Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (67ο): «Καράβι – πλοίο»…

-Κώστας Καρυωτάκης, [Αλαργινό καράβι]
«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Νάμουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.
Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύη,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζης την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω !»
(Κ. Καρυωτάκης, «Τελευταίο ταξίδι»)

-Κώστας Ουράνης, «Ἕνα καράβι φεύγει»

Ἕνα μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
ἀφήνει ἀγάλια τὸ λιμάνι πρὸς τὸ βράδυ.

Ἡ νηνεμία τῶν νερῶν, καθὼς τὴ σχίζει,
μ᾿ ἀντιφεγγίσματα λευκῶν πανιῶν γεμίζει.

Εἶν᾿ ἕνα ξενικὸ καράβι, στὰ πλευρά του
μὲ κόπο συλλαβίζει ὁ κόσμος τ᾿ ὄνομά του.

Ἀπὸ ποιὰ μακρινὰ ἔχει ἔρθει μέρη
καὶ τὸ ποῦ πάει κανένας δὲν τὸ ξέρει.

Οὔτ᾿ ἕνα ἄσπρο μαντήλι δὲν τὸ χαιρετάει,
τώρα ποὺ ἀπ᾿ τ᾿ ἀκρολίμανο σιγὰ περνάει.

Μόνο οἱ γυναῖκες τὸ κοιτᾶν ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
σὰ ν᾿ ἀπολησμονήθηκαν ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια.

Ὡστόσο ἀφήνοντας γιὰ πάντα τὸ λιμάνι,
ἕνα τεράστιο ψυχρὸ κενὸ ἔχει κάνει.

Καὶ τώρα ποὺ στὸ πέλαγο ἀρμενίζει
κι ὁ δειλινὸς ὁ ἥλιος τὸ φωτίζει,

-λάμπουν ἀπὸ χρυσάφι τὰ κατάρτια,
πορφύρες κυματίζουνε στὰ ξάρτια-,

οἱ ἀνθρῶποι ποὺ κοιτᾶν στὴν παραλία
νοιώθουν πιὸ ἄδεια, πιὸ στενὴ τὴν πολιτεία

καὶ πιὸ γυμνὴ ὁ καθένας τὴ ζωή του
-σὰν κάτι νὰ τοὺς ἔφυγε μαζί του…

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν σφυρίζουν τα πλοία…»

Θυμάσαι που σου’λεγα : όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι .
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε .

Ενα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι’έβρεχε αλήθεια πολύ κι’ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μιά λεπτήν ακαθόριση χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι’οι άνθρωποι τόσο λημονησμένοι
-Γιατί μας άφησαν όλοι ; Γιατί μας άφησαν όλοι ; Κι’έσφιγγα τα χέρια σου

Δεν είχε τίποτα τ’αλλόκοτο η κραυγή μου .

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιά επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα , τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ανεμίζονται .
Ισως δε μένει τίποτ’άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε .
Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο . Γιατί .
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και προσμένω απάντηση

Κανείς δεν θ’αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου .

Κι’εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται :
Μιά μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη συ και σβήνει
Κι’ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια , τα χαμένα φτερά .

-Οδυσσέας Ελύτης, «Το τρελοβάπορο»

«Βαπόρι στoλισμένo βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»
Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές
Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό
Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς
Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μεσ’ στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!»
(Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, «Το τρελοβάπορο»)

-Γιάννης Σκαρίμπας, «Το πλοίο»
(Ο Τιτανικός)

«Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου
περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο
με δυο γλαρά φουγάρα και ονείρου
φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,

στο χέρι εμελαγχόλει… Τι θεία ώρα
στο βαλς που η σάλα αντήχει κι είχεν έβγει
μισή φωτιά η σελήνη!… Και τι φιόρα
οι έξωμες μηλαΐδες και τα ζεύγη,

που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα
που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια αιώρει!
Και η Κυρία – ωωω!… – που εκράτει πάντα
εκείνο το βιβλίο… Το βαπόρι

στο πέλαο που αγάλι έκανε κ ρ ά τ ε ι …
Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία
με πάντα το βιβλίο – τώρα – ω νάτη –
κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι είν’ ωραία,

μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)
τον πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:
«Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…», του λέει.
– Μα, βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…»
(«Ουλαλούμ», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2010)

-ARTUR RIMBAUD. «ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ»

Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,
μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:
Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν
στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.

Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα
φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.
Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,
όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.

Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,
πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο
τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες
δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.

Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.
Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω
το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα
που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.

Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,
σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,
από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,
σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.

Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο
θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει
κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,
ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,

όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,
ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,
οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,
δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!

Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι
τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι
κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,
κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,
στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,
τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση
τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.

Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες
ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,
τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους
καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.

Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,
δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,
ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν
οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.

Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν
άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων
μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα
τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.

Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,
μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,
σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,
σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.

Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους
ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου
τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε
δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.

Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,
τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.
Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε
κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.

Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,
με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,
μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες
και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.

Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,
την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,
κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα
πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…

Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,
σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,
εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες
το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,

λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,
εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,
ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,
είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,

πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,
τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,
ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,
οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,

εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε
τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,
εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα
παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:
Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,
ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,
πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.
Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.
Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα
θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,
με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,
τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,
τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα
σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα
και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!
(Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας)

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (67ο): «Καράβι – πλοίο»…

  1. Έξοχα όλα, Γιάννη!
    Για ξεκίνημα ιδού οι πρώτοι συνειρμοί:

    Το βαπόρι

    Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
    στο άτι της σιγής κι’ όλα να πάης
    και vάv’ πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
    σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι’ ο Μάης.

    Κι’ εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
    βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
    πάλι εσύ κι’ ο Μάης κι’ οι ανέμοι
    κι’ έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

    Και νάναι όλα απ’ ό,τι φεύγει —και δε μένει—
    σε μια πόλη ακατοίκητη, κι’ εντός μου
    ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
    έξω απ’ την τρικυμία τούτου κόσμου.
    ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

    Ένα πλοίο ταξιδεύον, Μπιθικώτσης

    Με πλοίο

    Εκ πρώτης όψεως τα μακρινά θαλασσινά
    ταξίδια δε μου πάνε. Κι όμως κι όμως
    να που αισθάνομαι κιόλας πολύ καλύτερα
    από την ώρα που βρέθηκα στη γέφυρα
    του πλοίου άλλαξε ριζικά η διάθεσή μου
    και τώρα έχω μεγάλη όρεξη να παίξω
    ξερή με κάποιον ή με κάποιαν να μιλήσω
    να τρέξω απ’ την καμπίνα στο κατάστρωμα
    ή να χορέψω στο σαλόνι με γυναίκες
    να κρεμαστώ σαν πίθηκος απ’ τα κατάρτια
    να ξαπλώσω σε μια σεζ λογκ να βγάλω
    φωτογραφίες — να κοιταχτώ στον καθρέφτη
    να παρατηρήσω αν στη θάλασσα που διασχίζουμε
    υπάρχουν διάσελα ή κοιλάδες φάλαινες ή δελφίνια
    να εξετάσω με πόσες νόστιμες συνταξιδιώτισσες
    συνυπάρχω εν πλω να πιω μπύρα κόκα-κόλα
    και να φάω ένα βραστό αυγό με σαλάτα
    να πιω έναν καφέ ελληνικό στο μπαρ
    και μια μακαρονάδα στην τραπεζαρία
    να ’χω το νου μου για καρχαρίες και σκυλόψαρα
    όταν θα μπαίνουμε στα επικίνδυνα νερά
    σε περιοχή με θαλασσοταραχή και ανεμοστρόβιλους
    κι άλλα πολλά που πάνε με μια ανοιχτόκαρδη
    διάθεση —ν’ ακούσω το τρανζιστοράκι μου
    να δω κάτι στην τηλεόραση— να παραστώ
    σε καμιά ταινία, αν παίζουνε, να συμμε-
    τάσχω σε λοταρία ή παιχνίδι ομαδικό
    να παίξω πιγκ πογκ μπιλιάρδο ή σκουός
    μα πάνω απ’ όλα να κρατήσω ημερολόγιο
    των μικροσυμβάντων στο ταξίδι
    συναντήσεων ερωτικών και συζητήσεων
    με ξένους και συμπατριώτες — ώστε
    να δημοσιευτούν οι εντυπώσεις μου
    σε περιοδικό ή εφημερίδα ή βιβλίο
    μόλις πατήσω στην ξηρά κι έρθω
    σ’ επαφή μ’ έναν εκδότη.

    Ν. Βαλαωρίτης, «Με πλοίο», Το Δέντρο, τχ. 31-32
    (καλοκαίρι 1987, αφιέρωμα «Γραφές της περιπλάνησης»)

    Καράβια βγήκαν στη στεριά, Νταλάρας

    (Αδύνατο να πετσοκόψω το Σεφέρη.)

    Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ. Σ.

    Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
    Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
    γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
    καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
    ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
    ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.

    Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
    ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
    μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
    μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
    ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.

    Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
    καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
    χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
    μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
    Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
    μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.

    Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
    πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
    Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
    «Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
    «βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
    Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
    δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
    περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.

    Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
    καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
    ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
    κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
    ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
    δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
    ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
    ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
    Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
    κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
    εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
    ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
    τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.

    Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
    σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
    καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
    ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.

    Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
    παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες…
    τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.

    Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει Καλοκαίρι 1936
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    Τα καράβια μου καίω, Πορτοκάλογλου

    Στροφές στροφάλων
    Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
    Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
    Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
    Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
    Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
    Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
    Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
    Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
    Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
    Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
    Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
    Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
    Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
    Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
    Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
    Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
    Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
    Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
    Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
    Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
    Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
    Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
    Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
    Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
    Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
    Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
    Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
    Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
    Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
    Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
    Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
    Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
    Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
    Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
    Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
    Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
    Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
    Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
    Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
    Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
    Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
    Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
    Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
    Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
    Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
    Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
    Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
    Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
    Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

    Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
    Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
    Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
    Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
    Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
    Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
    Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
    Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
    Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
    Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
    Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
    Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
    Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
    Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
    Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.
    ΑΝΤΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, (από την Ενδοχώρα, Ίκαρος 1997)

    Καράβια αλήτες, Πουλόπουλος

    Τα καράβια

    Και τα μάτια στο θάμπωμα ανοιχτά
    και τα μάτια σα σε όραμα χαμένα,
    και τα μάτια στο θάμπωμα πνιχτά
    τα καράβια κοιτάζουνε μακριά,
    τα καράβια σαν όραμα χαμένα.

    Μιάν αυγή είχαν αφήσει τη στεριά,
    τα πανιά τους σαν όραμα απλωμένα,
    και μπροστά τους γελούσαν τα νερά
    και τριγύρο σκιρτούσανε φτερά
    στα πανιά τους στον άνεμο απλωμένα.

    Και ήταν όνειρο εμπρός τους το γλαυκό
    και ήταν όνειρο που έφευγαν λευκό,
    τα πανιά τους σαν όραμα απλωμένα,
    μα στα μάκρη τα βρήκε η καταχνιά
    με απλωμένα τα βρήκε τα πανιά
    και με απλωμένα απόμειναν πανιά
    τα καράβια σαν όραμα χαμένα –

    Χαμένα στην ξένη την αυγή,
    στην ασάλευτη ολόγυρα σιγή
    μα ασάλευτα απλωμένα σα νεκρά
    τα πανιά τους στα ολόθαμπα νερά
    τα μάτια κοιτάζουνε μακρά
    τα καράβια σαν όνειρα χαμένα.

    (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος)

    ΤΡΙΦΩΝΟ – Καράβια μοιάζουν οι ψυχές

    [Άσμα Για Όλες Τις Θάλασσες Και Όλα Τα Καράβια]
    Του Ουώλτ Ουίτμαν
    Ι.
    Θάναι τραχιά και σύντομα
    τα σημερνά τα λόγια μου,
    Για τα καράβια που αρμενίζουν
    μέσ’ τις θάλασσες,
    καθένα με την ίδια του σημαία,
    και με το σήμα,

    Για τους αγνώστους ήρωες
    πούναι μέσ΄ τα καράβια –
    για τα κύματα που απλώνονται,
    κι απλώνονται,
    πιο πέρα κι απ΄ το μάτι,

    Για τη νερόσκονη που σπάει
    και τους αγέρηδες οπού
    σφουράνε και φυσάν,

    Και θέλω να υψωθεί μέσ΄ απ΄ τα λόγια μου,
    κι ένα τραγούδι για τους ναύτες
    όλων των εθνών,
    Απότομο ως το κύμα.
    Θέλω να υμνήσω τους πρώτους
    καπετάνιους, τους γέρους ή τους νέους,
    και τους δεύτερους,
    κι όλους τους ατρόμητους τους ναύτες,

    Τους λίγους κι εκλεχτούς,
    τους σιωπηλούς,
    που η μοίρα δεν μπορεί
    να τους ξαφνιάσει,
    μήτε και να τους σκιάξει
    ποτέ ο θάνατος.

    Προσεχτικά από σένα,
    μαζωμένοι, γέρικε ωκεανέ,
    και διαλεγμένοι,
    Από σένα, θάλασσα,
    που διαλές και ξεδιαλές
    τη ράτσα μέσ’ απ΄ τους καιρούς,
    κι ενώνεις όλα τα έθνη.

    Θρεμένοι από τα σένα,
    γριά παραμάνα δύστροπη,
    και που να σ΄ ενσαρκώνουν,
    Ατίθασοι, άγριοι, σαν και σένα.

    (Πάντα να βγαίνουν ήρωες
    σε στεριά και θάλασσα,
    μονάχοι, καν δυο – δυο, –
    Πάντα η γενιά τους να βαστάει,
    δίχως ποτέ της να σωθεί –
    αν κι είναι σπάνιοι, μ΄ αρκετοί,
    το σπέρμα να φυλάξουν).

    ΙΙ.

    Άπλωνε, ω θάλασσα,
    τις χωριστές σημαίες των εθνών!
    Άπλωνε, πάντα φανερά,
    τα χώρια σήματά τους!

    Μόν’ βάστα, σε παρακαλώ,
    για σένα και για του ανθρώπου την ψυχή,
    κάποια σημαία που νάναι παραπάνου απ΄ όλες,
    Σήμα νοερό, υφασμένο για όλα τα έθνη,
    σήμα του ανθρώπου που αίρεται
    πιο πάνου κι απ΄ το θάνατο,

    Μνημόσυνο όλων των γενναίων καπεταναίων,
    των πρώτων και των δεύτερων,
    και των γενναίων ναυτών,
    Κι όλων όσοι έχουν χαθεί,
    κάνοντας το καθήκον,

    Που να βαστάει τη μνήμη τους
    και νάχει στο ύφασμά της,
    άτι απ΄ τους αφόβους καπεταναίους,
    τους νέους και τους γέρους,

    Ένα παγκόσμιο λάβαρο,
    που πάντα μαλακά να κυματίζει,
    απάνω απ΄ όλους τους αντρείους τους ναύτες,

    Σ΄ όλες τις θάλασσες
    και σ΄ όλα τα καράβια.-

    [*Ποίημα από την συλλογή «Φύλλα Χλόης»,
    1855 σε μετάφραση Ναπολέοντα Λαπαθιώτη].

  2. Καλησπέρα, Αγγελική!… (για ξεκίνημα) Πολλά και ωραιότατα τα ποιητικο- μουσικά «καλούδια» σου!…

    -Χρίστος Ρουμελιωτάκης, «ΚΑΡΑΒΙΑ»

    «Θέλω να μου πεις
    για τα καράβια που φεύγουνε
    με τα πανιά τους
    γεμάτα γαλάζια μάτια

    θέλω να μου πεις
    για τα καράβια που φτάνουνε
    με το κατάστρωμά τους
    γεμάτο τροπικό ήλιο

    εγώ θα σου μιλήσω
    για τα καράβια που ακινήτησε ο άνεμος
    δυό μίλια έξω απ΄ το λιμάνι.»
    (Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Ξένος Ειμί και άλλα Ποιήματα)

    -Κώστας Ουράνης, «Ταξίδι στὰ Κύθηρα»

    «Τ᾿ ὡραῖο καράβι ἕτοιμο στὸ χαρωπὸ λιμάνι,
    γιορταστικὰ μὲ γιασεμιὰ καὶ ρόδα στολισμένο,
    μὲ τὶς παντιέρες του ἁλαφριὲς στὴν ἀνοιξιάτικη αὔρα
    καὶ τ᾿ Ὄνειρό μας στὸ χρυσὸ πηδάλιο καθισμένο,

    μᾶς πῆρε γιὰ τὰ Κύθηρα, τὰ θρυλικά, ὅπου μέσα
    σὲ δέντρα καὶ λούλουδα καὶ γάργαρα νερὰ
    ὑψώνεται ὁ μαρμάρινος ναὸς γιὰ τὴ λατρεία
    τῆς Ἀφροδίτης – τοῦ ἔρωτα τὴ θριαμβικὴ θεά.

    Μὰ τὸ ταξίδι ἦταν μακρὺ κ᾿ ἡ χειμωνιὰ μᾶς βρῆκε!…
    Οἱ φανταχτερὲς κι ἀνάλαφρες παντιέρες μουσκευτῆκαν,
    τὰ χρώματα ξεβάψανε καὶ τ᾿ ἄνθη ἐμαραθῆκαν

    καί, κάπου ἀπὸ τοὺς ἄξενους τοὺς οὐρανούς, τὸ πλοῖο
    ἀπόμεινε ἀκυβέρνητο στὸ κῦμα τ᾿ ἀφρισμένο
    μὲ τὸ φτωχό μας Ὄνειρο στὴν πρύμνη πεθαμένο.»

    -Ελευθερίου Μάνος, « Ένα καράβι μια φορά»

    «Αυτό κι αν είν’ απ’ τ’ άγραφα, τ’ απίστευτα του κόσμου
    αυτό κι αν είν’ απ’ τα τρελά που δίπλα μας περνούν.
    Άραγε πράγματι έγινε ή το ‘βρα μοναχός μου
    για ένα καράβι μια φορά που βγήκε στη στεριά;

    Δεν ήτανε ναυάγιο να πεις, μες στο σκοτάδι,
    δεν έγινε ατύχημα όπως καμιά φορά.
    Απλά, κάτι απίστευτο συνέβει ένα βράδυ
    κι ένα καράβι σάλταρε και βγήκε απ’ τα νερά.

    Και μες στους δρόμους γλίστρησε σαν δέντρο ανθισμένο
    λες κι είχε ρόδες να κυλά σε δρόμους και στενά
    και, βρε παιδί μου, νόμιζες πως ήτανε πατίνι
    έτσι γλυκά κι ανάλαφρα και μες στα σκοτεινά.

    Ήτανε βράδυ Ανάστασης μ’ αέρα μυρωμένο
    από κερί κι ανθόνερο και τ’ άνθη πασχαλιάς
    και όλοι ετοιμάζονταν να δουν το Σταυρωμένο
    προτού ανεβεί στους ουρανούς του κόσμου ο βασιλιάς.

    «Έλα Χριστέ και Κύριε», φωνάζαν οι γερόντοι
    «και τι θα δουν τα μάτια μας σ’ αυτήν εδώ τη γη.
    Πού ακούστηκε στα χρόνια μας μέσα στην ανθρωπότη
    ο καπετάνιος στη στεριά καράβι να οδηγεί!».

    «Είναι μια ανακάλυψη», φώναζαν κάποιοι άλλοι.
    «Ίσως να είναι μαγικό», φώναζαν οι γριές
    και το σταυρό τους κάνανε κι ένιωθαν παραζάλη
    που τα κλειδιά μαγκώνανε μέσα στις κλειδαριές.

    Αδειάσανε οι εκκλησιές, άδειασε κι η πλατεία
    κι ο κόσμος όλος έτρεχε να δει τι είχε συμβεί,
    να εξηγήσει και να βρει τη μυστική αιτία
    που ένα καράβι μπόρεσε τις σκάλες ν’ ανεβεί.

    Τα πάνω κάτω έφερε κι έμοιαζε σαλιγκάρι
    κι έτσι το καραβάκι μας περνούσε τα στενά,
    σαν κρέμα οδοντόπαστας χυνότανε με χάρη
    στροφές, στροφούλες έκανε φορώντας γιορτινά.

    Ώσπου, επιτέλους, άρχισαν να βγαίνουν ταξιδιώτες,
    κορίτσια μέσα στ’ άσπρα τους κι αγόρια μες στα μπλε,
    παλιές κυρίες με φτερά και ταπεινοί νησιώτες
    που ήρθαν για την Ανάσταση και να μας δουν, καλέ!

    Ήρθαν από τα πέρατα της γης-την Αυστραλία,
    ήρθαν κι απ’ τον Καναδά και την Αμερική
    να δουν την πρώτη αγάπη τους, την πρώτη τους φιλία
    και να μετρούν τα χρόνια τους σαν αριθμητική.

    Μόνο οι παπάδες μείνανε μέσα στα ιερά τους
    και λέγαν τα παράλογα που είχαν ακουστά.
    Μα η ώρα επλησίαζε να πουν «Χριστός Ανέστη»,
    γι’ αυτό και διάβαζαν αργά, σχεδόν συλλαβιστά.

    Κουνούσαν το κεφάλι τους, δεν ξέραν τι συμβαίνει,
    δεν θέλαν να πιστέψουνε αυτό που είπαν δυο-τρεις,
    πως το καράβι της γραμμής μες στη στεριά πηγαίνει
    και μες στους δρόμους άραξε και είναι ν’ απορείς.

    Λίγο πριν την Ανάσταση γέμισε η εκκλησία
    κι οι πασχαλιές κι οι δάφνες της μυρίσανε διπλά,
    μονάχα οι ψάλτες δάσκαλοι ξέραν τη σημασία
    γιατί ο κόσμος είν’ αλλιώς κι έχει πολλά σκαλιά.

    Χρυσές λαμπάδες άναψαν κι έσκασαν βαρελότα
    και το καράβι άρχισε να ρίχνει κανονιές.
    Κόκκινα αυγά τσουγκρίζανε κι ανάψανε τα φώτα
    να φωτιστούν τα πέλαγα κι οι σκοτεινές γωνιές.

    Κι ήρθε και κάποιος άγιος, των ναυτικών προστάτης,
    ο Άγιος Νικόλαος, γέρος θαυματουργός,
    πατώντας μες στη θάλασσα σα να ‘ταν ακροβάτης
    κι άναψε τα βεγγαλικά σαν πυροτεχνουργός.
    Κι ο κόσμος πάει σπίτι του κρατώντας φαναράκια
    κι οι ταξιδιώτες έψαχναν να βρούνε συγγενείς
    και τι χαρά που νιώθανε σ’ αυτά τα μονοπάτια,
    σ’ ενός φιλιού τα κάλεσμα και μιας γνωστής φωνής.

    Πέρασαν χρόνια κι έτρεξαν σαν το νερό στην βρύση
    κι οι κάτοικοι σιγά-σιγά φεύγανε στη σειρά,
    ώσπου εκείνο το νησί έγινε ερημονήσι,
    φωλιά του αγέρα, του βοριά, σε κύματα αρμυρά.

    Μήτε ένας φαροφύλακας δεν το φυλάει τα βράδια,
    μόνο οι μέντες κι οι ροδιές, οι δάφνες κι οι μυρτιές
    πίνουν της νύχτας τη δροσιά και τα πουλιά κοπάδια
    μιλούν για κάποια Ανάσταση και τις παλιές φωτιές.

    Υπάρχει βέβαια το νησί, το δείχνουνε κι οι χάρτες,
    μα τα καράβια προσπερνούν σα να κοιτούν θεριά.
    Τρελαίνεται η πυξίδα τους, φοβούνται οι επιβάτες,
    μα οι καπετάνιοι ξέρουνε και κύμα και στεριά.

    Μένει να πούμε τι έγινε κείνο το καραβάκι,
    μα θα με κοροϊδέψουνε αν πω τι έχει συμβεί.
    Ακούστηκε πως σήκωσε την άγκυρα λιγάκι
    κι ήρθανε, λέει, άγγελοι κι η Παναγιά μαζί.

    Και το ‘χουν στο λιμάνι τους έτοιμο να σαλπάρει
    με ναύτες θαλασσόλυκους, παλιούς θαλασσινούς,
    ν’ αρχίσει δρομολόγια και πέρα απ’ το φεγγάρι
    και πέρα από τα σύννεφα και τους ωκεανούς»

  3. Συνεχίζοντας τον αγώνα τον καλό της Ποίησης:

    Νυχτερινή Φαντασίωση

    Νύχθ’ υπό λυγαίαν
    ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

    Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
    Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
    ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
    πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

    Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
    Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
    ο Χάρος,
    μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
    από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
    Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
    βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
    να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
    πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

    Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
    κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
    εμηνύσαν
    πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
    καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

    σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
    μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
    πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
    καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

    Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
    οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

    εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
    λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
    άνθη.

    Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
    κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
    και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
    στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

    Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
    Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
    δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
    στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

    Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
    (η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
    Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
    αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

    Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
    Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
    κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
    μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

    Εμμανουήλ Kαίσαρ, (από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)

    Ένα καράβι αρμάτωσα, Μπιθικώτσης

    ΤΟ ΕΜΕΙΣ ΚΑΡΑΒΙ

    Δε υπάρχει πια πριν.
    Δεν υπάρχει πια όμως.
    Δεν υπάρχει πια πότε.
    Υπάρχει μόνο εσύ.

    Εσύ, αυτή που έπρεπε να φτάσει.
    Αυτή που με περίμενε ενώ την έψαχνα.
    Αυτή που περίμενα ενώ με έψαχνες.

    Δεν υπάρχει πια τίποτα.
    Δεν υπάρχει πια ποτέ.
    Δεν υπάρχει πια όχι.
    Τώρα όλα είναι ένα ναι.

    Ο έρωτας είναι η θάλασσα.
    Μας λικνίζει στην καρδιά του.
    Μας πηγαίνει ποιος ξέρει πού
    στο καράβι που είμαστε εμείς οι ίδιοι.
    Και το εμείς δεν φοβάται τους φόβους μας.

    (Juan Vicente Piqueras, Ιστορία της δίψας, μετ. Κώστα Βραχνού & Κωνσταντίνου Παλαιολόγου)

    Άσπρα καράβια τα όνειρά μας, Χωματά-Βιολάρης

    ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΝΑ ΜΕΙΝΩ

    Όλα είναι έτοιμα: η βαλίτσα,
    τα πουκάμισα, οι χάρτες, η φρούδα ελπίδα.

    Τινάζω τη σκόνη απ’ τα βλέφαρά μου.
    Στο πέτο έβαλα
    το ρόδο των ανέμων.

    Όλα είναι έτοιμα: η θάλασσα, ο αέρας, ο άτλαντας.

    Μόνο το πότε μου λείπει,
    το προς τα πού, ένα ημερολόγιο πλοίου,
    ναυτικοί χάρτες, ούριοι άνεμοι,
    κουράγιο και κάποιος να ξέρει
    να μ’ αγαπά όπως εγώ δεν μ’ αγαπώ.

    Το πλοίο που δεν υπάρχει, το βλέμμα,
    οι κίνδυνοι, τα τρομαγμένα χέρια,
    το ομφάλιο νήμα του ορίζοντα
    που υπογραμμίζει αυτούς τους αποσιωπητικούς στίχους…

    Όλα είναι έτοιμα: σοβαρά, μάταια.

    (Juan Vicente Piqueras, Ιστορία της δίψας, μετ. Κώστα Βραχνού & Κωνσταντίνου Παλαιολόγου)

    Αρμίδα (Το πειρατικό του captain Jimmy)

    Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia

    Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
    Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
    Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
    Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

    Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
    Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
    Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
    κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

    Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
    Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
    Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
    ποιος ρήγα γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

    Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
    κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
    σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
    και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

    Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
    τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
    Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
    Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

    Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
    Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
    Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
    Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

    Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
    Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
    Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
    Ο πιο στερνός μ’έναν αυλό με νανουρίζει.

    Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
    Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
    Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
    Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

    ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

    Παλιό σκαρί, Παντελής Θαλασσινός

    Το πλοίο

    Οι εκδοχές όλες υπάρχουν,
    της φαντασίας περιοχές,
    απ’ όπου περνάς,
    όπου πήγες κι όπου θα πας.

    Τρικυμίες πολλές, τιμωρίες,
    η γαλήνη αδιάφορη, πυκνή
    κι οδυνηρή κάποτε.
    Κι ύστερα πάλι σαν αρχή,
    ξεκίνημα πάλι, απ’ την αρχή…
    Ως πότε μπορεί ν’ αρχίζει
    κανείς τη ζωή του;
    Καθώς ξεκινά πάντοτε, την αχάραχτη αυγή,
    αφήνοντας το ξένο λιμάνι,
    όπου ηδονικά, ίσως έχει ξεκουραστεί.

    Αφού ακόμα και την επιστροφή
    έχεις φανταστεί.
    Εσένα που ξέρεις τι σε περιμένει,
    τι σου απομένει να κάνεις;
    Πού θα πας,
    πού να βρεθείς θέλεις;
    Για σένα δεν υπάρχει ούτε Ιθάκη,
    δεν υπάρχει επιστροφή πραγματική
    για σε που γνωρίζεις,
    πως η πορεία του πλοίου υπάρχει,
    μονάχα η ζωή σου για να ξοδευτεί.

    Τι σου ψιθυρίζει λοιπόν
    η φοβερή εκείνη φωνή,
    καθώς η ψυχή σου οδηγεί
    την πορεία τού πλοίου;
    Τι λοιπόν σου έχει πει,
    μίλησε…
    Δεν σου δίδαξε ακόμα
    η αποτρόπαια αυτή και θαυμάσια φωνή,
    πως μονάχα η σιωπή μπορεί
    να χορτάσει την αστείρευτη δίψα σου
    για την ιδανική πλάνη;

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, απόσπασμα, Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)

    Ένα γέρικο καράβι, Πάριος

    ΚΑΡΑΒΙΑ
    Στους Όλγα Σακαντάνη, Σπύρο Μαυρογέν.

    Καράβια που ταξίδευα, γιατάκια μου στενά,
    με νοσταλγία περισσή θυμάμαι το καθένα.
    Δουλειά και σπίτι και τροφή μου δίνατε συχνά,
    μα ξέμπαρκος σαν έμενα μοιάζατε πετρωμένα.

    Μαζί σας έζησα σαφώς μια έντονη ζωή,
    κοντά σας κατανάλωσα στιγμές μου μαγεμένες,
    και παταράτσα δυνατά στ’ ανέμου την πνοή,
    με μάθατε να αγαπώ, κουβέρτες σκουριασμένες.

    Κάποιον που έζησε με σας και ξέρει μουσική
    η μελωδία των τριγμών μπορεί να σαγηνέψει.
    Όμως εμένα με μεθούν τα φάλτσα του Γαρμπή
    όταν μέσα στα ξάρτια σας θελήσει να χορέψει.

    Ποτέ λοστρόμο δεν ξεχνώ τις γάσες να κεντά
    και ο δόκιμος ευλαβικά τα χέρια να κοιτάζει,
    ούτε ρασκέτα θερμαστή τη σχάρα να κτυπά
    τα τζένερα του άνθρακα μες στο μπουλμέ ν’ αδειάζει.

    Ένιωθα τη λαχτάρα σας, σαν έφτανε η στιγμή,
    μέσα σε μια δεξαμενή στεγνά, μαρμαρωμένα,
    για τη δική μας θαλπωρή και αγάπη περισσή
    που με μουράβιες και μπογιές σας βγάζει στολισμένα.

    Και όταν ερχόταν ο καιρός, η φύση που μετρά
    τη δύναμη κάποιας ψυχής, τις αντοχές της ύλης,
    μαζί περνάγαμε σαφώς την όποια συμφορά,
    μαζί νικούσαμε στοιχειά, θάλασσες κάποιας μήνης.

    Πάλι σαν κάποια από σας σε reef-i φονικό
    επάνω σκαρφαλώνατε από δικό μας λάθος,
    ένιωθα λύπη και χαρά για τούτο το χαμό
    αφού ο θάνατος για σας θα είχε χρόνου βάθος.

    Μνημόσυνο και προσευχή για τ’ άτυχα σκαριά
    που κείτονται ασάλευτα στ’ αβύσσου τα σκοτάδια,
    αυτά που μοίρα φθονερή τα τράβηξε βαθιά,
    μάνες, κυράδες κι αδελφές ντύνοντας μες στα μαύρα.

    Θλίψη και πίκρα και λυγμός όταν κάποια φορά
    τα βήματα με φέρνουνε σε παλιατζή καρνάγιο
    και βλέπω δόξες θαλασσών να πέφτουν στωικά,
    αφού καιρό καμάρωναν στης γης κάποιο μουράγιο.

    Βαπόρια μου πανέμορφα και πλοία μου τρανά,
    αν είχα τόση δύναμη θα ‘φτιαχν’ αγαπημένα
    για σας λιμάνια μυθικά να είστε εδώ στερνά
    και ιστορίες να ‘χετε να λέτε για τα ξένα.

    Παναγής Αντωνόπουλος

    Το πλοίο θα σαλπάρει

    Πατρίδες
    [Σαν των Φαιάκων το καράβι…]

    Σαν των Φαιάκων το καράβ’ η Φαντασία
    χωρίς να τη βοηθάν πανιά και λαμνοκόποι
    κυλάει• και είναι στα βάθη της ψυχής μου τόποι
    πανάρχαιοι κι ασάλευτοι σαν την Ασία,

    πεντάγνωμοι κι απόκοτοι σαν την Ευρώπη
    σα μαύρη γη Αφρική με σφίγγ’ η απελπισία,
    κρατώ μιαν άγρια μέσα μου Πολυνησία,
    και πάντα ένα Κολόμβο παίρνω το κατόπι.

    Και τα τεράστια της ζωής και τα λιοπύρια
    των τροπικών τα γνώρισα, και με των πόλων
    τυλίχτηκα τα σάβανα, και χίλια μύρια

    Ταξίδια εμπρός μου ξάνοιξαν τον κόσμον όλο.
    Και τι ‘μαι; Χόρτο ριζωμένο σ’ ένα σβώλο
    απάνω, που ξεφεύγει κι απ’ τα κλαδευτήρια.

    Κωστής Παλαμάς

    Θάλασσα, πικροθάλασσα -Λοΐζος

    Καράβι ορθόπλωρο η ζωή μου

    Καράβι ορθόπλωρο η ζωή μου
    τη ρότα του στα πέλαγα γυρεύει,
    με πρίμα ή όρτσα τον καιρό,
    κάτω από λιόφωτους ουρανούς
    ή αντάρες και ομίχλες σκοτεινές .
    Ορθή στη γέφυρα
    τ’ αστέρι ψάχνω
    το δρόμο να μου δείξει,
    όταν και στο κομπάσο μου
    δεν έχω εμπιστοσύνη.
    Και ταξιδεύω
    και περνώ,
    θάλασσες και λιμάνια,
    κι ανθρώπους μύριους συναντώ,
    μα το ίδιο πάντα ψάχνω,
    τ’ αστέρι,
    είν’ ο Πολικός, είν’ ο Σταυρός του Νότου;
    Σιέται το καραβόσκαρο,
    τα κύματα παλεύει
    κι αν τις μπουνάτσες συναντά,
    γαλήνια αρμενίζει.
    Και στον απέραντο ουρανό,
    της ξαστεριάς τις νύχτες
    και μες τα μύρια τ’ άστρα του,
    Πλειάδες, ΄Αρκτοι, Άλτάϊρ,
    Διόσκουροι και Ανδρομέδα,
    τ’ αστέρι, το μυριόφωτο,
    ξεχωριστό απ’ τ’ άλλα,
    που μόνο αυτό τη ρότα μου
    σωστά θε να μου δείξει,
    τ’ αστέρι,
    τ’ αργυρόφωτο,
    που την ψυχή φωτίζει
    και ρίχνει το φως του άπλετο και δίνει
    χρώμα στη ζωή,
    νόημα στο ταξίδι.
    Τ’ αστέρι αυτό κατάφερα
    στο σύμπαν να εντοπίσω.
    Ένα μέσα στα άπειρα
    γι αυτό μου πήρε χρόνο.
    Τ’ αστέρι μου το βρήκα !!

    Σκούρτη Βιβή

    «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις».
    Οδυσσέας Ελύτης

  4. Ciao Aggeliki!… Καλή εβδομάδα!!!….

    -«Aν ρίχναν ένα καράβι μες στο μυαλό μου θα ναυαγούσε.» (Τ. Λειβαδίτης)

    -«…Ο έρωτας
    Το καράβι του
    Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
    Κι ο φλόκος της ελπίδας του
    Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
    Τον ερχομό.» (Ο. Ελύτης)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Ο βυθός»
    «Ένας ναύτης ψηλά
    στα κάτασπρα ντυμένος
    τρέχει μέσ’ στο φεγγάρι
    Κι η κοπέλα απ’ τη γης
    με τα κόκκινα μάτια
    λέει ένα τραγούδι
    που δε φτάνει ως το ναύτη
    Φτάνει ως το λιμάνι
    φτάνει ως το καράβι
    φτάνει ως τα κατάρτια
    Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι»
    (Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

    -Μανόλης Αναγνωστάκης, «Το ναυάγιο»

    «Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
    Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
    Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
    (Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοί γλιτώσαν;)
    Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
    Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
    Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
    Γύρω γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
    Και στη μέση μια εκκλησιά
    Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
    Του καπετάνιου μας που χάθηκε —ψηλά ψηλά—
    Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
    Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
    Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
    Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα.

    Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

    Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.»

    -Ας θυμηθούμε και κείνο το παιδικό που υπήρχε παλιά στα αναγνωστικά του Δημοτικού και το μαθαίναμε απέξω:

    -Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «Το ευλογημένο καράβι»:

    «Ποῦ πᾶς καραβάκι,
    μὲ τέτοιον καιρό,σὲ μάχεται ἡ θάλασσα,
    δὲν τὴ φοβᾶσαι;
    Ἀνέμοι σφυρίζουν
    καὶ πέφτει νερό,
    ποῦ πᾶς καραβάκι,
    μὲ τέτοιον καιρό;»
    «Γιὰ χώρα πηγαίνω
    πολὺ μακρινή,
    θὰ φέξουνε φάροι
    πολλοὶ νὰ περάσω,
    βοριάδες, νοτιάδες
    θὰ βρῶ, μὰ θὰ φτάσω
    μὲ πρίμο ἀγεράκι,
    μ᾿ ἀκέριο πανί».
    «Κι οἱ κάβοι ἂν σοῦ στήσουν
    τὴ νύχτα καρτέρι,
    ἐπάνω σου ἂν σπάσει
    τὸ κῦμα, θεριό,
    καὶ πάρει τοὺς ναῦτες
    καὶ τὸν τιμονιέρη;
    Ποῦ πᾶς καραβάκι,
    μὲ τέτοιον καιρό;»
    «Ψηλὰ στὸ ἐκκλησάκι
    τοῦ βράχου, ποὺ ἀσπρίζει,
    γιὰ μένα ἔχουν κάμει
    κρυφὴ λειτουργία
    ὀρθὸς ὁ Χριστὸς
    τὸ τιμόνι μου ἀγγίζει,
    στὴν πλώρη μου στέκει
    ἡ Παρθένα Μαρία».

  5. «Που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό»Αφροδίτη Μάνου-Ζαχαρίας Παπαντωνίου

    «Καράβι με σημαία ξένη»-Βίρβος

    «φιλντισένιο καραβάκι»-Γκάτσος

  6. Kalhmera, Lysippe!!!…Ευχαριστώ πολυ για τα όμορφα τραγούδια!!!!

    «Καράβι κόκκινο, καράβι κόκκινο πάει
    Πάνω από θάλασσες, πάνω από λίμνες πετάει
    Το σφυροδρέπανο πέφτει στο κύμα και σπάει
    Κι απ’ την ανάποδη την ιστορία γυρνάει.

    Στο Βερολίνο το τείχος περνάει και στο Πεκίνο το δράκο ξυπνάει,
    Στο Βερολίνο το τείχος περνάει και στο Πεκίνο ξυπνάει.
    Καράβι κόκκινο, καράβι κόκκινο πάει
    Ανθρωποθάλασσες κι ανθρωποφάγους μετράει

    Μέσα στο σπίτι σου σαν κλεφτοφάναρο σκάει
    Κι έτσι απροσκάλεστο λογαριασμό σου ζητάει.
    Στο Βερολίνο με βότκα μεθάει και στο Πεκίνο μια νύχτα τα σπάει,
    Στο Βερολίνο με βότκα μεθάει και στο Πεκίνο τα σπάει.»

  7. Λατρεύω Το ναυάγιο, τραγουδισμένο από τον Πανδή, είναι τέ-λει-ο.
    ‘Ετσι κι αλλιώς, είναι μο-να-δι-κός.
    (Καλά, οι Μπαλάντες είναι από τα πιο λατρεμένα μου έργα.)

    1. ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΨΕΜΑ

    Φουρτουνιασμένη η θάλασσα.
    Οι αστερισμοί
    είναι τα πλοία.
    Η ποίηση είναι ένα ψέμα.
    Τ’ αστέρια δεν είναι πλοία.
    Αυταπάτη ο ουρανός.
    Η αλήθεια βρίσκεται στη γη,
    στα αγκυροβολημένα πλοία
    στην προκυμαία, στη σειρά.

    (Λέντο Ίβο , μετ. Γιώργος Ρούβαλης)

    2. Τα υπερωκεάνεια που μπαίνουν με το πρωί στο λιμάνι
    Φέρνουν για μένα
    Το χαρούμενο και λυπημένο μυστήριο του ερχομού και της
    αναχώρησης
    Φέρνουν μνήμες από μακρινές αποβάθρες και άλλες στιγμές
    Tης ίδιας ανθρωπότητας σ’ άλλα λιμάνια, με τρόπο διαφορετικό’,
    η Μεγάλη Αποβάθρα απ’ όπου ξεκινήσαμε Πλοία – Εθνη!
    Η Μεγάλη Αρχική Αποβάθρα, αιώνια και θεία!
    όλη η αποβάθρα είναι μια νοσταλγία που πέτρωσε!
    ……………………………………………………………………………………………………
    Τι είμαστε; Πλοία που περνούν το ένα δίπλα στ’ άλλο μες στη νύχτα,
    Το καθένα με τη ζωή κρεμασμένη στις φωτεινές γραμμές των καταρτιών.
    Το καθένα γνωρίζει για τ’ άλλο πως εκεί, υπάρχει ζωή, αυτό μοναχά.
    Πλοία, φωτεινά περιγράμματα που απομακρύνονται μες στα σκοτάδια
    Το καθένα τρεμοπαίζει και διαρκώς μικραίνει στην κάθε πλευρά του
    σκοταδιού.
    Και απομένει η βουβή νύχτα και το κρύο ν’’ ανεβαίνει απ’ τη θάλασσα.

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ, αποσπάσματα

    3. Η αρρώστια

    Το πλοίο είναι γεμάτο μετανάστες.
    Φορούν τραγιάσκες και κοστούμια
    που γυαλίζουν στους αγκώνες,
    κοιτάζουν μία προκυμαία από σκόνη
    και λευκά μαντήλια που ζωγραφίζουν το κενό.
    Σε μιαν εξέδρα ένας βιολιστής
    παίζει κόκκινο βιολί,
    φορώ ένα μαύρο φουστάνι και δεν έχω μαλλιά,
    κλαις και δεν ξέρω πώς να σ’ αγκαλιάσω,
    σαν να διασχίζουμε τον χρόνο
    σε έρημα πλοία φαντάσματα
    που προσκρούουν συνέχεια σε παγόβουνα
    μόνο και μόνο για να,
    για να μην,
    επειδή δεν γίνεται χωρίς
    αλλά ούτε και με,
    κι ο βιολιστής παίζει παράφορα βιολί
    κι ενώ όλοι αρχίζουν να χορεύουν
    μου κλείνει μυστικά το μάτι
    ενώ πίσω στην πόλη,
    τα ποντίκια μεταδίδουν την πανούκλα
    που χωρίς να ξέρουμε
    όλοι μας κουβαλάμε
    μες στο πλοίο.

    ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

    Ήρθε με τη σειρά της κι η μαύρη θάλασσα
    έφερε ένα καράβι ακυβέρνητο

    ΥΓ. Όλες οι οι μουσικές συνεισφορές άψογες, Λύσιππε.

  8. Ciao Aggeliki!… Υπερθεματίζω και για τις «Μπαλάντες» και για τον Πανδή!!!
    Πολύ ωραία και η νέα συνεισφορά σου! Grazie mille!!!

    -Ομήρου Οδύσσεια, «λ’ ραψωδία» (μικρό απόσπασμα)

    «Ύστερα, αφού στο πλοίο ήρθαμε, στη θάλασσα,
    πρώτα απ’ όλα ρίξαμε το πλοίο στον θεϊκό τον πόντο,
    κατόπιν βάλαμε κατάρτι και πανιά στο μαύρο μας πλεούμενο
    και παίρνοντας τα πρόβατα σ’ αυτό ανεβήκαμε κι οι ίδιοι·
    θλιμμένοι μπήκαμε, το δάκρυ χύνοντας ποτάμι.

    Kαι πίσω απ’ το πλοίο μας με τη σκουρόχρωμή του πλώρη
    έστειλε, σύντροφο καλό, άνεμο ούριο, που στα πανιά φυσάει,
    η Κίρκη με τα όμορφα μαλλιά, η φοβερή θεά που των ανθρώπων ήξερε τη γλώσσα.
    Αφού καθένας μας τα όπλα του πάνω στο πλοίο τακτοποίησε,
    καθίσαμε· εκείνο το κατεύθυναν ο άνεμος και ο τιμονιέρης.

    Ολόκληρη τη μέρα το πλοίο μας ποντοπορούσε με τα πανιά ανοιγμένα·
    έδυσε ο ήλιος, τότε γέμισαν σκιές όλοι οι δρόμοι,
    ενώ εκείνο έφτανε στα πέρατα του Ωκεανού, που ‘χει βαθύ το ρέμα…»

    -Κι ένα πεζοποίημα του Καβάφη….

    Κ. Π. Καβάφης, «Τα Πλοία» (Πεζά ποιήματα)
    Aπό την Φαντασίαν έως εις το Xαρτί. Eίναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα. H απόστασις φαίνεται μικρά κατά πρώτην όψιν, και εν τοσούτω πόσον μακρόν ταξίδι είναι, και πόσον επιζήμιον ενίοτε δια τα πλοία τα οποία το επιχειρούν.
    H πρώτη ζημία προέρχεται εκ της λίαν ευθραύστου φύσεως των εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρουν τα πλοία. Eις τας αγοράς της Φαντασίας, τα πλείστα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από λεπτάς υάλους και κεράμους διαφανείς, και με όλην την προσοχήν του κόσμου πολλά σπάνουν εις τον δρόμον, και πολλά σπάνουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηράν. Πάσα δε τοιαύτη ζημία είναι ανεπανόρθωτος, διότι είναι έξω λόγου να γυρίση οπίσω το πλοίον και να παραλάβη πράγματα ομοιόμορφα. Δεν υπάρχει πιθανότης να ευρεθή το ίδιον κατάστημα το οποίον τα επώλει. Aι αγοραί της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλ’ όχι μακροχρονίου διαρκείας. Aι συναλλαγαί των είναι βραχείαι, εκποιούν τα εμπορεύματά των ταχέως, και διαλύουν αμέσως. Eίναι πολύ σπάνιον εν πλοίον επανερχόμενον να εύρη τους αυτούς εξαγωγείς με τα αυτά είδη.
    Mία άλλη ζημία προέρχεται εκ της χωρητικότητος των πλοίων. Aναχωρούν από τους λιμένας των ευμαρών ηπείρων καταφορτωμένα, και έπειτα όταν ευρεθούν εις την ανοικτήν θάλασσαν αναγκάζονται να ρίψουν εν μέρος εκ του φορτίου δια να σώσουν το όλον. Oύτως ώστε ουδέν σχεδόν πλοίον κατορθώνει να φέρη ακεραίους τους θησαυρούς όσους παρέλαβε. Tα απορριπτόμενα είναι βεβαίως τα ολιγοτέρας αξίας είδη, αλλά κάποτε συμβαίνει οι ναύται, εν τη μεγάλη των βία, να κάμνουν λάθη και να ρίπτουν εις την θάλασσαν πολύτιμα αντικείμενα.
    Άμα δε τη αφίξει εις τον λευκόν χάρτινον λιμένα απαιτούνται νέαι θυσίαι πάλιν. Έρχονται οι αξιωματούχοι του τελωνείου και εξετάζουν εν είδος και σκέπτονται εάν πρέπη να επιτρέψουν την εκφόρτωσιν• αρνούνται να αφήσουν εν άλλο είδος να αποβιβασθή• και εκ τινων πραγματειών μόνον μικράν ποσότητα παραδέχονται. Έχει ο τόπος τους νόμους του. Όλα τα εμπορεύματα δεν έχουν ελευθέραν είσοδον και αυστηρώς απαγορεύεται το λαθρεμπόριον. H εισαγωγή των οίνων εμποδίζεται, διότι αι ήπειροι από τας οποίας έρχονται τα πλοία κάμνουν οίνους και οινοπνεύματα από σταφύλια τα οποία αναπτύσσει και ωριμάζει γενναιοτέρα θερμοκρασία. Δεν τα θέλουν διόλου αυτά τα ποτά οι αξιωματούχοι του τελωνείου. Eίναι πάρα πολύ μεθυστικά. Δεν είναι κατάλληλα δι’ όλας τα κεφαλάς. Eξ άλλου υπάρχει μία εταιρεία εις τον τόπον, η οποία έχει το μονοπώλιον των οίνων. Kατασκευάζει υγρά έχοντα το χρώμα του κρασιού και την γεύσιν του νερού, και ημπορείς να πίνης όλην την ημέραν από αυτά χωρίς να ζαλισθής διόλου. Eίναι εταιρεία παλαιά. Xαίρει μεγάλην υπόληψιν, και αι μετοχαί της είναι πάντοτε υπερτιμημέναι.
    Aλλά πάλιν ας είμεθα ευχαριστημένοι όταν τα πλοία εμβαίνουν εις τον λιμένα, ας είναι και με όλας αυτάς τας θυσίας. Διότι τέλος πάντων με αγρυπνίαν και πολλήν φροντίδα περιορίζεται ο αριθμός των θραυομένων ή ριπτομένων σκευών κατά την διάρκειαν του ταξιδίου. Eπίσης οι νόμοι του τόπου και οι τελωνειακοί κανονισμοί είναι μεν τυραννικοί κατά πολλά αλλ’ όχι και όλως αποτρεπτικοί, και μέγα μέρος του φορτίου αποβιβάζεται. Oι δε αξιωματούχοι του τελωνείου δεν είναι αλάνθαστοι, και διάφορα από τα εμποδισμένα είδη περνούν εντός απατηλών κιβωτίων που γράφουν άλλο από επάνω και περιέχουν άλλο, και εισάγονται μερικοί καλοί οίνοι δια τα εκλεκτά συμπόσια.
    Θλιβερόν, θλιβερόν είναι άλλο πράγμα. Eίναι όταν περνούν κάτι πελώρια πλοία, με κοράλλινα κοσμήματα και ιστούς εξ εβένου, με αναπεπταμένας μεγάλας σημαίας λευκάς και ερυθράς, γεμάτα με θησαυρούς, τα οποία ούτε πλησιάζουν καν εις τον λιμένα είτε διότι όλα τα είδη τα οποία φέρουν είναι απηγορευμένα, είτε διότι δεν έχει ο λιμήν αρκετόν βάθος δια να τα δεχθή. Kαι εξακολουθούν τον δρόμον των. Oύριος άνεμος πνέει επί των μεταξωτών των ιστίων, ο ήλιος υαλίζει την δόξαν της χρυσής των πρώρας, και απομακρύνονται ηρέμως και μεγαλοπρεπώς, απομακρύνονται δια παντός από ημάς και από τον στενόχωρον λιμένα μας.
    Eυτυχώς είναι πολύ σπάνια αυτά τα πλοία. Mόλις δύο, τρία βλέπομεν καθ’ όλον μας τον βίον. Tα λησμονώμεν δε ογρήγορα. Όσω λαμπρά ήτο η οπτασία, τόσω ταχεία είναι η λήθη της. Kαι αφού περάσουν μερικά έτη, εάν καμίαν ημέραν – ενώ καθήμεθα αδρανώς βλέποντες το φως ή ακούοντες την σιωπήν – τυχαίως επανέλθουν εις την νοεράν μας ακοήν στροφαί τινες ενθουσιώδεις, δεν τας αναγνωρίζομεν κατ’ αρχάς και τυραννώμεν την μνήμην μας δια να ενθυμηθώμεν πού ηκούσαμεν αυτάς πριν. Mετά πολλού κόπου εξυπνάται η παλαιά ανάμνησις και ενθυμώμεθα ότι αι στροφαί αύται είναι από το άσμα το οποίον έψαλλον οι ναύται, ωραίοι ως ήρωες της Iλιάδος, όταν επερνούσαν τα μεγάλα, τα θεσπέσια πλοία και επροχώρουν πηγαίνοντα – τις ηξεύρει πού.
    (από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877; – 1923, Ίκαρος 1993)

  9. Παιχνίδι

    Αν έχω αγοράσει αυτόν τον τενεκέ και επιμένω
    πως είναι καράβι και θα ταξιδέψω, είναι γιατί
    να παίξω θέλω μαζί σου. Έχω κι ένα κατάρτι
    σφηνωμένο στην πλάτη, που μου επιτρέπει να
    βλέπω καθαρά το βυθό και είναι αυτό που βλέπω
    τρομερά ενδιαφέρον γιατί ακόμα δε μου ανήκει
    και αν κρατάς μυστικά σου λέω πως ούτε τενεκέ
    ούτε κατάρτι ποτέ μου είχα μα είμαι πάντα εγώ
    η ίδια μια σχεδία κι έτσι μ’ αρέσει να ζω χωρίς
    εξηγήσεις.

    Μυρτώ Αναγνωστοπούλου
    από τη συλλογή Πειρατικός σταθμός, 1978

    Σε μια σχεδία

  10. Καλησπέρα, Αγγελική!!!… Ευχαριστώ πολύ! Νομίζω πως εξαντλήσαμε και το θέμα αυτό, εκτός κι αν…

    -«…Κι ενώ τρέχαμε μεις
    πιασμένοι απ’ τα χέρια
    ν’ αγκαλιάσουμε τον ορίζοντα, εσύ
    έψαχνες για παράθυρα,
    σ’ ένα σπίτι παράξενο και πικρό, που δεν είχε
    τίποτε άλλο εκτός
    από μια πόρτα να φύγεις.

    Μα τα πλοία δεν σε παίρνανε
    γιατ’ είχες τον άνεμο και τη θάλασσα μέσα σου
    γιατ’ είχες μιαν έρημο μέσα σου, δίχως
    πουλί και τραγούδι…»
    (Ν. Βρεττάκος, απόσπασμα από το ποίημα, «Όλα είναι μοναξιά στο Καλέντζι»)

    -«…Βραδυάζει στ’ ουρανού τα σύνορα.
    Σε λίγο η θάλασσα θα χαθή
    Και γω θα μείνω κρεμασμένος στα βουνά που αρχίσαν
    Να πέφτουν σκοτεινά και απότομα
    Στο γκρίζο φόβο του κενού.

    Λίγο πιο πριν μια δέσμη απ’ άγρια λάμψη
    Ψήλωσε στον ορίζοντα. Λίγο πιο πριν,
    Γύρω μου οι βράχοι ξαφνιστήκαν κι αντιφεγγίσαν.
    Πού πας, καράβι, με τη Μαργαρίτα; […]

    Όταν πια το καράβι θάχη αράξει
    Σεις, πουλιά, να γυρίσετε!
    Πάντα κάποιος θα βρίσκεται να σας υποδεχτή.
    Σας γνωρίζουμε μας γνωρίζετε. Είμαστε μεις και σεις.
    Σκεφθήτε λίγο τούτο το μυστήριο
    Της αναχώρησης και της επιστροφής!
    Γλυκειά ταραχή μετά το σαλπάρισμα!
    Γυρεύω ν’ αναπνεύσω τον καπνό
    Δείχνοντας τ’ ανοιγμένα δάχτυλα
    Που λάμπουν κι εξομολογιούνται.
    Τί κράτησα απ’ τον ήλιο που σκορπίστηκε
    Τόσες χιλιάδες μέρες στις πλαγιές,
    Στις όμορφες κοιλάδες και στη στέγη μου;…»
    (Ν. Βρεττάκος, απόσπασμα από το ποίημα, «Αποχαιρετισμός»

    -«…Είμαστε παιδιά
    κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
    είμαστε παιδιά
    κι αγαπούμε τη θάλασσα

    Λάσπες και νερά
    ο άνεμος ταξιδεύει
    τραγούδια που σβήνουν…»
    (απόσπασμα από το ποίημα του Νίκου -Αλέξη Ασλάνογλου, «Μες στο υγρό σκοτάδι»)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: