Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (70ο): «Λαός»…

-Γιάννης Ρίτσος, «Ο Λαός»

Τούτος ο λαός, αφέντη μου, δεν ξέρει πολλά λόγια,
σωπαίνει, ακούει, κι όσα του λες τα δένει κομπολόγια.
Και κάποιο βράδυ – πες σαν χτες – υψώνει το κεφάλι
κι αστράφτουνε τα μάτια του κι αστράφτει ο νους του πάλι.
Κι όπως περνάν κι όπως βροντάν, μαδάει ο αγέρας ρόδα
κι από τη λάσπη ξεκολλά της Ιστορίας η ρόδα.
Και τούτο το περήφανο, τ’ άμετρο ψυχομέτρι,
μόνη σημαία το φως κρατεί, μόνο σπαθί το αλέτρι.
Κι από τους τάφους ξεκινάν όλοι οι νεκροί του Αγώνα
και μπαίνουν πάλι στη σειρά με σιδερένιο γόνα.
Και φέγγουνε τα μάτια τους σ’ όλο το μέγα βάθος
σάμπως Ανάστασης κεριά μετά από τ’ Άγιο Πάθος.
Νάτος, περνάει ο αδούλωτος στρατός της δικαιοσύνης
και πάει να σπείρει όλη τη γης με στάρι κι άστρα ειρήνης.
Κι ως πάνω τους η Λευτεριά πάλλοντας ανατέλλει
φουσκώνει η άκρατη καρδιά του ανθρώπου σαν καρβέλι.
(Γ. Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, εκδ. Σ. Ε.)

-Κωστής Παλαμάς, [Γύφτε λαέ]
Γύφτε λαέ,άκου σέ µε· το πρωτόσταλτο είµαι σηµάδι από την πλάση που θα’ρθεί,
κι ύστερα κι από ποιούς καιρούς και χρόνια πόσα!
Ένας εγώ, και ζω για χίλιους.
Γύφτε λαέ, άκουσέµε, δε σου µίλησε
προφήτης σου ποτέ σαν τη δικήµου γλώσσα.
Ποιός είναι αυτός που πύργους χτίζει στον αέρα
με τη φωνή του κράχτη και μοιράζει μας
βασιλικά τα κάστρα κι άπρεπων ελπίδων
ίσκιους μπροστά στα μάτια μας σαλεύει;
Είµαστ’ εµείς οι απάτριδοι κι οι αγιάτρευτοι·
γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων!
Είµαστ’ εµείς οι αθάνατοι απολίτιστοι·
κι οι Πολιτείες ληµέρια των ακάθαρτων,
κι οι Πολιτείες ταµπούρια των κιοτήδων·
στη στρούγγα λυσσοµάνηµα και φαγωµός
λύκων, σκυλιών, προβάτων και τσοπάνηδων.
Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!
[…]
Κι αν πέσαμε σε πέσιμο πρωτάκουστο
και σε γκρεμό κατρακυλήσαμε
που πιο βαθύ καμιά φυλή δεν είδε ως τώρα,
είναι γιατί με των καιρών το πλήρωμα
όμοια βαθύ εν’ ανέβασμα μας μέλλεται
προς ύψη ουρανοφόρα!
(Κ. Παλαμά, Άπαντα, απόσπασμα από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»)


-Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς «Ο λαός»

«Και τι κέρδισα απ’ όλο αυτό το έργο;» αναλογίστηκα,
«τι κέρδισα απ’ όσα θυσίασα με πλήρη επίγνωση κι απόλυτα
δική μου ευθύνη;
Την καθημερινή εμπάθεια και το μίσος μιας πόλης βάρβαρης,
όπου κατασυκοφαντείται αυτός που πρόσφερε τα περισσότερα
και χάνει κάθε ίχνος της υπόληψής του…»
Κι ο φοίνικάς μου απάντησε αυστηρά:
«Οι μέθυσοι και οι άρπαγες του δημοσίου χρήματος
–κείνο τ’ αχρείο, ποταπό πλήθος που είχα απομακρύνει–
δοκίμασαν, μόλις η τύχη μου άλλαξε, να με κοιτάξουν καταπρόσωπο∙
και τότε εκείνοι που υπηρέτησα και κάποιοι που τους έθρεψα
σύρθηκαν μέσα απ’ το σκοτάδι και μου επιτέθηκαν.
Ωστόσο, δεν παραπονέθηκα –και ούτε θα παραπονεθώ– ποτέ
για τον λαό».
(Ο. Μπ. Γέητς, Μυθολογίες και οράματα, Γαβριηλίδης)

-Κώστας Βάρναλης, «Ο λαός δεν πεθαίνει»

«Η Λευτεριά του Σολωμού κι η Αρετή του Κάλβου
ξανάρθανε στην πατρικιά τους γη του Εικοσιένα,
όπου «διπλή παράδεισο» κι όπου «γλυκύς ο ύπνος».
Κι η μια στης άλλης πέσανε την αγκαλιά και κλαίνε.
—Όχου! μανάδων κλάηματα και βρόντημ’ αλυσίδων
και των ηρώων τα κόκαλα στη λάσπη πατημένα! …
«Μητέρα η μεγαλόψυχη» των ξένων βιλαέτι!
Μάιδε πατρίδα κι ανθρωπιά και μνήμη· δε φελάνε!
Βγαίνουν από το τίποτα, στο τίποτα τελειώνουν.
Περαστικοί, χωρίς καμιά στο χώμα ετούτο ρίζα,
ζούνε το σήμερα. Το χτες και τ’ αύριο δεν υπάρχουν! …
Απ’ το παλιό μας πέρασμα σε γη και σε πελάγη
τ’ αχνάρι δεν απόμεινε μηδέ και τ’ όνομά μας.
Εδώ ’ναι ο τάφος μας κι εδώ της Ιστορίας ο τάφος!
Κι εδώ ’ναι η στάχτη ενός λαού, πού ηταν αιώνια φλόγα!

— Λαός δεν είν’ αυτό που βλέπετε, είναι πολιτεία.
Θα τονε βρείτε δουλευτή κι αγωνιστή σε κάμπο,
σε θάλασσα, σε φάμπρικα, σε κάτεργα, σε τάφους.
Αυτός πατρίδα κι ανθρωπιά, το σήμερα και τ’ αύριο
και το μεγάλο χτες. Και στ’ άγιο βήμα της ψυχής του,
σεις, Αρετή και Λευτεριά, στημένες στον αιώνα.
Κι είναι μαζί του όλ’ οι λαοί του κόσμου αναστημένοι
κι «όθε χαράζει, ώσπου βυθά», του ηλιού το δρόμο παίρνουν
για σε, Αρετή και Λευτεριά, με το σπαθί στο χέρι.»

-Ο Ελύτης, «Ανάγνωσμα Ε’ – Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ»
(από το «Άξιον εστί»)

«Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες
απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω από την κλειστή θύρα της αυλής
των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου το ποίμνιο και στην κάθε σφυ-
ριγματιά μου αναπηδούσε και βέλαζε. Άλλοι όμως, και πολλές φο-
ρές οι ίδιοι αυτοί που παινεύανε την καρτερία μου, από δέντρα και
μάντρες πηδώντας, επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί μες στη μέση
της αυλής των προβάτων. Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποί-
μνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Και στα δόντια του γυάλισεν η
αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, καθώς που
τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου.
Τότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε τέτοιο τρίξι-
μο, τρόμαξαν. Επειδή το κάθε σημάδι καταλεπτώς γνωρίζουνε και,
συχνά, μίλια μακριά διαβάζουνε στο συμφέρον τους. Παρευθύς λοι-
πόν τα πέδιλα τ’ απατηλά ποδέθηκαν. Και μισοί πιάνοντας τους άλ-
λους μισούς, από το ‘να και τ’ άλλο μέρος τραβούσανε, τέτοια λόγια
λέγοντας: άξια και καλά τα έργα σας, και ορίστε αυτή που βλέπετε η
θύρα η κλειστή της αυλής των προβάτων. Ασηκώστε το χέρι και μα-
ζί σας εμείς, και φροντίδα δική μας η φωτιά και το σίδερο. Σπιτικά μη
φοβάστε, φαμελιές μη λυπάστε, και ποτέ σε γιου ή πατέρα ή μικρού
αδερφού τη φωνή, πίσω μην κάνετε. Ειδέ τύχει κανείς από σας κι ή
φοβηθεί κι ή λυπηθεί κι ή κάνει πίσω, να ξέρει: επάνω του το κρίμα
και κατά της δικής του κεφαλής η φωτιά που φέραμε και το σίδερο.
Και το λόγο τους πριν αποσώσουν είχε πάρει ν’ αλλάζει ο καιρός,
μακριά στο μαυράδι των νεφών και σιμά στο κοπάδι των ανθρώπων.
Σαν να πέρασε αγέρας χαμηλά βογκώντας και ν’ απόριξε άδεια τα
κορμιά, δίχως μια στάλα θύμηση. Το κεφάλι μπλάβο και άλαλο αψη-
λά στραμμένο, μα το χέρι βαθιά μέσα στην τσέπη, γραπωμένο από
κομμάτι σίδερο, της φωτιάς ή απ’ τ’ άλλα, πόχουν τη μύτη σουγλερή
και την κόψη αθέρα. Και βαδίζανε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη
γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και
κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος. Που πολλά σπιτικά πομείνανε στη
μέση, και πολλές γυναίκες απανωτά δυο και τρεις φορές μαυροφορέ-
σανε. Και που αν έκανες να βγεις λιγάκι παραόξω, τίποτε. Μόνο αγέ-
ρας βουίζοντας μέσα στα μεσοδόκια, και στα λίγα καμένα λιθάρια
μεριές μεριές οι καπνοί βοσκώντας τα κουφάρια των σκοτωμένων.
Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάστηξε το Κακό. Που τη θύρα
χτυπούσανε ν’ανοίξουνε της αυλής των προβάτων. Και φωνή προβά-
του δεν ακούστηκε, παρεχτός επάνω στο μαχαίρι. Και φωνή θύρας
ούτε, παρεχτός την ώρα που ‘γερνε μες στις φλόγες τις υστέρες να
καεί. Επειδή αυτός ο λαός μου η θύρα και αυτός ο λαός μου η αυλή
και το ποίμνιο των προβάτων.»

Advertisements

Single Post Navigation

7 thoughts on “Πες το με ποίηση (70ο): «Λαός»…

  1. Σχεδόν πλήρης η ανάρτησή σου, Γιάννη, δεν μου αφήνει και πολλά περιθώρια.
    Ας ξεκινήσω και βλέπουμε.

    Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ και αγαπημένε.
    Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.
    ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

    Μικρός λαός, Δημητριάδη

    Το ΟΧΙ του λαού

    Ποιος είναι κείνος ο λαός, που λέει στους ξένους «όχι»
    και που κρατάει κατάκορφα της λεφτεριάς τη λόχη
    κι όντας οι λίγοι αφέντες του, που τον διαφεντεύγουν
    τον παρατάν μεσοστρατίς και ασκώνονται και φεύγουν;

    Ποιος είναι κείνος ο λαός, που στάθηκε λιοντάρι,
    όντας του πέσανε μαζί δυο κολοσσοί κουρσάροι
    κι από τα ξένα οι αφέντες του, αντί να τον βοηθήσουν,
    τα φκιάνανε με τον Οχτρό για να ξαναγυρίσουν.

    Ποιος είναι κείνος ο λαός, που πάντα προδομένος
    πολέμαγεν αβόηθητος, ξυπόλυτος, δεμένος
    και θάμπωνε τον ουρανό, τη γη και τα πελάη
    κι ο πιο μεγάλος φάνταζε μικρός σ’ αφτόνε πλάι;

    Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι
    πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη
    μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη
    του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη;

    Όλ’ οι λαοί κι όλοι μικροί μεγάλοι κάθε τόπου
    που αγωνιστήκανε να σώσουν την τιμή τ’ ανθρώπου
    μα πιότερο ο ελληνικός, ο πρώτος μες τους πρώτους
    πρώτος μέσα στους νικητές και μες τους αλυτρώτους

    ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

    ΠΡΟΣΚΥΝΩ ΤΗ ΧΑΡΗ ΣΟΥ, ΛΑΕ ΜΟΥ- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΡΓΑΝΟΥΡΑΚΗΣ

    Ο λαός

    Τον θυμάμαι καλά αυτόν τον άνθρωπο, κι έχουν περάσει τουλάχιστο δυο αιώνες
    από τότε που τον είδα τελευταία φορά•
    δεν ταξίδευε ούτε με άλογο ούτε με άμαξα
    πάντα με τα πόδια
    αναιρούσε
    τις αποστάσεις,
    δεν κουβαλούσε ούτε σπαθί ούτε όπλο
    αλλά δίχτυα στους ώμους,
    τσεκούρι ή σφυρί ή τσάπα•
    δεν πολέμησε ποτέ με άλλον της δικής του φάρας —
    ο αγώνας του ήταν με το νερό ή με τη γη,
    με το σιτάρι, για να γίνει ψωμί,
    με το ψηλό δέντρο, για να προσφέρει ξύλο,
    με τους τοίχους, για να ανοίξουν πόρτες μέσα τους,
    με την άμμο, για να φτιαχτούν τοίχοι,
    και με τη θάλασσα, για να δώσει καρπό.

    Τον ήξερα και με στοιχειώνει πάντα.

    Οι άμαξες έγιναν κομμάτια
    ο πόλεμος κατέστρεψε πόρτες και τοίχους,
    η πόλη ήταν μια χούφτα στάχτες,
    και όλα τα φορέματα γινήκαν σκόνη
    και για μένα επιμένει,
    επιβιώνει στην άμμο,
    όταν πριν τα πάντα έμοιαζαν
    να αντέχουν εκτός απ΄ αυτόν.

    Στο πήγαινε και το έλα οικογενειών,
    μερικές φορές ήταν ο πατέρας μου, ή συγγενής μου,
    ή σχεδόν ήταν, ή αν όχι, ίσως
    ήταν ο άλλος που δεν επέστρεφε ποτέ στο σπίτι
    γιατί τον κατάπινε το νερό ή η γη,
    τον σκότωνε μια μηχανή ή ένα δέντρο
    ή ήταν ο μαραγκός στην κηδεία
    που περπάταγε πίσω απ’ το φέρετρο, με μάτια στεγνά,
    κάποιος που ποτέ δεν είχε όνομα,
    εξόν όπως έχουν το ξύλο και το μέταλλο ονόματα,
    και τον οποίο οι άλλοι κοίταγαν από ψηλά,
    χωρίς να βλέπουν το μυρμήγκι,
    μόνο τη μυρμηγκοφωλιά•
    έτσι ώστε όταν τα πόδια του σταμάταγαν να κινούνται,
    γιατί, φτωχός και κουρασμένος, είχε πεθάνει,
    δεν έβλεπαν ποτέ αυτό που δεν συνήθισαν να βλέπουν–
    ήδη άλλα πόδια περπάταγαν στο κατόπι του.

    Τα άλλα πόδια ήταν πάλι αυτός,
    και τα άλλα χέρια το ίδιο.
    Ο άνθρωπος επέμενε.
    Όταν έμοιαζε πως είχε εξαντληθεί,
    ήταν πάλι ο ίδιος άνθρωπος•
    να τον πάλι, να σκάβει το χώμα,
    να κόβει ύφασμα, αλλά χωρίς πουκάμισο ο ίδιος,
    ήταν εκεί και δεν ήταν, όπως πριν,
    είχε φύγει και είχε αντικαταστήσει τον εαυτό του•
    και επειδή ποτέ του δεν είχε νεκροταφείο
    ή τάφο, ή το όνομά του χαραγμένο
    στην πέτρα που ίδρωσε να κόψει,
    κανείς δεν ήξερε ποτέ ότι ήρθε
    και κανείς δεν ήξερε όταν πέθαινε
    κι έτσι μόνο όταν μπορούσε ο φτωχός
    επέστρεφε στη ζωή απαρατήρητος.

    Ήταν ο άνθρωπος, στα σίγουρα, χωρίς κληρονομιά,
    χωρίς γελάδια, χωρίς θυρεό,
    και δεν ξεχώριζε απ’ τους άλλους,
    τους άλλους που ήταν αυτός,
    από ψηλά ήταν γκρίζος, σαν τον πηλό,
    ήταν θαμπός, σαν το πετσί,
    ήταν κίτρινο θερισμένο σιτάρι,
    ήταν μαύρος στα ανθρακωρυχεία
    ήταν στο χρώμα της πέτρας στα κάστρα,
    ήταν στο χρώμα του τόνου στην ψαρόβαρκα,
    ήταν το χρώμα του αλόγου στις πεδιάδες–
    πώς να τον ξεχωρίσεις
    όταν ήταν αδιαχώριστος απ’ το στοιχείο του,
    γη, κάρβουνο, θάλασσα μ’ ανθρώπινη μορφή;

    Όπου ζούσε, ό,τι
    άγγιζε ο άνθρωπος μεγάλωνε–
    οι εχθρικές πέτρες
    που σπάγαν
    στα χέρια του
    παίρνανε σχήμα και γραμμή
    και μία-μία
    έπαιρναν τις καθαρές μορφές κτηρίων•
    έφτιαχνε ψωμί με τα χέρια,
    έβαζε τα τραίνα στη γραμμή•
    οι αποστάσεις γέμιζαν με πόλεις,
    μεγάλωναν άλλοι ανθρώποι,
    ερχόντουσαν οι μέλισσες,
    και μέσα από τη δημιουργία και τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπου,
    περιπλανιόταν η άνοιξη στην αγορά
    ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια.

    Ο πατέρας των καρβελιών ξεχάστηκε,
    αυτός που έκοβε και περπάταγε φορτωμένος, που καθάριζε
    και άνοιγε τα μονοπάτια, που μετακινούσε την άμμο•
    όταν δημιουργήθηκαν όλα, αυτός έπαψε να υπάρχει.

    Την χάρισε την ύπαρξή του, κι αυτό ήταν όλο.
    Πήγε κάπου αλλού να δουλέψει και στο τέλος
    πήγε προς τον θάνατο, κατρακυλώντας
    σαν πέτρα στο ποτάμι•
    ο θάνατος τον κουβάλησε προς τις εκβολές.

    Εγώ, που τον ήξερα, τον είδα να βυθίζεται
    μέχρι που υπήρχε μόνο σε ό,τι άφηνε–
    δρόμους που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει,
    σπίτια όπου δεν θα ‘μενε ποτέ.

    Και επιστρέφω να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω.

    Τον βλέπω στο φέρετρό του και τον βλέπω αναστημένο.

    Τον ξεχωρίζω από όλους
    τους άλλους που είναι ίσοι του
    και μού φαίνεται ότι αυτό δεν γίνεται,
    ότι αυτός ο δρόμος δεν μάς πάει πουθενά,
    ότι το να συνεχίζεις έτσι δεν έχει δόξα καμιά.

    Πιστεύω ότι ο ουρανός πρέπει να αγκαλιάσει
    αυτόν τον άνθρωπο, σωστά ποδημένο και εστεμμένο.

    Νομίζω ότι αυτοί που έφτιαξαν τόσα πολλά
    θα πρεπε να είναι όλων οι ιδιοκτήτες.
    Ότι αυτοί που φτιάχνουν ψωμί πρέπει να τρώνε.

    Ότι αυτοί που είναι στις στοές των ορυχείων πρέπει να έχουν φως.

    Αρκετά τώρα με τους γκρίζους αλυσοδεμένους!

    Αρκετά με τις χλωμές ψυχές που εξαφανίστηκαν!

    Κανείς να μην περαστεί για οτιδήποτε άλλο από ηγεμόνας.

    Καμιά γυναίκα χωρίς διάδημα.

    Γάντια χρυσά για κάθε χέρι.

    Καρποί του ήλιου για όλους τους σκοτεινιασμένους!

    Τον ήξερα αυτόν τον άνθρωπο, και όταν μπορούσα,
    όταν ακόμα είχα μάτια στο κεφάλι μου,
    όταν ακόμα είχα φωνή στο λαρύγγι μου,
    τον αναζητούσα μέσα στους τάφους και του έλεγα
    κρατώντας του το χέρι, που δεν είχε γίνει ακόμα σκόνη:

    «Όλα θα περάσουν, και θα ζεις ακόμα.

    Βάζεις στη ζωή φωτιά.

    Έφτιαξες αυτό που είναι δικό σου.»

    Έτσι, να μην αναστατωθεί κανείς όταν
    μοιάζω μόνος αλλά δεν είμαι μόνος•
    δε μού λείπει η παρέα και μιλάω για όλους.

    Κάποιος με ακούει δίχως να το ξέρει,
    αλλά αυτοί που τραγουδώ, αυτοί που ξέρουν,
    συνεχίζουν να γεννιούνται και θα πλημμυρίσουν τον κόσμο.

    Pablo Neruda, Μτφρ.: Radical Desire

    Κι εσύ λαέ βασανισμένε

  2. Ciao Aggeliki, buona Domenica!… Grazie mille!
    Επέλεξα το θέμα «Λαός» λόγω της επικείμενης γιορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940…
    Ψάξε ψάξε όλο και κάτι ακόμα θα βρεις…

    -«Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
    Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός» (Ελύτης, Άξιον εστί)

    -Γ. Ρίτσος, «Μικρός λαός)
    « Μικρός λαός και πολεμά
    δίχως σπαθιά και βόλια
    για όλου του κόσμου το ψωμί
    το φως και το τραγούδι

    Κάτω απ’ τη γλώσσα του κρατεί
    τους βόγγους και τα ζήτω
    κι αν κάνει πως τα τραγουδεί
    ραγίζουν τα λιθάρια »
    (από τα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»)

    -Οδυσσέας Ελύτης, [Μνήμη του λαού μου]
    (Άξιον Εστί- Τα Πάθη Δ’)

    Τα θεμέλιά μου στα βουνά
    και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
    και πάνω τους η μνήμη καίει
    άκαυτη βάτος.
    Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
    Ταράζεται ο καιρός
    κι απ’ τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
    αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
    Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
    Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;
    Τ’ ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
    Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
    Εσύ μόνη απ’ τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
    Εσύ μόνη απ’ την κόψη της πέτρας μιλάς
    Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
    κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
    πασχαλιάν αναστάσιμη!
    Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
    Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
    Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
    Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
    για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
    Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
    Τα θεμέλιά μου στα βουνά
    και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
    και πάνω τους η μνήμη καίει
    άκαυτη βάτος!

    -Ρώμας Φιλύρας, «Μοίρα άγει»

    «Α, στο λαό πώς μ’έριξεν η μοίρα,
    πώς μ’ έκρουσε στη θείαν ανατροφή
    και μ’ άφησεν ο δύσμοιρος και πήρα
    τη χλεύη, τη βρισιά και τη ντροπή.

    Όχλε λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο,
    πού την βρίσκεις την κρίση και χτυπάς
    στη ρίζα τον ακόρεστό μου πόθο.
    Α, μαστροπέ, στην άβυσσο με πας!»

  3. Συμπτωματικά, ακούω Το μεγάλο μας τσίρκο, από όπου και το
    Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι

    1. Ξύπνα Λαέ, κι’ όλ’ οι Λαοί μετά σου,
    να καθαρίσεις τα καθάρματά σου!
    Τότε μονάχα θα ΄ναι αληθινά
    κατάχρυσα ήλιος, θάλασσα, βουνά!

    Τότε θα ΄χεις πατρίδα, θα ΄χεις δίκιο,
    θα ΄χεις γνώμη και λόγο κι’ αίμ’ αντρίκιο.
    Κι’ όλα δικά σου κι’ όχι των Ολίγων!
    Όλα των δουλευτάδων, των κολλήγων!

    ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, απόσπασμα

    Ξυπνήστε, Τζαβέλας

    2. Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
    Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,
    μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
    της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια

    ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, απόσπασμα

    Ο λαός, Λάκης Χαλκιάς

    3. Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
    Κηρύχνουν τη λιτότητα
    Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα
    Ζητάνε θυσίες
    Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
    Για τις μεγάλες εποχές που θα ’ρθουν
    Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
    Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό
    Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού
    ………………………………………………………………………………….
    Όταν αυτοί που είναι ψηλά
    Μιλάνε για ειρήνη
    Ο απλός λαός ξέρει
    Πως έρχεται ο πόλεμος
    Όταν αυτοί που είναι ψηλά
    Καταριούνται τον πόλεμο
    Διαταγές για επιστράτευση
    Έχουν υπογραφεί
    …………………………………………………………………….
    Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
    Δεν είναι ο πρώτος
    Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
    Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
    Υπήρχαν νικητές και νικημένοι
    Στους νικημένους ο φτωχός λαός
    Πέθαινε απ’ την πείνα
    Στους νικητές ο φτωχός λαός
    Πέθαινε το ίδιο
    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ, Μπέρτολντ Μπρεχτ-”Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου”
    (Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)

    ΜΠΡΟΣΤΑ ΠΗΓΑΙΝΕΙ Ο ΛΑΟΣ Καισαριανή

    4. «Είμαστε ένας λαός, με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη;
    Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι; Δε γυρεύω μήτε το σταμάτημα, μήτε το γύρισμα προς τα πίσω, γυρεύω το νου, την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούν εμπρός».

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    5. Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα»
    κουβαλοῦσα πολυβόλα
    νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ
    γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.
    ΒΑΡΝΑΛΗΣ, απόσπασμα από τη Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου

    Η μπαλάντα του ξεσηκωμού

    6. Η μπαλάντα του ξεσηκωμού

    Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο,
    η οργή του λαού,
    κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια,
    ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
    ποιος, ποιος τη σταματάει.

    Κοιλάδα της Φουέντε Οβεχούνα,
    το χέρι που σ’ έσπερνε,
    τον κεραυνό τώρα κρατάει,
    ποιος το σταματάει, ποιος το σταματάει,
    ποιος, ποιος το σταματάει.

    Αιώνες γονατισμένη από την πίκρα,
    η ψυχή του λαού,
    φτερούγες τώρα βγάζει κι ανεβαίνει,
    ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
    ποιος, ποιος τη σταματάει.

    Αιώνες γονατισμένη από την πίκρα,
    η ψυχή του λαού,
    φτερούγες τώρα βγάζει κι ανεβαίνει,
    ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
    ποιος, ποιος τη σταματάει.

    Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο,
    η οργή του λαού,
    κυλάει πάνω απ’ τα χωράφια,
    ποιος τη σταματάει, ποιος τη σταματάει,
    ποιος, ποιος τη σταματάει.

    …όργωνα, θέριζα και με τον Όμηρο
    σε τραγουδούσα, λαέ μου. ΞΥΛΟΥΡΗΣ

    7. Την ορμή μου την έχω πάρει εγώ απ’ τους αιώνες.
    Κάθε στίχος δικός μου θυμίζει κι ένα ηφαίστειο.
    Δεν έκλεψα εγώ μήτε έναν παρά
    απ’ τον ίδρω του λαού,
    και μήτε στίχο απ’ την τσέπη αλλουνού.
    ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

    Τέλος, ας ξαναθυμηθούμε τον πάντα εύστοχο Παντελή Μπουκάλα «Ο λαός μεταξύ αγιογραφίας και ρωπογραφίας»
    [Όταν ο «γίγαντας λαός» ή ο «άι-Λαός» γίνεται «όχλος»]
    http://boukalistithalassa.blogspot.gr/2011/06/blog-post_19.html

    8. Σα δε μας αρέσει ο λαός
    δε θα ‘ταν τότε πιο απλό
    η κυβέρνηση να διαλύσει το λαό
    και να εκλέξει έναν άλλον;

    Μπρεχτ

  4. Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!!!… Ευχαριστώ για όλα τα ωραία, ιδιαίτερα για την παραπομπή στο Μπουκάλα που τον διαβάζω ανελλιπώς κι αυτό το κείμενό του μάλλον μου «ξέφυγε»…

    -«Αλίμονο στους λαούς που έχουν ανάγκη από ήρωες.» (Μπρεχτ)

    -(έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί)…
    Κ. Π. Καβάφης, «Σοφοί δε Προσιόντων»
    Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων,
    σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται.

    Φιλόστρατος, Τα ες τον Τυανέα Aπολλώνιον, VΙΙΙ, 7

    Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
    Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
    πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
    Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
    αντιλαμβάνονται. Η ακοή

    αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
    ταράττεται. Η μυστική βοή
    τούς έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
    Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
    έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -«Δεν ξέρεις καημένε τη λαϊκή ψυχή.
    Οι λαοί πιστεύουν πιότερο τ’ αυτιά τους, παρά τα μάτια τους.
    Πιότερο το μύθο παρά τα γεγονότα.
    Πιότερο τη φαντασία τους από τη κρίση τους…»
    (Κ. Βάρναλης, από το «Μονόλογο του Μώμου»)

    -«…Με χίλια ονόματα μία χάρη
    ακρίτας ειτ’ αρματολός
    αντάρτης, κλέφτης, παλληκάρι
    πάντα ειν’ ο ίδιος ο λαός.»
    (από τον ύμνο του ΕΛΑΣ, της Σοφίας Μαυροειδή Παπαδάκη)

    -Κώστας Βάρναλης, «Ο καλός λαός»
    (απόσπασμα)

    «… Πλερώνω τα δοσίματα
    στο Κράτος και δε μνήσκω
    και τα στερνά μου τα όβολα
    στης Εκκλησιάς το δίσκο.
    Ό,τι αφήσαν οι προγόνοι,
    πάει από παιδί σ’ αγγόνι.
    Μπροστά από χρυσοπάλατα
    περνά η καρδιά και τρέμει.
    Μέσα σουλτάνος και πασάς
    μ’ αρίφνητο χαρέμι,
    λαλήματα, θυμιάματα,
    της Χαλιμάς τα θάματα.
    Το μάτι μου δε δάκρυσε
    κι ο νους δε σκανταλίστη.
    Είν’ όλα τούτα πρόσκαιρα,
    καθώς το λέγ’ η Πίστη.
    Απ’ τη στράτα πάω την ίσα
    στη χαρά την παραδείσα.
    Χωρίς την ανισότητα,
    πώς θα ’ταν δικιοσύνη,
    χωρίς τον άγιο πόλεμο,
    πώς θα ’ταν καλοσύνη!
    Φρόνιμα και ταχτικά
    πάω με κείνον που νικά.
    Και σα μου παίρνουν κάποτε
    καλύβα και χωράφι,
    την τσούπα την αγούρμαστη,
    της μάνας της χρυσάφι,
    θαν τα βρω ψηλά ένα ένα
    και τη Βαγγελιώ παρθένα!
    ………………………………….
    Χάιντε, γυναίκα, νύχτωσε!
    Μάζωξε στο πανέρι
    μπουκάλες και ψωμότυρα.
    Πιάσ’ τα παιδιά απ’ το χέρι
    — κάνε δίπλα, μη σε πάρω,
    θα τραβήξω διπλό σμπάρο.
    Το μάθημα, που δώσαμε
    για πάντα θα φωτίζει.
    Μελίσσι ο λαός και θα χιμά
    σ’ όποιον τον ερεθίζει.
    Μια μονάχα υπάρχει αλήθεια:
    Μαχμουρλίκι και Συνήθεια!»

  5. Ποιητής του λαού μας

    Είμαι ο καθρέφτης σου, Λαέ, και κράτα με στο χέρι,
    γιατί καλύτερ’ από τον άοκνο χασομέρη
    κανένας, μες στη μάζωξη των στιχουργών την τόση,
    δεν έχει την αληθινή μορφή σου φανερώσει.
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

    ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ -ΛΑΕ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΕ

    III
    Όσες φορές μεγάλοι ανάψαν ήλιοι
    στου ανθρώπου την ψυχή (εκκλησιές οι λόγοι!),
    διδάχος του λαού ήτανε τα χείλη
    και το παντοτινό του μοιρολόγι. 5
    Με το δικό του εσύρανε μαντίλι
    Όμηρος, Σολωμός, τ’ αρχοντολόγι
    των αρετών Σου: ολίγη αγάπη δώσ’ μου
    και μένα, Ελλάδα, Στόμα όλου του κόσμου.
    * * *
    Σε θρόνον από πέτρα, λαών ποιμένας
    με τους πρωτάρχους πλάγια του —όλ’ ηρώοι!—
    πὄχει νυφάδες εκατό καθένας
    κι ένα σφαχτό στη μοιρασιά του τρώει,
    ακούν το ραψωδόν, ολύμπιας γέννας,
    στο ραβδί κρεμασμένον, πώς οι Τρώοι
    βαστάξαν τους Αργίτες χρόνια δέκα
    για μια μάργελη, Αιώνιο Φως, γυναίκα!
    ………………………………………………………………
    IV
    Ποιά να ’ναι, Λαέ μου, η πιο μεγάλη τώρα
    η χρεία σου, να βαλτώ να τη βοηθήσω·
    η πιο βαθιά σου αλήθεια, η άμοιαστη ώρα,
    που μες σε αστήθι καίει παλικαρίσο;
    να σταματήσω τη άξαφνα αστροθώρα
    στο βλέμμα σου ομπροστά, τ’ άτρεμο κι ίσο.
    Νόμος μοιραίος μαζί σας μεγαλώνει:
    πούθε αρχινάει και πού άραγες τελειώνει;

    ΒΑΡΝΑΛΗΣ, αποσπάσματα, Προσκυνητής

    Τζαβέλλας – Για την Ανάστασή σου Λαέ μας

    ΥΓ. Μου φαίνεται ότι ο Βάρναλης και τα αντάρτικα τραγούδια καλύπτουν το θέμα επαρκώς.

  6. Καλημέρα, Αγγελική!… Σωστά ο Βάρναλης και τ’ αντάρτικα… Ευχαριστώ!
    Έψαξα αρκετά αλλά από ποίηση δε βρήκα κάτι αξιόλογο… Γι αυτό περιορίζομαι στο τραγούδι του Καλδάρα: «Αφέντης λαός»…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: