Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (71ο): «Χώμα»…

-Χαλίλ Γκιμπράν, «ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΜΑ»
Ορμητικά και οργισμένα το χώμα βγαίνει από το χώμα.
Χαριτωμένα η μεγαλόπρεπα το χώμα περιπατεί πάνω στο χώμα.
Το χώμα με το χώμα, χτίζει παλάτια κι ορθώνει κάστρα και ναούς,
Το χώμα υφαίνει πάνω στο χώμα, θρύλους, θεωρίες και νόμους.
Μετά, το χώμα κουράζεται από τα έργα του χώματος και πλέκει από το φωτοστέφανο του, όνειρα και φαντασίες.
Και μετά, τα μάτια του χώματος παραδίνονται από τη νύστα του χώματος στην αιώνια ανάπαυση.
Και το χώμα φωνάζει στο χώμα :
«Εγώ είμαι η μήτρα κι ο τάφος, και θα είμαι η μήτρα κι ο τάφος ώσπου να πάψουν να υπάρχουν τ’ αστερία κι ο ήλιος γίνει σταχτή».

-Χρίστος Λάσκαρη «Χώμα είμαστε»

Χώμα είμαστε
και στο χώμα θα πάμε.

Τον ουρανό,
για λόγους που εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς,
τον επινοήσαμε.


-Τόλης Νικηφόρου, «το χώμα παραμένει χώμα»

το χώμα σιωπηλά συνθέτει τα μαγικά του κόσμου.
πουλιά κρυμμένα στα φυλλώματα,
το ρίγος στην επιδερμίδα σου,
πάνω απ’ τα θαμπωμένα μάτια μας αστέρια.
όμως το χώμα παραμένει χώμα.
το φως που πρόσκαιρα αναδύεται,
στο χώμα πάντοτε επιστρέφει.
στο χώμα καταφεύγει η μνήμη
και χάνονται τα ονόματα,
στο χώμα πάλι ανθίζουν τα μυστικά του κόσμου
(Από τη συλλογή «Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας»)

-Πάουλ Τσέλαν, «Ήταν χώμα μέσα τους…»
Ήταν χώμα μέσα τους, και
αυτοί έσκαβαν.
Αυτοί έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δε δοξάζανε Θεό,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήξερε.
Αυτοί έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια•
δεν έγιναν σοφοί, δεν εφεύραν κανένα τραγούδι,
δεν επινόησαν καμιά γλώσσα.
Αυτοί έσκαβαν.
Ήρθε μια γαλήνη, ήρθε και μια θύελλα,
ήρθαν οι θάλασσες όλες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει και το σκουλήκι,
κι αυτό που τραγουδάει εκεί λέει: αυτοί σκάβουν.
Ω ένα, ω ουδένα, ω κανένα, ω εσύ:
πού πήγαινε, αφού στο πουθενά πήγαινε;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω, σκάβω μέσα μου ως εσένα,
και στο δάχτυλό μας ξυπνάει το δαχτυλίδι.
(Paul Celan, Του κανενός το ρόδο, μετάφραση Χρήστος Γ. Λάζος, εκδόσεις Άγρα)

-Ποίηση: Γιάννης Καλαμίτσης (εμπνέεται από το γνωστό ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη «Χώμα Ελληνικό» απ’ όπου και η πρώτη στροφή).

-Γεώργιος Δροσίνης, «ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ»

«Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,
άφησε να πάρω κάτι κι από σένα,
γαλανή πατρίδα, πολυαγαπημένη ,
άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω,
για την κάθε λύπη, κάθε τι κακό,
φυλαχτό απ’ αρρώστια, φυλαχτό από Χάρο,
μόνον λίγο χώμα, χώμα ελληνικό!
Χώμα δροσισμένο με νυχτιάς αγέρι,
χώμα βαφτισμένο με βροχή του Μάη,
χώμα μυρισμένο απ’ το καλοκαίρι,
χώμα ευλογημένο, χώμα που γεννάει
μόνο με της Πούλιας την ουράνια χάρη,
μόνο με του ήλιου τα θερμά φιλιά,
το μοσχάτο κλήμα, το ξανθό σιτάρι,
τη χλωρή τη δάφνη, την πικρή ελιά!
Χώμα τιμημένο, που ‘χουν ανασκάψει
για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα,
χώμα δοξασμένο, που ‘χουν ροδοβάψει
αίματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα,
χώμα που ‘χει θάψει λείψαν’ αγιασμένα
απ’ το Μεσολόγγι κι από τα Ψαρά,
χώμα που θα φέρνει στον μικρόν εμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα και χαρά!
Θε να σε κρεμάσω φυλαχτό στα στήθια
κι όταν η καρδιά μου φυλαχτό σε βάλει,
από σε θα παίρνει δύναμη, βοήθεια,
μην την ξεπλανέσουν άλλα ξένα κάλλη.
H δική σου χάρη θα με δυναμώνει
κι όπου κι αν γυρίσω κι όπου κι αν σταθώ,
συ θε να μου δίνεις μια λαχτάρα μόνη:
Πότε στην Ελλάδα πίσω θε να ‘ρθω !
Κι αν το ριζικό μου -έρημο και μαύρο –
μου ‘γραψε να φύγω και να μη γυρίσω,
το στερνό συχώριο εις εσένα θα ‘βρω,
το στερνό φιλί μου θε να σου χαρίσω!
Έτσι, κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω,
και το ξένο μνήμα θα ‘ναι πιο γλυκό
σα θαφτείς μαζί μου, στην καρδιά μου επάνω,
χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό.»

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (71ο): «Χώμα»…

  1. Όλα αργά-αργά σήμερα. Τα ζώα μου αργά ο υπολογιστής, κάνει 2-3 λεπτά να απαντήσει σε κάθε εντολή, μου ’σπασε τα νεύρα από το πρωί. Έδωσα «γην και ύδωρ» για αμιγώς γήινη (άρα, χωμάτινη) ποίηση, αλλά μόνο αυτά εντέλει βρήκα.

    1. Όσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα
    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    2. ΣΚΑΒΩ ΤΗ ΓΗ, κι όπως την τσάπα κατεβάζω, ”Χά!” κραυγάζω, δύναμη στο χτύπημά μου για να δώσω, στα κουρασμένα μπράτσα μου κουράγιο.
    Η γη με ένα “άχ!” μου αποκρίνεται, μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης, καθώς την λευτερώνω από την πετσιασμένη κρούστα της.
    Και χά το χά και άχ το άχ με χί μπροστά ή με χί πίσω, με πόνο κι ανακούφιση, σιγά σιγά, η γη κι εγώ την άνοιξη στον πάνω κόσμο ξαναφέρνουμε
    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Τραγούδια της γης

    3. “θέλει χάδι το χώμα”
    […]
    Θέλει χάδι το χώμα και ψιθύρισμα παρόμοιο με του
    καβαλάρη στο αυτί του αλόγου Και το ρήγμα μέσα σου
    Να μην έχει κιόλας απ’ τις πέτρες γίνει αντιληπτό
    αλλά να περπατάς ξυπόλυτος λίγη χαρά να δώσεις
    της τσουκνίδας
    […]
    Απόσπασμα από τη “Θεοκτίστη” του Οδυσσέα Ελύτη (ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ & Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 2006)

    4. Ήρθαν ντυμένοι φίλοι
    αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
    το παμπάλαιο χώμα πατώντας
    και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
    ΕΛΥΤΗΣ

    Ο ΖΑΠΑΤΑ ΗΤΑΝ ΧΩΜΑ-ΓΙΑΝΝΗΣ Π ΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ 1971

    5. Η ΝΙΚΗ
    Εδώ στο ελληνικό το χώμα,
    το στοιχειωμένο και ιερό,
    που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
    κι απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

    στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
    κ’ έχουν αθάνατη ζωή
    και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
    νεράιδες, ήρωες, θεοί!

    Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
    τη Νίκη την παντοτινή!
    Την είδα εμπρός μου να προβάλλει
    με φορεσιά ολοφωτεινή.
    ΠΑΛΑΜΑΣ, απόσπασμα

    Χώμα και νερό, Αγγελάκας

    6. Η Στέρνα

    Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
    μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
    Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ’ αστέρια
    δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
    πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.

    Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι
    και παίζει με το φύσημα του ανέμου,
    μ’ ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι
    φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει
    στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.

    Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας
    πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,
    με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας
    πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή
    και σβήνουνται σ’ ένα σκοτάδι εβένου.

    Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια
    κυλούν βαλμένα σ’ ένα αυλάκι πίκρα
    και της μεγάλης μέρας τα σημάδια
    τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά
    στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.
    Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπου

    για ν’ απομείνει η διψασμένη αγάπη•
    μαρμαρωμένο στ’ άγγιγμα του χρόνου
    το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό
    κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι-αγάλι.

    Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης
    τα τριαντάφυλλα σκύβουν – η ψυχή μας –
    στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης
    το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης
    ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα …

    Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
    κρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζει
    κάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρα
    τη μάχη με τη νύχτα με τη μέρα,
    πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.

    ΣΕΦΕΡΗΣ, απόσπασμα

    ΕΝΑ ΜΕ ΤΗ ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΜΑ ΣΟΥ

    7. Ἐλεγεῖο πάνω στὸν τάφο ἑνὸς μικροῦ ἀγωνιστῆ –

    Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου λέμε τ᾿ ὄνομά μας.
    Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου σχεδιάζουμε τοὺς κήπους
    καὶ τὶς πολιτεῖς μας
    Πάνω στὸ χῶμα σου εἴμαστε. Ἔχουμε πατρίδα.
    Ἔχω κρατήσει μέσα μου τὴ ντουφεκιά σου.
    Γυρίζει μέσα μου ὁ φαρμακερὸς ἦχος τοῦ πολυβόλου.
    Θυμᾶμαι τὴν καρδιά σου ποὺ ἄνοιξε,
    κ᾿ ἔρχονται στὸ μυαλό μου
    κάτι ἑκατόφυλλα τριαντάφυλλα
    ποὺ μοιάζουνε
    σὰν ὁμιλία τοῦ ἀπείρου πρὸς τὸν ἄνθρωπο
    -ἔτσι μας μίλησε ἡ καρδιά σου.
    ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, απόσπασμα

    8. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση

    Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
    Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
    πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
    τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
    μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
    μὲς ἀπὸ σένα – πλησιάζουν τὰ πράγματα,
    γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα –
    τώρα μπορῶ
    ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
    Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
    σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.
    (Νικηφόρος Βρεττάκος)

    9. Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρα σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. Ένας άλλος βυθίζεται μες την μεγάλη σου άνοιξη. Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ’ αγαπώ… Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει… Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου επάνω στο χιόνι εμένα είναι ο κόσμος μου. Δεν θα σου πω τίποτα μόλις βγεις θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, και αν αυτό σε πειράζει μπορώ να’ ‘ρχομαι πίσω σου σαν το σκυλί… Και όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάζει δεν θα’ ναι για μένα το σκληρό χώμα τον νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της… ποδοπάτησε με να’ χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις…
    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    Μάνα γη, Κατσιμίχα

    10. Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
    Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς
    Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς
    Της αγάπης
    Μια για πάντα το κόψαμε
    Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
    Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
    Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
    Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς…”
    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Το Μονόγραμμα

    11. ΑΣΑΛΕΥΤΟ ΧΩΜΑ

    Ελπίδα,αγάπη,λαχτάρα και πάθος,
    πανσέδες και κρίνα,αιώνια,εξαίσια θλιμμένα,
    ουράνια αστέρια,σβησμένο μου πάθος,
    πέταλα ρόδων στη γη πεταμένα….

    Ουράνιο τόξο της ψυχής μου το χρώμα,
    άδειες φωλιές του μυαλού μου οι σιωπές…
    αμίλητοι κύκλοι στο ασάλευτο χώμα…
    γαλήνη ανέπαφη της καρδιάς οι πληγές…

    Οι ορίζοντες παύσεις,στο μυαλό μου στιβάζουν,
    πρωτόγονη κρήνη ξαφνικά μου ανοίγει..
    τα σβησμένα ηφαίστεια της ζωής μου ανάβουν
    στροβιλίζονται όλα στων ματιών μου τη δίνη….

    Χρυσά καμπανάκια βουτηγμένα στη λήθη
    το νερό κοιμισμένο…ακούνητο πάλι…
    τι μπορεί να ταράξει τα αδιάφορα πλήθη,
    τι μπορεί απ’ την θλίψη ….εμένα να βγάλει;
    ΖΕΡΒΟΥ ΤΡΙΑΔΑ

  2. Τελικά υπάρχουν κάποιες λέξεις που έχουν ιδιαίτερη υπόσταση όταν είναι μόνες τους (και όχι απαραίτητα εντός κειμένου) μια από αυτές είναι και η λέξη χώμα… Καλό μήνα φίλοι μου, Γιάννη και Αγγελική 🙂

  3. Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!… Ευχαριστώ!…
    Κι εγώ έψαξα στη βιβλιοθήκη μου και στο διαδίκτυο, μα η χωμάτινη ποιητική συγκομοιδή μου φτωχή….

    -«..Ζύμωνε το χώμα/ με το δάκρυ δάκρυ/ φτιάξε ένα χωμάτινο πουλί/ να πετάει τη νύχτα/ και να κελαηδεί/ για το παιδί./ Τούτη είναι η ζωή μας/ τούτο το μεγάλο, τίποτ’ άλλο/ γέλα κλάψε, πες ό,τι θες/ Το παιδί ζωή: ζωή/ τίποτ’ άλλο.» (Γ. Ρίτσος)

    -Τάσος Λειβαδίτης:
    «Όμως εσύ σωπαίνεις…
    Γιατί δε μιλάς;
    Πες μου!
    Γιατί ήρθαμε εδώ;
    Από πού ήρθαμε;
    Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
    Τι θέλουν να πουν;
    Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
    Όλα θα άλλαζαν…»

    Κική Δημουλά:
    «… Tο πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια.
    Για εξοικείωση.
    Eκεί δεν έχει διάλεξε. Eκεί με κλειστά τα μάτια.»

    -Γιάννης Ρίτσος, «Το χώμα κάτω απ’ τη βροχή»
    (απόσπασμα)
    «[…] Τούτη η αργή, ασταμάτητη βροχή, καλόδεχτη, βοηθάει,
    μαλακώνει το χώμα, πλένει μητρικά τα φύλλα της συνοικιακής
    τριανταφυλλιάς απ’ τη σκόνη,
    νοτίζει τις φτωχές στέγες- όλα τα δείχνει ταπεινά και φτωχά,
    τους αφαιρεί την έπαρση και τη σκληρότητα, φτωχαίνει ακόμα
    και τη λύπη,
    γίνεται η λύπη μαλακιά, πονετική- δεν επιμένει
    σ’ αυτή την τυφλή αρνητική περηφάνεια της, μπορεί να σκύψει,
    να κλάψει ή να χαμογελάσει, σαν ένα νέο κορίτσι
    που ‘κλαιγε στο παράθυρο κι είδε έξαφνα στα τζάμια το γλυκύ της πρόσωπο
    τόσο νεανικό, τόσο όμορφο- ωραίο ακόμη κι όταν κλαίει-
    κ’ ίσως ακόμη πιο ωραίο, τόσο που χαμογελάει…»

    -Ο. Ελύτης, «Άξιον εστί»
    (απόσπασμα)

    «… Τόσο ήταν αλήθεια
    που πιστά μ’ ακολούθησε το χώμα
    έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
    και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες
    Ύστερα πιο νωχελικά
    οι λόφοι οι κατωφέρειες
    άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση
    τα λαγκάδια οι κάμποι
    κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
    δυνατές πολύ παρορμήσεις
    Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
    κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
    ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος
    «Κάτι που να σου σταθεί βοηθός
    και αφού πεθάνεις» είπε
    Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
    κι απ’ τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
    ένα γύρο σ’ όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε
    σκαλοπάτια
    Εκεί μόνος απίθωσε
    κρήνες λευκές μαρμάρινες
    μύλους ανέμων
    τρούλους ρόδινους μικρούς
    και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες
    Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
    Κι επειδή συλλογίστηκεν
    ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου
    γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες
    αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες
    σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας
    και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια
    «Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» είπε
    και στροφή γύρω του κάνοντας μ’ ανοιχτές παλάμες
    έσπειρε
    φλόμους κρόκους καμπανούλες
    όλων των ειδών της γης τ’ αστέρια
    τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
    και υπεροχή και δύναμη…»

  4. Καλημέρα, Petra, καλή εβδομάδα!… Ευχαριστώ!…
    Έχεις δίκιο… Λέξεις εμβληματικές, σύμβολα, ιδιαίτερα το χώμα που έχει άμεση σχέση με την υπόσταση του ανθρώπου… Παραπέμπω στο εκλησιαστικό κείμενο: ο άνθρωπος: ««χους ει και εις χουν απελεύσει».

  5. Εν αναμονή της απάντησής σου, σταχυολόγησα μερικά αδέσποτα ακόμη, για να δευτερολογήσω:

    1. ΑΤΙΤΛΟ
    «Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια.
    Άρα δεν είναι φήμη, ο ουρανός
    υπάρχει
    και δεν είναι το χώμα λοιπόν
    η μόνη λύση
    όπως ισχυρίζεται ο κάθε τεμπέλης νεκρός.»
    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    2. χώμα στον ουρανό

    το όνομά μου είναι θάλασσα
    το όνομά μου είναι ουρανός
    ψυχή από χώμα
    το όνομά μου είναι φωτιά
    μέσα σ΄ όλες τις μουσικές
    μέσα στις ζωγραφιές
    και τα νυχτερινά ποιήματα
    το όνομά μου είναι απουσία
    και δεν προφέρεται
    στις ξένες γλώσσες αυτού του κόσμου
    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    3. Το χώμα

    Κρατήσαμε το χώμα που μας γέννησε.

    Γεμάτοι Ελλάδα οι αιώνες πίσω μας.
    Γιομάτα αγάπη τα έτη μέσα μας.
    Γιομάτοι μόχτο οι μήνες γύρω μας.
    Οι μέρες μας ευτυχισμένες μες στα σπίτια μας.
    Ευτυχισμένοι οι άνθρωποι τριγύρω μας.

    Ύστερα ήρθανε οι βάρβαροι.
    Ήρθαν μ’ αστροπελέκια και καμμένο σίδερο
    και σκόρπισαν παντού τον πόνο και το θάνατο.

    Όμως στα κάστρα, στα οδοφράγματα,
    στέκουν ασάλευτοι, βγαλμένοι από τα σπλάχνα της,
    οι νέοι Διγενήδες κι οι Αντρόνικοι.
    Στέκουν όλοι μαζί σαν ένας άνθρωπος,
    στέκουν και μάχονται γι’ αυτή τη γη που τους ανάστησε,
    στέκουν και πέφτουνε ορθοί στον τόπο που τους γέννησε.

    Κρατάνε ακόμη, όσοι μείνανε,
    το χώμα στη σπασμένην απαλάμη τους,
    το χώμα τ’ ακριβό που τους ανάστησε.

    Οι μέρες τρέχουνε, οι αιώνες φεύγουνε.
    Όμως το χώμα μένει πάντα αθάνατο,
    και μια καινούργια φύτρα αρχίζει μέσα του.
    Μια φύτρα, που βαθιές οι ρίζες της
    θ’ αντέξουν την αντάρα και τη θύελλα,
    ώσπου, μ’ ένα καράβι, θα’ ρθει κάποτε
    ο νέος Θησέας να πνίξει το Μινώταυρο.

    Νίκος Κρανιδιώτης –(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 153)

    Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας

    4. Τὸ χῶμα τοῦτο ποὺ μοσκοβολοῦσε τὰ χαράματα
    τὸ χῶμα ποὺ εἴτανε δικό τους καὶ δικό μας – αἷμα τους – πὼς μύριζε τὸ χῶμα –
    …………………………………………………………………………………………………
    Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
    με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
    και τούτοι μέσ’ τα σίδερα και κείνοι μεσ’ το χώμα.

    Σώπα όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.

    Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

    Κάτω απ’ το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
    κρατάνε τις καμπάνας το σχοινί,
    προσμένουνε την ώρα, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση
    τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
    δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει

    Σώπα όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες
    ΡΙΤΣΟΣ

    5. «Ταυτότητα»

    «Ακούω γνώριμους ήχους
    μυρίζω το χώμα
    αφήνω τη βροχή
    εικόνες και λέξεις
    να με κτυπούν
    Εδώ ανήκω.»
    (Νίκος Τομαράς)

    6. Τα χώματα της Νιόβης

    Τα χώματα της Νιόβης
    Σε κείνα τα σοκάκια της σιωπής
    Κουβάρι στριφογυριστό η λάβρα νιότη
    Κλωθογυρίσματα μιας άπειρης κλωστής

    Πεπερασμένης απ’ τα χώματα της Νιόβης
    Ψηλαφητά βρήκαν τα βήματα το φως
    Στοργής το χάδι, αυτό που ζήλευε κι ο ήλιος
    Το κρύο σώμα, όταν το γύμνωνε ο θεός
    Από τα χνώτα του, το ζέσταινε ο αιώνας

    Σταλαγματιές, καυτό το δάκρυ ενσταλάζει
    Στον γκρίζο βράχο, μια γυναίκα που σπαράζει
    Με οιμωγές και ικετεύοντας τον πόνο
    Περιπλανιέται μες’ τον άβαθο τον νόμο.

    Ελένη Σεμερτζίδου:ΜΕ ΜΙΑΣ ΜΙΛΕΔΗΣ ΤΗ ΜΑΤΙΑ
    (ποιητική συλλογή)

    7. Η μοναξιά είναι από χώμα λέει ο ποιητής.
    Ναι. Ίσως γιατί από κει ερχόμαστε και κει πηγαίνουμε.
    Ναι. Κι είμαστε εκεί σαν την παπαρούνα σε χώματα προγόνων κρατώντας γερά την ενέργεια του «παλιού».
    Από κει γεννιόμαστε κι ανθίζουμε.
    Μακάρι να ανθίζουμε.
    Μακάρι να μαστε κόκκινοι σαν παπαρούνες, ολάνθιστοι, διάφανοι και συγχρόνως τόσο μα τόσο όμορφοι.
    Αληθινά κόκκινοι γειωμένοι γεμάτοι χαρά, πάθος κι ελπίδα για ζωή.
    (Κατερίνα Μαγουνάκη)

    Και μερικοί θεσπέσιοι στίχοι, εντελώς αποσπασματικοί, όπως:
    Α. «το χώμα που αγωνίζεται να γίνει φτερούγα».
    (Λουίς Θερνούδα)

    Β. Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
    να φεύγουν τα περιττά λέω
    να μπω στον ουρανό τού τίποτα
    με ελάχιστα.
    (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, απόσπασμα)

    Γ. Η ποίηση δεν είναι κτήμα της φαντασίας,
    ούτε το ονειρικό μονοπάτι της σιωπής.
    Η ποίηση είναι το κέλυφος του σαλιγκαριού
    που απομένει στα χωράφια
    σαν τα κόκαλα της ελπίδας
    κι ο ποιητής είναι το χώμα
    που πλένει με χώμα το κορμί της.
    (Ιάσωνας Σταυράκης, Το κέλυφος και το χώμα, απόσπασμα)

    Δ. Ήξεραν οι παληοί και προνοούσαν
    να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
    φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
    συγύριζαν το μέσα τους , στόλιζαν τις ψυχές τους
    ήξεραν να μοιρολογούν
    εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
    στ’ όνειρό τους
    κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
    κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι
    ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, απόσπασμα

    Ε. Χώμα ιερό, Χώμα αψύ. Χώμα αγνό και παρακαταθήκης χώμα.
    Χώμα στον ήρωα αλαφρύ μα στον προδότη ατσάλι.
    Χώμα που πίνεις ίδρωτες και ανθίζεις και βλασταίνεις.
    Χώμα που πίνεις αίματα και αψεύεις και σκληραίνεις.
    Χώμα που μεσ’ στα σπλάχνα σου κάνεις τη σπίθα, φλόγα.
    Χώμα σκλαβιά σε σπέρνουνε την Λευτεριά φυτρώνεις.
    Χώμα που μεσ’ τ’ αυλάκια σου ιδανικά κυλάνε…
    Ω, χώμα Πάτριο κι ευλογημένο.
    Πέτρα και Χώμα Ελληνικά και πάντα τιμημένα.
    Πέτρα και Χώμα Ελληνικά με δόξα ποτισμένα.
    Πέτρα και Χώμα πάτρια, όσια κι ευλογημένα.
    Είμαι κι εγώ ένα σπλάχνο σας και νιώθω υπερηφάνεια…
    ΚΩΣΤΗΣ Β. ΑΡΜΑΤΑΣ, ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΧΩΜΑ ΠΑΤΡΙΑ, απόσπασμα

    ΣΤ. Κάθε βράδυ η μάνα μου

    με ταΐζει χώμα

    έγινα καθώς φαίνεται

    πουλί ιστορικό

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, απόσπασμα

  6. Ciao Aggeliki!… Πλούσια η «συγκομιδή» σου… Grazie mille!!!
    Νομίζω πως εξαντλήσαμε το θέμα, εκτός κι αν…

    *Από τα λίγα «αδέσποτα» που βρήκα:

    -Γ. Ρίτσος:
    «..Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
    Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει.
    Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;…»

    -Τάσος Λειβαδίτης:
    «…πιστεύω στο χώμα, αυτό το χώμα που πατάω και που με καρτερεί κει κάτω, μες στη σκοτεινιά, όπου σαλεύουν οι ρίζες,
    κοιμούνται οι νεκροί, και τραγουδάνε κιόλας μεθυσμένα τ’ αυριανά κρασιά,πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω.»
    (απόσπασμα από το «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο»)

    -Γιάννης Βαρβέρης:
    «Κάτω απ’ το χώμα εδώ η ζωή
    μακραίνει
    κι όλο χτενίζουμε
    του διπλανού μας τα μαλλιά
    κι ο ένας του άλλου
    κόβουμε τα νύχια.
    Και κάθε νύχτα οι πιο παλιοί
    νιώθουν του φρέσκου διπλανού ν’ ανασηκώνονται
    τα δάχτυλα βαριά
    να ψηλαφούνε για ένα χάδι τρυφερό
    τη σάρκα που έμεινε.»
    (από τη συλλογή «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟ ΣΤΡΩΝΕΙ»)

    -Τάκης Σινόπουλος:
    «…Κι ανυμνώ τη χώρα μου
    κι εσένα και τη βλάστηση
    γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
    και χώμα αιώνιο απ’ τη δική μας γη,
    προπάντων χώμα χώμα Ελένη…»
    (απόσπασμα από το ποίημα, Ποίημα για την Ελένη)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: