Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (78ο): «Χιόνι»…

 

«Αγαπημένε, στρώνεται το χιόνι στον
κήπο, στην αυλή, στα κεραμίδια. Την
αρχοντιά του όπου σταθεί ξαπλώνει,
περήφανο και πάναγνο το χιόνι»
(Μυρτιώτισσα)

 

 

-Κώστας Καρυωτάκης, «Το χιόνι»

«Τι καλά που ‘ναι στο σπίτι μας τώρα που έξω πέφτει χιόνι!
Το μπερντέ παραμερίζοντας τ’ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι
να σκεπάζει όλα τα πράγματα, δρόμους, σπίτια, δένδρα, φύλλα.
Πόσο βλέπω μ’ ευχαρίστηση μαζεμένη τόση ασπρίλα.

Όμως, κοίτα, τουρτουρίζοντας το κορίτσι εκείνο τρέχει.
Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας, ψωμί λέει πως δεν έχει,
πως κρυώνει, πως επάγωσε…

Έλα μέσα κοριτσάκι,
το τραπέζι μας εστρώθηκε κι αναμμένο είναι το τζάκι!»
(Κ. Καρυωτάκης, «Ποιήματα και πεζά», Πέλλα)

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Χιόνι»

«Χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
σὰν παγοπώλης τοῦ θανάτου
ὁ Θεὸς
μὲ κόκκινα ἀπ᾿ τὸν πυρετὸ
τὰ μάτια
Καπνὸς θεοῦ στὴ στέγη
οὐρλιάζει ἡ γυναίκα
στὸ κρεβάτι
σὰν παγωμένο περιστέρι
χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!»
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)
-Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Λευκό χιόνι»

«Αγγέλοι Αγγέλοι στον ουρανό
Ο ένας ντυμένος αξιωματικός
Ο άλλος μάγειρος
Κι οι υπόλοιποι το ρίχνουν στο τραγούδι

Φιλόκαλε αξιωματικέ του ουρανού
Ύστερ’ απ’ τα Χριστούγεννα
Άνοιξη τρυφερή θα σου φέρει
Ήλιο λαμπρό
Να σε παρασημοφορήσει
Ήλιο λαμπρό

Ο μάγειρας ξεπουπουλιάζει μια πάπια
Αχ πέφτει το χιόνι
Χιόνι χιόνι πια
Και δεν έχω την αγάπη μου αγκαλιά»
(Γκ. Απολλιναίρ, Ποιήματα, μτφ. Ν. Σπάνιας, Γνώση)

 

*«Πέφτει το χιόνι» (Adamo)

 

 

-Ανέστης Ευαγγέλου, «Το χιόνι»
(Στον Κρίτωνα Ζωάκο)

«Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.
Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά -χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε- βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
-κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια,
για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.

Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.

Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.

Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.

Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας -όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης -όχι της Τιμωρίας.

Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.»

(Από τη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση (χειρόγραφα – 1994) του Ανέστη Ευαγγέλου)
(Πηγή: http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2008/07/blog-post_3685.html)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (78ο): «Χιόνι»…

  1. Γεια σου, Γιάννη, με τα ωραία σου (ποιήματα και μουσική).

    1. Άγριο χιόνι

    Κάποτε μες στο σπίτι μου
    χιονίζει
    γίνεται τότε η κάμαρα
    λευκό τοπίο
    σηκώνονται απ’ το χώμα παγωμένοι
    και με πλησιάζουν
    οι νεκροί μου φίλοι

    Τα ραγισμένα χέρια τους απλώνουν
    ζητούν
    τη θαλπωρή του σώματός μου

    Δεν έχω σώμα πια δεν έχω
    φλόγα
    τίποτα δεν μπορώ να σας προσφέρω
    μόνο να μοιραστώ την παγωνιά σας
    στερνός κι εγώ στην αλυσίδα κρίκος

    διασχίζοντας αυτή την άγρια στέππα

    προς το βαθύ κι ανεξιχνίαστο μέλλον

    (Ορέστης Αλεξάκης)

    2. Χιονοπτώσεις στὰ ὀρεινὰ τῆς συνείδησης

    Πολιτικοὶ καὶ τραπεζίτες,
    Συναλλάσσονται μὲ ἀνθρώπινα δόντια.

    Νιφάδες πέφτουν στὴ συνείδησή μου
    Πληροῦν ὡς τὸ ταβάνι τὰ δωμάτια,
    Παραγεμίζουν τ’ἀνθρώπινα σώματα,
    Χώνουν τὶς πολυκατοικίες.
    Ἀνεβαίνω στὸ κλιμακοστάσιο σκάβοντας
    Συναντῶ τὴν ἔνοικο τοῦ ἄνω διαμερίσματος
    -«Τί ’ναι ὁ κόσμος χωρὶς τὴ συνείδησή μου;»
    -«Ἡ συνείδησή σου χωρὶς τὸν κόσμο» ἀπαντᾶ
    »Θὰ μοῦ γαμήσῃς τώρα τὸ μουνάκι;»
    Μέσα στὸ χιόνια τὰ χέρια τοῦ συζύγου της μᾶς ψάχνουν.

    Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες
    Μιὰ μύγα κελαηδεῖ
    Κάτι κοράκια ῥαμφίζουν τὸν σάκκο τοῦ ἥλιου
    Σπίθες ξεχύνονται, -τὸ χιόνι ἀναφλέγεται.
    (Larry Cool)

    Snow, Brian Crain

    3. ΑΓΓΕΛΕ ΣΤΙΣ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΜΠΛΑΚΑΟΥΤ

    Άγγελε της χιονοθύελλας και των μπλακάουτ, τα βατόμουρα τα
    ξέρεις
    εκείνα τα ρουμπίνια που από τον πράσινο κήπο του παππού μου
    μπορούσες να φέρεις;
    Εσύ, στα λάστιχα του χιονιού, εσύ, στα φτερά τα ζαχαρένια,
    με παγώνεις. Άσε με να συρθώ στην κουρελού. Άσε να είμαι
    δέκα χρονών παιδάκι χωρίς έννοια.
    Κλέφτης αλλοτινός, άσε με, να μαζεύω τα παλιά γλυκά φιλιά,
    την ώρα που το χειροκρότημα της θάλασσας μας ράπιζε από τ’
    αριστερά.

    Μόνο στον παππού μου επιτρεπόταν να μπει. Ή στην υπηρέτρια
    που ήρθε μ’ ένα δίσκο, να διαλέξει για το πρωινό.
    Σ’ αυτήν, με τα πλέοντα στον αέρα ρολά, σ’ αυτήν, με τα σκαλιστά
    έπιπλα, γυαλισμένα με άρωμα λεμονιού, σ’ αυτήν, με τη σκόνη
    και το φτερό,
    κι όχι σ’ εμένα. Ωστόσο, ήρθα κρυφά περνώντας τη χλόη την αρμυρή
    ξυπόλυτη, με φόρμα γυμναστικής, μέσα στη δαιδαλώδη αυγή.

    Ω, αγγέλισσα της χιονοθύελλας και του μπλακάουτ, εσύ, λευκο-
    πρόσωπη Κυρία,
    πήγαινέ με στο κόκκινο το στόμα ξανά, εκείνο τον Ιούλιο, στις
    είκοσι μία.
    ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ

    4. Χιόνι

    Εκεί ψηλά πια δεν υπάρχει κανένας

    Μακριά σημαίνουν καμπάνες

    Έξω η νύχτα παραμονεύει
    Γεμάτη φυλλώματα
    Ορθάνοιχτα μάτια
    Εχθρικούς καθρέφτες

    Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη

    Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα

    Το δάσος βελούδινο
    Μια παιδούλα κοιμάται στον ίσκιο του

    Απ’ την ανάσα της
    Γεννιούνται αδιάκοπα
    Άστρα λευκά

    (Τάκης Βαρβιτσιώτης)

    Μαύρο χιόνι, Πρωτοψάλτη

    5. ΤΡΑΓΟΥΔΑΣ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

    Τραγουδάς το χιόνι από το σπίτι;
    μέσα στη ζεστή σου γειτονιά;
    Nα το τραγουδήσεις απ’ του αλήτη,
    κι αν μπορείς, την ξέσκεπη γωνιά.

    Nα το τραγουδήσεις με το χτίστη,
    στ’ ανεμοδαρμένο του γιαπί·
    με την εργατιά, γεμάτη πίστη,
    που τους πάγους σπάει με το τσαπί.

    Nα το τραγουδήσεις ζευγολάτης,
    της κρουσταλλιασμένης γης σποριάς·
    στα ψηλά γιδόστρατα αγωγιάτης,
    που στο χιόνι τα ‘θαψε ο βοριάς.

    Nα το τραγουδήσεις στο σοκάκι,
    σαν εμένα, κι όπως, μια βραδιά,
    χιόνι, από το τρύπιο μου σακάκι,
    γέμιζε την άδεια μου καρδιά.

    Κυριαζής Γ. Αθανάσιος (Αγρίνιο 1887- Αθήνα 1950)

    6. Κούνια από χιόνι

    Χειμώνα, αόρατε αδερφέ,
    όταν τα όρνια μαρτυρούν στον κυνηγό τον δρόμο γι’ αύριο
    κι άσπρα μπουκέτα στα κλαριά συνάζουν δάκρυ,
    στη ρόδα θα ριχτώ κ’ εγώ στο νικηφόρο άρμα σου.

    Βλέφαρα, βλέφαρα από στάχτη
    στων παλατιών τις πολυθρόνες.
    Η νύχτα μάς ραντίζει τις παρειές με τα ποτήρια του ύπνου
    και το πρωί δε μας αναγνωρίζουν οι καθρέφτες μας.
    Σκιρτά το αίμα μας ίδια με περιστέρια ταχυδρόμους.

    Μας τύλιξαν απρόσμενα κάτασπροι δρόμοι.
    Κ’ οι ακακίες σε μια επίσκεψη — ανάμνηση — αναφέρουν
    ότι τα μύρα είναι ανθών φαντάσματα
    κι ότι μια μουσική στη νύχτα μέσα παιανίζει.

    Ψοφίμια οι μέρες, πεταμένα στων πόλεων τις μάντρες•
    τα εργαλεία μουχλιάζουν μες σε φύλλα
    μαζί με κάθε λέξη μας.

    (Ιλαρίε Βορόνκα, μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος)

    Χιόνι,σεντόνι τρυφερό για του φιδιού τον ύπνο
    χιόνι και πένθιμο σκυλί, βραχνός προφήτης

    7. Χιόνι
    Στη μάνα

    Σαν ζάχαρη άχνη !
    Είχε σκεπάσει τις λεμονιές και τις μανταρινιές,
    κι έκανε τα φύλλα τους να μοιάζουν
    σαν μπισκοτάκια των Χριστουγέννων.
    Κι ο αέρας που φυσούσε
    το άφηνε να πέφτει μετά μαλακά
    πάνω στο γρασίδι
    που ήταν κι αυτό άσπρο.
    Και κρύο.
    Παγωμένο.
    Όπως το χαμόγελο
    που είχε μείνει στο πρόσωπό της
    σαν άφησε την τελευταία της πνοή.
    Γλυκό χαμόγελο, ζαχαρωμένο
    με μια στάλα θλίψης
    στις άκρες των χειλιών.

    (Τζούτζη Μαντζουράνη)

    8. Δεκατεσσάρων χρόνων

    Είχε χιόνι.
    Γελούσα φωναχτά.
    Θαρρούσα πως ήμουν
    σε μιαν άλλη χώρα.
    Της έσφιγγα το χέρι.
    Ήμουν δεκατεσσάρων χρόνων.
    Βάδιζα κόντρα στον άνεμο.
    Πρέπει να βγω
    είναι ανάγκη να βγω.
    Θέλω να παίξω
    θέλω να ζήσω εγώ, θέλω να ζήσω.
    Στα δεκατέσσερα
    είναι μπορετό.
    Ειδάλλως ποτέ πια.

    (Φεντερίκο Ταβάν)

    9. Χιονονιφάδα

    Σε τρεις μέρες
    το χιόνι εισχώρησε παντού.
    Έντυσε
    τους λασπωμένους δρόμους
    με λευκά μονοπάτια˙
    τα βαριά ρούχα των ανθρώπων
    έβαψε με άσπρη πούδρα
    και δύο σώματα
    από Ανατολή και Δύση
    τα έσμιξε σε ένα.

    Μια πρόσκαιρη
    δόση ευτυχίας
    σαν τις νιφάδες του χιονιού
    που λιώνουν
    μόλις τα χέρια ακουμπήσουν

    (Σιδέρης Ντιούδης)

    Loreena Mckennitt -Snow

    10. ΧΟΡΟΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ

    Η γιαγιά μου κράταγε
    το καγκελάρι από το χέρι
    κι ένα τραγούδι λυγερό αναρριχώμενο
    σαν καλαμιά.

    Μια καλαμιά στον κάμπο η γιαγιά μου
    κι όταν φυσάει , αρχίζει
    έναν σκοπό πλεγμένο από παλιά ξηλώματα .

    Ένα πλεχτό αυτοσχέδιο η γιαγιά μου
    με φούντες και πλουμίδια .
    Στην ποδιά της πάντα φύτρωναν τριαντάφυλλα ,
    δεν άντεχε το μαύρο
    ούτε τα σκούρα νυφικά
    που ’ταν στις μέρες της .

    Η γιαγιά μου ποτέ δεν κατάλαβε
    πώς την πάντρεψαν.
    Κατάλαβε όμως πώς πέθανε .
    Γι’ αυτό στο ξόδι της
    ήταν όλα κατάλευκα ,
    και η πέτρινη Παναγιά
    και η χιονισμένη πλάκα τ’ αντρός της .
    «Θα ’ρθω γρήγορα» , του ’χε πει ,
    και δεν πέρασε ούτε χρόνος .

    Έτσι τελείωσε ο χορός
    που άρχιζε μόνη πολλές φορές
    με σερνάμενα βήματα
    και τη βαστούσαν
    ένα τραπέζι ξύλινο
    κι ο Αη – Λιας που αγνάντευε .

    Ένα αγνάντεμα η γιαγιά μου.

    (Κόκκινου Αναστασία )

    11. Η κιμωλία στα χέρια σου λιωμένη σαν χάπι..
    όρθια στον πίνακα η παγωνιά..
    η κιμωλία στα χέρια μου λιωμένη σαν πάγος…
    χιονίζει!
    κοίτα με! πάντα αλλού κοιτάς…
    χιονόνερο..
    χιονίζουν τα μάτια μου…
    χιονίζει ο έρωτας..
    χιόνι..
    χιονόνερο…
    χιονανθός..
    χιονίζει ο έρωτας..
    ανθίζει το χιόνι!
    η βάρκα στα πόδια μου..
    δεν ήμουν …δεν ήμουν εκεί…

    (Δανάη Μαστρογιάννη, Απόσπασμα)

  2. Ciao Aggeliki!… Πάντα σε ετοιμότητα με ωραία ποιήματα κι όμορφες μουσικές!!!!
    Grazie mille!!!

    «…Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια» (Αντρέ Μπρετόν)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Το χιόνι»

    «Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
    Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
    Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
    Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.

    Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
    την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
    μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
    τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
    μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
    μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.

    Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
    που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
    δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
    κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τομ. 3ος, Κέδρος)

    -Τσέζαρε Παβέζε, [Στο παγωμένο χιόνι]
    (Στην C από τον C..)

    «Εσύ ,
    κατάστικτο χαμόγελο
    στο παγωμένο χιόνι –
    του Μάρτη άνεμε,
    μπαλέτο κλαδιών
    που χορεύουν στο χιόνι,
    στενάζεις κι αστράφτουν
    τα μικρά σου «όχι » –
    λευκόποδη ελαφίνα
    χαριτωμένη ,
    θα μπορούσα να μάθω
    ακόμα
    τη διαβατική χάρη
    όλων των ημερών σου
    την αιθέρια δαντέλα
    όλων των δρόμων σου –
    το αύριο είναι παγωμένο
    κάτω στον κάμπο –
    εσύ , κατάστικτο χαμόγελο,
    εσύ, γέλιο αστραφτερό .»
    (Τσ. Παβέζε, Τα ποιήματα, Printa)

    -Ντουρς Γκρίνμπαϊν (Durs Grünbein), «Το χιόνι του σήμερα»

    «Ο κύριος, ξυπνάει. Χιόνιζε όλη νύχτα. Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, πάνω σε μια λευκή έκταση, στολίζεται η χώρα με λευκούς
    κώνους. Είναι τα δέντρα, που εξευγενίζει ο μεγάλος διοργανωτής
    με το χειμωνιάτικο χέρι του. Λέγεται, τον εκτιμάτε, τη διάθεσή του
    για παιχνίδι. Αυτόν που βάζει σκουφιά πάνω στους πύργους
    και τις σκεπές με κρύα πούπουλα καλύπτει.
    Η κρυστάλλινη φανέλα του, πλεγμένη από νιφάδες,
    γεμίζει αρυτίδωτα τους διαδρόμους, μέχρι όλος ο κόσμος
    να είναι μαγεμένος και βαθιά χιονισμένος – ένα μεγάλο βιβλίο
    με κατάλευκες σελίδες, που μόνο Αυτός περιγράφει.
    Βλέπετε, γίνεται μέρα. Πρωί χωρίς ίχνη, γεωμετρικά ξεκάθαρο.
    Παγωμένη όπως το πρωινό μετά τη δημιουργία, με αυστηρές φόρμες,
    παρουσιάζεται τώρα η γη, υπολογίσιμη.
    ‘Οτι είναι εφικτό, όχι αυτό που έγινε πράγματι καταστροφικό
    μέσω κατακλυσμού, γεωργίας, και πολέμου μικρών κρατών,
    κείτεται τώρα απλωμένο. Κατευναστικά καλεί, οτιδήποτε μπορείς
    να σκεφθείς, για μελέτη. Χιόνι έσπασε το ανάθεμα.
    Η υπαγόρευση του χρόνου – έχετε αντιληφθεί; έχει αρθεί. Κάτω
    από φρέσκους τοκετούς σύρθηκε μια αδιαφορία στους λόφους.
    Αγνό ως χώρος, γυρίζει ανάσκελα το τοπίο σαν σε όνειρο.

    Ξυπνήστε, κύριε. Ακόμα κι αν χιονίζει, ένα πουπουλένιο κρεβάτι
    είναι όπως ο μαγικός κόσμος εκεί έξω – μόνο σε μικρογραφία.
    Κοντά για να τον πιάσεις, εύκολα διακριτός. Μια προβολή
    σε κλίμακα ένα προς χίλια, αν πάρει κανείς την περιοχή,
    στην οποία σας συνάντησε ο χειμώνας κουκουλώνοντάς σας σαν κάμπια.
    ‘Εξω από το κουκούλι! Ελάτε, πετάξτε τις κουβέρτες, ακόμη κι αν θυμίζει
    η πτυχωμένη ρήψη τους βουνό και κοιλάδα – ανάμεσα μονοπάτια
    το ένα πίσω από το άλλο, πάνω από το γόνατο ένας μακρινός λόφος…
    ‘Ο,τι θολώνει νωρίς το βλέμμα, το βράδυ το σπάει, δεν είναι ουράνιο σώμα.
    Μια θήκη είναι, με μαλακή βάτα, για το κουρασμένο μυαλό.

    Χιόνισε. Κοιτάξτε, μπροστά από το σπίτι, τη λευκή μεγαλοπρέπεια.
    Φέρτε το κορμί σας, το λεπτό εργαλείο, σε θέση. Κρατήστε
    την αναπνοή σας λίγο. Ρυθμίστε ακριβώς, αυτό που είναι για εντοπισμό
    έτσι πλασμένο όπως κανένας εξάντας – αυτό τo οπτικό εργαλείο
    με τους φακούς του. Αντιλαμβάνεστε κάτι; Και το εργαλείο, που μας χρησιμεύει για προσανατολισμό στο χώρο, είναι μόνο
    ένα σώμα, για το οποίο ισχύουν οι νόμοι του Ευκλείδη. Φτιαγμένο
    από πρωτείνη, αλλά σαν στο είδος από γυαλί – τίποτα που να θρυμματίζεται,
    κι όμως στην αναρρόφηση της γήινης βαρύτητας, ακολουθεί,
    τρωτό, αν και πράγμα, τη διδασκαλία της διάθλασης.

    Μη γελάτε, κύριε. Γνωρίζετε τόσο καλά, ως κάθε Physicus
    τις δύο θαυματουργές σφαίρες. Στοίχημα, με νεκροτομικά εργαλεία
    έχετε τεμαχίσει τα μηλαράκια, τις λεπτές ίνες νεύρων,
    διακλαδωμένες στην πρωτεΐνη, γύρω γύρω όπως έξω από το παράθυρο
    το έργο των ριζών των δέντρων κάτω από το φρέσκο χιόνι.
    Πολύ περισσότερα ξέρατε εσείς από τον κάθε ποταπό ανατόμο
    για την ίριδα και την κόρη, αρχιμάστορα Metaphysicus.
    Κανένας οφθαλμίατρος – ένας φιλόσοφος ανέβηκε στον λεπτό πάγο
    πρώτα με τη μπερδεμένη ερώτηση: τι σημαίνει να βλέπω; Que sais – je !
    ‘Ισως βοηθάει το χιόνι, την αντίληψη να κατανοήσεις.

    Το χιόνι αφαιρεί. Υποθέστε, έχει φτιάξει το κρεβάτι για τη λογική.
    ‘Εχει αποκοιμίσει τους δρόμους, στους οποίους διαφορετικά
    θα χανόταν ο συνειρμός των σκέψεων. Το τοπίο μοιάζει με πλάκα
    από σχιστόλιθο, στιλπνά σφουγγαρισμένη, γερμένη κατά ενενήντα μοίρες.
    Στο χειμερινό φως, ακτινοβολεί το πιο φωτεινό δωμάτιο lucida.1
    Μέσα από τη χαραμάδα πάει η ακτίνα του βλέμματος
    κοφτά στον ορίζοντα κι έρχεται πάλι πίσω. Κανένα δύσκολο μονοπάτι,
    μόνο προοπτικές. Από τον πάγο καθαρισμένο το τραπέζι ιχνογραφίας
    – ένα ιδανικό έδαφος
    για Discours, κύριε. Allez! Για τη μέθοδο.

    ‘Αντε, σηκωθείτε επιτέλους. Ο ήλιος δε σας περιμένει.
    Σηκωθείτε από τα ανακατωμένα σεντόνια, πριν το Υπέροχο λιώσει
    και η βρομιά θολώσει την ορατότητά σας όπως πάντα.
    Φρέσκο χιόνι είναι πολύτιμο όπως τα μεγάλα διαμάντια,
    για τα οποία κανείς διεξάγει πολέμους και ανταλλάσσει επαρχίες.
    ‘Ενας χρυσοχόος, το χιόνι. Διαμορφώνει, όπου πέφτει.
    Στρογγυλεύει προς τα πάνω και προς τα κάτω
    και μεταφέρει σε όμορφες καμπύλες, για τις οποίες η φυσική τότε,
    ζωηρή σαν χελιδόνι, βρίσκει τη φόρμουλα.
    Κύριε, σκεφτείτε, τι Σας διαφεύγει, χάνοντας χρόνο.
    Για Εσάς, έχει, για Εσάς, χιονίσει όλη τη νύχτα.»

  3. Οι χιονάνθρωποι

    Προσπαθήστε συνάνθρωποι,
    να τους καταλάβετε
    τους χιονάνθρωπους.
    Μας μισούνε γιατί,
    ξέρουνε πως σαν έβγει ο ήλιος,
    ό,τι είναι φτιαγμένο από χιόνι,
    θα λιώσει.

    Φώτης Αγγουλές

    Πολύ χαίρομαι που μαθαίνω ποιήματα που δεν τα ήξερα και τα βλέπω για πρώτη φορά. Μου φαίνεται ότι, εμμέσως πλην σαφώς, παρακινήθηκες να ψάχνεις κι εσύ, Γιάννη, όλο και πιο πολύ, για όλο και πιο πολλά κι ενδιαφέροντα ποιήματα. Εξαιτίας σου λοιπόν, όλο και εμπλουτίζω τη συλλογή μου.

    Χιονάνθρωπος

    Μην τον πλησιάζετε.
    Αν του αγγίξετε το χέρι
    θ’ αρχίσει να λιώνει.
    Ένα φιλί στο μάγουλο
    του ανοίγει πληγή.

    Όχι πως δε σας αγαπά
    όλους εσάς με τα ζεστά τα χέρια
    με τη θερμή καρδιά.

    Μα προτιμά να ‘στε μακριά του.
    Αφήστε τον στην παγωνιά
    που τον κρατά στη ζωή.

    Γιώργης Μανουσάκης
    από τη συλλογή Χώροι αναπνοής, 1988

  4. Καλησπέρα, Αγγελική!… Εγώ να δεις πόσα μαθαίνω από σένα!!!…Η αλήθεια είναι ότι και οι δυο μας το ψάχνουμε πολύ κι αυτό για μένα, αλλά και για σένα νομίζω, είναι μεγάλη ευχαρίστηση!… Να σου πω δε ότι οι περισσότερες επισκέψεις που έχω στο μπλογκ μου αφορούν το «Πες το με ποίηση»!…Σ’ ευχαριστώ από καρδιάς!… Καλά Χριστούγεννα, υγεία, αγάπη και πάντα «αγκαλιά» την αγαπημένη μας ποίηση!!!

    -Από την «Εαρινή Συμφωνία» του Ρίτσου:
    «Θ’ αφήσω/ τη λευκή χιονισμένη κορυφή/ που ζέσταινε μ’ ένα χαμόγελο/ την απέραντη μόνωσή μου. – Θα τινάξω απ’ τους ώμους μου/ τη χρυσή τέφρα των άστρων/ καθώς τα σπουργίτια/ τινάζουν το χιόνι/ απ΄ τα φτερά τους.»

    -Νίκος Πενταράς, «ΧΙΟΝΙΖΕΙ ΜΝΗΜΕΣ»

    «Χιονίζει μνήμες απόψε
    κι ένας χιονάνθρωπος
    στην αυλή της νύχτας
    βάφει στα λευκά
    την άχρωμη χαρά
    της μοναξιάς του.»

    -Χριστίνα Αβρααμίδου, «Όλες οι μέρες χιόνι»

    «ΜΗΝ προσπαθείς τόσο πολύ.
    Η άσπρη μέρα που θα ’ρθει
    θα ’ναι γεμάτη χιόνι.

    Και μην κουράζεσαι πια πολύ
    οι μέρες σου όλες άσπρες,
    όλες οι μέρες
    χιόνι.»

    -William Carlos Williams, «Χιονοστρόβιλος»

    «Χιόνι:
    χρόνια οργής ακολουθούν
    άεργες ώρες που ο αέρας θα τις πάρει.
    Ο χιονοστρόβιλος
    το βάρος του σωριάζει
    όλο και πιο βαθιά, για τρεις μέρες άραγε,
    για εξήντα χρόνια; Ιδού τότε
    ο ήλιος! Ενας σωρός από
    ξανθές νιφάδες γαλανές.
    Δέντρα αναμαλλιασμένα διακρίνονται
    σε μακριές αλέες
    πάνω απ’ την άγρια ερημιά.
    Γυρίζει ο άνθρωπος κι αίφνης προβάλλει
    το μοναχό του μονοπάτι εκτεινόμενο
    πάνω σ’ ολόκληρη τη γη»

  5. Ludovico Einaudi – The Snow Prelude N. 15

    Σου εύχομαι κι εγώ με τη σειρά μου,
    Γιάννη,
    Χρόνια πολλά για τις μέρες και κάθε καλό
    με ολίγη από Καρούζο επί του θέματος.

    Κι αν χιονίζει στο πνεύμα
    κι αν κρυώνουν οι μεγάλες
    ιδέες
    ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει.
    [Νίκος Καρούζος: 5.01.1985]

    Winter’s Prelude & Snow Dance – David LANZ ft Kristin AMARIE

  6. Καλές γιορτές από καρδιάς, Αγγελική!!!…Grazie mille!!!!

    -FRANÇOIS VILLON, «ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΑΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ»
    (ή «Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;»

    «Πού νά ’ναι –να μου πει μπορεί κανείς–
    Η ξακουστή ομορφιά της Ρώμης Φλόρα,
    Η Αρχιπιάδα, η ξαδέρφη της Θαΐς
    Που ακούστηκε όπου γης χωριό και χώρα;
    Κι η Ηχώ η αντιλαλούσα, που ’χε δώρα
    Ομορφιάς, που γυναίκα άλλη καμιά
    Ανθρώπου δεν απόχτησε ώς με τώρα;
    Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;

    Πού βρίσκεται η τετράσοφη Ελοΐς,
    Που ο Πέτρος Επαγιάρ, σε μαύρην ώρα,
    Γι’ αυτή ευνουχίστη και στο Σαιν Ντενίς
    Έθαψε τη ζωή του ρασοφόρα;
    Κι η Ρήγισσα, που αφού έκαμε τη γνώρα
    Του Μπουριντάν, την άνομη, βαθιά
    Τον έριξε στη Σεν, πού νά ’ναι τώρα;
    Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;

    Βασίλισσα Λευκή, άστρο της αυγής,
    Που γλυκοτραγουδούσες ποθοφόρα,
    Μπέρτα μεγάποδη, Μπιετρίς, Αλίς,
    Αρεμβουργίς που ’χες της Μαιν τη χώρα,
    Ιωάννα, που στη Ρουένη λευκοφόρα
    Οι Άγγλοι σε κάψανε μαρτυρικά,
    Στ’ όνομα της Παρθένας, πού είστε τώρα;
    Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;

    Πρίγκηπα, όπου κι αν ψάξεις κι όσην ώρα;
    Του κάκου· δεν τις βρίσκεις πουθενά,
    Κι αυτήν την επωδό ξέχασ’ τη τώρα:
    Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;»
    (Από το βιβλίο: François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Πλέθρον)

  7. «Χιόνια στο καμπαναριό που Χριστούγεννα σημαίνουν»…
    Χρόνια πολλά Γιάννη και Αγγελική και να είστε καλά 🙂

  8. Ευχαριστώ πολύ, Petra!!!…Εύχομαι τα καλύτερα!!!

    -Βέρα Πάβλοβα, [Μόνο χιόνι]:

    «Θα΄ναι χειμώνας, θαρρώ, όταν έρθει./ Από την αφόρητη λευκότητα του δρόμου/ μια κουκίδα θα φανεί, τόσο μαύρη που τα μάτια θα θαμπώσουν,/ και θα πλησιάζει για ώρα πολλή, πάρα πολλή/ αντισταθμίζοντας την απουσία του με τον ερχομό του,/ και για ώρα πολλή, πάρα πολλή κουκίδα θα μείνει./ Ένας κόκκος σκόνης; Ένα κάψιμο στο μάτι;

    Χιόνι,/ Τίποτα άλλο δεν θα υπάρχει, μόνο χιόνι,/ για ώρα πολλή, πάρα πολλή, τίποτα άλλο,/ κι αυτός το χιονισμένο πέπλο θα παραμερίζει,/ μέγεθος θα αποκτά και τρεις διαστάσεις,/ κι όλο και περισσότερο θα πλησιάζει…/ Αυτό είναι το όριο, δεν μπορεί να έρθει πιο κοντά. Μα αυτός συνεχίζει να πλησιάζει,/ και τώρα είναι τόσο πελώριος που δεν μπορείς να τον μετρήσεις…»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: