφούν.
    Σα να με ταχυδρομούν στο διάστημα,
    Ένα αδύναμο, ανόητο μύνημα.
    Στέκονται ένα γύρω μεταμφιεσμένα σε γιαγιάδες,
    Όλο ψεύτικες μπούκλες και κίτρινα δόντια

    Φτάνω σε αυλακιές και σε νερό
    Τόσο διαυγές όσο και η μοναξιά
    Που σκορπίζεται μές απ` τα δάχτυλά μου.
    Άδεια κατώφλια πηγαίνουν από χλόη σε χλόη~
    Κούφωμα και περβάζι ξεμανταλώθηκαν μόνα τους.
    Απ` τους ανθρώπους ο αέρας θυμάται μόνο
    Μερικές παράξενες συλλαβές.
    Τις προβάρει θρηνητικά:
    Μαύρη πέτρα, μαύρη πέτρα.

    Ο ουρανός στηρίζεται σε μένα, σε μένα τον μόνο
    Όρθιο ανάμεσα σ` όλα τα οριζόντια.
    Το γρασίδι κοπανάει το κεφάλι του σαστισμένα.
    Είναι πολύ ευπαθές
    Για μια ζωή με τέτοια συντροφιά~
    Το σκοτάδι το τρομοκρατεί.
    Τώρα, σε κοιλάδες στενές
    Και μαύρες σαν πορτοφόλια, τα φώτα των σπιτιών
    Λάμπουν σα δεκάρες.
    SYLVIA PLATH, μετ. Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου,

    Ήτανε αέρας –Λιζέττα Καλημέρη

    3. Αυτός ο άνεμος

    Αυτός ο άνεμος
    Μας ήρθε από τα ξένα
    Εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας
    Έφαγε το ψωμί μας
    Κοιμήθηκε τον ύπνο μας
    Τρόμαξε τα όνειρά μας

    Τώρα πεθαίνει
    Μέσα στο ίδιο μας το σπίτι

    (Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου)

    4. Η ελευθερία είναι ο άνεμος

    Του ανέμου δεσμώτης το σύννεφο
    ας ταξιδεύει
    Το ταξίδι δεν είναι Ελευθερία
    Η Ελευθερία είναι ο άνεμος
    Ο έρωτας στα μάτια της
    και η θάλασσα

    Πάθος η φουρτουνιασμένη θάλασσα
    Αγάπη, η απαλή βροχή
    Γι’ αυτό κάθε απόγευμα βρέχει
    στα μάτια της
    Όμως κουράστηκε η βροχή
    και οι χείμαρροι φούσκωσαν
    ( Γιάννης Ποταμιάνος, απόσπασμα)

    5. ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ

    Ψάχνω να βρω έναν άνεμο
    που να τον φυσάει μια σημαία.
    Αντρέας Τσιάκος

    Ennio Morricone – Le vent, le cri

    6. Τραγούδι

    Ο αέρας έχει ρίξει το σάλι του στην πλάτη του σήμερα
    Ακούει τα μακρινά μέρη σαν ένας μάντης.
    Το ποτάμι είναι μια γυναίκα που πλένεται
    στα απέραντα χωράφια.
    Μόνο το ρολόι της καρδιάς μας λειτουργεί
    στο ήρεμο κρεβάτι της βραδιάς.
    Υπάρχει ένα πολύ λεπτό σκοινί
    μεταξύ θεού και έρωτα.

    Metin Cengiz

    Να ΄μουν αγέρας, Πουλόπουλος

    7. [ΚΑΙ ΚΑΚΟΣ ΑΕΡΑΣ]

    Και κακός αέρας
    στάθηκα για σε,
    που πνιγμένα πνέει
    και τα φύλλα καίει.

    Κι ήρθα και σου μάρανα
    ό,τι δροσερό
    κι ήρθα και σε θόλωσα,
    γάργαρο νερό.

    Κι έξω στην ολάνθιστη
    που στεκόσουνα θύρα
    πέρασα φθινόπωρο
    κι έμεινα σα μοίρα.

    ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
    Από το βιβλίο: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Τα ποιήματα», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σελ. 333.

    Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος, Αρετή Κετιμέ

    8. Φυσούσε

    Μετράνε την πραμάτια τους
    Και στενεύουν την ψυχή τους
    Καθώς τη βρίσκουνε λειψή.
    Αντιπρόσωποι με φίρμες
    Ρουφιάνοι κατάλληλοι για κάθε συναλλαγή
    Παλιοί ιδεαλιστές μέχρι
    Που το κέρδος έλαμψε βαρύ στην παλάμη
    Γραφειοκράτες πράκτορες πορνοτρόφοι
    Σκύβοντας βαθιά εργάζονται την άνοδό τους.

    Τους ερεθίζει η δύναμη το κέρδος τούς οπλίζει.

    Φύσηξε ένας άνεμος
    Νοτιάς σάρωνε την πόλη
    Στην παραλία περπατώντας
    Καπνίζοντας τα τελευταία μου τσιγάρα
    Παρακολουθώ τα μεγάλα κύματα:
    Μ’ ορμή περνάνε πάνω απ’ τον κυματοθραύστη.

    (Πρόδρομος Μάρκογλου, Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας 1975)

    Scorpions – Wind of change

    9. [ΑΕΡΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ]

    Ἀέ¬ρας αὔγου¬στος. Τὰ νυ¬σταγ¬μέ¬να φύλ¬λα
    κρα¬τι¬οῦν¬ται δύ¬σκο¬λα ἀπ’ τὸν ὦ¬μο τοῦ νο¬τιᾶ.
    Πέ¬ρα, ἡ ὀ¬σμὴ τῆς θά¬λασ¬σας, ἡ ἀ¬να¬τρι¬χί¬λα

    ἑ¬νὸς μο¬τὲρ ποὺ σφύ¬ζει στὰ ρη¬χά.
    Ἀπὸ ψηλὰ τοῦ ἥ¬λι¬ου ἡ λοσιόν
    λούζει λαγόνες καὶ μηροὺς χυμένους χά¬μω,

    σπαρμένα βή¬μα¬τα παν¬τοῦ πά¬νω στὴν ἄμ¬μο,
    μά¬τια μι¬σό¬κλει¬στα, ἰ¬α¬χὲς γυ¬μνὲς παι¬διῶν. —
    Ἀ¬έ¬ρας αὔ¬γου¬στος. Στὴν προ¬σμο¬νὴ τῆς δύ¬σης,

    γα¬λά¬ζια γά¬ζα ὁ ὁ¬ρί¬ζον¬τας τυ¬λί¬γει τὸ γκα¬ζόν.
    Μιὰ σαύ¬ρα, ἀ¬θέ¬α¬τη μὲς στοῦ φω¬τὸς τὸν γά¬μο,
    ἕρ¬πει πρὸς τὴ γα¬λή¬νη μιᾶς σκι¬ᾶς.

    Ἀ¬πὸ τὶς στρό¬φιγ¬γες τοῦ μπὰρ στά¬ζουν εἰ¬δή¬σεις :
    Εὐ¬ρώ¬πη. Τρί¬τη Χι¬λι¬ε¬τί¬α. Ἑλ¬λάς.
    Μιᾶς ἀ¬γνο¬ού¬με¬νης ζω¬ῆς ἀν¬τα¬πο¬κρί¬σεις.

    Ἀ¬έ¬ρας αὔ¬γου¬στος. Ἀ¬έ¬ρας τῆς φω¬τιᾶς.

    Κώστας Κουτσουρέλης, [εκδόσεις Περισπωμένη, 2012]

    10. «Το αλώνι»

    Αέρας παγωμένος
    γνέθει κρύσταλλα∙
    αέρας παγερός και παγωμένος.
    Μες στο κερί
    και μες στο χιόνι αυτός
    και λάμνει∙
    Με χέρια τσακι-
    σμένα αυτός
    και λάμνει
    Με σκάρτα ζάρια
    παίζει ο θάνατος

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΒΟΣ, Μετά τα μυθικά (1996)

    Ο άνεμος, Σαμοΐλης -Ρίτσος

    11. Ο ΑΝΕΜΟΣ

    Ακούστε τον — ακούστε τον — ακούστε τον
    πως τραγουδάει αυτός ο άνεμος,
    ακούστε τον — ακούστε τον — ακούστε τον
    στα στόμια των ανθρακωρυχείων.

    Στις μπαμπακοφυτείες της Νότι’ Αμερικής,
    στις συνοικίες της Βαρσοβίας,
    της Πράγας και της Αθήνας,
    στο Πεκίνο, στις φυτείες του ριζιού.

    Ακούστε τον — ακούστε τον — ακούστε τον
    πως τραγουδάει αυτός ο άνεμος,
    ακούστε τον — ακούστε τον — ακούστε τον
    στα στόμια των ανθρακωρυχείων.

    Στο μετρό του Παρισιού και στις πλατείες της Ρώμης,
    στη Βουδαπέστη, στη Σόφια, πάνω στο Βουκουρέστι.

    Ετούτο το τραγούδι που το παίζει ο Σοστάκοβιτς
    απάνω στα χαλύβδινα τα πλήχτρα του φράγματος της Κανχόνκα
    κι ο Ρόμσον το τραγουδάει στις συνοικίες των νέγρων
    κι ο Νερούντα το φωνάζει
    πάνω — πάνω — πάν’ από τα δάση
    με τους ξυλοκόπους.

    Κι ο Ναζίμ το λέει στους απεργούς ναυτεργάτες,

    κι εγώ το τραγουδάω, συντρόφια μου
    μέσα — μέσα — μέσ’ από τ΄αντίσκηνο
    του Άη — Στράτη.

    Γιάννης Ρίτσος

    12. Απόγευμα

    Ἕνα κομμάτι ἄνεμος ποὺ ἔπεσε στὸ δρόμο
    κάθισε κι ἔπαιξε
    στὰ σύρματα τοῦ ἠλεκτρικοῦ
    μία μελωδία σιγανὴ
    ἀφιερωμένη στὴ διάθεσή μου.
    Αὐτὴ γιὰ μία στιγμὴ μονάχα ἀνασηκώθηκε καὶ κοίταξε
    ὕστερα ἀμετάπειστη καὶ ἀδιάφορη
    ξαναβυθίστηκε ἐντός μου.
    (Κική Δημουλά)

    13. Ο αέρας φυσάει δυνατά
    Να ησυχάσω δεν μπορώ
    Νιώθω μέσα μου κάτι
    Στο τέλος του να φτάνει

    Ίσως αυτό που είναι στην ψυχή μου
    Νομίζει τη ζωή αληθινή…
    Ίσως αυτό που την ψυχή μου ηρεμεί
    Που την κάνει να αισθάνεται…

    Φυσάει αέρας δυνατός.
    Φοβάμαι να σκεφτώ.
    Αν αφήσω ελεύθερη τη σκέψη μου,
    Το μυστήριο μου θα ανυψωθεί.

    Αέρα που περνάς και λησμονείς,
    Στάχτη που σηκώνεσαι και πέφτεις…
    Σ᾽ ευχαριστώ, Θεέ, που μέσα μου
    Δεν ξέρω τι συμβαίνει!
    (Φερνάντο Πεσσόα)

    14. Ὁ Ἥλιος καὶ ὁ Ἀέρας

    Ὁ Ἀέρας θύμωσε,
    μὲ τὸν Ἥλιο μάλωσε.
    Ὁ Ἀέρας ἔλεγε:
    – Εἶμαι δυνατότερος!

    Καὶ ὁ Ἥλιος ἔλεγε:
    – Σὲ περνῶ στὴ δύναμη!
    Ἕνας γέρος γεωργὸς
    μὲ τὴ μαύρη κάπα του
    στὸ χωράφι πήγαινε.

    Ὁ Ἀέρας λάλησε:
    – Ὅποιος ἔχει δύναμη
    παίρνει ἀπὸ τὸν γέροντα
    τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του!

    Φύσησε, ξεφύσησεν,
    ἔσκασε στὸ φύσημα,
    ἄδικος ὁ κόπος του.
    Κρύωσεν ὁ γέροντας
    καὶ διπλὰ τυλίχθηκε
    στὴ χονδρὴ τὴν κάπα του.

    Μὰ κι ὁ Ἥλιος λάλησε:
    – Ὅποιος ἔχει δύναμη
    παίρνει ἀπὸ τὸ γέροντα
    τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του!

    Ἔφεξεν ὁλόλαμπρος,
    καλοσύνη σκόρπισε,
    κι ἔβγαλεν ὁ γέροντας
    τὴ χονδρὴ τὴν κάπα του.

    Πάλι ξαναλάλησε:
    – Ἄκουσε καὶ μάθε το,
    σὲ περνῶ στὴ δύναμη,
    γιατὶ πᾶς μὲ τὸ κακὸ
    κι ἐγὼ πάω μὲ τὸ καλό!
    ΔΡΟΣΙΝΗΣ

    Όταν φέρνει ο αγέρας /μυρωδιές κι αρώματα
    κάποιος μέσα στ’ όνειρό του /κλαίει τα ξημερώματα.

  4. Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!… Tutto perfetto!!!!

    «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
    Να μην τις παίρνει ο άνεμος.»
    (Μανόλης Αναγνωστάκης)

    «…Σαγήνη τρέχα, τρέχα Σαγήνη,
    Ο πράσινος αγέρας θα σ’ αρπάξει!
    Σαγήνη τρέχα, τρέχα Σαγήνη!
    Πρόσεξε τον από πού θε να΄ ρθει!
    Σάτυρος των χλωμών των αστεριών
    Με λάμψη διαστίλβουσα όλων του των γλωσσών…»
    (Φ. Γκ. Λόρκα, απόσπασμα από το ποίημα «Η Σαγήνη κι ο αγέρας»)

    -Ινδιάνικη ποίηση:

    « Ήταν ο άνεμος που τους έδωσε ζωή.
    Είναι ο άνεμος που βγαίνει από το στόμα και μας δίνει ζωή.
    Όταν πάψει να φυσάει πεθαίνουμε.
    Στο δέρμα και στις άκρες των δαχτύλων μας βλέπουμε τα ίχνη του ανέμου.
    Μας δείχνουν που φυσούσε ο άνεμος όταν πλάστηκαν οι πρόγονοί μας…»

    -Ο. Ελύτης, «Ο ήλιος ο ηλιάτορας»
    (απόσπασμα)

    ΑΝΕΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

    Θέλω καράβια σπρώχνω θέλω σταματώ
    Τα δυο βουνά χωρίζω και τα περπατώ

    Μες στις αγάπες μπαίνω και ζαλίζομαι
    κι από τα μυστικά τους αντραλίζομαι

    Σ’ όλους το παραγγέλνω σ’ όλους το μηνώ
    Τρώγεται ο νους του ανθρώπου μόνο αλίμονο.

    ΑΝΕΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

    Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
    το ανάποδο βαφτίζει και το λέει σωστό

    Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
    βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ’ ορκίζεται

    Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
    κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος.

    ΑΝΕΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

    Κάμποι της Σαλονίκης κι όρη του Μοριά
    που ‘ν’ τα παρμένα κάστρα που ‘ναι τα χωριά

    Μες στον αέρα κοίτα μισοφέγγαρο
    κοίτα κορίτσι πράμα που να το χαρώ

    Δευτέρα μεγαλώνει Τρίτη πολεμά
    Τετάρτη γονατίζει Πέμπτη ξεψυχά.

    ΑΝΕΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

    Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι
    Ποιος τους εδιάβη πέρα ποιος δεν τους πατεί

    Μα ο που τους πήρε κι ήμπε μες στα αίματα
    Μήτε Θεός μήτ’ άλλος δεν τον σταματά

    Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν
    Όλ’ οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν!
    (Οδυσσέα Ελύτη, Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ)

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Ο άνεμος του Νοεμβρίου»

    «Τώρα όμως βράδιασε.
    Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
    γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών.
    Τί κάναμε στη ζωή μας;
    Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
    Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
    αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
    που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
    την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα
    κλειδί, ένα ένα χτες ή ένα αύριο
    όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
    γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
    πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
    κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν
    ν’ αγαπήσουν.

    Ώσπου στο τέλος δε μένει παρά μια θολή ανάμνηση απ’το
    παρελθόν (πότε ζήσαμε;)
    και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και
    κανείς δε θα μας θυμηθεί.»
    (Τάσος Λειβαδίτης, “Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου”)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Άνεμοι στα δειλινά προάστια»
    (απόσπασμα)

    I
    Κλειστήκαμε νωρίς στο σπίτι. Βουίζουν οι διαδρόμοι των ανέμων.
    Όπου και να ‘ναι θ’ ακουστεί στα προάστια
    το βήμα της βροχής. Μαντατοφόροι
    φτάνουν απ’ το νοτιά, Βρίσκουν κλειστές όλες τις πόρτες.
    Κάθονται μπρος στα κάγκελα των κήπων
    χτυπάνε το κουδούνι της εξώπορτας.
    Κανείς δε βγαίνει στο κατώφλι. Ο υπηρέτης
    κοιμάται στην κουζίνα. Μοναχά ο καπνός
    σέρνεται τοίχο – τοίχο. Αυτός ο δρόμος έσβησε
    και τούτος ο ήλιος, που ως προχτές ακόμα γέλαγε,
    καίγεται τώρα κόκκινος θολός σαν αποτσίγαρο καλοκαιριού
    ανάμεσα στα δυο καψαλισμένα δάχτυλα
    των ήσυχων κυπαρισσιών στην άκρη της πεδιάδας.

    Ό, τι κι αν πεις είναι ο άνεμος πιο πέρα
    είναι οι μεγάλες χνουδωτές αράχνες
    κάτου απ’ τα φύλλα που σαπίζουνε στο δάσος
    είναι τα σύρματα του τηλεγράφου με τα λείψανα των χαρταϊτών
    κ’ είναι το ταχυδρομικό τ’ αμάξι που τραβάει κατά την πολιτεία
    με σύντομες επιστολές με πεθαμένα πουλιά
    με άδεια καλάθια και δυο δέματα δανό.

    VIII

    Είναι μεγάλος αυτός ο άνεμος
    είναι χαρούμενος. Άκουσε πώς σφυρίζει
    ανάμεσα στους καπνοδόχους και στις χαραμάδες τής σιωπής σου.

    Χρειάζεται μια πιο γερή φωνή να τον αποστομώσει
    χρειάζονται χιλιάδες σάλπιγγες μαζί
    χιλιάδες στόματα μαζί για να τον πούνε αυτόν τον άνεμο.

    Μα τώρα είναι το απόγευμα θολό είναι το σιωπητήριο
    πάνου απ’ τα ξύλινα στρατιωτικά παραπήγματα
    είναι τα άδεια κρεββάτια στη σειρά. Πόσοι λείπουν;

    Κανείς δεν ήρθε για το δείπνο.
    Θα περιμένουμε λοιπόν εδώ. Θα περιμένουμε.»
    (Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, Α’ τόμος, Κέδρος)

  5. ΑΝΕΜΟΣ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ

    Το παρόν είναι αέναο

    Τα όρη είναι από κόκαλο και είναι από χιόνι

    Και βρίσκονται εδώ από μιας αρχής

    Ο άνεμος μόλις εγεννήθηκε

    Χωρίς ηλικία

    Σαν το φως και σαν τη σκόνη

    Ανεμόμυλος ήχων

    Το παζάρι παλέττα χρωμάτων

    Κουδούνια κινητήρες ραδιόφωνα

    Ο πέτρινος τριποδισμός των θαμπών γαϊδάρων

    Τραγούδια και παράπονα μπερδεμένα

    Ανάκατα στις γενειάδες των εμπόρων

    Λάμψη πανύψηλη με σφυριές σμιλεμένη

    Στης σιωπής τα ξέφωτα

    Εκρήγνυνται

    Οι φωνές των παιδιών

    Πρίγκηπες φορώντας ράκη

    Στην όχθη του τυραγνισμένου ποταμού

    Προσεύχονται κατουράνε διαλογίζονται

    Το παρόν είναι αέναο

    Ανοίγουν οι υδατοφράκτες του χρόνου

    Η μέρα σκάει μύτη

    Αχάτης

    Το πεσμένο πουλί

    Ανάμεσα στην οδό Μονταλαμπέρ και Μπακ

    Είναι ένα κορίτσι

    Που ξέμεινε

    Στο χείλος ενός γκρεμού βλεμμάτων

    Αν το ύδωρ είναι πυρ

    Φλόγα

    Στο κέντρο της ολοστρόγγυλης ώρας

    Που σάστισε

    Φοραδίτσα μαυροκόκκινη

    Ένα τάγμα σπινθήρων

    Ένα κορίτσι πραγματικό

    Ανάμεσα σε σπίτια και σε ανθρώπους φαντάσματα

    Παρουσία πηγή πλήρων αποδείξεων

    Την είδα να διαβαίνει από τα έργα της φαντασίας μου

    Την έπιασα απ’ το χέρι

    Διασχίσαμε μαζί

    Τις τέσσερεις άκρες και τους τρεις χρόνους

    Φυλές ανταυγειών περιπλανώμενες

    Κι επιστρέψαμε στη μέρα της πρώτης αρχής

    Το παρόν είναι αέναο

    21 Ιουνίου

    Σήμερα αρχίζει το καλοκαίρι

    Δύο ή τρία πουλιά

    Επινοούν έναν κήπο

    Εσύ διαβάζεις τρώγοντας ένα ροδάκινο

    Πάνω στον κόκκινο τον καναπέ

    Γυμνή

    Σαν το κρασί στη γυάλινη καράφα

    Μεγάλο σμάρι κορακιών

    Στον Άγιο Δομίνικο πεθαίνουνε τ’ αδέρφια μας

    «Αν είχαμε πολεμοφόδια δεν θά ’σασταν τώρα εδώ»

    Μασάγαμε τα νύχια ως τους αγκώνες μας

    Στους κήπους του θερινού ανακτόρου του

    Ο Τιπού Σουλτάν φύτεψε το δέντρο των Ιακωβίνων

    Ύστερα μοίρασε κομμάτια γυαλιού

    Στους εγγλέζους αξιωματικούς που ’χε αιχμαλωτίσει

    Και διέταξε να κόψουν τις ακροβυστίες τους

    Και να τις φάνε

    Το παρόν είναι αέναο

    Ο ήλιος κοιμήθηκε ανάμεσα στα στήθη σου

    Ο καναπές ο κόκκινος είναι μαύρος και πάλλεται

    Μήτε πλανήτης μήτε κόσμημα

    Καρπός

    Σε λένε χουρμά

    Χουρμία

    Το φρούριο Ο Σώζων Εαυτόν Σωθείτω

    Άλικη κηλίδα

    Πάνω στην πέτρα την επίμονη

    Διάδρομοι σκαλινάδες λιακωτά

    Επιθαλάμιες κάμαρες γδυτές

    Του σκορπιού

    Αντίλαλοι επαναλήψεις

    Ωρολογιακός μηχανισμός ερωτικός μπερδεύτηκε

    Εκτός χρόνου

    Εσύ βολτάρεις

    Στις σιωπηλές μεσαυλές σε βλέπει η ασεβής εσπέρα

    Με πανωφόρι από βελόνες στους ανέγγιχτους ώμους σου

    Αν το πυρ είναι ύδωρ

    Εσύ ’σαι μιά σταγόνα διάφανη

    Το πραγματικό κορίτσι

    Διαφάνεια του κόσμου

    Το παρόν είναι αέναο

    Τα όρη

    Ήλιοι τεμαχισμένοι στα τέσσερα

    Απολιθωμένη θύελλα ώχρα

    Ο άνεμος λυσσομανά

    Σου πονούν τα μάτια όταν κοιτάζεις

    Ο ουρανός είναι κι αυτός άβυσσος μα πιο ψηλά

    Φαράγγι του Σάλανγκ

    Το μαύρο σύννεφο επάνω από τον μαύρο βράχο

    Η γροθιά του αίματος χτυπάει

    Πέτρινες θύρες

    Μόνο το νερό είναι ανθρώπινο

    Σε τούτες εδώ τις ερμιές τις απόκρημνες

    Μόνο τα μάτια σου μάτια από ανθρώπινο νερό

    Και κάτω

    Στο χαίνον διάστημα

    Σε σκεπάζει ο πόθος με τα δυό του μαύρα φτερά

    Τα μάτια σου ανοίγουν και κλείνουνε

    Ζώα φωσφορίζοντα

    Κάτω

    Το καυτό κάνυον

    Το κύμα που απλώνεται και σπάει

    Οι ανοιχτοί μηροί σου

    Το λευκό που κάνει μακροβούτια

    Ο αφρός των εγκαταλειφθέντων σωμάτων μας

    Το παρόν είναι αέναο

    Ο ερημίτης εράντιζε τον τάφο του αγίου

    Η γενειάδα του πιο άσπρη κι απ’ τα σύννεφα

    Απέναντι απ’ τη μουριά

    Πλάι στον καταρράχτη

    Ξανάπες τ’ όνομά μου

    Συλλαβές σκόρπιες παντού ολόγυρα

    Ένας νέος με πράσινα μάτια σού χάρισε

    Ένα ρόδι

    Στην απέναντι όχθη του Αμού Νταριά

    Ανέβαινε καπνός από τις ρούσικες καλύβες

    Ο ήχος του ουζμπέκικου αυλού

    Ποτάμι άλλο είτανε τούτο αόρατο και πολύ πιο καθαρό

    Στη μαούνα του ο βαρκάρης στραγγάλιζε κοτόπουλα

    Ο τόπος είτανε παλάμη τελείως ανοιγμένη

    Οι γραμμές του

    Γράμματα σπασμένου αλφαβήτου

    Σκελετοί αγελαδιών στον κάμπο

    Βακτριανή

    Άγαλμα που ’γινε σκόνη

    Κι εγώ μέσ’ απ’ τη σκόνη έβγαλα κάτι ονόματα

    Από ’κείνες τις πεσμένες συλλαβές

    Κόκκοι από ’να ρόδι που ’γινε στάχτη

    Ορκίζομαι να γίνω χώμα και άνεμος

    Ανεμοστρόβιλος

    Πάνω στα οστά σου

    Το παρόν είναι αέναο

    Η νύχτα κατεβαίνει με όλα της τα δέντρα

    Νύχτα ηλεκτρικών εντόμων και κτηνών μεταξωτών

    Νύχτα χορταριών που φυτρώνουν πάνω σε πεθαμένους

    Αντάμωμα νερών που φτάνουνε από πολύ-πολύ μακριά

    Μουρμουρητά

    Ξεκκοκίζονται τα σύμπαντα

    Ένας κόσμος πέφτει

    Ανάβει ένας σπόρος

    Η κάθε λέξη πάλλεται

    Ακούω τους παλμούς σου στη σκιά

    Αίνιγμα με τη μορφή της κλεψαμμίας

    Γυναίκα κοιμώμενη

    Διάστημα διαστήματα ζώντα

    Anima mundi

    Ουσία μητρική

    Αέναη εκτοπισμένη μακριά από τον εαυτό της

    Και πτώση αέναη στην άδεια της μήτρα

    Anima mundi

    Μητέρα των νομαδικών φυλών

    Ηλίων και ανθρώπων

    Μεταναστεύουν τα διαστήματα

    Το παρόν είναι αέναο

    Στην κορυφή του κόσμου θωπεύονται

    Ο Σίβα και η Παρβάτι

    Κάθε τους θωπεία κρατάει έναν αιώνα

    Για τον θεό και για τον άνθρωπο

    Ο ίδιος ακριβώς χρόνος

    Η ίδια ακριβώς κατακόρυφη πτώση

    Λαχώρη

    Ποτάμι κόκκινο βάρκες μαύρες

    Ανάμεσα σε δύο χουρμαδιές ένα κορίτσι ξυπόλυτο

    Και το άχρονο βλέμμα του

    Χτυποκάρδι ταυτόσημο

    Θάνατος και γέννηση

    Ανάμεσα ουρανού και γης κάτι λίγες λεύκες

    Κρέμονται

    Ριγούν μάλλον απ’ το φως παρά πηγαινοέρχονται

    Με τα φύλλα τους

    Σηκώνονται ή πέφτουν;

    Το παρόν είναι αέναο

    Στα παιδικά μου χρόνια βρέχει

    Βρέχει στου πυρετού τον κήπο

    Άνθη από πυρόλιθο δέντρα καπνού

    Μ’ ένα συκόφυλλο αρμενίζεις

    Στο μέτωπό μου

    Δεν σε βρέχει η βροχή

    Είσαι η φλόγα του νερού

    Η διάφανη σταγόνα της φωτιάς

    Που ’πεσε στα βλέφαρά μου

    Βλέπω μέσα από τα έργα της φαντασίας μου

    Την ίδια μέρα που αρχίζει

    Γυρίζει το διάστημα

    Τις ρίζες του ξεθάβει ο κόσμος

    Τα κορμιά μας

    Ξαπλωμένα

    Δεν βαραίνουν παραπάνω από το χάραμα

    OCTAVIO PAZ
    Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

    Keith Jarrett – The Wind

  6. Ciao Ageliki!… Ωραιότατος Οκτάβιο Παζ, όπως, βέβαια, κι ο Κηθ Τζάρετ!…Ευχαριστώ!… Κι αν δεν «επικοινωνήσουμε» ξανά σου εύχομαι από καρδιάς «Καλή χρονιά»!!!!

    -Τσαρλς Σίμικ, «Ο άνεμος»

    «Αγγίζοντάς με,
    τη χώρα που σε εξόρισε
    αγγίζεις»

    -Ο. Ελύτης, «Το δοξαστικόν»
    (απόσπασμα)

    «…ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
    που σηκώνουν το πέλαγος σα Θεοτόκο
    που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
    που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

    Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
    οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια
    οι Ερμηδες με το μυτερό σκιάδι
    και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

    Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
    ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
    η Τραμουντάνα, η Όστρια.»
    (Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Ίκαρος)

    -Βύρων Λεοντάρης, «Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με»

    «Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με
    πάρε μου τα πουλιά,
    πάρε μου τ’ άνθη και τα φύλλα
    τίναξε από τις ρίζες μου το χώμα της καρδιάς του, στέγνωσέ με
    κάνε με αστραπή να δέρνομαι στα ουράνια.

    Μπροστά στο μέγα ρίγος, ποιο το φως,
    ποια η φτωχούλα αυτή δροσιά ζωής που μας πλανεύει
    στους σκοτεινούς βυθούς της ύπαρξής μας,
    ρόδο βαρύ στριφογυρνώντας κατεβαίνει
    μαδώντας μέσα στα νερά τα ματωμένα πέταλά του- έτσι
    γδυτός απ’ όλους τους παραδείσους
    όποιος μπορεί να βαστήξει την ανάσα του για πάντα
    να ξεχειλίσει μ’ ένα μόνο του σφυγμό άξαφνα τον κόσμο, αυ-
    τός μονάχα
    ας μπει στην απεραντοσύνη του έρωτα και του θανάτου.
    Κρατώ κρύα μάνταλα της πόρτας και χτυπάω το μέτωπο
    μου στο κατώφλι που ποτέ, ποτέ, ποτέδε θα ξαναδια-
    βούν τ’ αγαπημένα πόδια,
    σβήνω τους κήπους σαν φωτιές επάνω στο κορμί μου
    χιονίζω λόγια απόκοσμα τις νύχτες.

    Να ‘ταν να σ’έδινε ξανά πίσω σε μας η μοίρα σου
    να ‘ρχόσουν συναπάντημα άξαφνο στους ιδρωμένους δρόμους
    κι ω, να γινόσουν πάλι σάρκα
    ανάσα γύρω απ’ τη γυμνή μου απελπισία
    αίμα ανθισμένο στο αίμα μου
    χαλάρωμα χεριών στα μεθυσμένα μου μαλλιά
    ω, να γινόσουν πάλι σάρκα…
    -ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με.»
    (Βύρων Λεοντάρης, «Ανασύνδεση», 1962).

    -Denise LEVERTOV, «Ο ανεμοστρόβιλος»

    «Οι πόρτες όλο κροταλίζουν. Χώνω
    ποιήματα ανάμεσα στα δόντια τους
    να τις σταματήσω. Η καφέ σκόνη
    στροβιλίζεται έξω απ’ το παράθυρο, αφήνει
    τον πεθαμένο αγρό, σκιάζει τις κουρτίνες,
    συστρέφεται στο βρώμικο κενό
    όπου βόθροι και τα πιο πολλά μυρμήγκια,
    και πάει πέρα – ξέφραγα βοσκοτόπια, όπου τίποτα
    δε θα σταθεί στο δρόμο της για μίλια κι ώσπου
    γονατιστή στο τέλος
    σε κάποιον ξεροπόταμο θα πέσει. Οι πόρτες
    όλο κροταλίζουν. Τρέμω
    σύγκορμη, απελπισμένα ψάχνω για ένα ποίημα
    για να μπουκώσω τα σαγόνια τους
    να σωπάσουν. Ξέρω τι θέλουν:
    θέλουν
    μ’ όλη την ξύλινη δύναμή τους
    να καβαλήσουν τον ανεμοστρόβιλο
    πετώντας προς το μεγάλο τίποτα.»
    (Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον)

  7. Σ’ ευχαριστώ, βρε Γιάννη, που συμπληρώνεις όσα δεν θυμάμαι (ή δεν ξέρω). Ο Ελύτης, τόσο οικείος κι όμως δεν ήρθε καθόλου στο μυαλό μου.
    Του Λεοντάρη το ποίημα δεν το ήξερα.
    Ωραίος και ο Θηβαίος.

    1. ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ

    Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
    χορεύει κι έρχεται με χάρη
    μέσ’ από δάφνες και μυρτιές
    κι από το φως ασημωμένη
    μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη

    Ως τη θωρεί πετιέται ορθός
    ο Άνεμος ο ακοίμιστος
    άντρας ο άτιμος κοιτάει
    γλείφεται γλώσσες τις εννιά
    κι απέ γλυκά της τραγουδάει:

    -Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
    το φουστανάκι σου να ιδώ
    άσε με λίγο να σ’ αγγίξω
    και της κοιλίτσας σου ν’ ανοίξω
    το ρόδο το γαλαζωπό

    Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
    και τρέχει τρέχει η Παινεμένη
    ξοπίσω της ακολουθεί
    Άνεμος άντρας που κρατεί
    μια σπάθα σπάθα αστραφτερή

    Αχού το κύμα πως στενάζει
    ο ελιώνας αχού πως χλωμιάζει
    παίζει των ίσκιων η φλογέρα
    μέσα στο σκοτεινόν αέρα:

    -Τρέχα τρέχα Παινεμένη
    τι όπου να ‘ναι σε προφταίνει
    ο Άνεμος χιμάει να
    γλείφεται γλώσσες τις εννιά

    Βρίσκει ένα σπίτι η Παινεμένη
    χώνεται μέσα τρομαγμένη
    της δίνουνε κάτι να πιει
    κι εκείνη λέει κι ανιστορεί

    Ενώ απ’ τη λύσσα του θηρίο
    γυρνάει ο Άνεμος στο κρύο
    δέρνει το σπίτι και το ζώνει
    τα κεραμίδια του δαγκώνει.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ

    2. Ο έφηβος άνεμος

    [Από την ενότητα Στο καμίνι]

    Καθώς ο έφηβος άνεμος σηκώνεται τη νύχτα
    και στη λεύκα μπαίνει βαθιά πλάι στο ποτάμι
    κι εκείνη ανατριχιάζει σύγκορμη και σειούνται
    όλα μεμιάς τα φύλλα της κι αναρριγούν
    κι οι πιο κρυφές της ρίζες-
    όμοια
    μπήκα και βγήκα μέσα σου νυχτερινός,
    ακούραστος,
    κι αναρριγήσανε τα πιο βαθιά σου φύλλα.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Από τη συλλογή Το διάλειμμα (1976)

    Wild is the wind, David Bowie

    3. Τα δέντρα που υποτάσσονται στον άνεμο

    Όλο και πιο γέροι συναντιόμαστε στα πανέμορφα κοιμητήρια των μικρών χωριών
    Να θάψομε τους πατεράδες μας ή καμιά γριά μάνα …
    Κι είναι σαν νάμαστε παιδιά και γέροι μαζί .
    Και θέλομε να διηγηθούμε ο ένας στον άλλον τις ιστορίες μας .
    Διότι είναι γνωστό ότι ο παιδικός μας φίλος είναι ένα εκμαγείο του προσώπου μας
    και αισθανόμαστε ότι πρέπει να το κρατάμε ενήμερο.
    Δεν μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν παλιούς τους εαυτούς στα πρόσωπα των φίλων

    Και λέει ο ποιητής των Αρρήτων που γράφει τη Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών

    Βαθιά στα μάτια του ένας μου εαυτός
    με κοίταζε κ΄ αυτός λησμονημένος κ’ άγνωστος
    σα τον παλιό μου φίλο
    χαμένοι κ οι δυό στις δίνες του χρόνου
    και τη λησμονιά

    Και είναι γνωστό ότι θα ξημερωθούμε με τούτες τις ιστορίες
    Και άκρη δε θα βγάλομε , αλλά όταν έρθει η ώρα να χωρίσομε
    ολομέθυστοι
    Θ ανοίξουν εκείνες οι φτερούγες που μας κρατούν όχι ψηλά,
    μόνο μισό μέτρο πάνω απ τα χώματα και τα νερά
    του κάμπου με τις ελιές.

    Και λέει ο ποιητής των αρρήτων

    Πως είναι στις ωραίες ιστορίες
    όπου οι πράξεις των ανθρώπων έχουν νόημα,
    έτσι φαντάζονται οι άνθρωποι αιτίες
    για ότι τους συμβεί πέρα απ τα γνώριμα
    κι είν’ οι παράξενές μας ιστορίες
    αιτία για πιοτό ως το ξημέρωμα
    άλλη μια νύχτα , που θα ξεψυχήσει
    όταν την βρει του ήλιου το μαχαίρωμα

    Και θα ναι το σπίτι μας κάπου στο κάμπο και μείς κάπου στο κάμπο ,
    μισό μέτρο πάνω από τα χώματα αλλά όχι ψηλά να μη χαθούμε
    στα βουνά και μας γυρεύουν την επαύριον στην Ορνε ,
    και θα φυσά ο Νότιος άνεμος .

    Και θάχει να λέει ο ποιητής των ΑΡΡΗΤΩΝ
    που γράφει τη ΜΕΓΑΛΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

    “μ αρέσουν τα δέντρα
    που υποτάσσονται στον άνεμο”

    (Κώστας Ψαράκης)

    Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς

    5. Ο άνεμος πηδάει και φεύγει
    Ο ίδιος άνεμος ποτέ δεν σαλεύει
    Δυο φορές
    Το ίδιο κλαδί της κερασιάς
    *
    Τα πουλιά τραγουδάνε στα δένδρα
    Είναι φτερά που θέλουν να πετάξουν
    *
    Εδώ πέρα η πόρτα είναι κλεισμένη
    Πρέπει να τηνε ρίξω
    Πρέπει να σε δω αγαπημένη μου
    *
    Α να’ναι ωραία η ζωή όπως εσύ
    Α να’ναι να’ναι φίλη
    Να΄ναι αγαπημένη όπως εσύ
    *
    Το ξέρω ακόμα δεν τελείωσε
    Της δυστυχίας το συμπόσιο
    Μα θα τελειώσει

    (Ναζίμ Χικμέτ & Γιάννης Ρίτσος )

    6. [ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ]

    Είμαστε οι άνεμοι.

    Μες στον πάταγο των πόλεων είμαστε οι άνεμοι,

    οι ευλογημένες νοθείες μας καίνε τα στόματα.

    Είμαστε άνεμοι και αυτό εξηγεί την μοιραία αποφασιστικότητά μας.

    Μετρούμε αιώνες σε χάρτες και ανεμολόγια.

    Είμαστε άνεμοι, τίποτε τ΄ ανθρώπινο δεν μας ορίζει.

    Κρυμμένοι στις αρχές των φθινοπώρων,

    φυλαγμένοι από κυνηγούς και κακοκαιρίες παραμονεύουμε

    με το προκλητικό μας χαμόγελο, τινάζοντας τους λαιμούς

    όπως στον αιώνια παράξενο χορό μιας ανοιξιάτικης ταξιαρχίας.

    (Απόστολος Θηβαίος)

    Αέρας Πεχλιβάνης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου

    7. ΑΓΙΑΝΑΠΑ Β

    Άνοιξη 1156
    Στίχοι για μουσική

    Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
    τρελὸς ὁ ἀγέρας ἔπαιζε
    μὲ τὰ πουλιὰ μὲ τὰ κλωνιὰ
    καὶ δὲ μᾶς ἔκραινε.

    Ὥρα καλή σου ἀγέρα τῆς ψυχῆς
    ἀνοίξαμε τὸν κόρφο μας
    ἔλα νὰ μπεῖς ἔλα νὰ πιεῖς
    ἀπὸ τὸν πόθο μας.
    Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
    ὁ ἀγέρας σηκώθη κι ἔφυγε
    κατὰ τὰ κάστρα τοῦ βοριὰ
    καὶ δὲ μᾶς ἄγγιξε.

    Θυμάρι μου καὶ δεντρολιβανιά,
    δέσε γερὰ τὸ στῆθος σου
    καὶ βρὲς σπηλιὰ καὶ βρὲς μονιὰ
    κρύψε τὸ λύχνο σου.

    Δὲν εἶναι ἀγέρας τοῦτος τοῦ Βαγιοῦ
    δὲν εἶναι τῆς Ἀνάστασης
    μὰ εἶναι τῆς φωτιᾶς καὶ τοῦ καπνοῦ
    τῆς ζωῆς τῆς ἄχαρης.
    Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
    στεγνὸς ὁ ἀγέρας γύρισε
    ὀσμίζουνταν παντοῦ φλουριὰ
    καὶ μᾶς ἐπούλησε.

    Γιώργος Σεφέρης

    8. Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
    τρέχουν οἱ δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
    κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες φυσάει,
    μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.
    Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
    μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.
    Δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου φυσάει,
    δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου

    Τ ά σ ο ς Λ ε ι β α δ ί τ η ς (1921-1988) Απόσπασμα

    Brian Crain – Wind

    Χρόνια πολλά και καλή χρονιά!

  8. «η αγάπη πάει με τον αγέρα,η αγάπη πάει,πίσω δε γυρνά..’Λόρκα

    του μικρού βοριά παράγγειλα..

  9. Ciao, Aggeliki, grazie mille!!!…. Καλή χρονιά (και ανατρεπτική πολιτικά)!… Την αγάπη μου!!!!

    -Οκτάβιο Παζ, «ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ»

    «Λόγια; Ναι, του αέρα,
    και χαμένα στον αέρα.

    Άσε με να χαθώ μέσα σε λόγια,
    άσε με να ‘μαι ο αέρας σε δυο χείλη,
    μια περιπλανώμενη ελάχιστη πνοή
    που ο αέρας θα σκορπίσει.

    Ακόμη και το φως στον εαυτό του μέσα χάνεται.»

    -Νικηφόρος Βρεττάκος, «Αυγουστιάτικος άνεμος»

    «Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν
    καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν
    αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά
    κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα
    στην κάτασπρη γύρη του.
    Νιώθω μέσα στο στήθος μου
    την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω
    σα να ‘μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε
    για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και
    χαρούμενος,
    προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι
    κάθεσαι και
    δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός,
    δυο αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,
    ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις
    φωτιά στην κυψέλη σου.

    Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;

    Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.»
    (Νικηφόρος Βρεττάκος, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Τόμος 2ος, Εκδόσεις Θεμέλιο)

  10. ευχαριστώ για την συμπερίληψη στα τραγούδια του ανέμου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: