Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (66ο): «Μέρα ή μέρες»…

Ναζίμ Χικμέτ: “τις πιο όμορφες μέρες μας, δεν τις ζήσαμε ακόμα”

-Γιώργος Σεφέρης, [Οι μέρες είναι πέτρες…]
«Οι μέρες είναι πέτρες.
Τσακμακόπετρες που έτυχε νά βρει η μια την άλλη κι έγιναν δυο τρεις σπίθες·
πέτρες του αλωνιού που τις χτυπούν τα πέταλα κι έλιωσαν πολύ κόσμο,
βότσαλα στο νερό με τα εφήμερα δαχτυλίδια,
πετραδάκια πολύχρωμα και υγρά στ’ ακρογιάλι,
ή λήκυθοι, στήλες που κάποτε σταματούν το διαβάτη.
Οι μέρες είναι πέτρες·
σωριάζουνται η μια πάνω στην άλλη…»
(Γιώργος Σεφέρης Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’)

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Θα ‘ρθει μια μέρα»

«Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πώ
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σ’ ολη του τη ζωή να βρεί τουλάχιστο
τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή
που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και
στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς
να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε –θυμήσου– ατέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ένα βράδυ
–ξεχνώ πάνω σε τι– κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο
μα τόσο ενδιαφέρον.
Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι
εκεί θα ‘ρθεις και θα με ζητήσεις
Δε μπορεί, Θέ μου, να φύγει κανείς μοναχός του.»
(Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, εκδ. Νεφέλη)

-Οδυσσέας Ελύτης [Τις μέρες μου άθροισα]

«Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!
Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ
το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη,
στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.
Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα,
τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα,
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα
την Ισχύ και τη Γνώση.
Τις ημέρες μου άθροισα κι έμεινα μόνος.
Είπαν άλλοι: γιατί; κι αυτός να κατοικήσει
το σπίτι με τις γλάστρες και τη λευκή μνηστή.
Άλογα τα πυρρά και τα μαύρα μου άναψαν
γινάτι γι’ άλλες, πιο λευκές Ελένες!
Γι’ άλλη, πιο μυστικήν αντρεία λαχτάρησα
κι από κει που με μπόδισαν, ο αόρατος, κάλπασα
στους αγρούς τις βροχές να γυρίσω
και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων!
Είπαν άλλοι: γιατί; κι εκείνος να γνωρίσει
κι εκείνος τη ζωή μέσα στα μάτια του άλλου.
Αλλού μάτια δεν είδα, δεν αντίκρισα
παρά δάκρυα μέσα στο Κενό που αγκάλιαζα
παρά μπόρες μέσα στη γαλήνη που άντεχα.
Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!»
(Οδυσσέας Ελύτης «Το άξιον εστί» Ψαλμός Δ΄)


-Κ. Π. Καβάφης, «Μέρες του 1896»

«Εξευτελίσθη πλήρως. Μια ερωτική ροπή του
λίαν απαγορευμένη και περιφρονημένη
(έμφυτη μολοντούτο) υπήρξεν η αιτία:
ήταν η κοινωνία σεμνότυφη πολύ.
Έχασε βαθμηδόν το λιγοστό του χρήμα•
κατόπι τη σειρά, και την υπόληψί του.
Πλησίαζε τα τριάντα χωρίς ποτέ έναν χρόνο
να βγάλει σε δουλειά, τουλάχιστον γνωστή.
Ενίοτε τα έξοδά του τα κέρδιζεν από
μεσολαβήσεις που θεωρούνται ντροπιασμένες.
Κατήντησ’ ένας τύπος που αν σ’ έβλεπαν μαζύ του
συχνά, ήταν πιθανόν μεγάλως να εκτεθείς.

Aλλ’ όχι μόνον τούτα. Δεν θάτανε σωστό.
Aξίζει παραπάνω της εμορφιάς του η μνήμη.
Μια άποψις άλλη υπάρχει που αν ιδωθεί από αυτήν
φαντάζει, συμπαθής• φαντάζει, απλό και γνήσιο
του έρωτος παιδί, που άνω απ’ την τιμή,
και την υπόληψί του έθεσε ανεξετάστως
της καθαρής σαρκός του την καθαρή ηδονή.

Aπ’ την υπόληψί του; Μα η κοινωνία που ήταν
σεμνότυφη πολύ συσχέτιζε κουτά.»
-Χ. Λάσκαρης, «Μέρες του ’50»

«Επιστροφή σε χρόνια φτώχειας:
ασπρόμαυρη ζωή,
γεμάτη αξιοπρέπεια –
πού η σημερινή υπερπληθώρα.
Οι απολαύσεις μας λιτές:
κάνας Καβάφης,
κι αυτός δυσεύρετος.»

Advertisements

Single Post Navigation

14 thoughts on “Πες το με ποίηση (66ο): «Μέρα ή μέρες»…

  1. Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.

    Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
    Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
    Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
    Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
    τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
    Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε
    Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
    Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε
    Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες,
    Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
    Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
    οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
    Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
    Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
    τῶν παιδιῶν τους.
    Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
    ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
    – ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
    Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
    -ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
    Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
    Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
    τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
    Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    Διονύσης Σαββόπουλος – Μέρες καλύτερες θα ‘ρθουν

    Ἡ τελευταία μέρα

    Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
    φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι
    σιρόκος» εἶπε κάποιος.
    Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ
    θάλασσα
    γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.

    Οἱ στρατιῶτες παρουσίαζαν ὅπλα σὰν ἄρχισε νὰ ψιχαλίζει.
    «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» ἡ μόνη ἀπόφαση ποὺ
    ἀκούστηκε.

    Κι ὅμως τὸ ξέραμε πὼς τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε
    τίποτε πιά, μήτε ἡ γυναίκα πίνοντας πλάι μας τὸν ὕπνο
    μήτε ἡ ἀνάμνηση πὼς ἤμασταν κάποτες ἄντρες,
    τίποτε πιὰ τὴν ἄλλη αὐγή.

    «Αὐτὸς ὁ ἀγέρας φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἄνοιξη» ἔλεγε ἡ
    φίλη
    περπατώντας στὸ πλευρό μου κοιτάζοντας μακριὰ «τὴν
    ἄνοιξη
    ποὺ ἔπεσε ξαφνικὰ τὸ χειμώνα κοντὰ στὴν κλειστὴ
    θάλασσα.
    Τόσο ἀπροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πῶς θὰ
    πεθάνουμε;»

    Ἕνα νεκρώσιμο ἐμβατήριο τριγύριζε μὲς στὴν ψιλὴ βροχή.
    Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ
    συλλογίστηκε.
    Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ
    χρονικὰ
    τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν – Σαλαμίνι – ναυ-
    μαχίας.

    Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει
    ἕνας ἄντρας;

    Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θά-
    νατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον
    καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.

    Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κα-
    νεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
    Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε- ὅλα παραδομένα-
    μήτε τὰ χέρια μας-
    κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ
    τὰ παιδιά μας
    στὰ λατομεῖα.

    Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου
    ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
    «Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες…»
    Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν
    ὀρφανούς.
    Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
    «Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
    πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Ἀθήνα, Φεβ. ῾39

    Mary Hopkin – Those were the days

    Γέννηση τῆς μέρας

    Ὅταν ἡ μέρα τεντωθῇ ἀπὸ τὸ κοτσάνι της κι ἀνοίξῃ ὅλα τὰ χρώματα πάνω στὴ γῆ
    Ὅταν ἀπὸ φωνή σὲ στόμα σπάσῃ ὁ σταλαγμίτης
    Ὅταν ὁ ἥλιος κολυμπήσῃ σὰν ποτάμι σ’ ἕνα κάμπο ἀθέριστο
    Καὶ τρέξῃ ἕνα πανί βοσκόπουλο τῶν μελτεμιῶν μακρυά
    Πάντα ἡ στολή σου εἶναι στολὴ νησιοῦ εἶναι μύλος ποὺ γυρίζει ἀνάποδα τὰ χρόνια
    Τὰ χρόνια ποὺ ἔζησες καὶ ποὺ τὰ ξαναβρίσκω νὰ πονοῦν στὸ στῆθος μου
    – – – -τὴ ζωγραφιά τους –
    Ἡ μιὰ βερυκοκκιά σκύβει στὴν ἄλλη καὶ τὸ χῶμα πέφτει ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ
    – – – -τοῦ ξυπνητοῦ νεροῦ
    Ἡ σφῆκα στὸ κορμὶ τοῦ φλόμου ἀνοίγει τὰ φτερά της
    Ὕστερα ξαφνικά πετάει καὶ χάνεται βουίζοντας
    Κι ἀπὸ σταλαγματιά σὲ φύλλο κι ἀπὸ φύλλο σὲ ἄγαλμα ὅσο πάει καὶ πιό πολύ
    – – – -μεταμορφώνεται ὁ καιρός
    Παίρνει τὰ πράγματα ποὺ σὲ θυμίζουν κι ὅσο πάει καὶ πιό πολύ τὰ συγγενεύει
    – – – -μὲς στὸν ἔρωτά μου
    Ὁ ἴδιος πόθος ξαναϋφαίνεται
    Ὁ κορμὸς ὅλος φλέγεται τοῦ δέντρου τοῦ ἥλιου τῆς καλῆς καρδιᾶς!

    Ἔτσι σὲ βλέπω ἀκόμη στὴν ἀχτίδα τῆς αἰώνιας μέρας
    Ν’ ἀκοῦς τὸ χτυποκάρδι τῆς στεριᾶς
    Ἡ γέννηση δέν ἄλλαξε οὔτε μιὰ χαρά σου

    Ἄφηνες μιὰ μεγάλη νύφη ἀφροῦ ἀνεβαίνοντας
    Τίναζες τὸ κεφάλι σου σαπουνισμένο ἀπὸ τὴν πρωινή ὀμορφιά
    Ἡ αἰθρία πλάταινε τὰ μάτια σου
    Δέν ἦταν αἴνιγμα ποὺ νὰ μή σβήνῃ πιὰ ποὺ νὰ μή γίνεται καπνός σὲ στόμα αἰόλου
    Ἄλλαζες μὲ τὰ χέρια σου τὶς ἐποχές
    Βάζοντας χιόνια καὶ βροχές λουλούδια θάλασσες
    Κι ἡ μέρα χώριζε ἀπὸ τὸ κορμί σου ἀνέβαινε, ἄνοιγε μεγάλη εὐχή πάνω στὰ ἡλιοτρόπια

    Τί ξέρει τώρα ὁ τζίτζικας ἀπὸ τὴν ἱστορία ποὺ ἄφησες, τί ξέρει ὁ γρύλλος;..
    Ἡ καμπάνα τοῦ χωριοῦ που ἀνοίγεται στὸν ἄνεμο
    Ἡ κάμπια, ὁ κρόκος, ὁ ἀχινός, τὸ ἀλφάκι τοῦ νεροῦ
    Μυριάδες στόματα φωνάζουνε καὶ σὲ καλοῦν
    Ἔλα λοιπὸν ἀπ’ τὴν ἀρχή νὰ ζήσουμε τὰ χρώματα
    Ν’ ἀνακαλύψουμε τὰ δῶρα τοῦ γυμνοῦ νησιοῦ
    Ρόδινοι καὶ γαλάζιοι τροῦλλοι θ’ ἀναστήσουν τὸ αἴσθημα
    Γενναῖο σὰ στῆθος τὸ αἴσθημα ἕτοιμο νὰ ξαναπετάξῃ
    Ἔλα λοιπὸν νὰ στρώσουμε τὸ φῶς
    Νὰ κοιμηθοῦμε τὸ γαλάζιο φῶς στὰ πέτρινα σκαλιὰ τοῦ Αὐγούστου

    Ξέρεις, κάθε ταξίδι ἀνοίγεται στὰ περιστέρια
    Ὅλος ὁ κόσμος ἀκουμπάει στὴ θάλασσα καὶ τὴ στεριά
    Θὰ πιάσουμε τὸ σύννεφο θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ συμφορά τοῦ χρόνου
    Ἀπὸ τὴν ἄλλην ὄψη τῆς κακοτυχιᾶς
    Θὰ παίξουμε τὸν ἥλιο μας στὰ δάχτυλα
    Στὶς ἐξοχές τῆς ἀνοιχτῆς καρδιᾶς
    Θὰ δοῦμε νὰ ξαναγεννιέται ὁ κόσμος!
    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά, Ξυλούρης

    Eφτά μέρες γιά την αιωνιότητα.

    ΚΥΡΙΑΚΗ-Πρωί, στο Ναό του Μοσχοφόρου. Λέω: να γίνει αληθινή
    σαν δέντρο η ωραία Μυρτώ• και τ’ αρνάκι της, κοιτάζοντας ίσια
    στα μάτια το δολοφόνο μου, για μια στιγμή, να τιμωρήσει το πι-
    κρότατο μέλλον.

    ΔΕΥΤΕΡΑ-Παρουσία χλόης και νερού στα πόδια μου. Που θα πει
    πως υπάρχω. Πριν ή μετά το βλέμμα που θα μ’ απολιθώσει, το
    δεξί χέρι ψηλά κρατώντας έναν πελώριο γαλάζιο Στάχυ. Για να
    ιδρύσω τα Νέα Ζώδια.

    ΤΡΙΤΗ-Έξοδος των αριθμών. Πάλη του 1 με το 9 σε μια παραλία πα-
    νέρημη, γεμάτη μαύρα βότσαλα, φύκια σωρούς, μεγάλες ραχο-
    κοκαλιές θηρίων στα βράχια.
    Τα δυο παλιά κι αγαπημένα μου άλογα, χρεμετίζοντας όρθια πά-
    νω από τους ατμούς που ανεβάζει το θειάφι της θαλάσσης.

    ΤΕΤΑΡΤΗ-Από την άλλη μεριά του Κεραυνού. Το καμένο χέρι που
    θα ξαναβλαστήσει. Να ισιώσει τις πτυχές του κόσμου.

    ΠΕΜΠΤΗ-Ανοιχτή θύρα: σκαλοπάτια πέτρινα, κεφαλές από γερά-
    νια, και πιο πέρα στέγες διάφανες, χαρταετοί, τρίμματα χοχλι-
    διών στον ήλιο. Ένας τράγος μηρυκάζει αργά τους αιώνες, κι ο
    καπνός, γαλήνιος, ανεβαίνει μέσ’ από τα κέρατα.
    Την ώρα που κρυφά, στην πίσω αυλή, φιλιέται η κόρη του περι-
    βολάρη, κι από την πολλή αγαλλίαση μια γλάστρα πέφτει και
    τσακίζεται.
    Α, να σώσω αυτόν τον ήχο!

    ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ- «Της Μεταμορφώσεως» των γυναικών που αγάπησα
    χωρίς ελπίδα: Ηχώ: Μα-ρί-νααα! Ε-λέ-νηηη! Κάθε χτύπος καμ-
    πάνας, κι από μια πασχαλιά στην αγκαλιά μου. Ύστερα φως πα-
    ράξενο, και δύο ανόμοια περιστέρια που με τραβούν ψηλά σ’ έ-
    να μεγάλο κισσοστολισμένο σπίτι.

    ΣΑΒΒΑΤΟ-Κυπαρίσσι από το σόι μου, που το κόβουν άντρες βλοσυ-
    ροί και αμίλητοι: γι’ αρρεβώνα ή θάνατο. Σκάβουν το χώμα γύ-
    ρω και το ραντίζουν με γαριφαλόνερο.
    Έχοντας εγώ κιόλας απαγγείλει τα λόγια που απομαγνητίζουν
    το άπειρο!
    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, Μπιθικώτσης

    ΦΟΥΛ ΤΟΥ ΠΑΣΟΥ

    Οι μέρες ανακατεύτηκαν σαν τραπουλόχαρτα
    και μοιραστήκαν στους ανθρώπους.
    Τα καρό έφτιαξαν τραπεζομάντιλο
    και πάνω τους οι κούπες μας γέμισαν με καφέ.
    Τα μπαστούνια τα έβρισκα αμέσως παντού
    μα πουθενά δεν είδα σπαθιά-
    ήτανε όλα καρφωμένα στην πλάτη μου.

    (Ι.Ν.Κυριαζής)

    Happy Day

  2. Μέρες που φύγαν…Μαρία Δημητριάδη-Γ.Σταυριανός

  3. Καλημέρα, Αγγελική!… Κυριακάτικο πρωινό με όμορφη ποίηση και μουσική! Σ’ ευχαριστώ!
    Επειδή δεν είχα το χρόνο να το ψάξω περισσότερο περιορίζομαι μόνο σε κάτι δικό μου… Στο επόμενο σχόλιο περισσότερα!!!

    «Μέρες»

    «Πέρασε η μέρα
    Έπεσε η άλλη πάνω της
    Έσμιξαν το χτες και το σήμερα
    Και γέννησαν το μέλλον
    Αβέβαιον
    Διαπορών το κοιτώ
    Βλέπω τα χρόνια να κατρακυλούν
    Στην κατηφόρα ανεκπλήρωτων επιθυμιών»
    (Γ. Π. Τζ.)

  4. Καλημέρα, Γιάννη!
    Παρακολουθώ Μαθήματα Ιστορίας και με την ψυχή στο στόμα τρέχω από τον Άννα στον Καϊάφα, για να προφτάσω.
    Να που (και) το σημερινό θέμα με δυσκολεύει πάλι.

    ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ-DAY AFTER DAY

    Η ΝΕΦΕΛΗ

    Μέρα τη μέρα ζω – πού ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.
    Το ‘να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει
    Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη
    και να ‘μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».
    Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης
    η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης
    Δεν πα’ να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους
    ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους
    Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο
    και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.

    Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός
    διαιρέτης»
    εγώ θα πρέπει να ‘μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ
    ο Νεφεληγερέτης.
    Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι
    σβήσου με γενναιοδωρία.
    ΕΛΥΤΗΣ , Μαρία Νεφέλη (απόσπασμα)

    Θέλω τη μέρα που θα φύγεις, Πασχαλίδης

    Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

    Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
    της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
    σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε
    τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη.
    Και από κει κινημένο αργοφυσούσε
    τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι,
    που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
    Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

    Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι, και κόρες,
    όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε.
    Μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες
    με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε.
    Ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
    ομπροστά στους Αγίους, και φιληθείτε.
    Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
    πέστε Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.

    Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
    και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μαννάδες.
    Γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
    σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες.
    Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι,
    από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες.
    Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ το αγιοκέρι,
    οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

    Βγαίνει, γιατί στα σωθικά του ανάφτει,
    και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.
    Κανείς δεν του μιλεί, και δεν του δίνει
    το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.

    Πάντα, χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
    ν’ αγροικηθεί στης κόλασης τον πάτο.
    ΣΟΛΩΜΟΣ

    Perfect Day – Lou Reed

    ΤΕΤΑΡΤΗ

    Τήν Τετάρτη θά τήν ξορίσω ἀπό τίς μέρες.
    Θά τήν ὀνομάζω:
    «Μέρα πού ἄδειασε η πόλη
    Μέρα πού οἱ εἰδήσεις δέν πρόλαβαν νά τελειώσουν
    Μέρα πού ἡ νύχτα τῆς φόρεσε ἄσπρο σκουφί
    Μέρα πού ξύπνησα καί δέν ξανακοιμήθηκα
    Μέρα πού φώτισε καί τυφλώθηκα

    Μέρα πού λιγόστεψε τίς μέρες μου»

    Λεωνίδας Κακάρογλου, από τη συλλογή Ἄδεια ἐξόδου (Ἐκδόσεις Ὁδός Πανός, 2010)

    Δυο μέρες μόνο, Γαλάνη

    Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
    σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
    που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
    τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
    δε θα πει πως δεν έχουμε
    μοίρα στον ήλιο, έχουμε
    τη δική μας μοίρα.

    ΓΚΑΝΑΣ, Προσωπικό, απόσπασμα

    Μέρες του καλοκαιριού, Πουλόπουλος

    Γύφτισσα μέρα, Πουλόπουλος

  5. Φλασιά το λατρεμένο του λατρεμένου:

    Μέρες αδέσποτες, Μίλτος Πασχαλίδης

  6. Ciao Ageliki!… Καλή εβδομάδα!… Όλα πολύ όμορφα! Grazie mille!
    Αν και το θέμα μοιάζει εύκολο με δυσκόλεψε αρκετά και μένα…
    Αλήθεια, σαν τι μαθήματα Ιστορίας παρακολουθείς; Η Ιστορία είναι η δεύτερη «αγαπημένη» μου μετά την ποίηση..
    Στο θέμα μας τώρα:

    «Τόσες μέρες, άι, τόσες μέρες
    να σε βλέπω τόσο ακλόνητη και τόσο κοντά μου,
    πώς πληρώνεται αυτό, με τι το πληρώνω;…»
    (Νερούντα, από το ποίημα «Αγάπη»)

    -Μενέλαος Λουντέμης, «Μὰ μιὰ μέρα…»
    Μιὰ μέρα -φίλοι μου καλοί-
    ἕνα σταχτὺ σύννεφο ἄφησε τὸν οὐρανό του
    κι ἔπεσε στὴ κάμαρά μου.
    Καὶ τότε… ὅλα… ἔχασαν τὸ χρῶμα τους.
    Η Θλίψη ἔγινε σταχτιά.
    Σταχτιὰ κι η χαρά.
    Σταχτὺς κι Ἔρωτας.
    Καὶ σταχτύς -ἀλίμονο- κι ο Θάνατος.
    Ὦ Σειρῆνα, ἐσύ…
    Ἐσὺ ποὺ τά ῾βαψες ὅλα.
    Ποὺ τ᾿ ἄλλαξες ὅλα,
    γιατί δὲν ἄφηνες τὸ Θάνατο
    -τουλάχιστον αὐτόν-
    νὰ μὲ πάρει μὲ τ᾿ ἀληθινό του χρῶμα;

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Η τρίτη κι η τέταρτη μέρα»

    «Το πρωί έφεγγε ο ήλιος
    τα δυο της στρογγυλά άσπρα γόνατα
    σαν ήλιος
    μέσα σε πηγάδι
    κοφτός
    άναβε τις κουρτίνες
    Ο βραδινός μονόφθαλμος
    άναψε τις κουρτίνες
    κι ήταν μόνος
    με το μαύρο πανί στο τρύπιο μάτι
    μ’ αυτό που έβλεπε τον κόσμο
    ροζ
    τις νύχτες
    Κι οι νύχτες
    ήταν άγριες για όλους
    κανείς δεν ξέχναγε το αίμα
    περνούσαν έρχονταν
    κάπνιζαν τα φουγάρα
    κανείς δεν ξέχναγε το αίμα
    έβγαινε ο παπάς
    έβγαινε ο στρατιώτης
    κι ήταν πάντα νύχτα νύχτα
    μεγάλη νύχτα
    νύχτα»

  7. Είναι πολύ σοβαρό, γιατρέ μου, να γράφω Πασχαλίδης και να εννοώ Θηβαίος στις «Μέρες αδέσποτες»;

    Ημερολόγιο, Χρήστος θ

    [Εαρινή ισημερία]

    Εαρινή ισημερία: δώδεκα ώρες μέρα, δώδεκα
    ώρες νύχτα και είκοσι τέσσερεις ώρες σκοτάδι
    το μέσα μου σκοτάδι εννοώ, αυτό που η φύση
    αγνοεί και θάλλει, φορώντας πάλι το φαντα-
    χτερό εμπριμέ φουστάνι της.
    Ανάμεσα στις ανθισμένες μαργαρίτες κι ανε-
    μώνες, ξεβρακώνομαι και χέζω πάνω στις αν-
    θισμένες μαργαρίτες κι ανεμώνες.
    Δεν έχω άλλη άμυνα απέναντι σ’ αυτή την
    άσπλαχνη ομορφιά.

    Αργύρης Χιόνης

    U2- Dirty Day

  8. Καλημέρα Αγγελική!… Εξαιρετικός ο Αργύρης Χιόνης!…
    Τρία ποιήματα ακόμη για τη «Μέρα»… Ε, νομίζω πως το εξαντλήσαμε πια το θέμα… Σ’ ευχαριστώ για όλα!!!!

    -Τίτος Πατρικιος, «Δεκαπέντε μέρες»

    «Να ‘ξερε τι μου χάρισε
    αυτές τις δεκαπέντε μέρες.

    Στο έμπα ήταν της άνοιξης
    στο έβγα του χειμώνα.

    (Μια ιστορία που άλλωστε
    δεν σας ενδιαφέρει.)
    (Τ. Πατρίκιος, Λυσιμελής πόθος, Καστανιώτης)

    -Μπ. Μπρεχτ, «Το πρωί της καινούριας μέρας»

    «Το πρωί της καινούριας μέρας, χαράματα ακόμα
    θα σηκωθούμε, πυκνά σμάρια, τα λυκόρνια
    σ’ ακρογιαλιές μακρινές
    μ’ αθόρυβο πέταγμα
    εν ονόματι της τάξεως.»
    (Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Μ. Πλωρίτης, Θεμέλιο)

    -Σεργκέη Γεσένιν, [Πέρασε η μέρα]

    Πέρασε η μέρα, κι η γραμμή όλο λιγοστεύει’
    άλλο ξεκίνημα’ φυγή ξανά γι αλλού.
    Με ελαφρό τίναγμα του ενός άσπρου δακτύλου
    κόβω τα μυστικά τα αιώνια του νερού.

    Απ’ το γαλάζιο ανάβρυσμα της μοίρας μου, ένα
    κρύο κατακάθι μόνο αφρού, χτύπος βαθύς’
    το ζαρωμένο χείλι το σφραγίζει τώρα
    μια νέα ρυτίδα αιχμαλωσίας βουβής.

    Μέρα τη μέρα γίνομαι πιο ξένος
    στον εαυτό μου και στων άλλων τη ζωή’
    απόνα αυλάκι του καθάριου κάμπου
    ο ίσκιος του κορμιού μου έχει κοπεί.

    Ίσκιος γυμνός, και χάθηκε από τότε
    παίρνοντας τους γερμένους ώμους μου μαζί’
    κάπου μακριά-μακριά θα υπάρχει τώρα
    και κάποιον άλλον θ’ αγκαλιάζει θα φιλεί.

    Κι ίσως – ποιος ξέρει – γέρνοντας σ’ εκείνον
    θα λησμονήσει εμέ παντοτινά’
    στη στοιχειωμένη σκοτεινιά του στηριγμένος
    τα χείλη και το στόμα θάχει αλλάξει πια.

    Και ζει στους ήχους των πανάρχαιων χρόνων
    που τριγυρνούν στα δάση σαν ηχώ
    κι εγώ το μαύρον ίσκιο του ίδιου μου πορτραίτου
    με χείλη γαλάζια φιλώ.

  9. Εκείνη τη μέρα
    (απόσπασμα)

    Αυτό είναι το γραφείο που κάθομαι
    κι αυτό είναι το γραφείο που τόσο αγαπώ
    κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται μπροστά μου
    εκεί που χτες μόνο το σώμα σου καθότανε μπροστά μου
    με τους ώμους του μαζεμένους σαν αρχαίος χορός
    με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς ν’ αυτοσχεδιάζει νόμους
    με τη γλώσσα του σαν της γάτας ανοιχτά να γλείφει γάλα
    με τη γλώσσα του… κι οι δυο μας περιελιγμένοι στη γλιστερή
    ζωή ης.
    Αυτά εχτές, την ημέρα εκείνη.

    Αυτή ήταν η μέρα της γλώσσας σου
    της γλώσσας σου που ηρθ’ απ’ τα χείλη σου,
    που μου ανοίγουν, μισά ζώα, μισά πουλιά
    μαγκωμένα στην εξώπορτα της καρδιάς σου.
    Αυτή ήταν η μέρα που ακολούθησα του βασιλιά τις διαταγές
    περνώντας απ’ τις κόκκινες και γαλάζιες φλέβες σου
    τα χέρια μου κατέβαιναν τη ραχοκοκαλιά, γοργά σαν το
    σωλήνα της φωτιάς
    Τα χέρια μου στα πόδια σου ανάμεσα όπου αναδεικνύεις
    την μέσα γνώση σου,
    όπου ορυχεία διαμαντιών είναι θαμμένα κι ανεβαίνουν
    για να θάψουν
    ανεβαίνουν πιο απροσδόκητα κι απ’ αναστηλωμένη πόλη.
    ……………………………………………………………….

    Αυτή ήταν η μέρα του προσώπου σου
    του προσώπου σου μετά τον έρωτα,
    κοντά στο μαξιλάρι ένα νάνι νάνι.
    Λαγοκοιμάσαι δίπλα μου κι αφήνεις την παλιά κούνια
    να σταματήσει
    η ανάσα μας έγινε μια, έγινε παιδιού ανάσα μαζί
    ενώ τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα
    στο στόμα σου
    ενώ ζωγράφιζα Σ’ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και
    στον τυμπανοκρούστη του
    και ψιθύριζα «Ξύπνα» και μουρμούρισες στον ύπνο σου
    «Σσσ…Τώρα τρέχουμε με τ’ αυτοκίνητο στο Κέιπ ΚΟντ.
    Τραβάμε για την Μπουρν Μπριτζ.
    Γύρω τώρα στο Μπουρν Σερκλ». Μπουρν!
    Τότε σε γνώρισα μέσα στ’ όνειρό σου
    και προσευχήθηκα στον καιρό μας
    να με διαπεράσεις και να ριζώσεις μέσα μου
    και να φέρω στο φως το γέννημά σου, να φέρω
    το εσένα ή το φάντασμά σου στο μικρό μου σπιτικό.
    Εχτές δεν ήθελα να με δανείζονται
    αλλά τούτη είναι η γραφομηχανή που κάθεται μπροστά μου
    κι ο έρωτας βρίσκεται στη σημασία του χτες.

    AΝΝ SEXTON
    Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

  10. Ciao, Aggeliki!… Θαυμάσια η Σέξτον!… Αν και έχω το βιβλίο δεν πήγε ο νους μου κατά κει… Σ’ ευχαριστώ!

  11. Είναι υπερβολή να παραθέσω ένα ακόμα ποίημα που μόλις ανακάλυψα και θεωρώ ότι δεν πρέπει να λείπει, όσο εσύ ετοιμάζεις τη νέα σου ανάρτηση;

    Βύρων Λεοντάρης
    Χωρίς τίτλο
    (Από τη συλλογή «Εκ περάτων», εκδ. Ύψιλον)

    Ι
    Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
    σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
    καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

    Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
    μὲ ἐγκαταλείπουν
    οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
    Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
    τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
    κι ἡ ἄμπωτη ἀπ’ τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
    κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
    καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
    ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
    καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
    «… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»
    ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
    μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

    Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος…
    Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
    καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
    χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
    καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει…
    Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
    τώρα, σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
    ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
    νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
    νὰ ξεκινήσω ἀμέσως… ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
    σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
    -ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
    ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ’ ἔξαλλα δωμάτια
    σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
    φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
    ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις
    ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις…-
    σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
    σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
    ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
    κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
    καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
    «… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»

    Παύλος Παυλίδης & B-Movies – Θα ‘ρθει μια μέρα

  12. Γ. Σαραντάρης, Μέρες

    Μέρες που σαν μια θάλασσα
    Με περιτριγυρίζουν
    Μέρες που δεν τις πρόφτασε η σιωπή
    Μέρες σαν παιχνίδια παιδιών
    Μέρες που μοιάζουν με τα καλοκαίρια
    Όταν δεν τελειώνουν
    Μέρες που δεν τις ήξερε η καρδιά μου
    Μέρες γιομάτες μέλισσες
    Μέρες πικρές
    Μέρες σαν τη βροχή και σαν τον ήλιο
    Μέρες που μας οδήγησαν σε κήπο
    Μας σήκωσαν πάνω σε φτερά
    Μας χάρισαν χελιδόνια
    Μας κατέβασαν σε μια αυλή
    Κάτω από ένα αγιόκλημα
    Μέρες τραγουδιστές
    Πού πάω
    Τις ψιθυρίζω στην καλή μου
    Ευφραίνομαι ευφραίνεται
    Και μ’ αγαπά
    Την αγαπάω κ’ εγώ
    Περσότερο
    Από ποτέ

    9-26.11.1938

    Γ. Σαραντάρης, Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…μια ανθολόγηση από το σύνολο του έργου του, επιμέλεια Μ.Γ. Μερακλής, τυπωθήτω/παραφερνάλια, Αθήνα 2002, σ. 177.

  13. Ciao, Aggeliki!… Πολύ ωραία ποιήματα και τα δύο: και του αγαπημένου μου Λεοντάρη και του «ξεχασμένου» Σαραντάρη!!!… Grazie mille!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: