Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (75ο): «Φόβος»….

 

-«Μην τους φοβάσαι, στο φόβο σου ποντάρουν» (Γιάννης Ρίτσος)

 

 

-«…Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα…»
(Κική Δημουλά)

 

 
-Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, «Φόβος το νέο πάθος»
“Οι πληγές δεν ανθίζουν πια
σε ποιήματα και τραγούδια ·
κακοφορμίζουν μονάχα.
Η θάλασσα δεν είναι πόθος
που πλέει στ’ανοιχτά
αλλά φόβος του βυθού.
Τι έγινε η χαρά της ζωής
που καταχτούσε την κάθε στιγμή
ακόμη κι όταν η μέρα ξημέρωνε δυσοίωνη;
Τώρα πόνος κανένας
δε μαστίζει το κορμί
αλλά το μέσα το αλυσοδένει
ένας νέος παντοδύναμος τύρρανος:
ο φόβος.
Ήρθε ο φόβος και σάρωσε
όλα τα πάθη.
Ο έρωτας τώρα μοιάζει
πότε με ζητιάνο στη γωνιά
και πότε με γελωτοποιό χωρίς δουλειά
αφού κανέναν πια δεν κάνει να γελάσει.
Ένα είναι το πάθος · ο φόβος
π’απλώνεται σαν σάβανο
και όλα τα σκεπάζει.
Φόβος για την κατάρρευση
της φύσης, του κορμιού, του κόσμου.
Τώρα αντί να ουρλιάζει το μέσα
«Τι ωραίος που είναι αυτός!»
μια είναι η φωνή που κυριαρχεί:
«Πρόσεχε!»”

 

 
-Raymond Carver, «ΦΟΒΟΣ»

«Φόβος ότι θα δω ένα περιπολικό να μπαίνει στο στενό όπου μένω
Φόβος ότι θα με πάρει ο ύπνος το βράδυ
Φόβος ότι δεν θα με πάρει ο ύπνος
Φόβος ότι το παρελθόν θα ξυπνήσει
Φόβος ότι το παρόν θα πετάξει
Φόβος ότι το τηλέφωνο θα χτυπήσει μες στη μαύρη νύχτα
Φόβος για τις καταιγίδες
Φόβος για τη καθαρίστρια που έχει ένα σήμάδι στο μάγουλο !
Φόβος για τα σκυλιά για τα οποία μού έχουν πει πως δεν δαγκώνουν
Φόβος αγωνίας !
Φόβος ότι θα πρέπει να αναγνωρίσω το πτώμα ενός φίλου
Φόβος ότι θα μου τελειώσουν τα λεφτά
Φόβος ότι θα έχω πάρα πολλά, αν κι οι άνθρωποι δεν θα το πιστεύουν
Φόβος για τα ψυχολογικά προφίλ
Φόβος ότι θα αργήσω και φόβος ότι θα φτάσω πριν από όλους
Φόβος για τον γραφικό χαρακτήρα των παιδιών μου σε φακελλους
Φόβος ότι θα πεθάνουν πριν από μένα και ότι θα νιώθω ενοχές
Φόβος ότι θα πρέπει να ζήσω με τη γριά μάνα μου , άταν γεράσω
Φόβος σύγχυσης
Φόβος ότι η σημερινή μέρα θα τελειώσει με μια άσχημη είδηση
Φόβος ότι θα ξυπνήσω και θα έχεις φύγει
Φόβος ότι δεν αγαπώ και φόβος ότι δεν αγαπώ αρκετά
Φόβος ότι αυτό που αγαπώ θα αποβεί ολέθριο γι ‘ αυτούς που αγαπώ
Φόβος θανάτου
Φόβος ότι θα ζήσω υπερβολικά πολύ
Φόβος θανάτου

Αυτό το είπα»

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Φοβάμαι»
«Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.»

 

 
-Γιάννη Ποταμιάνος, « Ο φόβος»

«Σε βρήκα
Σπίτι ακατοίκητο,
αραχνιασμένο
Τα δωμάτια καθάρισα
Τα έπιπλα τακτοποίησα
Έβαψα τους τοίχους
Έστρωσα τα χαλιά
Και σε περίμενα
Και όταν ήρθες
θέλησα να φύγω
Φοβήθηκα
Φοβήθηκα τόσο πολύ,
το τακτοποιημένο σπίτι
Νοιώθω πιο ασφαλής
στην αραχνιασμένη μου ζωή
Νοιώθω πιο ασφαλής
Να κουρνιάζω στα κλωνάρια
της ποίησης
Ας ουρλιάζω τα βράδια
Ας χάνομαι
όταν ξυπνάει ο λύκος
της μοναξιάς
Πως θα αντέξεις το αίμα
να ρέει στο προσκέφαλο;
Την υγρασία στα σεντόνια
της αγωνίας;
Φοβάμαι σου λέω
τα τακτοποιημένα όνειρα
Φοβάμαι το κορμί σου
να καταδυναστεύει
τη σκέψη μου
Σαρκοβόρα λουλούδια
τα μάτια σου
Απειλούν την αυτοτέλειά μου
Έστω κατασπάραξέ με
στην κάμαρα με τις κόκκινες
κουρτίνες
Μόνο σε παρακαλώ
άσε στην καρδιά μου, ελεύθερη
μια μικρή γωνιά
Να λουφάξει το ποίημα,
φοβάται»

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (75ο): «Φόβος»….

  1. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης είπε τα πιο συγκλονιστικά «φοβάμαι»… Να είσαι καλά φίλε Γιάννη και με γεια η ανακαίνιση :)) Καλό βράδυ και καλό σ/κ!

  2. Καλημέρα, Petra, καλή Κυριακή!… Ευχαριστώ!

  3. Καλησπέρα, Γιάννη! Ήρθα τρέχοντας. Ασθμαίνουσα. Άργησα;
    Πολύ ωραία ποιήματα μας παράθεσες για ορεκτικά. Να δούμε και τη δική μου σοδειά.

    1. Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.

    Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
    φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
    φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
    φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
    καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
    φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
    φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
    μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
    νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.
    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, απόσπασμα

    2.
    V
    Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
    φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
    φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι
    του παιδιού μας
    φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά.
    Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
    Και τότε
    όλα τα βράδια κι όλα τ’ άστρα κι όλα τα τραγούδια
    θα ‘ναι δικά μας.
    ΛΕΒΑΔΙΤΗΣ, Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

    Έλσα, σε φοβάμαι –Φλέρυ Νταντωνάκη

    3. Τίτος Πατρίκιος, Η ανάκριση

    Εκείνος που μ’ ανέκρινε
    ήξερε πως φοβόμουν
    μα δεν του αρκούσε
    ήθελε να με κάνει
    κι άλλο να φοβηθώ
    αυτό ήταν το λάθος του
    γιατί είχα φτάσει πια
    εκεί που τελειώνει ο φόβος.
    Δεν του απάντησα σε τίποτα
    έχει κι ο φόβος τα όριά του
    όμως αυτό δεν το ήξερε
    όπως δεν το ήξερα κι εγώ
    αργότερα το κατάλαβα
    πόσο φοβόταν κι εκείνος
    όχι μονάχα που τα πράγματα
    μπορούσαν κάποτε ν’ αλλάξουν
    αλλά και για τα όσα θα ‘βρισκε
    αργά γυρίζοντας στο σπίτι του.
    (βλ. Τίτος Πατρίκιος, Η αντίσταση των γεγονότων, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2000)

    4. Το μέλλον με φόβο ατενίζω

    Το μέλλον με φόβο ατενίζω
    Το παρελθόν με νοσταλγία αναπολώ
    Και, σαν κακούργος πριν την εκτέλεση,
    Γύρω μου αναζητώ μια αδελφική ψυχή ∙
    Θα έρθει, άραγε, της λύτρωσης ο αγγελιοφόρος
    Να μου αποκαλύψει το σκοπό,
    Το στόχο των ελπίδων, των παθών,
    Να μάθω τι μου όρισε ο Θεός,
    Γιατί τόσο πικρά απέρριψε
    Της νιότης τις ελπίδες.
    Στη γη το μετρικό της έδωσα
    Του έρωτα, των ελπίδων, του καλού και του κακού ∙
    Έτοιμος ήμουν ζωή νέα ν’ αρχίσω,
    Η ώρα ήρθε: περιμένω, σιωπώ ∙
    Εγώ στον κόσμο τον αδελφό δεν εγκαταλείπω,
    Σκοτάδι αγκαλιάζει και παγωνιά
    Την κουρασμένη μου καρδιά ∙
    Σαν πρώιμος καρπός, χωρίς χυμό
    Εκείνη μαράθηκε στις θύελλες της μοίρας
    Κάτω από το χλωμό τον ήλιο του Είναι.

    Μιχαήλ Λέρμοντοφ
    Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

    Τι είναι αυτό που τόσο σε φοβίζει, Λέκκας

    Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος…

    Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
    Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
    Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
    Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
    Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
    Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
    Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
    Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
    (κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
    βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
    πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
    διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
    Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
    Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
    Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
    Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
    Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
    Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
    Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
    Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
    Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
    Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
    Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;

    Μανόλης Ἀναγνωστάκης

    5. Ο τρόμος μου σε παραλλαγές

    Δεν έγραψα ποτέ ποιήματα.
    Ό,τι διαβάζετε,
    είναι ο τρόμος της ψυχής μου.
    Δοσμένος σε παραλλαγές.
    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    Τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι, Θηβαίος

    6. Φοβάμαι

    Κοιτάξτε με: μέσα μου ο φόβος κατοικεί.
    Πίσω από αυτά τα γαλήνια μάτια, σε αυτό το σώμα που αγαπά: ο φόβος.
    Ο φόβος την αυγή καθώς αναπόφευκτα ο ήλιος θα ανέβει και αναγκαστικά πρέπει να τον δω, όταν σουρουπώνει, γιατί μπορεί να μην ανατείλει αύριο.
    Προσέχω τους μυστήριους θορύβους αυτού του σπιτιού που γκρεμίζεται,
    και τα φαντάσματα, σκιές που με περιβάλλουν και φοβάμαι.
    Πιο σίγουρη είμαι στον ύπνο μου με το φως αναμμένο
    παίρνω στα χέρια μου λόγχες, ασπίδες, παραισθήσεις.
    Όμως αρκεί μόνο ένας λεκές στο τραπεζομάντιλο
    για να με κατακλύσει πάλι ο τρόμος.
    Τίποτα δεν με ηρεμεί, τίποτα δε με γαληνεύει:
    ούτε αυτή η άχρηστη λέξη, ούτε αυτό το πάθος του έρωτα,
    ούτε ο καθρέφτης όπου βλέπω ήδη το νεκρό πρόσωπο μου.
    Ακούστε με προσεκτικά, φωνάζω: Φοβάμαι.

    Μαρία Μερσέδες Καρράνθα

    7. Όταν φοβάμαι (1818)

    Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω,
    και θα ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
    τόμους δεν θα ’χω στοιβαγμένους ως επάνω,
    σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου•

    όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
    πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
    και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θα ’ρθει μέρα
    με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω•

    κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
    ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
    τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω•

    τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
    σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
    και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.

    John Keats
    Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

    Όλα αυτά που φοβάμαι, Πρωτοψάλτη

    8. Μερικές Φορές Φοβάμαι Πολύ

    όταν
    φοβάμαι λίγο
    βάζω
    μουσική

    ντίσκο ταγκό αρχαίες
    ρούμπες – ό,τι βρω
    μπροστά μου

    όταν με πιάνει
    απ’ το πόδι,
    (άσθματα, δύσπνοιες και
    τα λοιπά)
    τηλεφωνώ σε
    φίλους

    νέα, παλιά, τι κάνει
    ο τάδε, ναι βρε παιδί μου,
    τι το ’θελε
    κι εκείνη
    το ψαλίδι!

    όταν αρχίζει ν’ ανεβαίνει
    ο Έβρος, τζάμια,
    πολύφωτα στην αμμουδιά,
    σπίτι να
    τρίζει, κάτωχρη σας
    λέω

    τότε μονάχα
    κάνω
    το σταυρό μου
    ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ

    9. ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ

    Έπαθα ό,τι ανέκαθεν φοβόμουν.
    Φοβόμουν ότι θα γεράσω, και γέρασα.
    Φοβόμουν ότι θα πεθάνει ο πατέρας μου και δεν θα τον ξαναδώ.
    Φοβόμουν μήπως με βλέπουν στα σκοτεινά μου και όλα τυφλώθηκαν,
    Φοβόμουν τους ανθρώπους της Νέας Ελλάδας με τα πολλά δικαστήρια και τα πολλά ιατρεία.
    Φοβόμουν πως θα μου ζητούσαν ν’ αλλάξω συμπάθειες. Πως θα με απέφευγαν για την λατρεία του ήρωα και του χώματος.
    Φοβόμουν μήπως ξεμείνω στα ξένα, και ξέμεινα.
    Φοβόμουν πως θα γίνω δημόσιος υπάλληλος με προϊστάμενο και μπλἐηζερ.
    Φοβόμουν το φθόνο των φίλων και τους φθόνησα.
    Φοβόμουν τα χρέη κι έκτοτε δουλεύω για τις τράπεζες και τους τοκιστές.
    Φοβόμουν τα θερμοκήπια της ηδονής και όσους φωτίζουν εν Θεώ τους κρύφιους δρόμους.
    Φοβόμουν πως θα κρατάω στο χέρι μου το κλειδί και δεν θα το βρίσκω.
    Φοβόμουν το μαύρο ναυάγιο κάτω από τη σκάλα της ζωής.

    Η φράση του Πλάτωνα έχει ως εξής: ο άνθρωπος είναι σαν να τα ξέρει όλα στον ύπνο του και όλα να τα αγνοεί στον ξύπνιο του.

    Αντώνης Ζέρβας, [Λογαριασμοί υπό την ουράνια αιωνιομηδαμινότητα, 1999]

    Tρόμαξα, Μαχαιρίτσας – Βιτάλη

    10. Φόβος

    Ψες, εφοβήθηκα πολύ το θάνατο, –
    μέσ’ στο σκοτάδι και στο ψύχος –
    όλες εκείνες οι πόρτες ανοιχτές
    τον άφηναν ελεύθερον νάρθει κοντά μου.
    Τον προμηνούσε το ψυχρό σκοτάδι.
    Μονάχο ήταν το σώμα μου και φοβισμένο,
    που φοβούνταν, δεν μπορούσε
    με τη ζωή του να επιβληθεί,
    δεν πίστευε σ’ αυτή,
    Ήταν πολλά τ’ ανοίγματα
    και δεν μπορούσε να προφυλαχτεί,
    πολύς εσχηματίζονταν ο θάνατος,
    πολύμορφος, πλατύς, μεγάλος,
    αόριστος, με το μεγάλο πρόσωπο,
    σκληρός, ταχύς και αλαφρός.

    Όλες εκείνες οι πόρτες ανοιχτές,
    που άφηναν το σκοτάδι και το ψύχος
    δυνατό να προχωρεί απάνω μου,
    συμμαζευόμουν μέσ’ στο φόβο μου,
    μονάχος μου μ’ αυτόν βρισκόμουν
    κι ο θάνατος μπορούσε ελεύθερα
    να προχωρήσει απάνω μου∙
    όπως εφανταζόμουν, πως τον έβλεπα,
    χωρίς καμία θαλπωρή τριγύρω μου,
    σκοτάδι ανεμπόδιστο κι αδέσμευτο.

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, Από τη συλλογή Η εποχή τού θανάτου (1948)

    Εγώ φοβάμαι τους ανθρώπους, Χατζής-Τουρνάς

    11. Ο φόβος

    Κάθε φορά μετά τη φυσική εξόντωση
    -όταν έπλεναν τα χέρια τους-
    Τελειώσαμε, έλεγαν.
    Μα σαν έπιαναν το ποτήρι με το κρασί,
    μπροστά στα ξεφούσκωτα στήθη
    της κρυφής τους ερωμένης,
    έρχονταν ο φόβος, σιωπηλός θάνατος,
    μέσα απ’ τα εκτελεσμένα χαμόγελα,
    από το σκοτωμένο δάκρυ.
    Κι όσο χορτάριαζαν οι τάφοι,
    τόσο ο φόβος μεγάλωνε.
    Τώρα, οι χωροφύλακες
    πυροβολούσαν τις αναμνήσεις
    κι αυτές παιγνίδιζαν.
    Φορές, φορές,
    ξεψυχούσαν προδομένες
    στις καρδιές των κουρασμένων,
    μα πάλι ανασταίνονταν
    στους πλημμυρισμένους δρόμους-ανοιξιάτικοι δρόμοι με τις φωνές-,
    στα μικρά πουλιά που χτίζανε
    παλεύοντας με τις νυχτερίδες.

    Ο σπόρος κάρπιζε στην πέτρα,
    η οργή μεγάλωνε στη σιωπή…
    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΙΛΟΣ

    12. ΑΓΓΕΛΕ ΜΟΥ

    Ο χειρότερος φόβος
    είναι αυτός του να φοβάσαι,
    γιατί μόνο τότε δε ζεις.

    Τόσο εύκολο να ανοίξεις
    τα φτερά σου
    για να ζεις μα πάντα προτιμούμε να φοβόμαστε,
    να φοβόμαστε να πετάξουμε.

    Τούτο είναι που σε κρατά πίσω,
    τούτο που σε σκοτώνει.

    Τα φτερά σου έχω εδώ
    τά ’χες αφήσει πληγωμένα,
    θυμάσαι (;)
    τώρα πια δεν πονούν,
    είναι λευκά
    όπως τότε,
    τότε που χαμογελούσες
    σαν ήσουν ερωτευμένος
    και ξέγνοιαστος.

    Είμαι εδώ,
    κρατημένα τά ’χω
    έλα πάρ’ τα, έλα πάρ’ τα
    να πετάξεις
    κι ας μη μου κρατήσεις το χέρι.

    Πάρε μου τα φτερά σου,
    μα μη μου παίρνεις το γέλιο σου!
    Αυτό
    πάντα θα το λαχταρώ,
    πάντα θα το νοσταλγώ,
    θα το ποθώ.
    ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΓΚΕΣΟΥΛΗ

  4. Καλημέρα, Αγγελική! Καλή εβδομάδα και καλό μήνα!!!
    Υπέροχο το σχόλιό σου, τόσα ωραία ποιήματα (που μερικά δεν τα γνώριαζα) και όμορφα τραγούδια!!!…Grazie mille!

    «…Τη μιαν ημέρα έτρεμα
    την άλλην ανατρίχιαζα
    μέσα στο φόβο
    μέσα στο φόβο
    πέρασε η ζωή μου…» (Μίλτος Σαχτούρης)

    -«κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
    με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.» (Τάσος Λειβαδίτης)

    – «Οι ποιητές κατοικούν έξω απ’το φόβο.
    Κι όπως ο ήλιος φωτίζει απ’ευθείας, κι εκείνοι: μιλούν
    απ’αυθείας. Παλάμη δεν δύναται να τους κλείσει το στόμα,
    να δεσμεύσει το θείο τους πάθος.»
    (Ν. Βρεττάκος)

    -«Κι οι καρδιές μας ξεριζώνουνται, το μυαλό μας ξεφλουδίζεται σαν τις
    φλούδες του κρεμμυδιού, κι ο εαυτός μας χαμένος χαμένος
    Σ’ ένα τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει.»
    (T. S. Eliot, Φονικό στην Εκκλησιά)

    -Charles Simic, «Φόβος»

    O φόβος από άνθρωπο σε άνθρωπο περνά
    Ανεπαισθήτως
    όπως στη φυλλωσιά το ρίγος μεταδίδεται
    Φύλλο το φύλλο

    Το δέντρο ξάφνου σύγκορμο ριγά
    Και δεν υπάρχει ίχνος του ανέμου
    (Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

    -ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, [Θέλω να γράψω ένα ποίημα για το φόβο]
    ΙV
    «Θέλω να γράψω ένα ποίημα για το φόβο
    Που σαν τον έρωτα σε συνεπαίρνει˙
    Πνίγεσαι στο χτυποκάρδι
    Ψάχνεις μια λογική ακτή για να πατήσεις.
    Απεχθάνεσαι το φόβο
    Λατρεύεις τον έρωτα
    ‘Ομως είναι και τα δύο πέλαγα
    Χωρίς ορίζοντα
    Κι έχεις απωλέσει και στα δύο
    Τη διακυβέρνηση του εαυτού σου.
    Αχ οι μυρωδιές του έρωτα
    Απ’ τις γλάστρες-μασχάλες…
    Αλλά και στο φόβο
    Λιγοθυμάς με τη μουσική του πλανόδιου
    Μην είναι η τελευταία της ακοής σου συνουσία.
    Θέλω να γράψω ένα ποίημα
    Για του φόβου την παντοδύναμη παρουσία˙
    Ξεχνάς όλα τ’ αποδεικτικά στοιχεία
    Γιατί όπως και στον έρωτα σου είναι αδιάφορη
    Η προϊστορία εκείνου.
    Θέλω να φοβάμαι
    Πως με τη γραφή δεν θ’ απαλλαγώ
    Αλλά θα θεριέψει ο φόβος
    ‘Οπως και τον έρωτα τον μεγαλύνει ο λόγος.»

  5. Καλό μήνα!

    1. Φοβάμαι

    Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης
    όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού
    πάντοτε για την άλλη εξεταστική.

    Γιατί τα λόγια απομακρύνονται
    όταν διαστέλλονται οι μορφές
    κι ό, τι φωνάζω
    δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη
    αλλά μια σιωπηλή παραδοχή
    που ο σαλεμένος νους αποκαλεί
    χρόνο μες στα εγκόσμια
    παγίδα για να πιάνεται η αγάπη
    πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει
    αφού φημολογείται ότι τη νύχτα
    εξ άπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής
    και τρέμει – βίαια μην την πετάξει έξω.

    Και τότε
    δε μένει πια κανείς εδώ;
    Κανείς που από το παρελθόν του
    να έχει πια παραιτηθεί;

    Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα
    που δεν γυρεύουν να σωθούν
    μόνο να νικηθούν από την ομορφιά
    να διαψευστούν
    και ό, τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών
    να δούνε να σωριάζεται
    απ’ τη βεγγαλική κραυγή

    φοβάμαι.

    Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
    από τη συλλογή Όροφος μείον ένα, 2008

    2. καταβύθιση

    έβγαλα βόλτα σήμερα
    την κόρη μου στο πάρκο
    την κρατούσα απ’ το χέρι και προχωρούσα
    στην παιδική χαρά με τις κούνιες
    τις τσουλήθρες τις τραμπάλες τα μονόζυγα

    τι συνέβη τώρα κι έγινε
    η κόρη μάνα μου κι εγώ
    το παιδί που την άρπαζα
    απ’ το φουστάνι κι έτρεμα
    να μη μου φύγει και τη χάσω
    ποτέ δεν το κατάλαβα αναγνώστη

    έτρεμα μόνο ελάφι στο δόκανο
    κι απ’ την πολλή την ένταση
    να τρέξει ο χρόνος
    να γλιτώσω από τον τρόμο
    έγινα γέροντας
    και δίπλα η κόρη μου γυναίκα πλέον
    να με βαστάζει από το μπράτσο
    βόλτα πηγαίνοντάς με στο πάρκο
    σακάτη από τα γηρατειά

    κι η τρομάρα του παιδιού
    είναι αλήθεια μου πέρασε
    γιατί εκεί που έφτασα
    δεν είχα τίποτα πια να χάσω

    μ’ αδράχνει τότε ακόμα πιο μεγάλος τρόμος
    – που δεν είχα τίποτα πια να χάσω –
    πολύ μεγάλος τρόμος αναγνώστη
    τόσο μεγάλος και βαρύς που γλιστράω
    από της κόρης μου το χέρι
    και βουλιάζω
    βουλιάζω μες στην καταπράσινη
    τη χλόη του πάρκου

    Στάθης Κουτσούνης
    από τη συλλογή Έντομα στην εντατική, 2008

    3. Ο φόβος

    Υπόγειος κόσμος της σύγχρονης λήθης
    φώτα εκτυφλωτικά
    συσκοτίζουν τις διαδρομές των ονείρων
    στάζουν τα απόνερα
    από τη σοφίτα της ιστορίας
    μια ψιλή βροχή
    στα πρόσωπα της νεότητας
    νήματα αμέτρητα σε πολύπλοκους συνδυασμούς
    το καλειδοσκόπιο φωτίζει
    κάθε φορά διαφορετική επιφάνεια
    η φωνή του ζώου στα ερείπια
    ένα κρυπτογράφημα του όλου
    στροβιλίζεται αδιάκοπα η σφαίρα
    το κέντρο παντού
    αόρατη η περιφέρεια
    το αλφάβητο του κόσμου ασύλληπτο
    ο φόβος του φωτός
    δυναμώνει τους προβολείς
    παραμορφώνει τα χρώματα
    βήματα, αντίλαλοι
    το χθες, ο έρωτας, οι νεκροί
    των καιρών ο σφυγμός
    σιωπή
    τα ακροδάχτυλα στο σώμα ψηλαφούν
    τον ανεπαίσθητο χτύπο
    από το κοινό κέντρο
    την τελική λέξη
    απ’ όλα τους φθόγγους
    όλους τους συνδυασμούς
    σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου
    αίφνης
    μια ρωγμή
    μιαν αδόκητη στιγμή
    το σεντούκι του χρόνου αποκαλύπτει
    σύμβολα φυλαχτά
    οιονεί σχήματα πιθανών κόσμων.
    Η ζωή συνεχίζεται
    τώρα πια αλλιώς

    Βικτωρία Καπλάνη

    4. ΤΟΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΤΑΡΑΧΕΣ

    Φόβος και τρόμος: του αίματος η πρωτοπορία
    χασάπικο της ανάσας τα πλεμόνια μου στην αιθρία
    φιλοδώρημα μεταφυσικό η φαντασίωση
    μηρυκάζοντας στη βοσκή μου δροσερά δευτερόλεπτα
    στο θνητό της ημέρας εικόνισμα: το σούρουπο
    οπού τη νύχτα
    την κλώθει
    την εξαναγκάζει
    σε φανέρωση πάλι.
    Σύννεφα διφορούμενα σαθρά τ’ ουρανού σκαλαθύρματα
    ή φληναφήματα;
    στα μάτια σας διαβάτες και εποχούμενοι
    πυροφάνι ασταμάτητα ο σκοπός –
    ανάμεσα σε οπαδούς και πλειοψηφίες
    υποφέρω την άσπιλη κίνηση.
    Ζωώδης επάρκεια
    υλοφροσύνη σε επίπεδο ορυκτού;
    Μένω άναυδος φλερτάροντας
    από ώρα το ξυραφάκι.
    Μονότερμα η συμφορά κ’ η αλκοόλη ερωτεύεται
    στίλβουσα το νευρικό μου σύστημα
    προκαλώντας των κυττάρων του την αφόρητη έξαψη.
    Αχ τι αφλογιστία να γράφουμε ποιήματα…
    NIKOΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Θα ‘ρθει μια μέρα, Παυλίδης

    5. ΘΑ ‘ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

    Θα ‘ρθει μια μέρα
    που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
    θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
    θα είναι χαρτί που στροβιλίζει ο αέρας μακριά.

    Και θα ξυπνήσω απ’ το βαθύ, απ’ το μεγάλο λήθαργο
    που με κρατάει μακριά σου παγωμένο και βουβό
    θα είναι μια μέρα γιορτινή όταν θα έρθω να σε βρω.

    Κάτω απ’ του χρόνου τις σκουριές βρήκαν τα μονοπάτια σου
    μα το χρυσάφι τα παιδιά το ‘χουνε κρύψει από καιρό
    σε μια θαλασσινή σπηλιά, σ’ ένα απότομο γκρεμό.

    Θα ‘ρθει μια μέρα
    που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
    θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
    θα είναι ο καπνός από ένα τρένο που σφυρίζει μακριά.

    (από τις «Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί», 2013)

    ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ

    6. Φόβος: Ουσιαστικό.
    Αλλά και ουσιαστικός.

    Διαχρονικός και πανανθρώπινος.
    Ικανός, να κάμψει κάθε αντίσταση,
    να παγώσει και την πιο αποφασιστική δύναμη, να αναστείλει την εξέλιξη.

    Ο φόβος είναι φυσικό, κοινό συναίσθημα. Όλοι φοβούνται.
    Και οι μεν και οι δε. Και οι πάνω και οι κάτω.
    Το στοίχημα είναι πάντα το ποιος θα ελέγξει το φόβο
    και θα τον διαχειριστεί προς όφελός του,
    και πώς θα καταφέρει να μετατρέψει
    ένα εργαλείο χειρισμού συνειδήσεων σε μηχανισμό προστασίας.

    Η εποχή της πλαστής ευδαιμονίας μαζί με τις ψευδαισθήσεις της τελείωσε.
    Ήρθε η ώρα της πληρωμής.
    Τώρα καλείται να πληρώσει όποιος φοβηθεί πρώτος.
    Και αυτός είναι πάντα όποιος έχει να χάσει τα περισσότερα.

    Σήμερα γράφουμε για τον φόβο προσπαθώντας να τον ξορκίσουμε.
    Τον βάζουμε απέναντί μας.
    Τον αναγνωρίζουμε, για να μπορέσουμε να τον απομυθοποιήσουμε
    και να τον αντιμετωπίσουμε.
    Όλα τα νομίσματα έχουν δύο όψεις:
    τίποτα δεν είναι από μόνο του καλό ή κακό, πολύ ή λίγο,
    σημασία έχει με πόση σοφία ή λογική διαχειριζόμαστε καθετί.

    Ο φόβος δεν ανήκει σε κανέναν, γι’ αυτό εύκολα αλλάζει κατεύθυνση.
    http://grfear.blogspot.gr/2011/02/blog-post_06.html

    7. Ερωτική προπαγάνδα
    (αποσπάσματα)

    IV
    Σαν σε προθάλαμο χειρουργείου,
    η φρίκη
    βηματίζει νευρικά στον οισοφάγο μου,
    τα παιδιά της ανασταίνονται,
    που έλεγες, χθες,
    είχαν πεθάνει.

    Φοβάμαι
    και τούτο
    είναι όλο.

    Γιώργος Φιλιππίδης

    Α Π Ο Σ Π Α Σ ΜΑ Τ Α

    1. «Όσοι το χάλκεον χέρι
    βαρύ του φόβου αισθάνονται,
    ζυγόν δουλείας ας έχωσι•
    θέλει αρετήν και τόλμην
    η ελευθερία.»

    Ανδρέας Κάλβος

    2. Παλιός καθρέφτης

    Και έπειτα όλα οδηγούν στην απόγνωση.
    Στην τρέλα ή στον αυτόχειρα.
    Όταν μια μέρα διαπιστώσεις
    πως παρά τις τόσες σου προσπάθειες
    έμεινες πάντα μόνος.

    Οι άνθρωποι είναι πάντα μόνοι και φοβούνται
    Και κάθε ένας τους κρύβει έναν κόσμο
    ή μια πολιτεία ή μια φυλακή.

    Φοβούνται.

    (Γιώργος Μαρκόπουλος, από τη συλλογή Οχτώ συν ένα εύκολα κομμάτια
    και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, 1980)-Απόσπασμα

    3. – «Φοβόμουν πάντοτε το χτες μου και το αύριο.
    Ίσως να μην εμπιστευόμουν άλλο άνθρωπο.
    Θυμάσαι; Σου’ χα πει πως είναι άδικο,
    να ζεις κι όλο να δίνεσαι στο άγνωστο.»
    Εσύ με ρώτησες με βλέμμα μπλε καθάριο
    – παρόμοιο με της θάλασσας το άπειρο:
    – «Θυμάσαι, πως ξεκίνησε το βάσανο;
    Της σκέψης σου ο ειρμός δεν μου είναι άγνωστος.»
    Είπες μονάχα λίγες φράσεις, σκόρπιες.
    Ίσως αυτές να είχα μόνο ανάγκη τότες.
    Ίσως οι λέξεις να’ ναι οι μόνοι μας σωτήρες.
    Αν στη ψυχή αναγιγνώσκονται οι ελπίδες.
    Από ανθρώπους που έντονα έχουνε ζήσει,
    που’ χουν βιώσει την διττή απλή τους φύση.
    Κόμπιασα λίγο και κούρνιασα στο φως.
    Ξάφνου όμως ξύπνησε ο μέσα μου εαυτός

    Χαράλαμπος Κωστέρης-απόσπασμα

    4. Ένας ζωγράφος σχεδίασε έναν πίνακα. Τον ονόμασε «Η πόρτα της καρδιάς». Στην έκθεσή του ένας από τους προσκεκλημένους παρατήρησε : «Aπό την πόρτα λείπει το χερούλι». Ο ζωγράφος εξήγησε:
    «Είναι γιατί η πόρτα της καρδιάς ανοίγει μόνο από μέσα»
    Έγραφε ο αγαπημένος ποιητής Ρουμί προχωρώντας ακόμη παραπέρα την παραπάνω σκέψη :
    «Ακούω πως υπάρχει μια πόρτα που ανοίγει, από την μία καρδιά στην άλλη.
    Αλλά αν δεν υπάρχει τοίχος, πώς μπορεί να υπάρχει πόρτα…»
    Προσφορά καρδιάς
    Ποιος έβαλε την πόρτα; Ποιος έχτισε τους τοίχους γύρω σου και σε περιόρισε;
    Ο φόβος.
    Κάθε άνθρωπος είναι τόσο μικρός όσο ο φόβος που αισθάνεται. Ποιος φόβος;
    Ο φόβος ότι κινδυνεύεις.
    Ο φόβος να ανοιχτείς.
    Ο φόβος να αισθανθείς.
    Ο φόβος ότι αν αγαπήσεις θα γίνεις ευάλωτος και μπορεί να πληγωθείς.
    Και πράγματι έτσι είναι. Πολλές φορές θα πληγωθείς. Δεν υπάρχει όμως άλλος δρόμος που να οδηγεί στην ευτυχία.

    Ο Προφήτης- απόσπασμα (Χαλίλ Γκιμπράν)

    5.
    ΙΙ
    Αυτό είναι το όνειρο:
    μια παράθλαση φόβου.

    ΙΙΙ
    Κι ο φόβος σου σκορπισμένος
    σε παραθλάσεις.

    IV
    Αλλά τι θέλει ο φόβος που κατοικεί
    σαν σκύλος στο σπίτι σου;

    Ελένη Δημητριάδου-Εφραιμίδου, από τη συλλογή Δωριείς και Ξυλοκόποι, 2014

    Φόβος, Γεωργία Νταγάκη

  6. Καλησπέρα, Αγγελική! Επανήλθες δυναμικά και με πλούσια σοδειά!!!… Bravissima!!!!

    *Λούτσιο Μπατίστι, «Να φοβάσαι πολύ να ερωτευτείς»..

    -Έμιλυ Ντίκινσον:
    XCIX
    «Εκείνο που φοβόμουνα μην έρθει κι αγωνιούσα,
    ήρθε, μα με λιγότερο φόβο που είχα σκιαχτεί,
    γιατί η τρομάρα που καιρό μαζί μου κουβαλούσα,
    του ΄κανε λευκορόδινο το χρώμα το σταχτί.
    Βρίσκεται μια προσαρμογή, το βίωνα, το ζούσα,
    στον τρόμο, στην απελπισιά μόλις ξεπεταχτεί.

    Είναι πολύ χειρότερο να ξέρεις πως θα φτάσει,
    παρά να δεις πως έφτασε, πως βρίσκεται κοντά,
    στου πανικού τα σύνορα τα νεύρα σου έχουν σπάσει,
    και το πρωί καινούργιος τρόμος πάλι σε κεντά.
    Φρικτότερο, μα πιο καλά σαν έχει πια ξεσπάσει,
    παρά ο φόβος μια ζωή δέσμιο να σε κρατά.»

    -Χάιμε Χιλ ντε Μπιέντμα, «Ο φόβος επέρχεται»

    «Ο φόβος επέρχεται κατά κύματα
    ακίνητος. Ξαφνικά, εδώ,
    υπεισέρχεται:
    οι γνωστές δομές, οι πιθανές
    και προβλεπόμενες συνέπειες (που δεν
    αποκλείουν το χειρότερο)
    όλη η νωθρή επικράτεια της εξυπνάδας
    κι οι εναλλασσόμενες αποφάσεις της, τα πάντα

    θολώνουν σε μια στιγμή
    και μένει μόνο η ρίζα,
    κάτι σαν μια πονεμένη κεραία
    πεσμένη ποιος ξέρει πώς, και που σφύζει.»
    (από το «Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά Γράμματα)

    -Αλέξανδρος Μηλιάς, «Φόβος»

    «Πολύ φοβάμαι κι είναι κρίμα
    που γράφω κάτι τέτοιο.
    Όμως φοβάμαι αλήθεια.
    Το ‘φερε ο φόβος
    το δώρο, τρεις οι λέξεις
    άνοιξα:
    να μην έχω.
    Στο νυχτωμένο σπίτι
    βρίσκουν το στόχο τους.
    Ω, που δεν έχω τόπο
    να σταθώ
    σπάει το φτωχό μου “κατά δύναμιν”.
    Ο φόβος στέλνει δώρα
    μ’ αγκαλιάζει.
    Προτινό σώμα,
    πού να σε βρω;
    (από το «Ότι φέρει η βροχή», Ύψιλον/βιβλία)

  7. Η αγάπη είναι ο φόβος, Φαραντούρη- Κούτρας

    ΟΡΓΟΥΕΛ VERSUS ΧΑΞΛΕΥ

    Τον Όργουελ τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα απαγόρευαν τα βιβλία. Τον Χάξλεϊ τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο, γιατί δεν θα βρισκόταν άνθρωπος πρόθυμος να διαβάσει.

    Ο Όργουελ φοβόταν εκείνους που θα μας στερούσαν την πληροφόρηση.
    Ο Χάξλεϊ φοβόταν εκείνους που θα μας υπερπληροφορούσαν τόσο, ώστε να καταντήσουμε πλάσματα παθητικά και εγωιστικά.

    Ο Όργουελ φοβόταν ότι η αλήθεια θα φυλασσόταν μυστική. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι η αλήθεια θα πνιγόταν σε έναν ωκεανό σύγχυσης.

    Ο Όργουελ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό υποτέλειας. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό κοινοτοπίας…

    Ο Όργουελ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που μισούμε. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που αγαπάμε…».

    Νιλ Πόστμαν, «Διασκέδαση μέχρι θανάτου»

    http://www.scribd.com/fullscreen/78834224?access_key=key-2hvg4bg2c701yjceqwjq

    [Πόλεμος κατά της τρομοκρατίας]

    Πόλεμος κατά της τρομοκρατίας σημαίνει
    να συλλαμβάνεις αθώους
    και να προστατεύεις τέρατα.

    Πόλεμος κατά της τρομοκρατίας σημαίνει
    αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης
    από πολιτικές πλεκτάνες μεγατόνων.
    Σημαίνει να επιβάλεις ατιμωρησία
    σε εθνοκάπηλους και οικονομικούς δολοφόνους.

    Πόλεμος κατά της τρομοκρατίας σημαίνει
    να σου πλασάρουν τις δικές τους «δημοκρατίες»
    και ‘συ να τις χάβεις, να κάνεις τις πλάτες
    σε απρόσωπους εξουσιαστές που λυμαίνονται
    νόμιμα τις σάρκες σου,
    να καθιστάς τον πολίτη ανίκανο να μιλήσει,
    να αντισταθεί ή να αντιδράσει μπροστά
    στο βιασμό των παιδιών του.

    Πόλεμος κατά της τρομοκρατίας σημαίνει συλλήψεις
    και ξυλοδαρμοί μικρών παιδιών.
    Γιατί όταν οι λειτουργοί μιας χώρας
    -εκτελώντας τυφλά διαταγές και παραγγέλματα-
    βασανίζουν αλύπητα το αύριο, το μέλλον,
    την ελπίδα, όλα μοιάζουν προ πολλού χαμένα…

    Γιώργος Σαράτσης

    Σταμάτης Μορφονιός – Ο Φόβος

  8. Καλησπέρα, Αγγελική! Όσο ψάχνεις όλο και κάτι ωραίο βρίσκεις!… Grazie mille!

    -«Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ» (Κατερίνα Γώγου)

    «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
    είναι μη γίνω «ποιητής»
    Μην κλειστώ στο δωμάτιο
    ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
    κι απολησμονήσω.
    Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
    κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
    μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
    Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
    για να με χρησιμοποιήσει.
    Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
    για να κοιμίζω τους δικούς μου.
    Μη μάθω μέτρο και τεχνική
    και κλειστώ μέσα σε αυτά
    για να με τραγουδήσουν.
    Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
    τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
    μη με πιάσουν στην κούραση
    παπάδες και ακαδημαϊκοί
    και πουστέψω
    Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
    και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
    σκυλιά μας έχουν κάνει
    να ντρεπόμαστε για την αργία
    περήφανοι για την ανεργία
    Έτσι είναι.
    Μας περιμένουν στη γωνία
    καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
    Ο Μαρξ…
    τον φοβάμαι
    το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
    αυτοί οι αλήτες φταίνε
    δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
    μπορεί… ε;… μιαν άλλη μέρα…»

    -Ναζίμ Χικμέτ, [Φοβούνται]

    «Δὲ μᾶς ἀφήνουν Ῥόμπσον νὰ τραγουδᾶμε
    δὲ μᾶς ἀφήνουν καναρίνι
    πού ῾χεις φτερὰ ἀητοῦ
    μαῦρε ἀδερφέ μου
    δόντια ποὺ ἔχεις
    μαργαριτάρια
    δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ ψηλώσουμε φωνή.
    Φοβοῦνται Ῥόμπσον
    φοβοῦνται τὴν αὐγή,
    ν᾿ ἀκούσουνε φοβοῦνται
    καὶ ν᾿ ἀγγίσουν
    φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουν
    φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουνε σὰν τὸν Φερχὰτ
    (Ἀλήθεια θὰ ῾χετε κι ἐσεῖς ἕναν Φερχὰτ
    οἱ νέγροι πῶς νὰ τόνε λένε Ῥόμπσον;)
    Φοβοῦνται τὰ γεννήματα
    τὴ γῆς
    τὸ γάργαρο νερὸ φοβοῦνται τῆς πηγῆς
    φοβοῦνται
    νὰ θυμοῦνται
    καὶ τὶς χαρές τους
    τὸ χέρι ἑνὸς φίλου δὲν ἔσφιξε ποτέ τους
    τὸ χέρι τους
    ζεστὸ
    σὰν τὸ πουλὶ
    χωρὶς νὰ θέλει σκόντα
    προμήθειες
    ἡ κάποια ἀναβολὴ
    στὴ πλερωμή.
    Φοβοῦνται τὴν ἐλπίδα
    φοβοῦνται Ῥόμπσον νὰ ἐλπίσουν
    φοβοῦνται καναρίνι
    πού ῾χεις φτερὰ ἀητοὺ
    φοβοῦνται τὰ τραγούδια μας
    μὴ τοὺς τσακίσουν.»
    (Ο πραγματικός τίτλος του ποιήματος, «Δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ τραγουδᾶμε»)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Τελειωμένα»

    «Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
    με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
    λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
    για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
    τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
    Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο•
    ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
    (ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
    Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
    εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
    κι ανέτοιμους — πού πια καιρός — μας συνεπαίρνει.»
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: