Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (74ο): «Άγαλμα – Μουσείο»…

«…Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ’ την όψη μου
ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ!» (Ο. Ελύτης)
-Γιώργης Παυλόπουλος «Το άγαλμα και ο τεχνίτης»

«Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.

Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.

Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε, το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κένταυρο.

Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.»

-Άθως Δημουλάς, «Στο Μουσείο»

«Το ακέφαλο άγαλμα, στημένο
στη μέση της αίθουσας κοιτάζω.
Απ’ τα πόδια ώς το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες: το λυγισμένο

κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση κι απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω

από τη μια στιγμή ώς την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),

ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση, απ’ όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνειο, το κεφάλι.»
(Πηγή: Σονέττα, 1953)

-HENRI MICHAUX, «Τα αγάλματά μου»

Έχω τα αγάλματά μου. Μου τα κληροδότησαν
οι αιώνες: οι αιώνες της αναμονής μου, οι αιώνες
των αποθαρρύνσεών μου, οι αιώνες της ατελεύτητης,
της ακατάπνιχτης ελπίδας μου τα έφτιαξαν.
Και τώρα είν’ εδώ.
Ως αρχαία συντρίμμια, δεν ξέρω διόλου, ακόμη,
τι ακριβώς απεικονίζουν.
Η προέλευσή τους άγνωστη μού είναι και χάνεται
μέσα στη νύχτα της ζωής μου, όπου το σχήμα
τους μονάχα γλίτωσε απ’ τον αμείλικτο αφανισμό.
Είναι ωστόσο εδώ, και γίνεται το μάρμαρό τους
κάθε χρόνο πιο σκληρό, λευκάζοντας πάνω στο
μαύρο φόντο μαζών λησμονημένων.

(Από την έκδοση «Με το αγκίστρι στην καρδιά – Επιλογή από το έργο του»,
μτφρ.: Αργύρης Χιόνης, εκδόσεις Γαβ)

-Τίτος Πατρίκιος «Σφετερισμός των αγαλμάτων»

«Φτιάχνουμε αγάλματα με υλικά
από αγάλματα που τα είχαν φτιάξει
άλλοι παλιότεροι τεχνίτες,
φτιάχνουμε ποιήματα με λέξεις
από ποιήματα γραμμένα
σ’ άλλους καιρούς από άλλους ποιητές,
φτιάχνουμε ζωές με αισθήματα με βιώματα
που άλλοι άνθρωποι πριν από μας
τα είχαν ζήσει.
Σφετεριζόμαστε έργα, τροποποιούμε
σχέδια, αλλάζουμε προοπτικές
κάτι καινούργιο επινοούμε
φτιάχνουμε πράγματα ολότελα δικά μας
αφήνοντας πάντοτε τα ίχνη
μιας προγενέστερης προέλευσης.
Συνεχίζουμε βάζοντας τ’ όνομά μας
δίπλα σ’ άλλα ονόματα
ακόμα και σ’ εκείνα
που θα θέλαμε να σβήσουμε.»

-Κική Δημουλά, «Βρετανικό μουσείο»
(Ελγίνου μάρμαρα)

«Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα
την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ
μοναχή Καρυάτιδα.
Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα
επίμονα εστραμμένο έχει
στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα
(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)
που δυο βήματα μόνον απέχει.
Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει
στη δυνατή της κόρης μέση.
Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι|
τους δυο αυτούς να “χει ενώσει.
Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει
απ” τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,
τον Διόνυσο φαντάζομαι
προσεκτικά απ” τη θέση του να εγείρεται
των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων
την υποψία μην κινήσει,
κι όλος παλμό να σύρεται
τη συστολή της Καρυάτιδας
με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

Δεν αποκλείεται όμως έξω να “χω πέσει.
Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει
πιο δυνατή, πιο πονεμένη:
Τις χειμωνιάτικες βραδιές
και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες
τους βλέπω,
απ” τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,
της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,
με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα
τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν
στη μνήμη τους με πάθος ν” ανεγείρουν.»
[Κική Δημουλά , Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 36-37]

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (74ο): «Άγαλμα – Μουσείο»…

  1. 1. ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ

    Αυτό που φτιάχνεις γίνεσαι – έλεγε. Και το αμετάβλητο; – είπε ο άλλος.
    Ω, δικαιολογίες των νωθρών, των πολύ πεθαμένων, – είπε εκείνος
    και βγήκε απ’ την πόρτα. Δεν τον ξανάδαμε. Ίσως να τον σκότωσαν. Ήταν
    ένας άντρας μετρίου αναστήματος, και ξάφνου πώς έγινε
    ένα πανύψηλο άγαλμα στημένο μες στο ίδιο μας το σπίτι
    πάνω απ’ τη σκάλα, μέσα στον καθρέφτη. Μας κοιτάζει
    με τα λευκά μεγάλα του μάτια. Δε μας αφήνει μιαν ώρα
    να κοιμηθούμε ή να πουδράρουμε κρυφά το πρόσωπό μας
    μ’ εκείνη τη θαμβωτική χρυσόσκονη. Τί μάτια τεράστια
    λευκά, κατάλευκα, τυφλά (τυφλά τα λέμε)· γυρνάμε
    απ’ την άλλη μεριά, προς τον τοίχο, βυζαίνοντας σα βρέφη
    τον αντίχειρα του δεξιού χεριού του τυλιγμένον με μπαμπάκι.

    Αθήνα, 11.Ι.73, Από την ποιητική συλλογή: «Γραφή τυφλού» (1972).
    Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα, 1972-1974)», τ. ΙΑ΄, Κέδρος, Αθήνα 1993, σελ. 116.

    2 …Καὶ μένεις μόνος μ᾿ ὅλο σου τὸν πλοῦτο ποδοπατημένο,
    μόνος μπρὸς στὸ μαγνητικὸ ἀνοιγμένο στόμιο τοῦ ἀδειανοῦ πιὰ
    χρηματοκιβώτιου,
    μόνος μπρὸς στὴν ἀκάλυπτη τρύπα τοῦ χάους,
    μὲ τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
    σὲ μισοτελειωμένη στάση θεατρικῆς γενναιοδωρίας,
    σὰν ἄγαλμα ἥρωα ποὺ ὁ ἡρωισμός του
    ἀποδείχτηκε ἀπατηλὸς μετὰ θάνατον – ἢ σὰν ἀτέλειωτη προσπάθεια
    νὰ γίνεις ἄγαλμα γιὰ νὰ μὴ σωριαστεῖς στὸ χῶμα – ἕνα ἄγαλμα
    ποῦ τείνει μάταια σὰν τσαμπὶ σταφύλι τ᾿ ἀναπόδεκτα κλειδιὰ ἑνὸς
    παραδείσου.

    Γιάννης Ρίτσος – Ἡ γέφυρα, (ἀπόσπασμα, ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, Γ´, Κέδρος 1964)

    3. ΑΝΤΙΝΟΟΣ

    …Άγαλμα θα σου στήσω
    απόδειξη στο μέλλον το διηνεκές
    Της αγάπης μου, της ομορφιάς σου και της πίστης
    Ότι το κάλλος θείο δώρο είναι.
    Αν κι ο θάνατος με τα ισχνά, γυμνά του χέρια βγάζει
    Απ’ την αγάπη μας το ρούχο της δύναμης και της ζωής,
    Το άγαλμα τούτο το γυμνό που εσύ μόνο εμπνέεις
    Όλες οι ερχόμενες γενιές, είτε το θέλουν είτε όχι,
    Θα το κληρονομήσουν,
    Σαν δώρο αναπόφευκτο από θεό σταλμένο.

    Αχ, το άγαλμα αυτό θα φτιάξω και σε βάθρο
    Θα το στήσω που δικό σου θα ‘ναι, ώστε ο Χρόνος
    Με την ύπουλη, εγκληματική του δράση
    Θα φοβηθεί να το αφανίσει, ή με τη μανία
    Του πολέμου και του φθόνου τον όγκο και την πέτρα να του φθείρει.
    Δεν μπορεί τέτοια να ‘ναι η Μοίρα! Οι θεοί οι ίδιοι που
    Έλα τα αλλάζουν και της Μοίρας το χέρι, που στο σκοτάδι ρίχνει
    Κι αυτούς τους ίδιους τους θεούς, θ’ αποφύγουν
    Στα Τάρταρα να ρίξουν το άγαλμά σου, το δώρο μου,
    Αφήνοντας χωρίς την παρουσία σου τον κόσμο όλο άδειο.

    Της αγάπης μας η εικόνα θα γεφυρώσει τους αιώνες.
    Άσπιλη θα βγει από το χτες κι αιώνια
    Θα είναι σαν Θρίαμβος Ρωμαϊκός,
    Και στο μέλλον κάθε καρδιά θα εξοργίζεται
    Που της αγάπης μας σύγχρονος μάρτυρας δεν ήταν…

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ (απόσπασμα) μτφρ.: Γιάννης Σουλιώτης

    4. ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ

    άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια

    Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
    εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

    Στολίζεις κάποιο πάρκο.
    Από μακριά εξαπατάς.
    Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθήσει
    να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
    πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
    Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
    δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
    μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο
    κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
    κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
    την αγωνία του αιχμαλώτου.
    Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
    αιχμάλωτη.
    Δεν μπορείς ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
    ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
    Δεμένα είναι τα χέρια σου.
    Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
    Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
    στην πορεία των μαρμάρων,
    αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
    για ελευθερίες και ισότητες,
    όπως οι δούλοι,
    οι νεκροί
    και το αίσθημά μας,
    εσύ θα πορευόσουνα
    μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
    με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

    Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
    εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
    Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
    στο μάρμαρο ο γλύπτης
    κι υπόσχονται οι γοφοί σου
    ευγονία αγαλμάτων,
    καλή σοδειά ακινησίας.
    Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
    όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
    σε λέω γυναίκα.

    Σε λέω γυναίκα
    γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.
    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, [Το λίγο του κόσμου, 1971]

    5. ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΔΥΜΙΩΝΟΣ

    Επί άρματος λευκού που τέσσαρες ημίονοι
    πάλλευκοι σύρουν, με κοσμήματ’ αργυρά,
    φθάνω εκ Μιλήτου εις τον Λάτμον. Ιερά
    τελών — θυσίας και σπονδάς — τω Ενδυμίωνι,
    από την Aλεξάνδρειαν έπλευσα εν τριήρει πορφυρά.—
    Ιδού το άγαλμα. Εν εκστάσει βλέπω νυν
    του Ενδυμίωνος την φημισμένην καλλονήν.
    Ιάσμων κάνιστρα κενούν οι δούλοι μου• κ’ ευοίωνοι
    επευφημίαι εξύπνησαν αρχαίων χρόνων ηδονήν.

    Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

    6. ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΑΛΜΑ

    Με την αρωγή των ανθρώπων και άλλων στοιχείων ο χρόνος δούλεψε σκληρά πάνω του.
    Πρώτα του πήρε τη μύτη, ύστερα τα γεννητικά όργανα,
    στη συνέχεια, το ένα μετά το άλλο, τα δάχτυλα στα χέρια και τα πόδια,
    με το πέρασμα των χρόνων τα μπράτσα, το ένα μετά το άλλο,
    τον δεξιό μηρό, τον αριστερό μηρό,
    την πλάτη και τους γοφούς, το κεφάλι και τους γλουτούς,
    κι όλα αυτά που έπεσαν κάτω τα έκανε κομμάτια, τα έκανε παλιόπετρες, χαλίκι, άμμο.
    Όταν πεθαίνουν μ’ αυτό τον τρόπο οι ζωντανοί, χύνεται αίμα πολύ σε κάθε χτύπημα.
    Όμως τα μαρμάρινα αγάλματα πεθαίνουν λευκά και όχι πάντα εντελώς.
    Από το συγκεκριμένο απέμεινε ο κορμός
    και μοιάζει τώρα με ανάσα, που κρατά κανείς με κόπο,
    τώρα που οφείλει να συγκεντρώσει πάνω του
    όλη την αξιοπρέπεια και τη χάρη των χαμένων κομματιών.
    Και το καταφέρνει, το καταφέρνει ακόμα, καταφέρνει, σαγηνεύει,
    σαγηνεύει και μένει –
    κι εδώ πρέπει να γίνει μια εύφημη μνεία στο χρόνο
    που διέκοψε τη δουλειά του κι ανέβαλε ένα μέρος της γι’ αργότερα.

    Βισουάβα Σιμπόρσκα

    7. ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

    Τώρα το ξέρω
    Πρέπει ν’ αγαπήσω τη ζωή
    Ανάμεσα απ’ τα συντρίμμια
    Που βρίσκονται μπροστά μου
    Πρέπει να αγαπήσω ξανά
    Κάθε μικρό κομμάτι
    Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά
    Όμορφα δεν είναι μόνο
    Τα απείραχτα πράγματα
    Και τα σπασμένα αγάλματα
    Έχουν τη δική τους τη χάρη
    Και ίσως είναι αυτά
    Που πιο πολύ μας μοιάζουν.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΑΡΝΕΡΟΣ

    8. ΤΟ ΑΧ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ

    Ο ποιητής που θα γυρίσει τις πλάτες
    Στο θόρυβο και τις οσμές της αγοράς
    Όσο και να βουτήξει την πένα του
    Στον ουρανό το γαλάζιο απ’ τα ποιήματά του
    Θα λείπει το άρωμα του ιδρώτα
    Και εκείνο το ανθρώπινο αχ που
    Το δανείζονται ακόμα και οι θεοί
    Γιατί αλλιώς τα αγάλματά τους
    Θα ήταν μόνο πέτρες σκαλισμένες.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΑΡΝΕΡΟΣ

    9. ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ ΜΑΣ

    Τα γλυπτά μας δεν είναι μόνο
    το ωραίο ντεκόρ ενός ξένου μουσείου
    αλλά η ουσία του Νέου Μουσείου
    γιατί δημιουργήθηκε για να τα στεγάσει
    στην πατρίδα τους μετά από αιώνες
    σκλαβοσύνης στα ξένα
    μετά την απελευθέρωση από το ζυγό
    που συνέχισε την καταπάτηση της βαρβαροκρατίας
    μέσω του ακρωτηριασμού και της αρπαγής
    γι’ αυτό ετοιμάσου γιατί το μέλλον έρχεται γρήγορα
    και πρέπει να παίξεις το ρόλο σου στον θίασο μας.

    Ν. Λυγερός

    10. ΟΤΑΝ ΜΙΛΗΣΑΝ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΓΛΥΠΤΑ (διάλογος)

    Καρυάτιδα : Αγγίξαμε την πατρίδα του ήλιου…
    Πολεμιστής: Της Δικαιοσύνης.
    Καρυάτιδα : Μετά από αιώνες.
    Πολεμιστής: Μετά από χειμώνες.
    Καρυάτιδα : Ο εφιάλτης σταμάτησε.
    Πολεμιστής: Και τελείωσε το όνειρο της αιχμαλωσίας.
    Καρυάτιδα : Το σπίτι μου είναι το σπίτι σου.
    Πολεμιστής: Το ίδιο ισχύει και για σένα.
    Καρυάτιδα : Δίπλα στην Ακρόπολη.
    Πολεμιστής: Απέναντι στον Παρθενώνα.
    Καρυάτιδα : Μαζί με τις αδελφές μου.
    Πολεμιστής: Μαζί με τους συμπολεμιστές μου.
    Καρυάτιδα : Για τη συνέχεια.
    Πολεμιστής: Για το πρέπον.
    Καρυάτιδα : Είστε ωραίοι.
    Πολεμιστής: Είμαστε στην ώρα μας.
    Καρυάτιδα : Είμαστε όμορφα εδώ.
    Πολεμιστής: Εδώ ζει η ομορφιά.
    Καρυάτιδα : Από την Αρχαιότητα.
    Πολεμιστής: Για την αιωνιότητα.
    Καρυάτιδα : Επιστρέψαμε λοιπόν.
    Πολεμιστής: Εδώ που η πέτρα έγινε μάρμαρο.
    Καρυάτιδα : Και το μάρμαρο φως.

    Ν. Λυγερός

    11. ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΔΕΙΟ

    Τα δάχτυλα που σκάλιζαν τα αγάλματα
    Κι σκόνη που δάκρυζε το βλέμμα
    Η επιμονή σου να δεις τι έχει από κάτω
    Τίποτα δεν έχει από κάτω
    Όλα είναι στην όχθη αυτή
    Στα λουλούδια που ξαπλώναμε
    Στον ήλιο
    Στο ποτάμι το μικρό και τη δροσιά του
    Κοινά τα λόγια της θλίψης
    Τίποτα πρωτότυπο στο πένθος
    Σάρκες σκίζονται
    Έντερα τραβιούνται
    Φωνές μες στο μυαλό
    Δεν έχω άλλο να πω
    Δεν ξέρω πώς είσαι πια
    Πού είναι τα σπίτι σου
    Εκοψες τα μαλλιά σου
    Πώς σε φωνάζουν τώρα
    Αγάπη μου
    Αντίθετο της ήττας θα σε λέω
    Κι ας είναι της ποίησής μου αμοιβή
    Των φωνηέντων μου το πάχος
    Και των συμφώνων μου ο συριγμός
    Ας είσαι εσύ της κάθε μέρας εκκρεμότητα
    Ούτε και σήμερα κατάφερα τη λήθη

    Μαρία Κουλούρη

    Μες το Μουσείο, Λιλιπούπολη

    Τρία ποιήματα για το άγαλμα της ελευθερίας:

    1. ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

    Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
    τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
    χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
    Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
    λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
    σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.

    Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν
    έμποροι και κονσόρτσια* κι εβραίοι.
    Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
    πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
    οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
    με το πορτραίτο του Dorian Gray.

    Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
    μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
    όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
    σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
    και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
    νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.

    Κ. Καρυωτάκης

    2. ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

    Φωνές, δάκρυα ικεσίας, χέρια υψωμένα,
    φωνές της οργής, της κατάρας και του
    τρόμου.
    Λαοί που μάχονται να ζήσουν στρέφονται σε
    σένα
    που είσουνα υπόσχεση κι ελπίδα.
    Το τεράστιο ανάστημα σου
    είναι τώρα ο τρόμος των λαών.
    Οι πρώτοι κάτοικοι σ’ αυτή τη χώρα
    φυλές αρχαίες όσο κι ο κόσμος
    είναι εξοντωμένοι.
    Μεμιάς στιγμής χειρονομία σου μεγάλες
    πολιτείες
    καίονται σα λαμπάδες.
    Θα κάψει τη γη ο αναμμένος δαυλός σου;
    Οι χώρες που η ρομφαία σου προστατεύει
    πνίγονται στα δάκρυα.
    Στρέφονται σε σένα που είναι τ’ όνομά σου
    υποκρισία κι αίνιγμα το πρόσωπό σου.
    Με τις γκρεμισμένες πολιτείες και την καμένη
    γη
    τον ύμνο σου θα υψώσεις και τη δόξα;
    Είναι τα σπλάχνα σου νεκρά;
    κι είναι κλεισμένες σιδερόδετες οι ακοές σου;
    Σαν πιο θανατερή κι απ’ το τραγούδι των
    Σειρήνων
    είναι η φωνή σου, δολερή.
    «Λάτε σε μένα οι πρόσφυγες της ζωής,
    οι αποδιωγμένοι των εθνών
    όσοι δεν έχετε στον ήλιο μοίρα…».
    Και ν’ ακούω του αητού σου το κρώξιμο
    απάνω σε βουνά πτωμάτων.

    Μάρκος Αυγέρης

    3. ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

    Άγαλμα της Ελευθερίας
    ασπίδα της σημαίας των σαράντα εννιά αστεριών
    εγώ, ένα από τα χιλιάδες παιδιά σου
    που παίζουν με τα πρόβατα στα λιβάδια της γης
    ζητάω τη βοήθειά σου
    όπως ο τυφλός απ’ το θεό το φως του.
    Έλα μανούλα μου να με γλυτώσεις
    προτού με ιδείς σαν τ’ άλλα μου τ’ αδέρφια
    στο στόμα του Μολώχ,
    έλα όσο μπορείς πιο γρήγορα
    να βρεις την πόρτα μου ανοιχτή
    και την καρδιά μου ακόμα να χτυπάει.
    Σήκωσε τα χάλκινα ποδάρια σου
    και πήδησε
    πάνω απ’ τον τρικυμισμένο ωκεανό
    της Μεσογείου τ’ ακρογιάλια
    Ζήτησε συγγνώμη απ’ τον Φραγκλίνο Ρούσβελτ\
    κι απ’ τους αγαθούς αραπάδες του Λίνκολν
    κι έλα για λίγο στο χώμα που γεννήθηκες.
    Έλα να ιδείς πώς γιορτάζουμε τώρα τη Λαμπρή
    μοιράζοντας μίσος και οβίδες στα μικρά παιδιά
    αντίς για κόκκινα αυγά και παξιμάδια
    Ν’ ακούσεις το τραγούδι του θανάτου
    που σφυρίζουν οι κάμποι και τα βουνά
    Έλα να ιδείς τα σύγνεφα μέσ’ στη ψυχή μας
    μαύρα σαν τα φτερά του κορακιού
    Ν’ ακούσεις τα βήματα της ερημιάς πάνω στο χιόνι
    να τρίζουν σαν ξεραμένα φρύγανα
    σε πολιτείες και σε χωριά.
    Το ξέρω μάνα μου
    πως αυτό που σου ζητάω είναι χάρη τρανή.
    Ξέρω πως προστατεύεις
    τις πορτοκαλιές των περιβολιών της Καλιφόρνιας
    και τα απέραντα βοσκοτόπια του Φαρ Ουέστ.
    Σκέψου όμως,
    πως δεν είναι μόνο τα δικά μου μάτια που σε βλέπουν
    όπως τα χλωρά σπαρτά τον ήλιο
    Σε βλέπουν τα γυάλινα μάτια του Νέγρου
    που τον κρεμάσανε οι διαλεχτοί της ράτσας
    χτες το βράδυ με τη βροχή.
    Τα μάτια του Τζακ Μιλς που ξέχασε τα πόδια στη Μπούρμα
    και τώρα κρυώνει κάτω από τη γέφυρα του Μπρούκλιν.
    Σε κοιτάνε τα μάτια του Νικ Πάτερσον
    που πουλάει έμπλαστρα στο Σόχο.
    Είναι αυτός που έπεσε πρώτος με αλεξίπτωτο στη Νορμανδία.

    Κώστας Χατιάδης

  2. …τ’αγάλματα ξυπνούν…τ’αγάλματα το Σάββατο ποτέ μην τ’ακουμπάς…
    (Μάνος Χατζιδάκις-Μπαλάντες της οδού Αθηνάς-Άρης Δαβαράκης)

  3. Καλημέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή!!!… Grazie mille!!!
    *(Το πρόβλημα με την εμφάνιση του αριθμού των σχολίων συνεχίζεται, προσπαθώ να το διορθώσω, αλλά μάλλον πρέπει να απευθυνθώ σε κάποιον που γνωρίζει καλύτερα)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Ιωνικόν»

    «Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,
    γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,
    διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
    Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη,
    σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
    Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
    την ατμοσφαίρα σου περνά σφρίγος απ’ την ζωή των•
    και κάποτ’ αιθερία εφηβική μορφή,
    αόριστη, με διάβα γρήγορο,
    επάνω από τους λόφους σου περνά.»
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Γ. Σεφέρης, «Ὁ Ἡδονικὸς Ἐλπήνωρ»

    «Τὸν εἶδα χτὲς νὰ σταματᾶ στὴν πόρτα
    κoιτῶ ἀπὸ τὸ παράθυρό μου θἄ᾿ταν
    ἑφτὰ περίπου μιὰ γυναίκα ἦταν μαζί του.
    Εἶχε τὸ φέρσιμο τοῦ Ἐλπήνορα, λίγο πρὶν πέσει
    νὰ τσακιστεῖ, κι ὅμως δὲν ἦταν μεθυσμένος.
    Μιλοῦσε πολὺ γρήγορα, κι ἐκείνη
    κοίταζε ἀφηρημένη πρὸς τοὺς φωνογράφους-
    τὸν ἔκοβε καμιὰ φορὰ νὰ πεῖ μία φράση
    κι ἔπειτα κοίταζε μ᾿ ἀνυπομονησία
    ἐκεῖ ποὺ τηγανίζουν ψάρια- σὰν τὴ γάτα.
    Αὐτὸς ψιθύριζε μ᾿ ἕνα ἀποτσίγαρο σβηστὸ στὰ χείλια:
    – Ἄκουσε ἀκόμη τοῦτο. Στὸ φεγγάρι
    τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε σὰν τὸ καλάμι
    ἀνάμεσα σὲ ζωντανοὺς καρποὺς — τ᾿ ἀγάλματα-
    κι ἡ φλόγα γίνεται δροσερὴ πικροδάφνη,
    ἡ φλόγα ποὺ καίει τὸν ἄνθρωπο, θέλω νὰ πῶ.
    – Εἶναι τὸ φῶς… ἴσκιοι τῆς νύχτας…
    – Ἴσως ἡ νύχτα ποὺ ἄνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
    σκοτεινὸς κόρφος, καὶ σὲ γέμισε ἄστρα
    κόβοντας τὸν καιρό.
    Κι ὅμως τ᾿ ἀγάλματα
    λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
    στὰ δυό, σὰν τὸ ροδάκινο κι ἡ φλόγα
    γίνεται φίλη μὰ στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
    κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος-
    λυγίζουν γίνουνται ἀλαφριὰ μ᾿ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος.
    Δὲν τὸ ξεχνᾶς.
    – Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
    -Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις;
    θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους,
    μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες
    κι ὅμως τὴν ξέρεις.
    Ὅπως ὅταν
    στὰ τελευταῖα τῆς νιότης σου ἀγαπήσεις
    γυναίκα ποὺ ἔμεινε ὄμορφη, κι ὅλο φοβᾶσαι,
    καθὼς τὴν κράτησες γυμνὴ τὸ μεσημέρι,
    τὴ μνήμη ποὺ ξυπνᾶ στὴν ἀγκαλιά σου-
    φοβᾶσαι τὸ φιλὶ μὴ σὲ προδώσει
    σ᾿ ἄλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
    ποὺ ὡστόσο θὰ μποροῦσαν νὰ στοιχειώσουν
    τόσο εὔκολα τόσο εὔκολα καὶ ν᾿ ἀναστήσουν
    εἴδωλα στὸν καθρέφτη, σώματα ποὺ ἦταν μία φορὰ-
    τὴν ἡδονή τους.
    Ὅπως ὅταν
    γυρίζεις ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τύχει ν᾿ ἀνοίξεις
    παλιὰ κασέλα κλειδωμένη ἀπὸ καιρὸ
    καὶ βρεῖς κουρέλια ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσες
    σὲ ὄμορφες ὧρες, σὲ γιορτὲς μὲ φῶτα
    πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, ποὺ ὅλο χαμηλώνουν
    καὶ μένει μόνο τὸ ἄρωμα τῆς ἀπουσίας
    μιᾶς νέας μορφῆς.
    Ἀλήθεια, τὰ συντρίμμια
    δὲν εἶναι ἐκεῖνα- ἐσὺ ῾σαι τὸ ρημάδι-
    σὲ κυνηγοῦν μὲ μία παράξενη παρθενιὰ
    στὸ σπίτι στὸ γραφεῖο στὶς δεξιώσεις
    τῶν μεγιστάνων, στὸν ἀνομολόγητο φόβο τοῦ ὕπνου-
    μιλοῦν γιὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴν ὑπάρχουν
    ἢ νὰ γινόντουσαν χρόνια μετὰ τὸ θάνατό σου,
    κι αὐτὸ εἶναι δύσκολο γιατί…
    -Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
    Καληνύχτα.
    -… γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια,
    εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ … καλή-
    νύχτα.
    Ἐδῶ χωρίστηκαν. Αὐτὸς ἐπῆρε
    τὴν ἀνηφόρα ποὺ τραβάει κατὰ τὴν Ἄρκτο
    κι αὐτὴ προχώρεσε πρὸς τὸ πολύφωτο ἀκρογιάλι
    ὅπου τὸ κύμα πνίγεται στὴ βοὴ τοῦ ραδιοφώνου.»

    -Ζωή Καρέλλη, «Ο έφηβος των Αντικυθήρων»

    «Ηρθα για σένα πάλι.
    Προχωρώντας πρόσεξα αρκετά
    Τα κορινθιακά αγγεία,
    Μου έκαναν, βέβαια, εντύπωση
    Για τη χάρη του σχήματος και των σχεδίων.
    Συλλογίστηκα τη σφύζουσα ζωή
    Της φημισμένης πολιτείας. Υστερα,
    Επίτηδες σχεδόν, απόμενα στις αίθουσες,
    Οπου το φως έχει κάτι το υδάτινο.
    Δεν ξέρω αν τούτο οφείλεται
    Στων τοίχων την απόχρωση
    Ή στην ακινησία των εκθεμάτων,
    στο γυαλί απ’ τις προθήκες.
    Απόμενα λοιπόν,
    Κρατώντας την αναμονή της παρουσίας σου,
    Χαρά.
    Για λίγο με σταμάτησε ο Κροίσος
    «στήθι και οίκτιρον…ώλεσε θούρος Αρης».
    Στην κίνηση, στη θέση των χεριών,
    Ιδιαίτερη στροφή πρόδινε την ψυχή
    Που απόμενε ακόμα εκεί
    Κι’ έδινε τη συγκρατημένη θέληση
    Του σώματος προς τα εμπρός.
    Θρους φανταστικός της ζωής των αγαλμάτων,
    Οταν μπορέσει να συλλάβει ο τεχνίτης
    Την καίρια στιγμή…
    Μοναδική στιγμή εσύ,
    Υπέροχε, δεν είσαι μονάχα
    Ο έφηβος της τέλειας καλλονής,
    Της ακτινόβολης νεότητας,
    Ο αρμονικός στο σχήμα της μουσικής των μελών,
    Ο τη στάση του έχων και κρατών
    Στη φυσική του δύναμη κι επιβολή,
    Οπως η πέτρα ή το φυτό
    Που υπάρχουν απλά και τέλεια μαζί,
    Εκταση των χεριών σε ισορροπία ιδανική,
    Θεία γραμμή,
    Αδιάφθορη αγνότητα του συλληφθέντος χρόνου,
    Της αφθαρσίας μειλίχιο πρόσωπο,
    Υψωση της φθαρτής μας στάσης.
    Πραγματικότητα και μαγεία,
    Λεία της ζωής επιφάνεια,
    Κολπούμενη, καμπυλωμένη
    Από την κρυμμένη μέσα σου ορμή,
    Συγκρατημένη κι’ οδηγούμενη.
    Προσφορά και της ύπαρξης παραδοχή,
    Σε κίνηση μαζί κι’ ακινησία,
    Σαν ζύγισμα βασιλικού πουλιού.
    Γεννήθηκες
    Πριν από το δίδαγμα της αμαρτίας.
    Είσαι εκείνη του πνεύματος η παροχή
    Που σβήνει την ακόρεστη στέρηση
    Κι’ εκμηδενίζει την απληστία.
    Επιθυμείς και μένεις έτοιμος να στερηθείς.
    Από πάνω σου γλιστρά
    Η κάθε ξένη προς το σχήμα σου διάθεση.
    Ζητάς της ψυχής το τίμημα
    Κι’ εσύ το χαρίζεις, σώμα ζωντανό και γαλήνιο.
    Συνάντηση λιτή με το απόλυτο,
    Γυμνό μυστήριο.
    Μορφή γλυτωμένη απ’ την ανάγκη.
    Μουσική του ενός ήχου υψώνεσαι
    Θεία ικανότητα δοσμένη ανθρώπινα.
    Δεν σε παίδεψε η αγάπη
    Που είναι αμφιβολία,
    Καημός κι’ υποταγή οδυνηρή
    Κι’ ας έχεις στο βλέμμα
    Τη θαυμάσια ανθρώπινη μελαγχολία,
    Εργο του ανθρώπου εσύ,
    Εκείνου που αγάπησε τη ζωή του
    Σε δόξα αγέρωχη και σεμνή.»

  4. Καλημέρα, Lysippe!… Ευχαριστώ πολύ για τον υπέροχο Χατζιδάκι!!!!

    -Πιέτρο Ινγκράο, «Αγάλματα»

    «Και τώρα αργά
    γεμίζουν, τρέφονται από τη βροχή,
    κόρες της μοναξιάς:
    απουσίες της ζωής
    κολοβωμένα λάφυρα
    πρόσφυγες στο χρόνο
    άδεια τα μάτια
    σταθερά, αφοσιωμένα
    στην αγνοούμενη ζωή»

  5. Καλημέρα! Θαύμασα όλα τα ποιήματα που παράθεσες, Γιάννη. Σήμερα όμως το …Νόμπελ μουσικής το παίρνει ο Λύσιππος με το υπέροχο τραγούδι που, ομολογώ, δεν ήξερα ή δεν θυμόμουν καν, αν και έχω το cd.

    1. Κουράστηκα πια μ’ αυτά τα αγάλματα

    Κουράστηκα πια μ’ αυτά τα αγάλματα
    Δεν την αντέχω τόση πέτρα.
    Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο με ακίνητους
    πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί;

    Κουράστηκα με τις αναμνήσεις.
    Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος
    να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα,
    την άψογη φωτιά
    κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν.

    Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται!
    Μεριάστε να μεγαλώσουν.
    Μην τα ‘χετε σκεφτεί όλα γι’ αυτούς.
    Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο.
    Αφήστε τους ν’ ανακαλύψουν την αυγή
    και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους.

    Θέλω να κουραστείς μαζί μου
    για κάθε τι ωραίο
    για κάθε τι που μας γερνάει
    για κάθε τι που το ‘χουν έτοιμο
    για να κουράσουν τους άλλους.

    Ας κουραστούμε μ’ αυτό που σκοτώνει
    και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.

    Pablo Neruda, «Κάποια κούραση» (απόσπασμα)

    2. […] Στο φεγγάρι
    τ’ αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι
    ανάμεσα σε ζωντανούς καρπούς -τ’ αγάλματα•
    κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη,
    η φλόγα που καίει τον άνθρωπο, θέλω να πω.
    […]
    […] κι η φλόγα
    γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό
    κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος
    […]
    […] Αλήθεια, τα συντρίμμια
    δεν είναι εκείνα• εσύ ’σαι το ρημάδι•
    σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά
    στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις
    των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου•
    μιλούν για περιστατικά που θά ήθελες να μην υπάρχουν
    ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου,
    κι αυτό είναι δύσκολο […]

    […] γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,
    είμαστε εμείς.

    ΣΕΦΕΡΗΣ, «Κίχλη», Β΄: «Ο ηδονικός Ελπήνωρ», 12-16, 22-24, 47-54, 55-56. 1947. Ποιήματα. Ίκαρος, 1974. 221-223.

    3. Σήματα

    Ἀργότερα τ’ ἀγάλματα κρυφτῆκαν ὁλότελα ἀπ’ τ’ ἀγριόχορτα. Δέν ξέραμε
    ἄν τ’ ἀγάλματα μίκρηναν ἤ ἄν ψήλωσαν τά χόρτα. Μονάχα
    ἕνα μεγάλο χάλκινο χέρι διακρίνονταν πάνω ἀπ’ τά σκοῖνα
    σέ σχῆμα ἀνάρμοστης, τρομερῆς εὐλογίας. Οἱ ξυλοκόποι
    περνοῦσαν ἀπ’ τόν κάτω δρόμο — δέ στρέφαν καθόλου τό κεφάλι.
    Οἱ γυναῖκες δέν πλαγιάζαν μέ τούς ἄντρες τους. Τίς νύχτες
    ἀκούγαμε πού πέφταν ἕνα-ἕνα τά μῆλα στό ποτάμι• κ’ ὕστερα
    τ’ ἀστέρια πού πριόνιζαν ἥσυχα κεῖνο τό χάλκινο, υψωμένο χέρι.
    (Γιάννης Ρίτσος, Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα (Πέτρες) 7η έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1982, σελ. 11.)

    4. Γιάννης Ρίτσος «Ο τόπος μας»

    Ανεβήκαμε πάνω στο λόφο να δούμε τον τόπο μας –
    φτωχικά, μετρημένα χωράφια, πέτρες, λιόδεντρα.
    Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ’ αλέτρι
    καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα
    τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας
    παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες.
    Κάτω απ’ τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο.
    Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο.
    Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε
    το σπίτι μας και τη ζωή μας; Πάνω στ’ ανώφλια
    είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα –
    μικροί μικροί μαύροι σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι
    γυρίζοντας απ’ την Ανάσταση. Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος
    με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ’ το ξερό πηγάδι
    βγαίνουν τ’ αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα.

    5. Τα λυπημένα αγάλματα

    Εκεί όπου η μοίρα χορεύει με τις αρχαίες πέτρες,
    βλέπω τ’ αγάλματα να στέκουν λυπημένα
    μες στους καπνούς κοιτάνε απορημένα.
    Κάπνιζε ο τόπος λύπη.

    Όλα πεθαίνουν, ακόμη και τ’ αγάλματα.
    Βλέπω ν’ ανατριχιάζουν αρχαίες κολόνες,
    να στάζουν αίμα τ’ αγάλματα,
    γυναικείες θεότητες, σκιές βασιλιάδων,
    αθλητές και θεατές να τρέχουν αλαφιασμένοι.
    Δρυάδες πεθαίνουν κλαίγοντας
    κι ο ποιητής συλλογισμένος,
    κρατάει στα χέρια του μαρμάρινο κεφάλι.

    Κλείσαν όλοι οι δρόμοι.

    Λαθρεπιβάτες του χρόνουν ανήμποροι
    Μέτριοι
    Δουλοπρεπείς

    παίζουμε στις τσέπες μας
    κίβδηλα νομίσματα.

    (Γιάννης Η. Παππάς, από τη συλλογή Το ανεκτίμητο τίποτα, 2011)

    6. Αγάλματα

    Μένουν πίσω τ’ αγάλματα σιωπηλά
    σε άδειες πλατείες
    ν’ ανασταίνονται από κέδρινες ανασαιμιές
    καθώς φέρνουν μηνύματα
    από ζωές ταξιδεμένες
    αφιερωμένες σε κύματα
    που αναζητούν άγνωστες ακτές
    αιώνια ερωτευμένες μ’ αστἐρια
    στις αποβάθρες τ’ ουρανού.

    Αμετακίνητα προσπερνούν απουσίες, φωνές
    στην αταξία του πλήθους
    με τις αλήθειες να κρέμονται
    στις διαβρώσεις της πέτρας
    στις λευκές αναχαιτίσεις του χρόνου
    στην προσπάθεια να εξηγήσουν
    την άφατη ζωή τους
    που θαρραλέα υψώνεται
    σε επιθανάτιες αναζητήσεις.

    Έμεινε η εκκρεμότητα του αποχωρισμού
    να στοιχειώνει τις όποιες διαφορές
    χωρίς να παρηγορεί τα όνειρα
    που δένονταν ένα-ένα
    στον παραλογισμό του τέλους
    λίγο πριν κοιμηθούν νικημένα στο παρόν
    που αναμετράται μ’ ένα άγνωστο μέλλον .
    ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

    7. Τ’ αρχαία αγάλματα

    Γυναίκα που σου θλίβεται η ήβη
    τ’ αγάλματα να μην τα αποπαίρνεις
    σαν ξεγλιστρούν τη νύχτα απ’ τα μουσεία
    ένα χορό στον δημιουργό τους ν’ αποδώσουν

    Στη μνήμη τους μια θριαμβευτική κραυγή,
    μια αστραπή υπάρχει και μια κορύφωση του πόθου.
    Κόρη γυμνή κρατούσανε με χέρια στιβαρά,
    την ώρα που σε θραύσματα η καταδίκη ήρθε

    Και μη θαρρείς ο έρωτας την τέχνη πως την ξέρει
    μάθε το κάθε άγαλμα ο πόνος το σμιλεύει
    απ’ τα συντρίμμια κατά λάθος εραστών
    που δεν περπάτησαν μαζί στο ίδιο μονοπάτι

    Τέχνη κι’ ανείπωτη χαρά μπορούν να μοιραστούνε
    με τον που τα συγκόλλησε, κομμάτια γύρω σκόρπια
    Αρχαιολόγος ή ψαράς που του τυχαν στα δίχτυα
    η και αγρότης σκάβοντας τη γη για να καρπίσει

    Των κομματιών η ένωση σωμάτων είναι πόθος
    κι’ ο χωρισμός τους άνομο, σκληρού ανθρώπου έργο
    Σαν τα κοιτάς τ’ αγάλματα και κείνα σε κοιτάνε
    τις μνήμες τους σκαλίζουνε τη λύτρωση να βρούνε

    Μην τα περνάς γι’ ασάλευτα, τ’ αγάλματα δεν είναι,
    στα φώτα μόνο της ημέρας ηρεμούν
    σαν έρθει σούρουπο τα μέλη τους λυγίζουν,
    γλιστρούν στου φεγγαρόφωτου τις σκιές.

    (Posted by gpointofview)

    8. ΘΡΗΝΟΣ
    ΓΙΑ ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ (Ι)

    Σπασμένα αγάλματα, σπασμένες κολώνες
    όνειρα σπασμένα,
    εδώ στη χώρα του θανάτου.

    Στην κόλασή μας κυβερνούν οι άδειες κάρες
    κι είναι κλειδοκρατόροι κουφάρια με κόγχες
    αδειανές.
    Πολεοδόμοι για τις πολιτείες του θρήνου
    μαστορεύουν τα λαγούμια που παχαίνει το
    σκουλήκι
    χτίζοντας πλατιά κοιμητήρια
    για να χωρέσουν ζωντανοί και πεθαμένοι.

    Σώσον ελέησον! μα ποιος σ’ ακούει
    και ποιος θα σώσει από το στεναγμό του το
    λυτρωμένο.
    Παλιά κατάρα μας βαραίνει
    μ’ αυτά τ’ απανωτά νεκρόδειπνα που ζούμε.

    Στην πλατεία τα χάλκινα και τα κρουστά
    αλαλάζουν
    λοφία φανταχτερά, χρυσές φούντες στα
    σπαθιά
    κι η βασιλική δαλματική στους ώμους.

    —Παντρεύεται ο Χάρος τη Ροκάνα—
    ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΓΕΡΗΣ

    9. Μη λυπάσαι τα χαμένα.
    Μην είσαι θλιμμένη.
    Και τ’ αγάλματα ζουν.
    Πρόσεξε τα πώς αναπνέουν μέσα στα τόσα μάτια που τα κοιτάζουν.
    Άκουσε του καθ’ ενός πώς του ψιθυρίζουν ένα καλοκαιρινό τραγούδι.
    (Απόσπασμα, ianniskl)

    10. “Όσο σε λατρεύω τόσο διαφθείρεσαι,
    κάτι ξέραν οι αρχαίοι που λάτρευαν αγάλματα”
    ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

    11. …το ποίημα φτιάχνει αγάλματα που κοσμούν το λογοτεχνικό σύμπαν…
    ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

  6. Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!… Ευχαριστώ!!!!

    -Κωστής Παλαμάς, «Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ»

    Και τ’ άγαλμα αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω
    στην πέτρα τη δική μου απάνω,
    και να το στήσω ολόγυμνο, και να περάσω,
    και να περάσω, δίχως να πεθάνω.

    και το ‘πλασα. Κ’ οι άνθρωποι, στενοί προσκυνητάδες
    στα ξόανα τ’ άπλαστα μπροστά και τα κακοντυμένα,
    θυμού γρικήσαν τίναγμα και φόβου ανατριχάδες,
    κ’ είδανε σαν αντίμαχους και τ’ άγαλμα κ’ εμένα.

    Και τ’ άγαλμα στα κύμβαλα, κ’ εμέ στην εξορία.
    Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου
    και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
    έσκαψα λάκκο, κ’ έθαψα στο λάκκο τ’ άγαλμά μου.

    Και του ψιθύρησα: «Αφαντο βυθίσου αυτού και ζήσε
    με τα βαθιά ριζώματα και με τ’ αρχαία συντρίμμια,
    όσο που νάρθ’ η ‘ωρα σου, αθάνατ’ άνθος είσαι,
    ναός να ντύση καρτερεί τη θεία δική σου γύμνια!»

    Και μ’ ένα στόμα διάπλατο, και με φωνή προφήτη,
    μίλησ’ ο λάκκος: «Ναός κανείς, βάθρο ούτε, φως, του κάκου.
    Για δω, για κει, για πουθενά το άνθος σου, ω τεχνίτη!
    Κάλλιο για πάντα να χαθή μέσ’ στ’ άψαχτα ενός λάκκου.

    Ποτέ μην έρθ’ η ώρα του! Κι αν έρθη κι αν προβάλη,
    μεστός θα λάμπη και ο ναός από λαό αγαλμάτων,
    τ’ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ’ οι πλάστες τρισμεγάλοι
    γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!

    Το σήμερα είτανε νωρίς, τ’ αύριο αργά θα είναι,
    δε θα σου στρέξη τ’ όνειρο, δε θάρθ’ η αυγή που θέλεις,
    με τον καημό τ’ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
    κυνηγητής του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.

    Τα τωρινά και τ’ αυριανά, βρόχοι και πέλαγα, όλα
    σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης
    μακρότερη απ’ τη δόξα σου και μια του κήπου βιόλα
    και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!»

    Κ’ εγώ αποκρίθηκα: «Ας περάσω κι ας πεθάνω!
    Πλάστης κ’ εγώ μ’ όλο το νου και μ’ όλη την καρδιά μου
    λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου, από τ’ αθάνατα όλα
    μπορεί ν’ αξίζει πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου».

    -Δροσίνης Γεώργιος, «Αφροδίτη της Μήλου»
    (Ποίημα για το θείο άγαλμα
    πριν φύγει για τα ξένα)

    Ω, θεά ξενιτεμένη, μελετώντας σε,
    Γυρίζει ο νους μου πίσω έναν αιώνα:
    Στη νύκτα εκείνη, που αρπαγμένη πέρασες
    Μπροστά απ’ τον γκρεμισμένο Παρθενώνα.
    Απ’ τα ζητιάνικα κουρέλια γύμνωσαν
    Το θείο κορμί σου βέβηλοι κουρσάροι,
    Κι έλαμψες αφρογέννητη και θάμπωσες
    Γυμνή, τ’ ολόφωτο αττικό φεγγάρι.
    Για να σε ξετιμήσουν ανυπόμονα
    Τέτοια άφταστη κι αφάνταστη πραμάτεια-
    Με των δαυλιών τις φλόγες σε ψηλάφησαν
    Δάχτυλα βάρβαρα κι ανάξια μάτια.
    Κι όταν θαλασσόδρομη πάλι κίνησες
    Για της ατελείωτης σκλαβιάς τις ώρες,
    Μια σκλάβα άλλη θυμήθηκαν και σ’ έκλαψαν
    Του Ερεχθείου οι μαρμάρινες Κόρες.
    Ψεύτικη λευτεριά στα ξένα απόχτησες
    Τα θεία σου κάλλη δείχνοντας για λύτρα
    Και, στερημένη εσύ τ’ Ωραίο, γίνηκες
    Μεσ’ στ’ άσκημα του Ωραίου η διαλαλήτρα.
    Τι τάχα κι αν σε θρόνιασαν βασίλισσα
    Σε μουχλιασμένο στεριανό παλάτι;
    Το μάρμαρό σου ανήλιαγο κι αδρόσιστο,
    Του Αιγαίου ποθεί το κρυσταλλένιο αλάτι.
    Ω! να πατούσες πάλι της πατρίδος σου,
    Τα κυματόδεντρα λευκά χαλίκια,
    Κι ένα στεφάνι απ’ ανθισμένες κάπαρες,
    Κι ένα στρωσίδι από βρεγμένα φύκια!
    Ω! κι από κάποιο θάμα τα δύο χέρια σου,
    Πανώρια, ακέρια ν’ άπλωνες πάλι
    Τα χέρια σου, που σε ξένον τόπο αν σου’ λειπαν
    Δεν είχαν τι να σφίξουν στην αγκάλη.

  7. Ντρέπομαι που μόλις τώρα ανακάλυψα το Θασίτη, έναν σπουδαίο ποιητή, στον οποίο ανήκει και το εν λόγω ποίημα.

    Ο σοβάς

    Σώριασαν τα χαρτιά
    επάνω στα χαρτιά
    λόγια και λόγια
    στα λόγια∙
    τις παλιές σκεπάσαν
    με καινούριες μάσκες
    με άλλον ασβέστη
    τον ασβέστη.

    Είπαν φωλιές
    τους τάφους των πουλιών,
    ψηλά σκορπίσαν τα φτερά τους
    κι είπαν – φωνάζαν – πως είναι
    πουλιά
    οι άδειοι ίσκιοι.

    Μόνο τ΄αγάλματα
    μείναν αγάλματα
    δείχνουν ποιοι είμαστε
    μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
    τις νύχτες στα φτερά τους.

    Πάνος Θασίτης, Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962)

    ΥΓ. Πολύ μου αρέσει η νέα εμφάνιση. Με ‘γεια!

  8. Καλησπέρα, Αγγελική!… Δεν τον γνώριζα το Θασίτη, όντως πολύ καλός!
    Όσο για τη νέα εμφάνιση παιδεύτηκα να βρω φόρμα που να εμφανίζονται τα σχόλια… Καλή μου φαίνεται και μένα!

    -«Ν’ άκούς αγάλματα πέτρινα και ρυάκι Εμπεδοκλέους είναι μαγεία.
    Προπαντός αν περπατείς γυμνόπους.»

    -«Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει…»
    (Οδυσσέας Ελύτης)

    -«Τ’ αγάλματα μιλούν τη νύχτα. Κι ας λένε οι άλλοι ότι παραμιλώ.»
    «Τ’ αγάλματα έχουν κι αυτά τις μελαγχολικές τους ώρες»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Ὁ μουσικὸς»- Τάσος Λειβαδίτης
    «……Συχνὰ τὴ νύχτα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἔφτανα σὲ μιὰ ἄλλη πόλη, δὲν ὑπῆρχε παρὰ μόνο ἕνας γέρος, ποὺ ὀνειρευόταν κάποτε νὰ γίνει μουσικός, καὶ τώρα καθόταν μισόγυμνος μὲς στὴ βροχὴ – μὲ τὸ σακάκι τοῦ εἶχε σκεπάσει πάνω στὰ γόνατα τοῦ ἕνα παλιό, φανταστικὸ βιολί, «τὸ ἀκοῦς;» μοῦ λέει, «ναί, τοῦ λέω, πάντα τὸ ἄκουγα»,
    ……ἐνῷ στὸ βάθος τοῦ δρόμου τὸ ἄγαλμα διηγόταν στὰ πουλιὰ τὸ ἀληθινὸ ταξίδι.»

    -«…Άγαλμα του πεζοδρομίου που σε φυσά ο μαΐστρος
    στο ένα σου πόδι ενώ σφυρίζεις τους καημούς της πατρίδας
    με μια φωνή σαν του ρυακιού που κελαηδεί μες στην καρδιά σου,
    -μικρή καρδιά της λευτεριάς που τρέμει όπως η πούλια-
    παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!…»
    (Ν. Βρεττάκος)

  9. Χαζά-χαζά βρήκα και αυτά:

    1. Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
    (Μυθιστόρημα, Γ’, Γιώργος Σεφέρης)

    Μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης

    Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
    που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
    τ’ ακουμπήσω.
    Έπεφτε το όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
    έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
    ξαναχωρίσει.
    Κοιτάζω τα μάτια. Μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
    μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
    κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
    Δεν έχω άλλη δύναμη
    τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
    ακρωτηριασμένα.

    2. ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

    Τη νύχτα εκείνη είχε κοιμηθεί στα γόνατα ενός ψυχρού μαρμάρινου αγάλματος, τόσο μεγάλου που ξαφνιάστηκε. Περιπλανήθηκε. Άρχισε να ταξιδεύει μέσα στο πρόσωπο που έγερνε από πάνω του και να επιστρέψει σύντομα δεν πρόκειται. Φτάνοντας πίσω από το βαρύ βλέφαρο, έχασε πια το θάρρος του, μα μια φωνή ακούστηκε: «Τι ελαφρύς που είστε!». Με δυνατά, κι επώδυνα, χτυπήματα έσπασε την επιφάνεια: πέρα μακριά μπροστά του χλόιζε μια ξεχασμένη αυτοκρατορία.

    Roger Kowalski.
    (Μετάφραση Τιτίκα Δημητρούλια, Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας, ανθολόγηση Χριστόφορος Λιοντάκης, εκδ. Καστανιώτη, 2009)

    3. Κ. Δημουλά, Υπό Φθινόπωρον…

    (Σκηνή σε πάρκο με άγαλμα)

    Γυναίκα μαρμάρινη
    Πλαγιασμένη κι εξέχουσα
    Λίγο του βάθρου σου
    κατά μία υποψία φυγής
    στον ίσκιο της ανίας σου
    στην άπλα του μεσημεριού
    παιδί εργατικό κοιμάται.
    Η σκισμένη του μπλούζα
    αυτοβιογραφία του.
    Τη διαβάζουμε, εγώ κι εσύ
    επί τη ευκαιρία
    παίρνεις μιαν ιδέα
    των φθειρομένων πραγμάτων
    του προς στιγμήν εφήβου
    και κάτι από το απίθανο της ποιήσεως
    όταν συμπίπτει
    να στέκουν τα φθινόπωρα
    στα δένδρα
    προς εποπτείαν των διαθέσεων.

    [Κική Δημουλά , Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 82]

    4. Κ. Δημουλά, Ορισμοί

    Μ” αρέσουνε οι διάφοροι Θεοί
    που συναντώ στα πάρκα, στα μουσεία,
    και στων σπιτιών τους κήπους,
    πάλαι ποτέ Θεοί και τώρα τέχνη,
    γνώσις μυθολογίας, κι εξωραϊσμός.

    Έτσι κι εσύ, Θεά Αφροδίτη.
    Σε συναντώ χρόνια τώρα,
    μόνη, κατάμονη,
    γωνία Κοδριγκτώνος και Κυψέλης
    –μια διασταύρωση θνητών–
    σ” ενός σπιτιού τον κήπο,
    ελάχιστον, όσο για να χωράει
    το ξάφνιασμα που προκαλείς
    κι ένα φυτό αναρριχώμενο που,
    όταν του βάζει λόγια ο ήλιος,
    σου αφήνει
    μικρά σημάδια από σκιά
    στο σχήμα και στο μέγεθος του φύλλου.

    Και τώρα πια ήρθ’ η στιγμή,
    Θεά Αφροδίτη, να μιλήσουμε
    σαν ίσος προς ίσον. Θέλω να πω
    σαν άγαλμα προς άγαλμα.
    Λένε η γη πως στρέφεται
    περί τον πολυμήχανο άξονά της,
    κι εκείνος μέσα μας.
    Για να το καταλάβεις,
    άξονας ή μοίρα
    είναι αυτό που συνετέλεσε
    ώστε να κουβεντιάζουμε τώρα οι δυο μας
    σαν ίσος προς ίσον:
    σαν άγαλμα προς άγαλμα.
    Στρέφεται, λες, ένα στρογγυλό
    επίμονο κυνηγητό
    της νύχτας πίσω από τη μέρα,
    κι έτσι τελεσφορούν τα εικοσιτετράωρα.
    Οξύ το πρόβλημα των εικοσιτετραώρων,
    Θεά Αφροδίτη ή και του χρόνου.
    (Απόσπασμα)

    5. Καρυάτιδες

    Μπροστά στις Καρυάτιδες, τις μαρμαρένιες κόρες,
    σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οι δυο μας ώρες κι ώρες.
    Ακίνητα τα μάτια σου έδειχναν κάποια λύπη
    για κείνη που μας έκλεψαν κι από τις άλλες λείπει,

    στη ξενιτιά, στην σκοτεινιά, στα πέρατα του κόσμου.
    Μα εγώ τις έβρισκα σωστές, όλες σωστές εμπρός μου
    κι έλεγα πως θα γύρισε κι εκείνη από τα ξένα
    γιατί μετρούσα, αγάπη μου, μαζί μ᾿ αυτές και σένα.

    ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ

  10. …. Καλησπέρα, Αγγελική!… Θα ήταν σοβαρό έλλειμμα αν δεν παραθέταμε κι αυτά τα ωραιότατα ποιήματα!… Εγώ δεν έχω να παραθέσω κάτι αξιόλογο… Σ’ ευχαριστώ πολύ, την αγάπη μου!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: