Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (72ο): «Νερό»…

-«…Πάρτε μαζί σας νερό
Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία» (Μιχάλης Κατσαρός)

-[Το ζεστό νερό…]
Το ζεστό νερό μού θυμίζει κάθε πρωί
πως δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό κοντά μου.
(Γ. Σεφέρης)

-[Το νερό της αρνησιάς]
«…Στο ταξίδι που σε πάει ο μάυρος καβαλάρης,
κύτταξε απ’ το χέρι του, τίποτε να μην πάρεις.
Κι αν διψάσεις μην το πιείς από τον κάτου κόσμο
το νερό της αρνησιάς, φτωχό κομμένο δυόσμο!
Μην το πιείς κι ολότελα κι αιώνια μας ξεχάσεις…
βάλε τα σημάδια σου το δρόμο να μη χάσεις,…»
(Κωστής Παλαμάς)

-«…Ἂ τί φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τίποτα κι ὁ ἀόρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ κόκορα.»
(Νίκος Καρούζος)

-«Ενθάδε κείται κάποιος που τ’ όνομά του ήταν γραμμένο στο νερό».
(επιτάφια επιγραφή για τον Τζον Κητς)

-Γιάννης Καλπούζος, «Το νερό των ονείρων»

«Ήμουν βουνό
ήσουν θάλασσα
κι άλλο τρόπο δεν είχαμε
να έλθουμε κοντά
έκανες εσύ τα όνειρά σου βροχή και χιόνι
κι έκανα τα όνειρά μου ρέματα και ποτάμια
κι έτσι μένουμε
δεμένοι με το νερό των ονείρων»

-Νικ. Βρεττάκος «Το νερό και η ευχαριστία»

«Ήπια και πότισα δάση και γέμισα στέρνες.
Το νερό σου περίσσεψε-
Τα ποτάμια του σύμπαντος,
δεν έχουνε κοίτες. Βυθίζονται. Τρέχουνε
μες από σένα.
Αν μπορούσες να υπάρχεις
έναν αιώνα μετά, τότε θά βλεπες πώς
το φιλί που σου ακούμπησα πάνω στο μέτωπο
έγινε άστρο.»

-Διονύσιος Σολωμός, [ΤΟ ΓΑΡΓΑΡΟ ΝΕΡΟ ΚΗΛΑΪΔΙΣΤΑ ΦΛΙΦΛΙΖΕΙ]
Το γάργαρο νερό κηλαϊδιστά φλιφλίζει
και σας καλεί ναν το χαρείτε οι διψασμένοι.
Τί γάργαρο νερό… κελαρυστό, όπως βγαίνει
οχ τ’ ανθισμένο λειμωνάρι και δροσίζει
τες φρένες, την καρδία! Και σ’ όσους ευδορπίζει
το ξυλοκέρατο τα δείπνα, δεν τσου μένει
παρά στα νάματα να ερθούνε και την ξένη
βρωμιά να δγιούν πώς ύδωρ λάλον καθαρίζει!
Κοιτάχτε – ο δρόμος ανοιχτός! Εδώ ας γυρέψει
το πόδι σας πορεία… ’δώ πάνου ν’ ανεβείτε,
πριχού οχ τ’ άλογά του ο ήλιος ξεπεζέψει.
Φαρμακερόφιδο δεν μόλυνε το φρέαρ
ποτέ εισέ νιό χορτάρι μέσα. Ελάτε, δείτε
πώς γύρω γελάει ολόγυρα το αιώνιον έαρ!
(Δ. Σολωμός: Οκτώ ιταλικά ποιήματα)

-Ρόμπερτ Λόουελ, «Νερό»
(απόσπασμα)
«… Θυμάσαι; Καθίσαμε σε μια ξέρα.
Μες απ’ την απόσταση του καιρού
μοιάζει να ‘χε το χρώμα
της ίριδας, σαπίζοντας πορφύριζε.

Άλλ’ ήταν μόνο
ο συνηθισμένος γκρίζος βράχος
που γύριζε στο συνηθισμένο πράσινο
σαν το μούσκευε η θάλασσα.

Η θάλασσα μούσκευε το βράχο
στα πόδια μας όλη τη μέρα
τον έγδερνε και τον λιγόστευε
φλούδα τη φλούδα.

Μια νύχτα ονειρεύτηκες
πως ήσουνα γοργόνα κολλημένη στου μουράγιου τα θεμέλια
κι όλο προσπαθούσες να ξεκολλήσεις
πεταλίδες με τα χέρια.

Μακάρι, είπαμε, οι ψυχές μας οι δυο
να γύριζαν σα γλάροι
στο βράχο. Τελικά
το νερό για μας ήταν πολύ κρύο.
(Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, εκδ. ύψιλον/βιβλία)

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (72ο): «Νερό»…

  1. 1. Νυκτερινό νερό

    Η θλίψη των ματιών του αλόγου που τρέμουνε μέσα στη νύκτα,
    Η θλίψη των ματιών του νερού στον κάμπο που κοιμάται,
    Είναι μέσα στα μάτια σου του αλόγου που τρέμει,
    Είναι μέσα στα μάτια σου του μυστικού νερού.

    Μάτια του σκοτεινού νερού,
    Μάτια νερού του πηγαδιού,
    Μάτια νερού του ονείρου.

    Η σιωπή και η μοναξιά,
    μικρά ζωντανά που τα φεγγάρι οδηγεί,
    Τρέμουνε σ ΄ αυτά τα μάτια,
    τρέμουνε σ ΄ αυτά τα νερά.

    Αν ανοίξεις τα μάτια,
    Ανοίγει η νύκτα τις πόρτες των βρύων,
    Ανοίγει το μυστικό βασίλειο του νερού
    Που αναβλύζει απ΄ το κέντρο της νύκτας.

    Αν εσύ τα κλείσεις,
    ΄Ενας ποταμός, ένας χείμαρρος γλυκός και σιωπηλός,
    Σε πλημμυρίζει εντός σου, προχωρεί, και σε νυκτώνει:
    Η νύκτα υγραίνει τις αμμουδιές της ψυχής σου.
    OKTABIO ΠΑΣ, Μετ. Νεοκλής Κυριάκου

    2. ΑΝΕΜΟΣ, ΝΕΡΟ, ΠΕΤΡΑ

        Στον Ροζέ Καγιουά

    Το νερό τρυπάει την πέτρα,
    ο άνεμος σκορπίζει το νερό,
    η πέτρα ανακόπτει τον άνεμο.
    Νερό, άνεμος, πέτρα.

    Ο άνεμος σμιλεύει την πέτρα,
    η πέτρα είναι αγγείο του νερού,
    το νερό το σκάει και είναι άνεμος.
    Πέτρα, άνεμος, νερό.

    Ο άνεμος στους στρόβιλούς του τραγουδάει,
    το νερό στον πηγαιμό του μουρμουράει,
    η πέτρα ακίνητη σωπαίνει.
    Άνεμος νερό, πέτρα.

    Το καθετί είναι άλλο τι και τίποτα:
    ανάμεσα στα κενά τους ονόματα
    περνούν και εξαφανίζονται
    νερό, πέτρα, άνεμος.
    OCTAVIO PAZ, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    Handel – Water Music

    3. Χώμα και νερό

    Χώρες που απλώνεστε γαλήνιες δίχως σύνορα
    Διάφανες πόλεις κρυμμένες μες στο φως
    Λικνίζεστε στην άκρη του ορίζοντα
    Σαν όνειρο, σαν πόθος κοντινός
    Μα εγώ κάτω απ’ τα κύματα σας χάνω
    Πώς να νικήσω αυτό τον άγριο καιρό
    Βουλιάζω μες στο τίποτα κι όλο φοβάμαι
    Φοβάμαι πως θ’ αργήσω να σας βρω

    Γιάννης Αγγελάκας, από τη συλλογή “Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε;” (1999)

    4. Το νερό

    Του βράχου λιγοστό νερό, απ’ τη σιωπή αγιασμένο,
    απ’ το καρτέρι του πουλιού, τη σκιά της πικροδάφνης,

    Κρυφά το πίνει η κλεφτουριά και το λαιμό σηκώνει
    σαν το σπουργίτι και βλογά τη φτωχομάνα Ελλάδα.

    Γιάννης Ρίτσος
    Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1973

    Τρέχει, τρέχει το νερό

    5. Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα

    Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.

    Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.

    Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –

    Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –

    Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –

    Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.
    ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

    6. Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας

    Η θάλασσα χαμογελάει
    με στόμα από αφρό
    και χείλια απ’ ουρανό,
    σαν σκοτεινό κορίτσι,
    που τον άνεμο σπάει
    πουλώντας το νερό των θαλασσών

    Η θάλασσα χαμογελάει
    έχει στόμα από αφρό
    και μάτια ουρανό
    σαν μητέρα που ένα δάκρυ σκορπάει
    και πικραίνει το νερό των θαλασσών

    Τι μας φέρνεις αγόρι..;
    Τι κυλάει στο αίμα σου ..;
    Σας φέρνω το νερό των θαλασσών…

    Τι φταίει μητέρα για τα μεγάλα σου δάκρυα..;
    Κλαίω το νερό των θαλασσών

    Πως γεννιέται η μεγάλη σου πίκρα..;
    Κύριε, πικραίνει το νερό των θαλασσών

    Πουλάω το νερό των θαλασσών
    Πουλάω το νερό των θαλασσών
    Η θάλασσα χαμογελάει…
    Πουλάω το νερό των θαλασσών
    {Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα)

    Tο τραγούδι του νερού, Πόπη Αστεριάδη

    7. Από το νερό που περιέχεται στο δάκρυ
    φτιάχτηκαν οι θάλασσες˙
    πάνω σ’ αυτές ταξίδεψαν δένδρα με πανιά
    μα και μεταλλικά θηρία που βυθίστηκαν ως τους πάτους.
    Πότε με άνεμο και πότε με πετρέλαιο
    κοπιάσαμε να ταξιδέψουμε ματαίως.
    Μέσα στον ύπνο σαλεύουν τα όνειρά μας
    μέσα στο χώμα μας σαλεύουν τα σκουλήκια.
    (Δημήτριος Μουζάκης)

    ΥΓ. Γεια σου, Γιάννη, με τα ωραία σου ποιήματα!

  2. Ciao, Aggeliki!… Πλούσια και πολύ όμορφα τα ποιητικά και μουσικά σου «δώρα»!!!
    Grazie mille e buona Domenica!!!!

    -Νίκος Καββαδίας, «Cambay’s water»

    Στον Π. Π. Παναγιώτου

    Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
    Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
    «κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
    ωστόσο οι κάβοι σού σκληρύναν την παλάμη.

    Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
    οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
    ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
    που ‘ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

    Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
    σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
    μ’ απόψε –λέω– φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
    την ώρα που ‘πες με θυμό: «Θα ‘βγω άλλη μέρα…»

    Τη νύχτα σού ‘πα στο καμπούνι μια ιστορία,
    την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
    τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
    κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία…»

    Ξημέρωσε κ’ ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
    η Μαραχάνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!…
    Μ’ αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
    και του πετούσε απά τα φίδια του σκουπίδια.

    Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
    Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
    Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι∙
    μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.
    (Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία)

    -Μιχάλη Στασινόπουλου «Το τραγούδι του νερού»

    – Νεράκι καθαρό ,
    στο διάφανο ποτάμι ,
    μου λες να σε χαρώ ,
    το δρόμο πού ‘χεις κάμει ;

    – Κινάω απ’ το βουνό
    το χιονοσκεπασμένο ,
    ποτίζω το στεγνό λιβάδι ,
    όθε διαβαίνω .

    Στις πράσινές μου οχτιές
    ποτίζω το χορτάρι
    και τις ψηλές ιτιές
    και το φτωχό θυμάρι .

    Πετούν σ’ εμέ να πιουν
    με δίψα τα πουλάκια ,
    και παίζουν και γελούν
    χαρούμενα παιδάκια .

    Ποτάμι καθαρό ,
    νεράκι κρυσταλλένιο ,
    σου ευχόμαστε καλό
    ταξίδι ευλογημένο .

    -Γεώργιος Δροσίνης, «Τῆς κοπέλλας τὸ νερό»

    «Μιὰ κοπέλλα λυγερὴ
    τὸ ψηλὸ βουνὸ διαβαίνει
    ἡ χαρὰ τὴν καρτερεῖ
    στ᾿ ἀκρογιάλι ποὺ πηγαίνει.

    Καὶ τὸ κάμα εἶναι βαρὺ
    κι εἶν᾿ ἡ κόρη διψασμένη
    βρῆκε βρύση δροσερή,
    ἦπιε, ἀρρώστησε πεθαίνει.

    Μὰ ἡ φωνή της πρὶν νὰ σβήσει
    καταράστηκε τὴ βρύση
    κι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ
    ἔρμη ἡ βρύση ἔχει ἀπομείνει
    καὶ κανεὶς ποτὲ δὲν πίνει
    τῆς κοπέλλας τὸ νερό.»

  3. Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι

    ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

    Η αντανάκλαση του φεγγαριού,
    στην επιφάνεια του νερού,
    τρέμει, συνέχεια τρέμει.
    Πιάστε το! Εδώ είναι! Πιάστε το! Είναι εκεί.
    Φεγγάρι ψεύτικο, δεν είσαι εσύ σαν τη ζωή;

    Κι-Νο_Τσουραγιούκι (Ιαπωνική Ποίηση)

    Σου ‘φερα νερό στις χούφτες, Τζένη Καρέζη

    Το νερό

    Οι κραδασμοί της μέρας ανεβάζουν
    τα σχοινιά της προκυμαίας
    Σβουρίζουν οι σταγόνες του νερού, αποπλέοντας,
    στις επιφάνειες των βρεμένων φύλλων
    στριφογυρνώντας εξατμίζονται
    καθώς τις μεγεθύνει
    ο απροσδόκητος φακός του ήλιου
    Πίσω μας, μέσα στις σκόνες μέσα στα σύννεφα
    περνούν τα λεωφορεία
    Κουλουριασμένη η θάλασσα αστράφτει
    στο σουσάμι και ξετυλίγεται ρυτιδωτά
    σχεδόν ερωτικά στο πρωινό κρεβάτι
    Κόβει στα δυο η πλώρη το ασήμι

    Γιώργος Χουλιάρας, Από τη συλλογή Η άλλη γλώσσα (1981) του Γιώργου Χουλιάρα

    Μην πιεις νερό και με ξεχάσεις, Κούρκουλος

    Οἱ μεταμορφώσεις τοῦ νεροῦ

    Διάφανο νέκταρ
    τῆς ὀρχιδέας μπροστὰ
    ἐν ἀφθονίᾳ σὲ στιγμὲς ἀπόλαυσης,
    Πορφυρὲς τοιχογραφίες
    ἀποκολλημένες ἀπὸ τὸ θόλο
    τῆς μητρόπολης τοῦ κορμιοῦ,
    Κεχριμπαρένιο διήθημα
    ὑγρὸ θησαυροφυλάκειο τῶν ἀποβλήτων,
    Ὑφάλμυρος ἱδρώτας
    πρωϊνὴ δροσιὰ ἐξαίσιου σώματος,
    Δάκρυ παρατημένο στὴ βαρύτητα
    πυκνὴ σταγόνα
    τῆς αἰώνιας γυναικείας θλίψης,
    Σάλιο γιὰ νὰ λειαίνονται
    καὶ νὰ μαλακώνουν
    οἱ λέξεις ποὺ προ(σ)φέρει,
    Γάλα, λευκὸ ποτάμι
    τῆς πρώτης ἀγαλλίασης
    κάθε ἀνθρώπου.
    Οἱ μεταμορφώσεις τοῦ ταπεινοῦ νεροῦ
    στὰ ρυάκια λατρεμένου σώματος

    (Γιάννης Στρατούλιας)

    Πίνω νερό, κόβω καρπό

    ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΒΙΒΛΙΑ

    Ένα κρυμμένο φιλιατρό της άνοιξης
    το στόμα του* ένα πηγάδι με νερό
    η φωνή σου ν’ ανεβαίνουνε τα λόγια
    μες στο μεσημέρι για να σε γνωρίσω
    φωτεινή γήινη παρουσία.
    Μέσα του τώρα ένα ποτάμι κατεβάζοντας
    πετρώματα και ρίζες του βουνού φωνές
    από παλιά τραγούδια, ένα δεύτερο
    κορμί που με γυρεύει φωτεινό
    σαν άστρο.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ

    Το νερό, Θηβαίος

    ΤΑ ΝΕΡΑ

    Της βροχής τα νερά θαυμάζω
    πώς ορμητικά χιμούν στην κάθε κατηφόρα
    άμαθα όλα τα δοκιμάζουν αν κυλούν
    μαζί τους αν ταιριάζουν
    φίλια όλα και δικά τους
    μα δε διακρίνεις η γη αν τα πάει
    ή κείνα αν διαλέγουν…
    Τέτοιο νερό δεν είμαι ’γω – ίσως κάποτε
    τώρα είμαι θάλασσα που ξέρει τις άκριες της
    την παλίρροια και την άμπωτη
    τα σκοτεινά μου νερά και τ’ ανθισμένα μου κοράλλια,
    τις ατόλλες και τα συντρίμματα,
    τα ζωντανά μου και των πνιγμένων μου τα χοροστάσια
    κι ό,τι δικό μου δικό μου.
    Ερήμωσα τη ζωή μου
    είμαι ο σπόρος που πέθανε
    για να ζήσει
    μούχλιασε για να βλαστήσει
    κι επόνεσε πολύ.

    Κ ε ρ α σ ί α Χ ρ. Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

    Να γίνει το νερό φωτιά, Πυξ Λαξ

    ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ

    Το Λάλον Ύδωρ ζητώ να πάρω,
    το ελιξίριο της άνωθεν επικοινωνίας.

    Σαν να πάτησε βαριά το Άλφα πάνω στο σθένος
    την ώρα που μάντευε η τύχη το ακοινώνητο τοπίο μας:
    Ασθενής συγγένεια από το εμένα σε εσένα
    το ονόμασε η Πυθία Ζωή.

    Σαν να μην αποτάθηκα ποτέ σε φύσης νόμου χρίσμα,
    μα ερωτώ την μάντισσα:
    Πως το έλλογο στο χρόνο ζωντανεύει άνυδρες ερήμους;
    Ερήμους επικοινωνίας;

    Ούτε καν το Αρσενικό με το Θηλυκό
    δεν βρίσκουν λύση.
    Απόδειξη πως ο Χάρος και η Χαρά..
    Βαβέλ χτίσαν ανάμεσά τους!

    Κλέλια Χαρίση

    Κι αν θα διψάσεις για νερό, Αρλέτα

    Φέρτε μου νερό να ξεδιψάσω, Νταλάρας

  4. Καλημέρα Αγγελική, καλή εβδομάδα!… Όλα ωραία!!!
    Η Κερασία Γερογιάννη («Τα νερά») είναι γνωστή μου από το Βόλο, συνεργαστήκαμε δε αρκετές φορές σε ποιητικές βραδιές!

    -«Ψυχήσιν Θάνατος ύδωρ γενέσθαι, ύδατι δε θάνατος γην γενέσθαι, εκ γης δε ύδωρ γίνεται, εξ ύδατος δε ψυχή.» (Ηράκλειτος, 544-484 π.Χ.)

    -«…Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
    Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!» (Ο. Ελύτης)

    -«…Πίνω νερό κόβω καρπό
    Χώνω τὸ χέρι μου στὶς φυλλωσιὲς τοῦ ἀνέμου
    Οἱ λεμονιὲς ἀρδεύουνε τὴ γύρη τῆς καλοκαιριᾶς
    Τὰ πράσινα πουλιά σκίζουν τὰ ὄνειρά μου
    Φεύγω μὲ μιά ματιά,
    Ματιὰ πλατιά ὅπου ὁ κόσμος ξαναγίνεται
    Ὄμορφος ἀπὸ τὴν ἀρχή στὰ μέτρα τῆς καρδιᾶς!
    Ὁ κῆπος ἔμπαινε στὴ θάλασσα
    Βαθύ γαρύφαλο ἀκρωτῆρι
    Τὸ χέρι σου ἔφευγε μὲ τὸ νερό
    Νὰ στρώσῃ νυφικό τὸ πέλαγος
    Τὸ χέρι σου ἄνοιγε τὸν οὐρανό!»
    (Ο. Ελύτης)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού»
    XXX
    “Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,
    τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,
    σκοινιά, καράβια και φανάρια,
    γλάροι, καθρέφτες και καρποί-
    τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.
    Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,
    μύρια ποτήρια του νερού
    φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα
    στο περιγιάλι αστράφτουνε.
    Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,
    κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.”

    -Έμιλι Ντίκινσον,
    [726]

    «Η Φύση κάνει να διψούμε,
    ώστε, πεθαίνοντας μετά,
    λίγο νερό εκλιπαρούμε
    σε δάχτυλα περαστικά.
    Δηλοι την πιο λεπτή για μας
    ανάγκη που εν αφθονία
    πληροι το μέγα προς δυσμάς
    το Ύδωρ, η Αθανασία.»
    (από το βιβλίο, «Το μέγα ύδωρ»)

    -ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, «Αμοργός»
    [απόσπασμα]

    «…Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
    Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
    Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
    N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος…»

    «…Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να
    βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις
    ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγ-
    ματα σαύρας. Το ξαίρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω
    από το φοβερό βλέμμα του άνεμου είσαι μια σπίθα βουβή
    μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κα-
    νείς κανείς δε σταματά ν’ ακούσει την ανάσα σου μα συ με
    το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις
    μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ’ ανεβείς στα λυγερά
    κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα
    μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι. Υπάρχει
    μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώ-
    πινος άγγελος έγραψε τ’ όνομά του επάνω της κι ένα
    τραγούδι που δεν το ξαίρει ακόμη κανείς ούτε τα πιο
    τρελλά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ’ αηδόνια. Είναι κλει-
    σμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Ντέβι μέσα στις
    λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα
    όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και
    στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά
    η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώ-
    σουν στα βουνά θα κελαϊδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια
    θ’ αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι
    με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν
    τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά
    μοναχές τους θα βρουν καπέλλα γιορτινά να φορέσουν
    και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια
    τους. Γιατί τότε κανείς δε θ’ αστειεύεται πια το αίμα
    των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλι-
    νάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους
    σταύλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπα-
    ρούνες και μάηδες και σ’ όλα τα σταυροδρόμια θ’ ανά-
    ψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα…»

  5. Michel Pépé – L’ eau de Cristal (Kρυστάλλινο νερό)

    ΣΑΝ ΤΟ ΝΕΡΟ

    Πέφτει μέσα
    μια όμορφη πέτρα στο νερό
    και το νεράκι αφήνει χώρο,
    παραμερίζει ανεβαίνοντας
    και ξαφνικά ποτίζει
    το χώμα που το περιτριγυρίζει
    – πιες και συ, λουλουδάκι μου, λέει,
    κι ας ξοδευτώ κι ας λιγοστέψω,
    όσο μέσα μου η ομορφιά κατοικεί
    και με υψώνει
    πιες κι εσύ, λουλουδάκι μου,
    χωρίς αυτή
    ούτε να σε μυρίσω
    ούτε και τίποτα να μοιραστώ μαζί σου
    θα μπορούσα*

    ο κόσμος αλλάζει
    όταν πέφτει μέσα μια όμορφη πέτρα στο νερό
    όπως όταν μπαίνει αλλού το σωστό σώμα

    Δώρα Παπαγεωργοπούλου

    WATER & FIRE – Ludovico Einaudi

  6. Ciao, Aggeliki!… Ευχαριστώ πολύ!… Νομίζω πως και τούτο το θέμα μας πάει προς εξάντληση… Χαρά μου, αν ανακαλύψεις και κάτι άλλο.

    -Σολωμός Διονύσιος, «Πειρασμός» (απόσπασμα)

    «…Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
    Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
    Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
    Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
    Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
    Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
    Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,
    Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
    Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
    Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
    Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες•
    Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
    Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
    Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
    Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
    Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
    Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.»

  7. Γιάννη, έκανες bingo. Με το Bridge over troubled water την πήρες την παρτίδα.
    Δεν το σκέφτηκα καν. Τι να σου κάνει ένα μυαλό χειμώνα- καλοκαίρι…
    Πολύ ωραίοι στίχοι (για την εποχή τους) και πάντα υπέροχοι -αν και διαλυμένοι- οι Simon and Garfunkel.

    Άσχετο: Aγαπώ ό λ α τους τα τραγούδια για τη μελωδία τους, αλλά πεθαίνω για το Scarborough Fair.
    Να το ακούσουμε; Να το ακούσουμε…

  8. Μανόλης Πρατικάκης επί 3:

    1. ΤΟ ΝΕΡΟ

    Νύχτα στην ακροθαλασσιά
    ή ξαφνικός έρωτας

    Σκορπισμένος στη νυχτερινή γαλήνη ένα με το καθετί.
    Τα μόρια μου ένα με τα μόρια της άμμου.
    Οι φλέβες παραπόταμοι κατέβαιναν στη θάλασσα, εκεί
    που σμίγουν όλα τα νερά.
    Άκουγα των κυμάτων την πνοή ένα με την ανάσα μου.
    Ένιωθα στο σφυγμό του πόνου το σφυγμό μου.
    Σ΄ ένα σπυρί σταριού ριγούσαν όλα τα σπαρτά
    διαπερνώντας τοκετό και θάνατο, ύστερα σύννεφα,

    τα μάτια της στο άνοιγμα του πηγαδιού, σαν δυο αστραπές
    μέσα στα βάθη της νυχτός. Ρεύμα βολταϊκό
    που μ’ έκαιγε και με μετρούσε με το τόξο του.
    Λάβα, φιλιά της εφηβείας, ύστερα οι κάδοι χύνονταν
    να πιούν τα διψασμένα ζώα και τα μαύρα
    τριαντάφυλλα στην ξεραμένη γη.

    Δεν είχα όνομα ούτε σώμα, μόνο την ηλικία
    του νερού, σε κάθε στάλα πάφλαζε
    ο ωκεανός. Σε κάθε στάχυ η άνοιξη.
    Μες στο παιχνίδι των ενεργειών έλειπε ο χρόνος.
    Η αρχή και το τέλος
    κάθε όντος
    χάνονταν αρπαγμένα στη μεθόριο
    των άλλων.

    Ήταν εκεί χιονοδρόμος ο Ερμής με μιαν αναγγελία.
    Στην ολόφωτη πίστα των κβάντα

    ήταν εκεί ο θεός Σίβα και χόρευε
    στον πανάρχαιο ρυθμό του μέλλοντός μας,
    πυρρίχιους και ροκ.
    ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ

    2. από τις ΣΤΑΓΟΝΕΣ

    32
    Το θείον του Θαλή ύδωρ. Το λάλον.
    το κλωνί τ΄αλάτι στη γούβα του βράχου:
    αυτά τα οστά του παντός.
    33
    Μη πετάς ποτέ πέτρα σε πηγάδι
    Που κάποιο μεσημέρι σε ξεδίψασε.
    ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ

    3. Γονατίζω στον γενέθλιο τόπο.
    Νύχτα ανάβω ένα κερί μπροστά
    στο πέλαγος.
    Προσκυνώ τη μητρότητα των νερών.
    …………………………………………………………..
    Και τώρα ακόμη, παιδάκι καθισμένο σε Μυρτώες
    αμμουδιές, κοιτώ των κυμάτων το αναρίθμητο γέλιο,
    (ανάλλαχτο. Δεν μ’ αφήνει να μεγαλώσω).
    ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ

  9. …Ευχαριστώ, Αγγελική!… Οι Simon and Garfunkel, αυτό το υπέροχο, κλασικό, μουσικό δίδυμο… Πολύ πολύ αγαπημένοι και σε μένα… «Φοβερό» το «Scarborough Fair»!!!… Να θυμίσω και το κλασικό, υπέροχο, ίσως το πιο γνωστό τους τραγούδι: «Sound of the silence»!!!!
    Πολύ καλός και ο Πρατικάκης!!!!

    Χλόη Κουτσουμπέλη, «Ο τελευταίος λουόμενος»

    «Πρέπει να αποχωρήσει στις 6.00
    γράφει η πινακίδα στα αποδυτήρια.
    Κι εγώ φαντάστηκα τον πρώτο λουόμενο
    να κάνει μπάνιο σε έναν καταρράκτη
    τότε που δεν είχαν χαμηλώσει τ’ αστέρια
    και ο άντρας με την γυναίκα αγκαλιάζονταν
    σπαρακτικά μες στις σπηλιές
    στα βάθη των αιώνων.
    Ποιος θάναι λοιπόν ο τελευταίος λουόμενος
    σε ποια νερά ραδιενεργά και μολυσμένα
    πριν το σκοτάδι απλωθεί και μας σκεπάσει;
    Τον φαντάστηκα
    να κολυμπάει σε έρημη πισίνα
    να πιάνεται απ’ τη σκάλα και να βγαίνει
    να προχωράει με βήματα υγρά
    να παίρνει την πετσέτα
    κι έπειτα να ρίχνει
    μία τελευταία νοσταλγική ματιά
    πριν σβήσουν όλα τα φώτα στον πλανήτη.»
    (Από τη συλλογή, Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς, Εκδόσεις Γαβριηλίδη)

  10. Είσαι νερό

    σ’ ένα βαθύ πηγάδι
    κελάρυσμα κρυμμένο στα καλάμια
    στάλα βροχής
    σε μια πευκοβελόνα

    Σ’ αγγίζω κι εξατμίζεσαι
    γίνεσαι σύννεφο λευκό και ταξιδεύεις
    και με κοιτάς χαμογελώντας απ’ τα ύψη σου
    και προκαλείς τη δίψα μου
    κ’ υπόσχεσαι να βρέξεις
    στα ραγισμένα από τον λίβα χείλη μου

    Είσαι μια υπόγεια φλέβα
    που κυλά
    σε σκοτεινές σπηλιές
    θαμμένες κοίτες
    ακρογιαλιές πανάρχαιες
    σκεπασμένες
    από την άμμο και τη λήθη των αιώνων

    Φοβάμαι να σε ακολουθήσω
    με τρομάζει
    των ωκεανών η διφορούμενη άπλα
    το ανεξιχνίαστο μπλε
    των οριζόντων

    Κλείνομαι στο μικρό μου βέβαιο τόπο
    ζω τη μικρή μου ανθρώπινη αυταπάτη
    κολλώ σαν όστρακο στο βράχο μου

    σωπαίνω

    (Ορέστης Αλεξάκης, «Είσαι νερό», απ’ την συλλογή «Βυθός», εκδ. «Ευθύνη»1985)

    Carrie Underwood – Something in the Water

    Αέρας αύγουστος 6

      ΠΡΟΣΗΛΩΜΕΝΟΣ σκύβω στο νερό.
        Γράφω τη λέξη: θάλασσα. Τη λέξη: Εδέμ.
      Σε μια αυτοσχέδια σειρά καταχωρώ

      πάνω στο υδάτινο χαρτί όλα τα δεν,
        όλα τα μη, όλα τα τίποτα.
      Όλα τ’ ασώματα νοήματα τ’ ανείπωτα

      για μια στιγμή αστράφτουν στον αφρό.
        Κοιτάζω γύρω μου. Άλλος κανείς.
      Μονάχα ο ήλιος, ξεχασμένος συγγενής,

      κρεμιέται κίτρινος πάνω απ’ την παραλία,
        σινιάλο επίμονο στον άμετρο ουρανό.
      Προσηλωμένος γράφω. Σταθερό

      το χέρι μου οδηγεί η Επαγγελία.
        Γράμμα το γράμμα τ’ όνομά της συντηρώ.
      Στην ίδια πάντοτε επιστρέφω αφετηρία.

      Προσηλωμένος γράφω στο νερό.

    Κώστας Κουτσουρέλης

  11. ….Κι άλλα, Αγγελική!… Είσαι άπαιχτη!!!!… Grazie mille!!!

    -Γ. Σεφέρης, «Ἐπιφάνια, 1937» (απόσπασμα)

    «…Κλείνω τὰ μάτια γυρεύοντας τὸ μυστικὸ συναπάντημα τῶν νερῶν
    κάτω ἀπ᾿ τὸν πάγο τὸ χαμογέλιο τῆς θάλασσας τὰ κλειστὰ πηγάδια
    ψηλαφώντας μὲ τὶς δικές μου φλέβες τὶς φλέβες ἐκεῖνες ποὺ μοῦ ξεφεύγουν
    ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν τὰ νερολούλουδα κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος
    ποὺ βηματίζει τυφλὸς πάνω στὸ χιόνι τῆς σιωπῆς.
    Κράτησα τὴ ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας τὸ νερὸ ποὺ σ᾿ ἀγγίζει
    στάλες βαρειὲς πάνω στὰ πράσινα φύλλα, στὸ πρόσωπό σου
    μέσα στὸν ἄδειο κῆπο, στάλες στὴν ἀκίνητη δεξαμενὴ
    βρίσκοντας ἕναν κύκνο νεκρὸ μέσα στὰ κάτασπρα φτερά του,
    δέντρα ζωντανὰ καὶ τὰ μάτια σου προσηλωμένα.
    Ὁ δρόμος αὐτὸς δὲν τελειώνει δὲν ἔχει ἀλλαγή, ὅσο γυρεύεις
    νὰ θυμηθεῖς τὰ παιδικά σου χρόνια, ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
    ἐκείνους
    ποὺ χάθηκαν μέσα στὸν ὕπνο τοὺς πελαγίσιους τάφους,
    ὅσο ζητᾶς τὰ σώματα ποὺ ἀγάπησες νὰ σκύψουν
    κάτω ἀπὸ τὰ σκληρὰ κλωνάρια τῶν πλατάνων ἐκεῖ
    ποὺ στάθηκε μία ἀχτίδα τοῦ ἥλιου γυμνωμένη
    καὶ σκίρτησε ἕνας σκύλος καὶ φτεροκόπησε ἡ καρδιά σου,
    ὁ δρόμος δὲν ἔχει ἀλλαγή· κράτησα τὴ ζωή μου.
    Τὸ χιόνι
    καὶ τὸ νερὸ παγωμένο στὰ πατήματα τῶν ἀλόγων.»

    – «Ο ύμνος του νερού», ένα (ιταλικό) τραγούδι γραμμένο για την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατά της ιδιωτικοποίησης του νερού…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: