Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (69ο): «Ξενιτιά – Ξένος – Μετανάστης»…

«Η ξενιτιά, η φυλακή, η φτώχεια, η ορφάνια, / τα τέσσερα ζυγιάστηκαν σ’ ένα βαρύ καντάρι, / και πιο βαριά η ξενιτιά με τα πολλά φαρμάκια» (Δημοτικό)

-Παντελής Μπουκάλας, «Στην ξενιτιά της γλώσσας»

«Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.
Πάντως Κυριακή,/ τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι.
Αλβανοί./ Τώρα μιλάνε δυνατά/ και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε
φοβισμένος ο καιρός της σιωπής./ Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.

Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία,/ καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί/ της γλώσσας και του δέρματος
δεσμεύουν τη φωνή τους/ αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.

Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων/ παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,/ λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός,/ κομπιάζει η μνήμη.
Εκείνο το βαρύ το αγενεολόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του»
σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα./ Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού,/ μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας/ όταν γράφεται.
Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες/ ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά/ απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ ους ομόγλωσσους/ που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.

Μια ξενιτιά η πατρίδα σου./ Σαν έρωτα που τον ζητάς/ μόνον για να τον χάσεις.
(Π. Μπουκάλας, Ρήματα, εκδ. Άγρα)

-Γιάννης Βαρβέρης, «Στα ξένα;»
«Πού τήνε βρήκε αυτός την αγαλλίαση
πώς τάχα δεν τον κυνηγάνε τα σκυλιά
πώς το ποδάρι του δεν είναι πια στο δόκανο
πώς έχει πια, ελεύθερος ερήμου
μπουχτίσει το νερό
πώς έγινε
-δήθεν για ν’ αναθρέψει πάλι-
και τα νοστάλγησε όλ’ αυτά
σκυλιά και δόκανα και δίψες-
υπαρκτά
μεγάλη ελπίδα να το νοσταλγείς
ένα μαρτύριο ενώ δεν έχει λήξει.»
(Από τη συλλογή «Στα ξένα», εκδ. Κέδρος, 2001)

-«Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.»
(Γ. Σεφέρης, “ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Δ΄ ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ”)

-Χρήστος Ρουμελιωτάκης, «ΞΕΝΟΣ ΕΙΜΙ»

«Ξένος ειμί και μισθοφόρος –
κάθε φορά που στη στροφή βλέπω τη θάλασσα
το νιώθω.

Όλη τη μέρα πολεμώ σε ξένο τόπο
τα βράδια, κάτω από το λύχνο,
καθώς με πιάνει η νοσταλγία της πατρίδας
συγγράφω την ανάβασή μου.

Ξένος ειμί και μισθοφόρος –
αν τη διαβάσετε να είστε επιεικείς,
στην εποχή μου
δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πεθαίνεις.»
(Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Ξένος ειμί κι άλλα ποιήματα)

-Αγνώστου μετανάστη, «ΜΗ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ”ΞΕΝΟ”»!

«Επειδή άλλη μάνα με γέννησε
και σ’ άλλη γλώσσα άκουσες εσύ
τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια…
μη με φωνάζεις «ξένο»
το ψωμί σου δε διαφέρει απ’ το δικό μου
το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου,
σαν τη φωτιά καίει
και η δική μου φωτιά.
Γιατί λοιπόν με φωνάζεις «ξένο»;
Επειδή σ’ άλλους δρόμους βρέθηκα
και σ άλλο λαό γεννήθηκα
και άλλες θάλασσες γνώρισα
και απ’; αλλού σάλπαρα;
Αλλά το ίδιο άγχος κρύβουμε κι οι δυο
η ίδια εξάντληση
στην πλάτη μας βαραίνει,
αυτή που συντρίβει το κάθε θνητό
μέσ’ απ’ του χρόνου τα σκοτάδια
από τότε που σύνορα δεν είχαν τεθεί
κι ανάμεσά μας ακόμη δεν είχαν φθάσει
όσοι διχάζουν
και σκοτώνουν το φτωχό,
αυτοί που κλέβουν
και μοιράζουν ψέμματα,
αυτοί που εμπορεύονται κι εμάς
και θάβουν αδίστακτα τα όνειρά μας
όσοι εφεύραν αυτή τη λέξη
τη σκληρή: «ξένος».
λέξη παγωμένη και γεμάτη θλίψη
που θυμίζει αλησμοσύνη κι εξορία.
Αν θέλεις το καλό μου να είσαι καλός
σταμάτα τώρα να με φωνάζεις «ξένο»
αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια,
πιο πέρα απ’ το μίσος
ας φθάσει η ματιά σου,
ας ξεπεράσει φόβο, εγωισμό.
Για δες, άνθρωπος είμαι κι εγώ
Όχι, δεν είμαι ξένος!»

– «Εμείς δεν μεταναστέψαμε σαν τα πουλιά/ σε σχηματισμό «V»…/ Στα σύνορα/ η τελευταία γουλιά δακρύων/ δάγκωσε τις λέξεις/ και με το όνομα της μάνας/ βρέξαμε τα στεγνά μας χείλη»
(Λουάν Τζούλι, Αλβανίδα ποιήτρια, Μετανάστευση).

-Μπ. Μπρεχτ, «Μετανάστες»
«Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.»
(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο)

-«Μετανάστες, καραβάνια ελπίδας»

“Ταξίδι πανάρχαιο καβάλα στον άνεμο
Σμήνη πουλιών, ουράνια μπαλέτα
Κερδίζουν την αυγή σε κάθε φτερούγισμα
Σμήνη πουλιών, μυστήριο δυσεξήγητο
Χαράζουν πορεία στον ουράνιο χάρτη
Για τις παλιές φωλιές που περιμένουν
Για των παλιών φίλων την καλημέρα
Πουλιά, πλούτος ατέλειωτος
Μορφών, κελαϊδισμάτων και χρωμάτων

Ταξίδι ατέλειωτο καβάλα στην άμμο
Καραβάνια ελπίδας και ονείρου
Κωπηλατούν στα κύματα της Ερήμου
Για νέους κόσμους , για νέους θεούς
Μετανάστες, πλούτος ατέλειωτος
Γλωσσών, εθίμων και πολιτισμών

Γενοκτονίες πουλιών
Που σκοτώνουν την πλήξη
Βολεμένων αστών
Πουλιά που δηλητηριάζονται
Για το άπληστο κέρδος
Πουλιά που χάσανε τα δένδρα τους
Δένδρα που πεθαίνουν μόνα τους,
από πλήξη, χωρίς κελαϊδίσματα,
Χωρίς φωλιές, χωρίς αγάπη

Δολοφονίες ανθρώπων
Σαπιοκάραβα που βουλιάζουν
Σφαχτάρια σε ψυγεία κρεάτων
Θάνατος και πείνα στα ερειπωμένα σπίτια
Ανώνυμοι νεκροί, χωρίς ταυτότητα
Στα αζήτητα
Και όνειρα που δραπετεύουν
Μέσα από τρύπιες στέγες
Προς τα καλοκαιρινά φεγγάρια
Νοσταλγίες που πλέκουν
Οι βρόχινες κλωστές του φθινοπώρου
Για μια μάνα που περιμένει
Για ένα κορίτσι με κατάμαυρα μάτια
Για ένα άγγιγμα, για ένα φιλί, για έναν όρκο

Βίοι παράλληλοι πουλιών και ανθρώπων
Χαμένες φωλιές, χαμένες πατρίδες
Χαμένα πρόσωπα στις πολύβουες πόλεις

Και οργή μεγάλη,
Που προετοιμάζει το αύριο
Για την εκδίκηση των ονείρων,
πουλιών και ανθρώπων.”
(Γιάννης Ποταμιάνος, Ιούνιος 2009)

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (69ο): «Ξενιτιά – Ξένος – Μετανάστης»…

  1. Των Βαλκανίων πρόσφυγες – Διονύσης Τσακνής

    Ὅταν ἔρχεται ὁ Ξένος

    Τὴν ὥρα ποὺ μέναμε κλεισμένοι στὴ μεγάλη κάμαρα μὲ τοὺς σκεπασμένους καθρέφτες / ἦρθε Ἐκεῖνος, ἀκάλεστος, ξένος – τί ζητοῦσε; / Ἐμεῖς δέ θέλαμε νὰ δοῦμε, ν’ ἀκούσουμε, νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε. / Τὸ σκονισμένο του ροῦχο ἐλεητικό – δέ ζητούσαμε ἐμεῖς εὐσπλαχνία –, / τὰ λυωμένα παπούτσια του ἀπαιτοῦσαν συμπάθεια – δέν εἴχαμε ἐμεῖς νὰ δώσουμε τίποτα –, / ξένος, ἀκάλεστος, ἀμέτοχος στὴ λύπη μας, / ἦρθε νὰ λυπηθῇ ἐμᾶς. Πίσω ἀπ’ τὰ σκονισμένα γένεια του / τρεμόφεγγαν τ’ ἀστέρια τοῦ χαμόγελου / μὲ αὐτή τὴν αὐταρέσκεια τῆς ἐπιείκειας, μὲ τὴ συγκατάνευση / τῆς ἀρχαίας δοκιμασίας του, σὰ νάλεγε: Κι αὐτό θὰ περάσῃ, / ὅπως οἱ κεντημένες μπάντες στοὺς τοίχους τῶν παλιῶν σπιτιῶν / σμίγοντας μιὰ νοικοκυρίστικη σοφία μὲ πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια / – τριαντάφυλλα, γαρύφαλα, πανσέδες (ὄχι μενεξέδες), / κ’ οἱ κορδέλλες ὁλόγυρα οἱ κεντημένες κίτρινες…
    Τί ἤθελε;.. / Κι ἄν ἔχουμε, δέ θέλουμε νὰ δώσουμε τίποτα. Ἄς μᾶς ἀφήσουν ἐπιτέλους / στὸ σεπτό σεβάσμιο πένθος μας, στὸ θάνατό μας, / στὴν περηφάνειά μας νὰ μή δειλιάζουμε μπροστά στὶς σκιές τῶν πραγμάτων νὰ μᾶς ἀφήσουν / νὰ ἐξαντλήσουμε τὴ στάση τῆς γονυκλισίας μας, ἀκούγοντας παρήγορο / τὸν ξυλοφάγο στὶς γωνιές τῆς σιωπῆς… / Νὰ φύγῃ, εἴπαμε. / Ξένος, ἀκάλεστος, ὕπουλος, / ὑποκρινόταν τὸ φτωχό γιὰ νὰ πιστέψουμε στὸν πλοῦτο μας, / νὰ μή μᾶς ταπεινώσῃ, νὰ μᾶς δωροδοκήσῃ μὲ τὴν ὀρφάνειά του, / μὲ τὴν ἀχάμνια του (ἔδειχνε κιόλας τὰ γυμνά πλευρά του, τὸ φαρδύ του στέρνο), / γιὰ ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὰ μᾶς ἕνα χαμόγελο πάλι, μιὰ νέα μαρτυρία ζωῆς∙ / κουδούνιζε πάνω μας τὸ βλέμμα του σάν παιδική κουδουνίστρα, / νὰ συγκεντρώσῃ τὴν προσοχή μας σ’ ἕνα ἀλλοῦ∙ ἀναποδογύριζε / τὶς τσέπες τοῦ παντελονιοῦ καὶ τοῦ σουρτούκου του / νὰ δείξῃ τὸ ἄδειο του, νὰ μᾶς πείσῃ∙ / κι ἀπ’ τὶς τσέπες του πέφταν λίγα χνούδια μονάχα, λίγα τρίμματα καπνοῦ / μαλακά σὰ νὰ χιόνιζε σ’ ἕνα μικρό γκρίζο τοπίο, μισό μέτρο, / κ’ οἱ ἀντεστραμμένες ἄδειες τσέπες του ἦταν / σάν τ’ αὐτιά ἥμερων ζώων ποὺ ἀφουγκράζονται πέρα ἀπ’ τὴ σιωπή, / ἢ σὰ μικρές ξύλινες σκάλες σ’ ἕναν περιστεριῶνα / ὅπου μυρίζει ἀσβέστης, κουτσουλιά καὶ ζεστά πούπουλα. / Ἦταν μιὰ ἀρχή ἀπὸ μικρή τρυφερότητα ποὺ δέν ξαφνιάζει, δέ μετατοπίζει∙ / ἦταν μιὰ μετρημένη λήθη, νὰ ξεθαρρευτοῦμε, / νὰ ἐπεκτείνουμε τὴ μνήμη πρὸς τὰ πέρα ἢ πρὸς τὰ πάνω…
    Ἀπὸ ποῦ ἔρχονταν αὐτός ὁ Ξένος; Τί ζητοῦσε; Ὁ δρόμος του / ἐρχόταν ἀπ’ τὸ χτές ἢ ἀπ’ τὸ αὔριο;

    ( Γιάννης Ρίτσος -απόσπασμα)

    Πάνος Κατσιμίχας – Θα ζήσουνε κοντά μας

    (MΑΧΜΟΥΝΤ ΝΤΑΡΟΥΙΣ)

    Να σκέφτεσαι τους άλλους

    Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
    Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
    Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
    Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
    Όταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
    Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
    Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
    στον εαυτό σου γύρισε και πες:
    «Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

    ( Ποίημα από την έκδοση «Μαχμούντ Νταρουΐς…να σκέφτεσαι τους άλλους
    – 12 ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή», μτφρ.: Τζένη Καραβίτη, Νήσος, 2009)

    Περιπλανώμενο – Ανδριάνα Μπάμπαλη (συμ. Στάμος Σέμσης)

    Ξένος

    Κάθεται ήσυχος στη γωνιά του οι κουβέντες μας
    χτυπούν με δύναμη στον τοίχο πέφτουν πληγωμένες
    στο πάτωμα και σβύνουν αθόρυβα
    τόσοι θάνατοι δίχως λόγο
    ή μουντά κυριακάτικα πρωινά
    να τριγυρνάει σ’ έρημους δρόμους
    ανάμεσα στ’ απομεινάρια της χθεσινής γιορτής
    παρασέρνοντας ψιθύρους κα ερωτόλογα
    μυστικά ως τότε κρυμμένα βαθιά
    μ’ επάνω τους γαλήνια θάλασσα να ξεγελάει
    είναι παράξενος τύπος παντρεύτηκε από συνοικέσιο
    κοιμάται ως αργά την Κυριακή καπνίζει ατέλειωτα
    τον στενεύουν τούτοι οι μίζεροι ορίζοντες
    τα λειψά ποτάμια τ’ αναιμικά πεύκα η βολική θάλασσα
    μονάχα όταν σκέφτεται ονόματα μακρινών πολιτειών
    και τόπων
    όπως λ.χ. Νίζνι Νόβγορόντ ή Γιασνάγια Πολιάνα
    νοιώθει τον υπερσιβηρικό να τραντάζει το αίμα του
    μα κι αυτό για λίγο όπως όταν σου χαμογελά μια κοπέλλα
    (κι αρχίζει να ψιχαλίζει στα λογιστικά σου βιβλία)
    ενώ ο ξένος πίσω σου ανοίγει σαν τριαντάφυλλο.

    Τάσος Πορφύρης
    από τη συλλογή Το εγκαταλειμμένο σπίτι, 1968
    Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
    (Ποιήματα 1961-2011), 2013

    Του μετανάστη, Ζερβουδάκης

    Ο Ξ έ ν ο ς

    Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
    Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
    Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
    αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε.
    Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
    όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
    δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα,
    και σκέψου μετά από χρόνια
    ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας.

    Γιώργος Μαρκόπουλος, Από τη συλλογή «Οι πυροτεχνουργοί»

    Δεν ήρθα σαν ξένος – Παύλος Σιδηρόπουλος

    ΞΕΝΕ

    Ξένε
    μὲ τὸ μαῦρο κοστούμι σου
    ποὺ χτυπᾶς τὴν πόρτα μου
    καὶ μοῦ δείχνεις τ᾿ ἄσπρα αὐτὰ πιάτα
    ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ πιστόλι σου;
    ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ μαχαίρι σου;
    ἔχεις ἕν᾿ ἄστρο κόκκινο μέσ᾿ τὸ κεφάλι σου
    καὶ ψευδίζεις
    θέλεις τὰ χρήματα
    τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸ αἷμα καὶ χαθῆκαν
    τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸν ὕπνο καὶ χαθῆκαν
    ἱκετεύεις
    φύγε
    φύγε ξένε
    μέσ᾿ τὴν καρδιά μου ἔχω ἕνα ἥμερο πουλὶ
    ἂν τ᾿ ἀφήσω νὰ βγεῖ
    τὰ δόντια του θὰ σὲ κατασπαράξουν

    ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    Οι δικοί μου ξένοι, Αλεξίου

    Ορέστης Αλεξάκης, Ξένος

    μνήμη Αλέξη Τραϊανού

    Κι άξαφνα πρόβαλε στα μάτια μου απροσδόκητος
    Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλου τόπου
    Κουλουριασμένος στο σκοτάδι του, θανάσιμα
    Τραυματισμένος, αμετάπειστα απερχόμενος

    Στ’ άδυτα βάθη του οι σημαίες μεσίστιες
    Τ’ αγάλματά του σιωπηλά και τα μαντεία
    Χωρίς φωτιά και τρίποδα και λάλον ύδωρ

    Έρημος σαν εξόριστος θεός Οδοιπορούσε
    Διασχίζοντας τοπία γυμνά, πόλεις νεκρές, ακτές
    Στην καταχνιά και το άλυτο μυστήριο βυθισμένες

    Σταυρούς κι αποκαΐδια μελετούσε
    Μνήματα κι ενθυμήματα νεκρών
    Καπνό και σκόνη προπορευομένων

    Αρνιόταν να συγκατανεύσει, αρνιόταν
    Μ’ όλη τη δύναμη του στήθους του ν’ αποδεχτεί
    Να δώσει τ’ όνομά του, να συναριθμήσει
    Τον εαυτό του ανάμεσα στ’ ανεξιχνίαστα πράγματα

    Αρνιόταν να συμπράξει δίχως όλα
    Τα φώτα του αναμμένα, δίχως όλα
    Τα μάτια του ανοιχτά – τα μέσα κι έξω

    Δεν έστεργε τα ημίφωτα, τις σκιάσεις
    Τα διφορούμενα σημάδια, τα εκμαγεία

    Ζητούσε φως και σάρκα, λόγο και άρτο
    Γνώση και γνώμη, στάχυ και σταφύλι
    Το όρος Θαβώρ, τα ιμάτια σαν το χιόνι
    Φωνή εκ του βάθους
    Άρμα
    Ελευθερία

    Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλης φλόγας
    Πανέρημος – χωρίς κοχύλι κι άστρο
    Κάποτε σκέπασε τα μέσα του πηγάδι
    Και φόρεσε ήρεμος το αθέατο πρόσωπό του

    Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974)

    Ξένος για σένανε κι εχθρός, Νταλάρας

  2. Τα μικρά πουλιά

    Άραγε πόσα μικρά παιδιά,
    πουλιά κυνηγημένα
    μπορούν να ονειρεύονται ήσυχα τα βράδια
    Οταν οι εφιάλτες του πρωινού τα κυνηγούν
    ακόμη και μέσα στις φωλιές
    που κρύβονται φοβισμένα
    Σε ποιον Θεό, ποια γλώσσα να μιλούν
    ποια προσευχή κρυφά
    με την ανάσα τους να ψιθυρίζουν

    Τι όνειρα να βλέπει,
    ο Χοακίμ από το Καμερούν
    ο Ασάν από την Αλγερία
    ο Καμιλ από την Αλβανία
    η Εσμέ από την Νιγηρία
    ο Νάσσερ από το Πακιστάν
    η Τζεϊλα η μικρή Ρομά

    Αραγε πώς ν’ αντέχουν
    αυτά τα μικρά πουλιά
    κάθε βράδυ, ξάγρυπνα και νηστικά
    με μάτια υγραμένα
    στις χώρες των ονείρων τους
    να φτερουγίζουν.
    (V) 06.10.12

    Αν μου επιτρέπεται να αφησω κατι δικό μου που ειχα γραψει
    Για όλα εκεινα τα μικρα διαβατάρικα πουλια
    που κυνηγημένα ζουν και αναπνέουν σε μια ξενη χώρα και κανεις δεν τα θελει

    Ευχαριστώ

  3. Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!!!… Ευχαριστώ!!!

    -Μπέρτολτ ΜΠΡΕΧΤ, «Η συμπεριφορά στα ξένα»

    1. Ζώντας/ προηγούμενα στη χώρα που γεννήθηκα
    χρησιμοποιούσα κι εγώ τους αγκώνες μου μέσα στην ταραχή του πλήθους
    ήθελα να τελειώνω τις δουλειές μου σύμφωνα με τη σειρά
    καθόμουνα ότα κι οι άλλοι κάθονταν και
    να μου κρατήσουν απαιτούσα ό,τι για μένα είχανε υπογράψει.

    2. Όποιος δεν επιμένει για τις δίκαιες διεκδικήσεις του, φέρνεται ανήθικα.
    Όποιος πετάει το δίκιο του στο δρόμο, αφήνει το δίκιο άδικο να γίνει.
    Όποιος τον χυδαίο στη θέση του δε βάζει, τη χυδαιότητα ενθαρρύνει.
    Όποιος δεν τρώει απ’ το κοινό τραπέζι, διαφθείρει τη συνείδηση αυτών που τρώνε.

    3. Τώρα/ ζω σε ξένη γη, απ’ την πατρίδα μου κυνηγημένος.
    Στέκομαι μπρος σ’ αυτούς που κάθονται, κάνω χώρο να περάσουνε
    μπροστά αυτοί που ήρθανε μετά από μένα
    και μένω σιωπηλός, όταν μου βάζουν τις φωνές.

    4. Στο εξής να μην υπήρχε θα ‘θελα
    κανένα απ’ τα δικαιώματα που η στενότητα δημιουργεί.
    Καμιά διεκπεραίωση σύμφωνα με τη σειρά, μα
    και καμιά στενότητα χρόνου. Καμιά
    διάκριση σε πρόσωπα κι ούτε
    προβλήματα που άλυτα να ‘ναι. Όχι
    παρακάλια ή απαιτήσεις για μια θέση, μα
    για όλους να φτάνουν οι καρέκλες.

    5. Λοιπόν, όλοι θα επιθυμούσανε
    να ‘χανε την ικανοποίηση να συμπεριφέρονται
    σα να ‘τανε στα ξένα.
    (Αν αυτός που δεν επιμένει για τις δίκαιες διεκδικήσεις του
    φέρνετα ανήθικα.
    Αν αυτός που πετάει το δίκιο του στο δρόμο
    αφήνει το δίκιο άδικο να γίνει.
    Αν αυτός που δε βάζει το χυδαίο στη θέση του
    τη χυδαιότητα ενθαρρύνει.
    Κι αυτός που δεν τρώει απ’ το κοινό τραπέζι
    διαφθείρει τη συνείδηση αυτών που τρώνε.
    Αποδείχνεται ότι: κυριαρχεί στενότητα
    που μπορεί να είχαμε αποφύγει.)
    (Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, εκδ. Σύγχρονη εποχή)

    -Manu Chao: «Λαθρομετανάστης»

    -Παντελής Μπουκάλας, «Το λάθος»

    Τα ρούχα της δουλειάς/ σε χάρτινη σακούλα, φίρμα,
    Με το σκοινάκι της,/ να μοιάζει δώρο αγάπης ακριβής.
    «Α, ένας από μας…»/ άκουγε μέσα του την ξένη σκέψη.
    Ένιωθε ίδιος όσο την κρατούσε,/ στη στάση του λεωφορείου
    ασφαλισμένος, έγκυρος…
    Έπιανε θέση μονάχα αν ήταν άδειες οι μισές.
    Αποθετε στα πόδια τη σακούλα, απαλά,
    πρόχειρο αναλόγιο, / και πάνω της ένα βιβλίο.
    Το ίδιο πάντοτε, ελληνικό,/ με το εισιτήριο σελιδοδείκτη.
    Το ‘χε ζητήσει από το αφεντικό του,
    κι εκείνος του έδωσε το Λάθος*.
    Σπάνια γύριζε σελίδα./ Θάλασσα οι λέξεις,
    κι αυτός, πέτρα βουνού,/ δεν ήξερε από αρμυρά ταξίδια/ βυθιζόταν.
    Ένα μινάχα ήξερε:/ Το εισητήριό του, το κανονικό,/ το σίγουρο,
    αυτό που απέτρεπε τους ελεγκτές/ και ημέρωνε το βλέμμα
    το καχύποπτο ήταν το βιβλίο./ Δε διάβαζε.
    Ούτε της γλώσσας του τα γράμματα/ δεν ήξερε να βάλει σε μια τάξη.
    Όσα χαρτιά κι όσες σφραγίδες/ κι αν έσερνε στην τσέπη του ο φόβος
    Το διαβατήριό του για τον κόσμο των ομοίων
    ήτανε το βιβλίο με τις ελληνικές σελίδες./ «Α, ένας από μας…»
    Κι έτυχε σε ελεγκτή φιλαναγνώστη και καν τον τίτλο
    δεν μπορούσε να του πει ο αλαργινός/ σπουργίτι τρομαγμένο και πολέμαγε
    μέσα στο σώμα του να φύγει να κρυφτεί./ Και πλήρωσε το Λάθος.
    «Χα, ένας από μας..»/ βρόντηξε ο χλευασμός και τον κεραύνωσε.
    Έκτοτε μετράει την έρημο πεζοπορώντας.
    Όπως κι όταν δρασκέλιζε τα σύνορα.
    (Παντελής Μπουκάλας, «Ρήματα», εκδ. Άγρα)

  4. Δεν υπάρχει καμία φορά που να το ακούσω και να μην συγκινηθώ…
    «Ξένος ήμουνα κι εγώ
    πριν γίνω αφεντικό
    πριν χτίσω και φτιαχτώ
    πριν μάθω να ξεχνώ
    Ξένος ήμουνα αλλά
    εσύ είσαι ο ξένος πια
    και δίπλα μου όπως ζεις
    τη μέρα μου ενοχλείς»…

    …κι ας μην ξεχνάμε και τον «Μέτοικο» του Ζωρζ Μουστακί. Μπορεί να μην περιέχει αυστηρά τις λέξεις ξένος και μετανάστης, αλλά σαφώς και εννοεί το ίδιο, με τον ίδιο πόνο και τις ίδιες συνέπειες… Καλή σου μέρα φίλε Γιάννη 🙂

    • Καλημέρα, Joan petra, καλή εβδομάδα! Ευχαριστώ πολύ για το ωραιότατο σχόλιό σου!

      Και κάτι δικό μου:

      Γιάννης Π. Τζήκας, «Η μπαλάντα της Βέρας από το Κίεβο (Τράφικιγκ)»

      Ήσουνα στα δεκαοχτώ, κ’ είχες τελειώσει το ωδείο
      Μα τη ζωή στο Κίεβο τη σκέπαζε το κρύο
      Σε μια βαλίτσα βόλεψες το όνειρο λουστραρισμένο
      Τα νιάτα σου τα σκέπασες μ’ ένα παλτό τριμμένο

      Με ωτοστόπ σε φορτηγά παράνομα στο τρένο
      Βγήκες σε κόσμο λαμπερό μα απ’ το δικό σου ξένο
      Σε ψάρεψε ένας κυριλέ μια μέρα στο Μουσείο
      Σε πήρε και σε σπίτωσε κάπου στο Θησείο

      Η Βέρα από το Κίεβο
      Που σπούδασε Σοστάκοβιτς
      Μπετόβεν στο ωδείο
      Τώρα πουλάει το κορμί
      Στα πέριξ της Ομόνοιας
      Και στο Μεταξουργείο

      Γαβγίζουν στο πάλκο δυο σκυλιά στο μπαρ στην Αχαρνών
      Ένοχα ποτά κ’ ιδρώτας, σε άδειες αγκαλιές κονσομασιόν
      Έπαιρνες τις βίζιτες σε Ομόνοια Χαυτεία
      Στο νταβατζή τ’ ακούμπαγες ζητώντας προστασία

      Ζωή ανάποδη στροφή, πληρώνεις το χαμό σε δόσεις
      Βράδιασε μέσα σου πολύ και πώς να ξημερώσεις
      Η μέρα ανοίγει την πληγή η νύχτα τη ματώνει
      Και το φεγγάρι κόκκινο πιασμένο στην αγχόνη

      Δυο μπάτσοι τη συλλάβανε
      Μια νύχτα στην Ομόνοια
      Πουτάνα δίχως άδεια
      Στα 18 της χρόνια
      Λαθρεπιβάτισσα ζωή
      Με δίχως διαβατήριο
      Τη βρήκαν κρεμασμένη το πρωί
      Μέσα στο κρατητήριο

  5. Ο ξένος

    Η αποστολή μου τέλειωσε
    κι ακόμη αργοπορώ.
    Αμφίρροπος ακόμη στέκω
    στη γέφυρα που μου χτίζει το βλέμμα σου.
    Ζητάς ν’ ακολουθήσεις τη σκιά μου που χάνεται μέσα στο φως
    σαν το σπαθί μέσα στη θήκη του.
    Ο δρόμος είναι απέραντος
    ο δρόμος είναι δύσκολος κ’ είναι γυμνός
    σαν ένα χέρι που ποτέ δε χάιδεψε
    και που ποτέ δεν συγχωρεί.
    Ο δρόμος που οδηγεί κοντά μου βρίσκεται εντός σου.
    Σκύψε βαθιά πολύ βαθιά σου
    τόσο που να λυγίσεις όλος σ’ ένα τόξο
    να σφεντονήσεις το βέλος στη σιωπή.
    Εκεί ανατέλλει το φως μου που αγαπάς
    το δικό σου φως
    το φως όλου του κόσμου.

    Γιάννης Ρίτσος

    Η μπαλάντα του μετανάστη (Γ. Μαρκόπουλος & Γ. Σκούρτης)

    Ξενιτειά

    Ξένος ὁ τόπος κι ὁ καιρὸς κι οἱ ἄνθρωποι ὅλοι ξένοι
    μὲς στὴ μεγάλη μοναξιά. Μάταια ζητῶ ἕνα φίλο,
    μὰ ἐκεῖ ποὺ παραδέρνομαι στὴ νύχτα τὴ θλιμένη,
    ἀκούω σὲ κάποιο ἀλύχτημα τὸ σπιτικό μου σκύλο.

    (ἀπὸ Τὰ Ἅπαντα, Δ´, Ἐκδοτικὸς Οἶκος Χρήστου Γιοβάνη 1968)
    NIΡBANAΣ ΠΑΥΛΟΣ

    Μετανάστες, Σπύρος Σαμοΐλης

    Ο Ξένος

    Η ανθρωπότητα πάντα είχε μία θέρμη
    καμωμένη από θηριωδία
    – τόσο οικεία.
    Φυσιογνωμία ενός νεκρού προσώπου, τεμαχισμένου,
    γεμάτου χαρακιές• να στρέφονται
    όπου επιτάσσουνε οι ανάγκες κάθε εποχής
    – λένε.
    Αφήστε με να δω το πρόσωπο, γνωρίζω αυτόν τον ξένο.
    Γνωρίζω τη θηριωδία άλλοτε ως ευνοημένος
    κι άλλοτε αδικημένος στον κόσμο αυτόν.
    Το ξέρω, είναι νεκρός στην μέρα την κλητή
    όμως δεν καταδέχεται να ξαποστάσει.
    Περπάτησε μίλια σκοτάδι για ν’ αγραυλά
    στην εύφορη πεδιάδα που λατρέψαμε•
    εκεί, μονάχα εμείς, δεν ρίξαμ’ ένα βέλος σκέψης.
    Το ξέρω πως γι’ αυτόν δεν ήτανε πεδιάδα
    ήταν λωρίδα σε βουνοπλαγιά
    και το τραγούδι που ονειρεύτηκε
    ακόμη χάνεται ανάμεσα στα δέντρα•
    σ’ ένα παλιό πυκνό της δάσος.
    Στάθηκα ανάμεσα στα φορτωμένα δέντρα,
    τόσοι πολλοί καρποί
    – σαπίζουνε στην αφθονία!
    Κλείστε τα μάτια του νεκρού.
    Σ’ αυτόν τον κόσμο, λείπει η σοφία δίχως όραση.
    Λείπουν κι οι γνώσεις ενός δούλου.
    Δείτε, κάτω απ’ το στόμα του,
    τα γένια πλέκουνε μιά προσευχή
    ολόκληρη σοδιά στα χρόνια.
    Τί ωφελεί ακόμη κι αν γνωρίζουμε καλά
    τους έμπορους της εποχής;
    Αυτοί ζητούν να κρύβονται στο καταφύγιο μιάς εικόνας
    κι εμείς πιστά ακολουθούμε σ’ ένα κοινό πεδίο,
    βαδίζοντας μίλια σκοτάδια μέσα μας για να ξενιτευτούμε
    από της ανθρωπότητας το πιο πλατύ κατάστρωμα,
    μιά αρχαία αγορά• κι ενώ είναι βυθισμένη,
    ακόμη ταξιδεύει.
    Είναι αργά,
    μα ο άνεμος υπάρχει και ελπίζει
    γλυκαίνοντας το ιδρωμένο μέτωπο.
    Περπάτησε μίλια σκοτάδια
    με μόνη συντροφιά τη σκέψη μίας μάνας.
    Το μενταγιόν, ο κόμπος στον λαιμό της,
    να την αλυσοδένει, να την πνίγει,
    ό,τι απέμεινε απ’ το παιδί της.
    Στ’ αλήθεια,
    γνωρίζω αυτό το πρόσωπο.
    Είν’ όμοιες οι χαρακιές του πρόσφυγα
    μ’ αυτές στα σπλάχνα της φυλής μου,
    καθόρισαν τη σκέψη μας.
    Γι’ αυτό και υποκλίνομαι με σεβασμό
    σ’ ενός νεκρού την πιο βαθειά αγωνία.
    Πλύντε, αλείψτε τον με μύρο και τυλίξτε τον, σε σάβανα λευκά.
    Απόψε έφυγε ένας από εμάς,
    για το μακρύ ταξίδι.

    Νικόλαος Στουδίτης

    Εδώ στην ξένη χώρα, Χαλκιάς

  6. Καλησπέρα, Αγγελική!… Όλα ωραία!!!!…
    Ένα τραγούδι κι ένα εκτενές ποίημα του Γκιγιώμ Απολλιναίρ…

    -Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΤΟΥ LANDOR ROAD»

    Στο χέρι το καπέλο του, δεξιά πατώντας μπρός του,
    εμπήκε μες στο ράφτη της Μεγαλειότητός του,
    ο τρε σίκ αυτός έμπορος ό,τι είχε κόψει μερικά
    κεφάλια μανεκέν ντυμένων εξαιρετικά.

    Το πλήθος καθώς σάλευε παντού, μπέρδευε κάτω
    ίσκιους που χωρίς έρωτα σερνόντουσαν. Και χέρια
    ψηλά κατά τον ουρανό, λίμνες φωτός γεμάτο,
    φτερούγιζαν καμιά φορά σαν άσπρα περιστέρια.

    Φεύγει το πλοίο μου αύριο για την Αμερική
    και θα ξανάρθω από κει
    με πλούτη που στους λυρικούς λειμώνες θα κερδίσω,
    τυφλή στους δρόμους που αγαπώ τη σκιά μου
    να οδηγήσω.

    Μόνο οι στρατιώτες νοσταλγούν τη γη
    την πατρική τους.
    Πούλησαν οι χρηματιστές τα οικόσημά μου τα χρυσά.
    Μα θέλω πια να κοιμηθώ με την καινούργια φορεσιά
    κάτω από δέντρα με πουλιά βουβά και με πιθήκους.

    Τα μανεκέν αφού γι’ αυτόν γδύθηκαν όλα στη γραμμή
    τα ρούχα τους τινάξαν και τού ’καναν δοκιμή.
    Ενός λόρδου που πέθανε το απλήρωτο το ρούχο
    τον έντυσε με έκπτωση σαν εκατομμυριούχο.

    Έξω τα χρόνια δέσμια
    κοίταζαν τη βιτρίνα,
    τα θύματα τα μανεκέν
    που πέρναγαν κι εκείνα.

    Οι χήρες μέρες ήτανε χωμένες στη χρονιά.
    Παρασκευές με τις ταφές αργές και ματωμένες,
    σταχτιές από τους ουρανούς που βρέχουν νικημένες
    όταν τον ερωμένο της δέρνει η κυρά του Σατανά.

    Σ’ ένα χινοπωριάτικο λιμάνι μπάρκαρε μετά
    όταν τα χέρια του λαού σα φύλλα τρέμανε κι αυτά.
    Στου πλοίου τη βαλίτσα του τη γέφυρα την άφησε
    και κάθισε.
    Φυσώντας τις φοβέρες του, του Ωκεανού τα αγέρια
    μακριά κι υγρά φιλήματα του αφήναν στα μαλλιά του.
    Προς το λιμάνι οι μετανάστες τα βαριά τους χέρια
    άπλωναν κι άλλοι κλαίγοντας γονατιστοί ήταν κάτου.

    Εκοίταζε ώρες τις ακτές που σβήναν πέρα. Μόνα
    τα καραβάκια των παιδιών τρέμανε στον ορίζοντα.
    Ένα μικρό μπουκέτο στην τύχη κυματίζοντας
    έκανε τον Ωκεανό απέραντον ανθώνα.

    Θά ’θελα το μπουκέτο αυτό σ’ άλλους ωκεανούς
    σα δόξα μες στων δελφινιών να παίζει τη σωρεία
    και του ύφαιναν βαθιά στο νου
    μι’ ατέλειωτη ταπετσαρία
    με όλη του την ιστορία.

    Τότε να πνίξει όλες αυτές τις ανυφάντρες σκέφτηκε

    που ψείρες γίνονται οχληρές κι όλο ρωτούν τα πάντα.

    Σα δόγης επαντρεύτηκε
    μες στις κραυγές μιας σύγχρονης σειρήνας χωρίς άντρα.

    Στη νύχτα υψώσου, ω θάλασσα. Πιο πέρα πεινασμένα
    τα μάτια των καρχαριών ενέδρευαν ώς την αυγή
    τα πτώματα των ημερών απ’ τ’ άστρα φαγωμένα
    μες απ’ τους όρκους τους στερνούς και των κυμάτων την
    κραυγή.
    (Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

  7. «…να σε παιδέψει ο πλάστης μου
    καταραμένη ξενητιά….»
    Ο μεγάλος Βιζυηνός σε μουσική Σπανού από την πρώτη ανθολογία

  8. Καλημέρα, Λύσιπε!… Ευχαριστώ πολύ που μου θύμισες αυτό το όμορφο τραγούδι σε στίχους Βιζυηνού!
    Δεν ξέρω αν το γνωρίζεις αυτό είναι το πρώτο κομμάτι (μιλά η μάνα αποχαιρετώντας το γιο) ενιαίου ποιήματος του Βιζυηνού με τίτλο «Αποχωρισμός»…. Υπάρχει και το δεύτερο κομμάτι (μιλά ο γιος προς τη μάνα) που το μελοποίησε ο Νίκος Ξυδάκης…
    Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα:

    Γ. Βιζυηνός, «Αποχωρισμός»

    Α΄. Η Μάνα

    Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα
    βουνά!
    είναι βουβά τ’ αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά.
    Κι η δόλια μου η ματιά θολή.
    Παιδί μου, ώρα σου καλή!

    Είν’ η καρδιά μου κρύσταλλο και το κορμί μου
    παγωνιά!
    σαλεύ’ ο νους μου, σαν δενδρί, που στέκ’ αντίκρυ στο
    χιονιά,
    και είναι ξέβαθο πολύ,
    παιδί μου, ώρα σου καλή!

    Βοΐζει το κεφάλι μου σαν του χειμάρρου τη βοή!
    ξηράθηκαν τα χείλη μου, και μου εκόπη κι η πνοή,
    σ’ αυτό το ύστερο φιλί,
    παιδί μου, ώρα σου καλή!

    Να σε παιδέψ’ ο Πλάστης μου, κατηραμένη ξενητειά!
    Μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφίνεις στη
    φωτιά,
    και πίνουμε τόση χολή,
    όταν θα λέμ’ «ώρα καλή!»

    Β΄. Το παιδί

    Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή!
    με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό, σαν πεταλούδα
    τρυφερή,
    και δεν μπορώ να κρατηθώ•
    μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

    Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά, σηκώνουν κύμα
    βροντερό!
    θαρρείς ανάλυωσεν η γη, και τρέχ’ η στράτα, σαν νερό,
    και γω το κύμα τ’ ακλουθώ
    μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

    Όσες γλυκάδες και χαρές μας περεχύν’ ο ερχομός,
    τόσες πικράδες και χολές μας δίν’ ο μαύρος χωρισμός!
    Ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ…
    μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

    Πλάκωσε γύρω καταχνιά, κι ήρθε στα χείλη μ’ η ψυχή!
    Δος με την άγια σου δεξιά, δος με συντρόφισσαν ευχή,
    να με φυλάγη μη χαθώ,
    μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

    -Και η μελοποίση του δεύτερου κομματιού από τον Ξυδάκη:

  9. Tης αγκαλιάς η ξενιτιά, Μάλαμας

    Ο ξένος

    Ως να μην είχε θέση στον κόσμο
    τούτο, κοιτούσε γύρω παράξενα.
    Βάδιζε μέρα – νύχτα σχεδόν.
    Στην αγορά ή στο θέατρο, στο πάρκο ή στο σπίτι,
    ήταν στο δρόμο. Ένας ξένος που κοίταζε
    οδούς και αριθμούς. Έλειπαν όμως
    η οδός του κ’ η πόρτα του. Μόνος του, δίχως
    κλήρο στο χώμα ν’ ακουμπήσει τα γόνατα
    για μια προσευχή, π ο ύ ν α π ά ε ι κ α ν ε ί ς
    ό τ α ν ε ί ν α ι έ ν α ς ξ έ ν ο ς;

    Νικηφόρος Βρεττάκος

    Μετανάστης στην αγκάλη σου, Σαββόπουλος

  10. Καλησπέρα, Αγγελική!… Πολύ ωραίο το ποίημα του Βρεττάκου, όπως και το τραγούδι με το Σαββόπουλου… Ευχαριστώ πολύ, καλό Σαββατοκύριακο!

    Κι από μένα (τα τελευταία νομίζω για το θέμα μας):

    -Γιάννης Βαρβέρης, «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ»

    «Άκυρα γράμματα
    σκληρά ταχυδρομεία.
    Τα χρόνια που έλειψες
    δεν ξέρεις ποιοι γεράσανε
    και ποιοι γεράσαν.
    Τους έκλαψες ερήμην
    όλους ανεξαίρετα.
    Στα ξένα όλοι μπερδεύονται
    και πιο πολύ
    η νοσταλγία με το πένθος.

    Τώρα που γύρισες
    για όποιους δεν βρεις
    θλίψη δεν έχεις.
    Τους έχεις κλάψει
    μ’ όση χαρά δεν έχεις
    για όσους βρήκες.»
    (Από τη συλλογή «Στα ξένα», εκδ. Κέδρος, 2001)

    –«Τα «Περί της ξενιτείας» ποιήματα» (αποσπάσματα)
    (του Γιάννη Κ. Μαυρομάτη, έκδοση του Δήμου Ηρακλείου και της Βικελαίας Βιβλιοθήκης, 1995).

    «Θέλω να κάτσω ο ταπεινός, ο παραπονεμένος, / διά ν’ αρχίσω τίποτες εκ την αρχή του κόσμου, / να γράψω ο πολύθλιβος ολίγον καταλόγιν, / να βάλω λόγια θλιβερά, πικρά, φαρμακωμένα, / περί των ξένων τες πικριές, πώς περπατούν στα ξένα / και πώς διαβάζουν την ζωήν μυριοτυραννισμένα, / να γράψω τα παθάνουσι οι μυριοτυραννισμένοι, / τες θλίψες και τα βάσανα και τες αναισχυντίες, / τα δάκρυα και τες χολές οπού ουδέν τους λείπουν• / αυτά να γράψω ο ταπεινός, οπόχουν καθ’ ημέραν. / Ακουσον δε και της νυκτός τον πόνον πώς διαβάζουν / οι ξένοι οι κακόμοιροι και οι κακογραμμένοι. / Οταν γαρ έλθη η νυκτί, ν’ αναπαυθή ο κόσμος, / υπά να πέση ο ελεεινός, να κοιμηθή ο ξένος, / αναθυμάται και θρηνεί και βαριαναστενάζει, / το πώς τον εκατέφερεν η τύχη του στα ξένα / και μυριοτυραννίζει τον νύκτα και την ημέραν».

    «Ακούσετε να σας ειπώ πώς περπατούν οι ξένοι: / υπά να περπατήσουσι, δεν ημπορούν να πάσιν, / ο νους τους περιορίζεται, ου ξεύρουν να μιλήσουν, / και όπου θεωρούν και περπατούν θαυμάζονται και λέγουν, / παραμιλούν και περπατούν, αυτοί ‘ναι βουρλισμένοι, / και παλαβούς τους λέγουσιν τους ξένους εις τα ξένα, / βρίζουν και ονειδίζουν τους και πάντα υπομένουν. / Γίνεται ο ξένος του μωρού σαμάριν και καθίζει».

    «Ομως παρακαλώ σας το, φίλοι και αδελφοί μου, / είτις ουκ είδε ξενιτείαν και εις ξένα ουδέν εδάρη / ας βλέπη κι ας προσέχεται ξένον μην ονειδίση», γιατί «εκείνον τον επέτρωσαν της ξενιτείας αι λύπες. / Γλώσσα δεν έχει να το πη, χείλη να μολογήση».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: