Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (68ο): «Λιμάνι»…

-«Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζονται το λιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν…»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ («Μυθιστόρημα», «Τα Ποιήματα»)

-«…Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά…»
(Ο. Ελύτης, Μονόγραμμα)

-Τζιουζέπε Ουγκαρέτι,«Το θαμμένο λιμάνι»

«Φτάνει μόλις εκεί
μια στιγμούλα ν’ αγγίξει
ο ποιητής
Ύστερα μες στο φως ξαναγυρνάει
με τα τραγούδια του
που τα σκορπάει

Από μια τέτοια ποίηση δεν
μου απομένει πάρεξ
ένα κάτι ελάχιστο
θησαυρού κρυφού ανεξάντλητου .»
(Ο. Ελύτη, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος)

-Νίκου Καββαδία » Η Μαιμού του Ινδικού Λιμανιού»
«Κάποτε, σ’ ένα μακρινό λιμάνι του Ινδικού,
δίνοντας μια πολύχρωμη μεταξωτή γραβάτα
σ’ έναν αράπη, μια μικρήν αγόρασα μαϊμού
με μάτια γκρίζα, σκοτεινά και πονηριά γεμάτα.
Ένα τσιμπούκι δάγκωνε στο στόμα της χοντρό
και το ‘βγαζε όταν ήθελε μονάχα να φυσήσει
έναν καπνό πολύ βαρύ, που, ως μου ‘πε ο πουλητής,
ήταν οπίου, που από μικρή την είχε συνηθίσει.
Τις πρώτες μέρες μοναχή στης πλώρης μια γωνιά,
ξερνούσε και με κοίταζε βουβή και λυπημένη,
μα σαν επέρασε καιρός, ερχόταν μοναχή
κι ώρες πολλές στον ώμο μου ξεχνιόταν καθισμένη.
Όταν στη γέφυρα έκανα τη βάρδια της νυχτός
κι η νύστα βασανιστικά τα μάτια μου ετρυπούσε,
στον ώμο μου κρυώνοντας στεκόταν σκυθρωπή
και σοβαρά μαζί μ’ εμέ τον μπούσουλα εκοιτούσε.
Στα πόρτα της αγόραζα μπανάνες και γλυκά
κι έξω με μι’ άλυσο μικρή την έβγαζα δεμένη
κι αφού σ’ όλα καθόμαστε κι επίναμε τα μπαρ,
στο φορτηγό γυρίζαμε κι οι δυο μας μεθυσμένοι.
Δε θύμωνε και μου ‘δειχνε πολύ πως μ’ αγαπά,
ούτε κακά την άκουσα ποτέ να μου γρυλίσει.
Φαινόταν πως συνήθισε τις κακουχίες κι εμέ,
κι εγώ σαν έναν άνθρωπο την είχα συνηθίσει.
Κάποια φορά που επήγαινα μαζί της σκεφτικός
εξέφυγ” απ’ τα χέρια μου χαρούμενη και πάει.
είχε προτέρημα πολύ μεγάλο: να σιωπάει.
Μα κάτι είχε απ’ την ύπουλη καρδιά της γυναικός.»

-Γιώργος Χρονάς, «Το λιμάνι της Καλαμάτας»

Χθες σαν να ονειρευόμουνα
από κει που άλλοτε έμπαινε σκοτάδι
τώρα ένα σημάδι από τα φώτα της ταινίας μες στη σάλα
και νόμιζα πως τον έβλεπα
Η ώρα είναι περασμένη. Κρυώνω, λέει η πρωταγωνίστρια
Κι αυτός;
Θα άνοιξε τώρα κατάστημα ηλεκτρικών
μες στην πλατεία της Καλαμάτας
-ψησταριές, φούρνους, γυαλικά θα έχει στη βιτρίνα
Το απόγευμα θα βλέπει στο λιμάνι
τα πλοία που δεν φεύγουν
Κάποιο αγόρι θα τον φωνάζει να ‘ρθει στο σπίτι
ένας έφερε περιοδικά με άσεμνες στάσεις.
Τον προτιμώ, το λέω καθαρά,
στα σκοτεινά τα σινεμά πορνό
παρά έμπορο ηλεκτρικών ειδών
μες στην πλατεία της Καλαμάτας.
(από τον τόμο «Τα ποιήματα 1973-2008, εκδόσεις Οδός Πανός)

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Πες το με ποίηση (68ο): «Λιμάνι»…

  1. Γεια σου, Γιάννη!
    Σήμερα το θέμα διαπλέκεται σε μεγάλο βαθμό με το προηγούμενο (καράβια).
    Παρόλο που έχεις «πιάσει» εξαρχής το Σεφέρη (Είναι παλιό το λιμάνι), που ήταν και η πρώτη μου σκέψη, εντούτοις, θα το παλέψω. Όμως, μόνο στίχους βρίσκω σκόρπιους εδώ κι εκεί.
    Έχω απελπιστεί, γιατί ξαναβρίσκω τα ίδια και τα ίδια, που μιλάνε για καράβια. Δεν θέλω κανένα από τα αδέσποτα του διαδικτύου, γιατί τα βρίσκω πολύ βαρετά. Τι κάνω τώρα;
    Αποκαρδιωτικά τα αποτελέσματα της έρευνάς μου.

    Στα λιμάνια ανάψανε φωτιές

    Πάνε πια οι βόλτες στα λιμάνια
    οι έρωτες, τα βιαστικά φιλιά πίσω από λαμαρίνες
    μέσα στις παράγκες, πλάι στα λουτρά
    Δωμάτια μικρά, δωμάτια μεγάλα, βοηθητικοί χώροι
    και καρέγλες
    φυλάνε καλά κλεισμένες τις αγάπες
    Παρατεταμένες κι ανόητες πλέον.

    ΧΡΟΝΑΣ, απόσπασμα, «Τα ποιήματα 1973-2008, εκδόσεις Οδός Πανός, 2008

    ΔΥΟ ΛΙΜΑΝΙΑ ΙΔΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

    Λιμάνια

    Λιμάνι Ι

    Όπως η θάλασσα
    στριμωγμένη σ’ ένα γαλάζιο πέταλο
    λιμάνι ενυδρείο
    μοιάζει αιώνια να κοιμάται
    με βλέφαρα κλειστά
    από το βάρος της υγρασίας
    ένας αέρας πάντα ανήσυχος
    κουδουνίζει παράδοξα στ’ αυτιά
    Ο μόνος έμπιστος φίλος
    Ο μόνος έγκυρος σύμβουλος αισιοδοξίας
    Ο αλμυρός αέρας
    Όταν θυμώνει
    σου μαδάει το μυαλό
    σου μαδάει το κεφάλι
    με μια βαθιά εκπνοή
    σου ξεριζώνει τα μαλλιά
    κι έπειτα μετανιώνει
    για το κακό που σου έκανε
    και σε βοηθάει ξανά
    Να, κοίτα τι σου μάζεψα κοριτσάκι
    Ένα μπουκέτο πολύχρωμα φτερά
    Πάρε κι ένα φτερό περιστεριού
    κι ένα φτερό κορακιού
    κι ένα φτερό παγονιού
    κι ένα φτερό καναρινιού
    κι ένα φτερό κύκνου
    και μιας αγριόπαπιας
    κι ενός γλάρου
    κι ένα φτερό αγγέλου
    για τις δύσκολες αποδράσεις

    Έλσα Κορνέτη

    Κάθε λιμάνι και καημός, Γαβαλάς

    Λιμάνι ΙΙ

    Αγαπητοί συμπολίτες
    Όλοι μπορείτε να εμφιαλώσετε
    ένα όνειρο μέσα σ’ ένα ποίημα
    να το πετάξετε στο λιμάνι της αρεσκείας σας
    κάνοντας μια υπόγεια προσευχή
    Κι όταν αυτό με το πρώτο κύμα ξεχυθεί
    σε άγρια πέλαγα και θάλασσες δαιμονικές
    Η μόνη λέμβος διάσωσης στη σχεδία της τύχης
    θα είναι η διάφανη ελαφρότητα του γυαλιού
    κι ένα κενό αέρος ασπίδα στην ευθραυστότητα
    Κάποτε θα προσθαλασσωθεί σ’ ένα λιμάνι παράξενο
    που θα κοιτά τον κόσμο ανάποδα
    Τότε ένα περίεργο παιδάκι με χέρι εξωτικό
    θα πιάσει το μπουκάλι
    θα βγάλει το φελλό κι
    Ω, τι έκπληξη
    το ποίημα
    θα έχει σώσει το όνειρο
    από βέβαιο
    πνιγμό

    ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ, ΔΕΚΑΤΑ τχ. 37, Λιμάνια, άνοιξη 2014

    Όσα λιμάνια, Φωτεινή Δάρρα

    Στα λιμάνια τα μακρινά

    Στα λιμάνια τα μακρινά
    χαθήκανε εφτά παιδιά
    μα η καρδιά τους συχνά γυρνά
    στη γειτονιά τους την παλιά.

    Ήταν τότε μια συντροφιά
    που τρέλαινε κάθε γωνιά
    μα το βράδυ πλατιά πανιά
    ανοίγαν κι έφευγαν μακριά.

    Κι ένας ένας πάνε κι οι εφτά
    σκορπίσανε στην ξενιτιά,
    μα ο καημός τους πικρά ρωτά
    υπάρχει πάντα η γειτονιά;

    Στα λιμάνια τα μακρινά
    θαμμένοι τώρα οι εφτά
    μα το βράδυ πλατιά πανιά
    θ’ ανοίγουν πάντα τα παιδιά.
    Τάσος Λειβαδίτης

    Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι

    Κατέβηκα στο λιμάνι κι είδα τα χρόνια μου και τα καράβια να φεύγουν.
    Ήτανε όμορφα η θάλασσα στολισμένη,
    αλλά ήσουν μακριά.
    Και παρακάλεσα το Θεό να μ` αφήσει να ξενυχτήσω,
    να σταματήσει για λίγο στη θάλασσα τα καράβια,
    να σταματήσει τα χρόνια μου, γιατί ήσουν μακριά.

    Νικηφόρος Βρεττάκος

    Κατέβηκα στο λιμάνι, Σκουλάς

  2. Πραγματικά, πολύ βαρυσήμαντη λέξη και κρύβει -κυρίως- αποχωρισμούς, δεν ξέρω γιατί… Είναι και πολύ εύηχη! «Κάθε λιμάνι και καημός», ένα από τα αγαπημένα τραγούδια στη ζωή μου… Καλημερούδια Γιάννη και Αγγελική 🙂

  3. Ciao Aggeliki!!!… Καλή εβδομάδα!!!…
    Όντως το θέμα διαπλέκεται με το προηγούμενο κι όσο κι αν έψαξα στη βιβλιοθήκη μου αλλά και στο διαδίκτυο, εκτός από το απόσπασμα του Εγγονόπουλου, δεν βρήκα κάτι αξιόλογο… Περιορίζομαι λοιπόν στα παρακάτω:

    -«Νύχτα… Μες στο λιμάνι δυό / βουνοκορφών απαλοκάθεται καΐκι / εξωτικό ένα ολόγιομο φεγγάρι…» (Κώστας Μόντης)

    -Ν. Εγγονόπουλος, Μπολιβάρ: «Ένα ελληνικό ποίημα»
    (μικρό απόσπασμα)

    «Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς,
    Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,
    Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι’ αυτούς τα δάκρυα,
    γι’ αυτούς οι φάροι, κι’ οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
    Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και γράφουνε
    στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
    Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
    πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
    Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες, οι άγκυρες,
    τ’ άλλα μανόμετρα,
    Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμήν του πετρελαίου,
    Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
    Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι’ ολόφωτο μέσ’ στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
    Μ’ ένα σκοπό του ταξιδιού: π ρ ο ς τ’ ά σ τ ρ α….»

    -«Λιμάνια»

    «Παντοτινοί τόποι συναντήσεως και αποχωρισμού.
    Λιμάνια προσωπικά αγαπημένα- η Σαλονίκη, ο Πειραιάς,
    το Μεγάλο Κάστρο της Μεσογείου, η Casablanka.
    Λιμάνια της ποίησης και της λογοτεχνίας- η Αλεξάνδρεια του Καβάφη,
    η Μασσαλία του Izzo, και το Colombo του Καββαδία.
    Λιμάνια των εραστών, των μπαχαρικών και της μουσικής- η Λισαβόνα,
    το Αλγέρι, το Πράσινο Ακρωτήρι της Cesaria.
    Λιμάνια του «μπαλέτου της εργατικής τάξης»- η Boca του Buenos Aires,
    και η ομάδα-σύμβολο της Καταλονίας.
    Λιμάνια της φαντασίας- η Εσκοντίδα του Hugo Pratt και του Corto Maltese
    και ο Ιπτάμενος Ολλανδός.
    Λιμάνια της φτώχειας- το Karachi των φίλων μου –σε πείσμα των νέο-ναζί της Χρυσής Αυγής-
    και το Μογκαντίσου.
    Λιμάνια της ουτοπίας.»
    (Λεωνίδας, Social Waste, καλοκαίρι 2012)

    -«Είμαι σαν βάρκα στο λιμάνι»

    «Έφυγα για μακρινές χώρες αλλά ποτέ δεν έμεινα εκεί. Δεν έχω το κουράγιο να αφήσω τους δικούς μου και πάντα επιστρέφω στο σπίτι.
    Αλλά η καρδιά μου είναι χωρισμένη και ποτέ δεν θα είμαι ευτυχισμένη στις επιλογές μου. Αν και είμαι τυχερή, και το ξέρω, ποτέ δεν θα το καταλάβω τελείως, μέχρι το τέλος.
    Είμαι σαν βάρκα στο λιμάνι.
    Η θάλασσα παρουσιάζει όλα τα όνειρά μου. Δεν έχω όμως το κουράγιο να τα κυνηγήσω και ποτέ δεν θα τα πραγματοποιήσω.
    Είναι πιο εύκολο να μείνω εδώ, μέσα στη σιγουριά μου. Τα κύματα της ζωής είναι ήδη φοβερά, δεν θέλω να τα αντιμετωπίσω.
    Είμαι στο λιμάνι και κοιτάζω τη ζωή μου να περνάει.
    Μια στιγμή και αναποδογυρίστηκε η βάρκα από μια ριπή ανέμου.
    Αν και ήμουν στο λιμάνι, έχασα τα πάντα. Τώρα καταλαβαίνω, αλλά είναι πάρα πολύ αργά.»
    (Louise McNeela)

  4. Ciao, joan petra!!!… Ευχαριστώ!… Όντως φορτισμένη λέξη το «λιμάνι» που παραπέμπει συνήθως σε συναντήσεις αλλά κυρίως σ’ αποχωρισμούς και αποπνέει μια μελαγχολία…

    -«Μελαγχολία του λιμανιού» (αγνώστου)

    «Μελαγχολία του λιμανιού λίγο πριν πέσει η νύχτα.
    Μελαγχολία στις σκιές που μακραίνουν, στα φώτα που αγωνίζονται να αντιπαλέψουν το μισοσκόταδο όταν πάει ν΄ απλωθεί.
    Μελαγχολία του λιμανιού, στα ντοκ τα έρημα που έχουν γείρει ν’ αναπαυθούν μετά από τη λήξη της βάρδιας.
    Σε απόμαχες μηχανές και γερμένους γερανούς, χωρίς παρηγοριά, χωρίς ελπίδα.
    Στα στενά τα αδιέξοδα τίγκα στο σκουπίδι και στ’ αδέσποτα.
    Στα ματαιωμένα ταξίδια και στα συρρικνωμένα τα όνειρα ταξιδιών που φιλότιμα σκουριάζουν.
    Στον ορίζοντα που φυτοζωεί, κλεισμένος στην καθημερινή κουβέντα, αναπαυμένος σε μια απροσδιόριστη ομίχλη.
    Έχει πάψει να φυσάει και τα μακρινά φώτα της απέναντι ακτής μοιάζουν, κι αυτά, ακίνητα. Ζωγραφισμένα θαρρείς και ψεύτικα.
    Μελαγχολία, πριν ανάψουν οι φωτεινές επιγραφές, πριν προβολείς και φανάρια αυτοκινήτων συσκοτίσουν όσα πρέπει να μείνουν μυστικά και κρυμμένα.
    Μελαγχολία στης εργάσιμης μέρας το τελείωμα, όταν οι λίγοι καθυστερημένοι περαστικοί βιάζουν το βήμα, να βρεθούν μια ώρα αρχύτερα σπίτι.
    Όταν γραφικοί μεθυσμένοι ψάχνουν το απογευματινό τους, πριν κρυφτούν γι’ ακόμη μια βραδιά σε αφιλόξενες παρόδους.
    Μελαγχολία στο νερό που γκριζάρει, με λάδια μηχανής κι απορρίμματα, με σπαραγμένες εξομολογήσεις που ακόμα επιπλέουν.
    Στα θρύψαλα ιστοριών που δε θα μάθεις το τέλος τους.
    Σε πρόσωπα που δε θα μάθεις ποτέ την καταγωγή τους.
    Και σε ήχους απροσδιόριστους, χωρίς έρμα ή σωσίβιο.
    Ήχους της πόλης που απρόσμενα βαριέται.
    Ξαπλωμένη βαριά πέρα από τη Ζώνη Λιμένος.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: