Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

«Ωραίο φθινοπωρινό πρωί» και «Πρωτοβρόχι»…

-Γ. Σεφέρης, “Ὡραῖο φθινοπωρινὸ πρωί” (στην Κορυτσά):

«Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς
μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.
Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες οἱ κοντοὶ τόσκηδες
τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούρια
κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις
στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.
Τί λέει ὁ Μουεζίνης στὴν ἄκρη τοῦ μιναρέ; γιὰ πρόσεξε
Ἔσκυψε ν᾿ ἀγκαλιάσει μία ξανθὴ κούκλα στὸ πλαϊνὸ μπαλκόνι.
Αὐτὴ ἀνεμίζει δυὸ ρόδινα χεράκια στὸν οὐρανὸ
δὲν παραδέχεται νὰ τὴ βιάζουν
Ὡστόσο γέρνει ὁ μιναρὲς καὶ τὸ μπαλκόνι σὰν τὸν πύργο τῆς Πίζας
ἀκοῦς μονάχα ψιθυρίσματα, δὲν εἶναι τὰ φύλλα μήτε τὸ νερὸ
«ἀλλάχ! ἀλλάχ!» δὲν εἶναι μήτε τ᾿ ἀγεράκι, παράξενη προσευχὴ
ἕνας κόκορας λάλησε, πρέπει νά᾿ ναι ξανθὸς
ὢ ψυχὴ ἐρωτευμένη ποὺ πέταξες στὰ ὕψη!
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα
τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
σκέφτηκε κανείς;…
Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα.
Κόπηκε ἡ μονοτονία, ὦ ἐσὺ ποὺ πέταξες στὰ ὕψη
νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσει
κι αὐτὸ τὸ βουβάλι τοῦ μακεδονίτικου κάμπου τόσο ὑπομονετικὸ
τόσο ἀβίαστο, σὰ νὰ τὸ ξέρει πὼς δὲν φτάνει κανεὶς πουθενὰ
θυμίζει τ᾿ ἀγέρωχο κεφάλι τοῦ πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu᾿en lui-même enfin l᾿éternité le change.»
(Κορυτσὰ 1937)

-Ἄγγελος Σικελιανός, «Τὸ Πρωτοβρόχι»

«Σκυμμένοι ἀπὸ τὸ παραθύρι…
Καὶ τοῦ προσώπου μας οἱ γύροι
ἡ ἴδια μας ἤτανε ψυχή.
Ἡ συννεφιά, χλωμὴ σὰ θειάφι,
θάμπωνε ἀμπέλι καὶ χωράφι·
ὁ ἀγέρας μέσ᾿ ἀπὸ τὰ δέντρα
μὲ κρύφια βούιζε ταραχή·
ἡ χελιδόνα, μὲ τὰ στήθη,
γοργή, στὴ χλόη μπρὸς-πίσω ἐχύθη·
κι ἄξαφνα βρόντησε, καὶ λύθη
κρουνός, χορεύοντα ἡ βροχή!
Ἡ σκόνη πῆρ᾿ ἀνάερο δρόμο…
K᾿ ἐμεῖς, στῶν ρουθουνιῶν τὸν τρόμο,
στὴ χωματίλα τὴ βαριὰ
τὰ χείλα ἀνοίξαμε, σὰ βρύση
τὰ σπλάχνα νὰ μπεῖ νὰ ποτίσει
(ὅλη εἶχεν ἡ βροχὴ ραντίσει
τὴ διψασμένη μας θωριά,
σὰν τὴν ἐλιὰ καὶ σὰν τὸ φλόμο).
κι ὁ ἕνας στ᾿ ἀλλουνοῦ τὸν ὦμο
ρωτάαμε: «T᾿ εἶναι πὄχει σκίσει
τὸν ἀέρα μύρο, ὅμοιο μελίσσι;
Ἀπ᾿ τὸν πευκιὰ τὸ κουκουνάρι,
ὁ βάρσαμος ἢ τὸ θυμάρι,
ἡ ἀφάνα ἢ ἡ ἀλυγαριά;»
Κι ἄχνισα – τόσα ἦταν τὰ μύρα –
ἄχνισα κ᾿ ἔγινα ὅμοια λύρα,
ποὺ χάϊδευ᾿ ἡ ἄσωτη πνοή…
Μοῦ γιόμισ᾿ ὁ οὐρανίσκος γλύκα·
κι ὡς τὴ ματιά σου ξαναβρῆκα,
ὅλο μου τὸ αἷμα ἦταν βοή!…
K᾿ ἔσκυψ᾿ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι
ποὺ ἐσειόνταν σύφυλλο, τὸ μέλι
καὶ τ᾿ ἄνθι ἀκέριο νὰ τοῦ πιῶ·
– βαριὰ τσαμπιὰ καὶ οἱ λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοὶ οἱ ἀνασασμοί μου –
κι ὅπως ἀνάσαινα, ἀπ᾿ τὰ μύρα
δὲ μπόρεια νὰ διαλέξω ποιό!
Μὰ ὅλα τὰ μάζεψα, τὰ πῆρα,
καὶ τά ῾πια, ὡσὰν ἀπὸ τὴ μοίρα
λύπη ἀπροσδόκητη ἢ χαρά.
Τά ῾πια· κι ὡς σ᾿ ἄγγιξα τὴ ζώνη,
τὸ αἷμα μου γίνηκεν ἀηδόνι,
κι ὡς τὰ πολύτρεχα νερά!»
(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, Β´, Ἴκαρος 1968)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “«Ωραίο φθινοπωρινό πρωί» και «Πρωτοβρόχι»…

  1. Από τη φθινοπωρινή συλλογή μου νεότερα:

    1. «Αυτός ο άνθρωπος δεν αντέχει το φθινόπωρο•
    τον φθίνει, ανεπανόρθωτα τον φθίνει, κι ας µην
    είναι οπώρα. Είναι, ως εκ τούτου, φυσικό που
    του αντιστέκεται, που σαν τρελός µαζεύει τα
    πεσµένα φύλλα και τα ξανακολλάει στα κλα-
    διά των δέντρων

    Θα καταφέρει άραγε να ακυρώσει έτσι του κα-
    λοκαιριού την αναχώρηση, την έλευση να µα-
    ταιώσει του χειµώνα.»

    (Αργύρη Χιόνη «Ό,τι περιγράφω µε περιγράφει» ποίηση δωματίου εκδ. Γαβριηλίδης)

    2. ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ

    Ήρθε το φθινόπωρο και σκέπασε την καρδιά μου με κάτι,
    με τον ίσκιο κάποιου δέντρου
    ή μάλλον με τον ίσκιο τον δικό σου.
    Πότε-πότε φοβάμαι δεν θα σε δώ ξανά ποτέ·
    θα μου φυτρώσουνε φτερά που θα φτάνουνε στα σύννεφα·
    θα κρυφτείς σε κάποιο ξένο μάτι μέσα
    που θα κλείσει σαν τα φύλλα της αψίνθου.
    Εκείνες τότε τις φορές
    πλησιάζω τις πέτρες· δεν μιλάω·
    πιάνω τις λέξεις και τις πνίγω στη θάλασσα.
    Σφυρίζω στη σελήνη να βγει, και βγαίνει,
    και τη μεταμορφώνω
    σε μεγάλη αγάπη.

    NICHITA STĂNESCU (1933-1983)
    Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    3. Το φθινόπωρον

    Tο βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει.
    Ψιλή ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζη’
    είναι η φύσις που θρηνεί,
    τα δάκρυά της είν’ αυτά οπού πυκνοσταλάζουν,
    τα σύννεφα οπού βογγούν και βαρειαναιστενάζουν’
    είν’ η θλιμμένη της φωνή.

    Eίναι πουρνό’ τι καταιχνιά λευκή σαν Nαϊάδα!
    Δεν βλέπεις μήτε το βουνό, μήτε την πεδιάδα.
    Tου χρόνου τα γεράματα!
    Για δες τον ήλιο’ έκρυψε τα χρύσινα μαλλιά του,
    χλωμό φεγγάρι έγινε, κ’ είν’ όλο η θωριά του
    παράπονο και κλάματα!

    Nα! βράχηκε και το ξερό της ερημιάς ποτάμι.
    Aκούς τι κρότο το νερό μέσ’ στα χαλίκια κάμει;
    Bλέπεις τον άσπρο τον αφρό;
    Στες λυγαριές ανάμεσα ήταν πουλιά κρυμμένα’
    Tον κρότο καθώς άκουσαν, εφύγαν τρομαγμένα
    μ’ ένα πέταγμ’ αλαφρό.

    Ψυχή δεν βλέπεις’ έρημος ο τόπος κ’ αφειμένος.
    O γέρος μόνος χωρικός πηγαίνει φορτωμένος
    με τα κομμένα ξύλα του.
    K’ εγώ μονάχος κάθομαι στην ρίζα του πλατάνου,
    κ’ ακούγω την πυκνή βροχή οπού χτυπά επάνου
    στα μαραμμένα φύλλα του.

    Δεκαοχτώ φθινόπωρα ως τώρα μόλις είδα’
    αλλ’ αν και τόσο ενωρίς γυρίσω, παρ’ ελπίδα,
    στην γην οπού μ’ εγέννησε,
    ας θάψουν χέρια φιλικά το άψυχο κορμί μου
    κοντά στη ρίζα της ιτιάς που τόσες στην ζωή μου
    φορές μ’ εφιλοξένησε.

    Tους κλώνους της τους λιγυρούς ο ζέφυρος να κλίνη,
    και ίσκιο μελαγχολικό στον τάφον μου να χύνη
    την ώρα του καλοκαιριού.
    Kαι πάλιν, όταν ο καιρός αρχίζη να κρυώνη,
    να πίπτη εις το μάρμαρο η χάλαζα, το χιόνι
    και η βροχή του Γεναριού

    Ιωάννης Καρασούτσας

    4. «Σ’ εσένα επιστρέφω μία μία τις αστροφεγγιές
    που αξιώθηκα
    κι εκείνα τα δωρεάν φθινόπωρα
    τα πρωτοβρόχια της αγάπης
    τη θέα του Αμίλητου
    σ’ εσένα τη Μαρία
    από χρόνο ερειπωμένο
    που τον κατάφαγαν τα δάκρυα
    και τους παλιούς φεγγίζει παραδείσους»

    (Μαρία Λαμπαρίδου- Πόθου)

    5. Μια φθινοπωρινή ημέρα

    Στη ζωή περπατάμε δίχως βιάση,
    Μαζί σου, φίλε μου σεμνέ,
    Και ξεχειλίζει η ψυχή
    Θαρρείς και βρίσκεται σε αγροτική εκκλησιά σκοτεινή.

    Μια μέρα φθινοπωρινή ανώτερη και ήρεμη,
    Ακούγονταν μόνο της κουρούνας η πνιχτή κραυγή
    Καλώντας τους συντρόφους της,
    Κι ο βήχας της γριούλας.

    Στα στεγνωτήρια σιταριού ψιλός καπνός διαλύεται,
    Και για ώρα πολλή από το στεγνωτήριο πάνω
    Με βλέμμα επίμονο κοιτάζουμε
    Το πέταγμα του γερανού.

    Πετούν, πετούν σε λοξή γωνία,
    Ο ηγέτης βροντάει και θρηνεί . . ..
    Γιατί βροντά, γιατί, γιατί;
    Ο φθινοπωρινός ο θρήνος τι σημαίνει;

    Και τα φτωχά χωριά με τα χαμόσπιτα
    Να τα μετρήσεις με το μάτι δε μπορείς,
    Και φέγγει στη σκοτεινιασμένη μέρα
    Η φωτιά πέρα στο λιβάδι μακριά . . .

    Ω φτωχή μου χώρα,
    Τι σημαίνεις για την καρδιά;
    Ως φτωχή μου γυναίκα
    Γιατί κλαίς τόσο πικρά;

    1 Ιανουαρίου 1909
    (Αλεξάντρ Μπλοκ, Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

  2. Ciao Aggeliki!!!… Όμορφη φθινοπωρινή μέρα και στο Βόλο σήμερα και μου την κάνουν πιο όμορφη τα ποιήματα που παρέθεσες!…

    «…εύγλωττο φθινόπωρο
    μα πιο εύγλωττα τα χέρια που το δρέψανε,
    σαν τη μήκωνα της λήθης
    δροσερό το στόμα που τα φιλάει.»
    («Η αιωνιότητα», Paul Celan)

    -Βίκτωρ Ουγκώ, «Φθινόπωρο»

    «Τώρα η αυγή δεν είναι πια σαν πρώτα ξάστερη
    τόσο ζεστός δεν είναι πια ο αγέρας
    τόσο καθάριος ο ουρανός..
    Πέρασαν οι μεγάλες μέρες
    τελειώνουν οι χαριτωμένοι μήνες,
    αλίμονο, να που τα δέντρα κιόλας κιτρινίζουν!
    Με πόσο γρήγορο περπάτημα φεύγει ο καιρός!
    Νομίζεις πως τα μάτια μας που θάμπωνε το καλοκαίρι
    μόλις επρόλαβαν να δουν τα πράσινα φυλλώματα.
    Για όποιον ωσάν κι εμένα ζει με τα παράθυρα ανοιχτά
    πικρό είναι το φθινόπωρο
    με το βοριά του και την καταχνιά του
    και το χαμένο καλοκαίρι φίλος που έφυγε.
    «Χαίρετε», λέει τούτη η φωνή που κλαίει μες στην ψυχή μου,
    χαίρε γαλάζιε μου ουρανέ που μια ζεστή πνοή χαϊδεύει!
    Χαρές του ολάνοιχτου ύπαιθρου
    μέσα στα δάση θόρυβοι φτερών,
    περίπατοι, ρεματαριές γιομάτες μακρινές φωνές,
    λουλούδια, ευτυχίες αθώες των ήρεμων ψυχών,
    χαίρετε αυγές! Τραγούδια! Δροσοσταλάσματα κι αχτίδες!
    Αφού όλα φεύγουν, ας προσθέσουμε:
    ω ευλογημένες και γλυκές ημέρες
    ωϊμένα! Θα ξανάρθετε;
    Θα με ξαναβρείτε;»
    (από το «Αντρέα Καραντώνη, «Ξένη λογοτεχνία, Φυσιογνωμίες Γ’, εκδ. Παπαδήμα)

  3. Λιόχαρη-μεγαλόχαρη η σημερινή μέρα, εδώ στο νότο (που τρίζει ο θάνατος/ κι η αγάπη κάνει κρότο).
    Να φανταστείς ότι ετοιμάζομαι για κολύμπι σε μια υπέροχη …Γαλιλαία θάλασσα.
    Ξέρω, δεν ζηλεύεις, αλλά για μένα το νερό, εκτός από χαρά, είναι και η ψυχοθεραπεία μου.

    Πάμε ποίηση:

    1. Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Φθινόπωρο

    Άσε το φθινόπωρο
    γύρω σου να στρώσει
    τ’ άνθη τα στερνά˙
    μια ζωή πεθαίνει
    μια πνοή περνά-
    τάχα σε προσμένει
    μια άνοιξη ξανά;
    Άσε το φθινόπωρο
    γύρω σου ν’ απλώσει
    μια στερνή ευωδιά˙
    μια φωνή σωπαίνει,
    μια χαρά χαμένη
    μέσα στην καρδιά-
    τα στερνά τα φύλλα
    παίρνει το φθινόπωρο
    γύρω απ’ τα κλαδιά.

    2. Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Μοναχή

    Ίσκιοι γύρω εδώ,
    ίσκιοι γύρω εκεί
    και τα σκόρπια φύλλα˙
    και περνάς εκεί
    σα μια ανατριχίλα.

    Ώρα μυστική!
    Με τα σκόρπια φύλλα
    έμεινες, ψυχή,
    και είσαι μοναχή
    με τα σκόρπια φύλλα.

    3. Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Σ’ ένα χλωμό φως

    Κι έχει το φθινόπωρο
    γύρω σου σταθεί˙
    μια ζωή χαμένη
    κι έχει αναστηθεί.
    Πού να σε προσμένει
    μια ζωή χαμένη;

    Κι άκου σου λαλεί
    κάπου σαν πουλί˙
    σου λαλεί θλιμμένη,
    σα να κλαίει σιγή
    μέσα στη σιγή
    κάποια πεθαμένη.

    Και κυλά θολά,
    σα νερό κυλά
    στο ξερό λαγκάδι,
    κι είναι η ώρα αργή,
    κάτι σα ν’ αργεί
    γύρω στο λαγκάδι.

    Σ’ ένα φως χλωμό,
    σαν περιπλοκάδι,
    γύρω στον κορμό,
    πλέχτηκες, ψυχή,
    στο χλωμό φθινόπωρο
    και στο αχνό, το βράδυ.

    Με τα πρωτοβρόχια

    Τα πρωτοβρόχια

    Μὲ τὰ πρωτοβρόχια θἄρθουν τὰ μηνύματα
    τοῦ χειμώνα: τὸ ποτάμι θὰ θολώσει,
    θὰ τριζοβολοῦν ξερὰ τὰ πλατανόφυλλα
    θὰ κρυώσει ἡ νύχτα καὶ θὰ μεγαλώσει.

    Θὰ δροσοσταλάζουν κόκκινα τὰ κούμαρα,
    κυκλαμιὲς θ᾿ ἀνθοῦν στὸ χῶμα ταίρια ταίρια,
    θὰ καπνίζουν σφαλιστὰ τὰ χωριατόσπιτα
    καὶ θ᾿ ἀρχίσουν τὰ σπιτιάτικα νυχτέρια.

    Θὰ σωπάσει ὁ τζίτζικας κι ἑτοιμοτάξιδα
    γι᾿ ἄλλων τόπων ἄνοιξη, μακριὰ ἀπ᾿ τὰ χιόνια
    βράδυ βράδυ ὡς τὰ μεσούρανα θὰ χύνονται
    μαῦροι φτερωτοὶ σταυροὶ τὰ χελιδόνια.

    Ὦ χαρά μας! τὸ χειμώνα θὰ προσμένομε,
    δίχως πάγους καὶ χιονιὲς νὰ φοβηθοῦμε:
    τὴ ζωή μας τὸ στερνὸ ταξίδι ἐκάναμε
    καὶ τὴν ἄνοιξη ἄλλων τόπων δὲν ποθοῦμε.
    (Γεώργιος Δροσίνης)

    Xινοπωρινό Σχεδίασμα

    Ah! nuees accourues des cotes de la Manche,
    Vous nous avez gate notre dernier Dimanche.
    LAFORGUE

    Mε χωρίς φωτοχυσίες, μ’ ολίγους ήχους
    βρέχει, «επί δικαίους και αδίκους»…
    βρέχει στην πλατεία, στη φυλακή,
    – οικουμενική βροχή, ευαγγελική.

    Bρέχει στα βαγόνια (ώ ευθυμία)
    που γυρνάνε απ’ τα Nοσοκομεία•
    και στις προφητείες του Kαζαμία
    («τροπή του καιρού προς νότον… τρικυμία…»).

    Bρέχει στα νερά, βρέχει στα φύτρα,
    βρέχει στις γαζίες σου, μαθήτρα!
    Bρέχει– τυπικά, και δίχως σημασία…
    Bρέχει στις μαθήτρες σου, γαζία!

    Στου κενού τον κύκλο κατεβαίνει
    της βροχής σου η συνεφαπτομένη…
    Στ’ ουρανού τη μάταιην αγκαλιά
    τρίγωνα, τα εξόριστα πουλιά.

    Xινοπωρινές Iσημερίες
    (ώ οι βροχές, ώ οι τριγωνομετρίες!).
    Kαι να μη μπορώ (με συγχωρείς)
    να σου μάθω εκείνα που απορείς.

    Bρέχει, Kυριακή… Kανείς, κανείς,
    άλλο από «γνωστούς» και «συγγενείς»…
    Kρίμας τη χαρά, κρίμας τη σχόλη!
    Δεν έχει σεργιάνι στο περβόλι,

    που θα παγαινόρχεται, σκυφτός,
    στο σταχτί το μουσαμά του A υ τ ό ς !

    (Τέλλος Άγρας , Ποιήματα, Eρμής 1996)


    ΩΣ ΠΟΥ ΝΑ ‘ΡΘΕΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ

    Πάει καιρός, την έχω χάσει
    κι αντί η καρδιά μου να ησυχάσει,
    πιότερο θέλω να τη δω.

    Σχοινί στο πεύκο έχει δέσει
    και τραμπαλίζεται απ’ τη μέση
    και κάνει κούνια σαν παιδί.

    Ρ
    Από τις φιλενάδες πο ‘χει
    μαζί της ποια να περπατεί ;
    Ώσπου να ‘ρθει το πρωτοβρόχι,
    μπορεί και να ‘χω ξεχαστεί.
    Ώσπου να ‘ρθει το πρωτοβρόχι…

    Πιο λυπημένος από πρώτα
    βγαίνω και γνέφω προς τα φώτα
    π ‘ανάβουν πέρα στο βουνό.

    Σχοινί στο πεύκο έχει δέσει
    και τραμπαλίζεται απ’ τη μέση
    και κάνει κούνια σαν παιδί.
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

    Χτύπος

    Σπαργανώνει το φθινόπωρο τούτες τις φωλιές στις φυλλωσιές.
    Εδώ στις φυλλωσιές
    φθινόπωρο, κύμα ζέστης,
    λάμψη των κλαριών, ρίγος μέσα στη μέρα,
    μέσα στην ατμόσφαιρα,
    κορμιά σκεπασμένα με φύλλα
    πουλιών φλεγόμενα.
    Εδώ η βροχή. Η αυγή δε θα χαλάσει
    το ξένο θάνατο, τα λόγια του, εκείνη τη ψιλόλιγνη μορφή,
    την άμμο των μεγάλων ποταμιών, λες, ναι είναι φθινόπωρο. Η νύχτα
    περνά,
    γυρνώντας τα πλάγια,
    προς τα δέντρα του φθινοπώρου, τις φωλιές τους, τους υγρούς κόλπους,
    το χορτάρι. Εδώ η βροχή, εδώ η νύχτα. Η αυγή
    περνάει από τα στρωμένα αεροδρόμια
    των περασμένων χρόνων στη Γιακουτία. Εκείνων των χρόνων
    γυρνάει η μορφή, και δυο φορές το ρίγος μέχρι το θάνατο
    των φίλων σου, των φίλων σου, από τις φωλιές
    που αθόρυβα έπεσαν, το ρίγος του. Να, στην αυγή
    εδώ έχει επίσης ρίγος, εσύ αγγίζει τους κορμούς,
    εδώ ο ζυγός.
    Ωχ, φωλιές, φωλιές, φωλιές. Ο χτύπος των πεθαμένων
    στο ζεστό χορτάρι, εδώ δεν είσαι πια.
    Δεν υπάρχουν αυτοί.
    Στο αναποδογυρισμένο ξερό φύλλο, που σαπίζει στα βρύα
    τώρα στην ταΐγκά μόνο τούτο το ίχνος.

    Ω, φωλιές, φωλιές, μαύρες των πεθαμένων!
    Φωλιές χωρίς πουλιά, φωλιές για τελευταία φορά
    τόσο τρομακτικό το χρώμα, κάθε μέρα ολοένα και λιγότερες.
    Να μπροστά, κοίταξε, ολοένα και λιγότεροι είμαστε.
    Το φθινοπωρινό φως σπαργανώνει αυτές τις φωλιές.
    Για τελευταία φορά περπατάς πάνω από τη γέφυρα που τρέμει.
    Κοίταξε, γύρω μόνο κορμοί,
    φύγε, όσο είναι νωρίς ακόμη
    θ’ ακούσεις κραυγές απ’ τις φωλιές, θ’ ακούσεις κραυγές απ’ τις φωλιές.

    (Ιωσήφ Μπρόντσκι, Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

  4. …Πολλά όμορφα ποιήματα, ωραία μουσική!!!
    Ε, όσο να ‘ναι ζηλεύω λιγουλάκι, άλλο το μπάνιο στη Γαλιλαία θάλασσα κι άλλο το μπάνιο στην κοντινή, ταπεινή, βολιώτικη, παραλία… Λειτουργεί και σε μένα το θαλασσινό νερό ψυχοθεραπευτικά… Θα συνεχίσω τα μπάνια μέχρι τέλη Οκτώβρη, μετά «μπρρρρ» κάνει κρύο!…

    -Κοντσέρτο φθινοπώρου…

    -“…Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
    Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
    «ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
    Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
    Ἄρχισε ψύχρα.
    Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.”
    (Κική Δημουλά)

    -Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Σκόρπια φύλλα»

    Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
    οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
    ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
    «ποιά οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»[…]
    … (φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι) να μας πας στην ξενιτιά
    να μας πας στα πέρα μέρη
    φύσα θάλασσα πλατιά
    φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.»
    (Από τη συλλογή Ανακομιδή, 1961)

    -Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Πόθος»

    «Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
    μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
    τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
    ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες…

    Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
    κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
    ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
    ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!

    Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
    θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
    καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
    τὸ περασμένο καλοκαίρι…»

    -Jacques Prévert, «Τα νεκρά φύλλα»
    «Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι
    τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
    Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη
    κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.

    Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
    βλέπεις, δεν ξέχασα,
    τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
    κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.

    Κι ο Βοριάς τα παρασύρει
    μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
    Βλέπεις, δεν ξέχασα
    το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

    Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
    εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
    και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,
    εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.

    Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
    τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
    και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο

    τα βήματα των εραστών που χώρισαν…»

  5. Καλά, μην το δέσεις κόμπο πως κολυμπάω στη Γαλιλαία κυριολεκτικά.
    Όταν είναι η θάλασσα λάδι, ο καλός μου την αποκαλεί Γαλιλαία (από το …γαλήνη!) κι έτσι καθιερώθηκε να λέμε όλες τις ήσυχες θάλασσες …Γαλιλαία.

    Κάπως έτσι δηλαδή:

    Γαλήνη, Διονύσιος Σολωμός – Δημήτρης Λάγιος

  6. …Α, και γω νόμιζα την πραγματική Γαλιλαία, σκεφτόμενος «τι πάει να κάνει εκεί με το χαμό που γίνεται»!…
    Ας συνεχίσουμε (και τον Οκτώβριο) τα μπάνια μας σε «Θάλασσες γυαλί»…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: