Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (63ο): «Παράθυρα» (Ποίηση: Ελύτης, Καβάφης, Τσβετάγιεβα, Λαπαθιώτης, Λεοντάρης, Ρίτσος)…

-Ο. Ελύτης: [Δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα]

«Είμαι ένας απλός, καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος.
Αλλά, δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα.
Τα παράθυρα βρίσκονται εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά.
Για ν’ αποκαλύπτουν ορίζοντες.
Για να υπόσχονται το «παραπέρα».
Για να λούζουν στο αληθινό φώς τ’ άδεια δωμάτια.
Για να φτιάχνουν σκιές με χρώμα πάνω στους λευκούς τοίχους…»

-Κ. Π. Καβάφης, «Τα παράθυρα»:

«Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.»

 

-Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Το παράθυρο»:

«Να και πάλι ένα παράθυρο,
πού και πάλι δεν κοιμούνται.
Ίσως – πίνουνε κρασί,
ίσως – έτσι κάθονται.
Ή απλώς – τα χέρια τους
δεν μπορούν οι δυο να χωρίσουν.
Σε κάθε σπίτι, φίλε,
υπάρχει ένα τέτοιο παράθυρο.

Είσαι η κραυγή των αποχωρισμών και των συναντήσεων –
εσύ, παράθυρο στη νύχτα…

Προσευχήσου, φιλαράκο, για το άυπνο το σπίτι,
για το παράθυρο με το φως!»

-Ναπολέων Λαπαθιώτης, « Κλείσε τα παράθυρα»:

«Κλείσε τα παράθυρα μη βλέπουν οι γειτόνοι,
και την πόρτα σφάλισε και σβήσε το κερί.
Η αγκαλιά μου πύρωσε σαν το κερί και λιώνει,
για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί.

Κλείσε μη μας βλέπουνε λοξά οι ματιές του κόσμου,
δώσ’ μου το χειλάκι σου, πούναι απαλό, νωπό.
Έχω κάτι ολόγλυκο για σένα απόψε, φως μου,
έχω κάτι ολόγλυκο σα μέλι να σου πω.

Έλα πέσε απάνω μου και μην κοιτάς με τρόμο.
Το κερί μας έσβησε, δεν μας θωρεί κανείς.
Ξέχασε πως βρίσκονται κι άλλες ψυχές στο δρόμο,
κι άσε να κυλήσουμε σε πέλαγα ηδονής.

Έλα, ως τα μεσάνυχτα θα σε φιλώ στο στόμα,
έλα, κι είναι οι πόθοι μου τρελοί, τόσο τρελοί,
που το γλυκοχάραμα θα μας προλάβει ακόμα
στο πρώτο μας αγκάλιασμα, στο πρώτο μας φιλί.

Κι όταν σε ρωτήσουνε τη χαραυγή οι γειτόνοι,
για ποιο λόγο σφάλισες, αχ! πες τους, να χαρείς,
πες τους πως στην κάμαρα φοβάσαι άμα νυχτώνει,
κι έπεσες και πλάγιασες νωρίς, τ’ ακούς; Νωρίς»

-Βύρων Λεοντάρης, «Η Μαρία στο παράθυρο» (απόσπασμα):

«Εγώ είμαι που είχα πει: θα σ’ αγαπώ για πάντα.
Μα όσο περνούν τα χρόνια το για πάντα
όλο και τρέμει πιο πολύ σαν αναφιλητό
κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε
όπως τα μάτια αυτών που γύρισαν από εξορία – και που
θα ξαναπάν […]
Από μια μοναξιά σ’ άλλη περνάμε – αυτό είναι όλο,
αφήνουμε τα χέρια που κρατούσαμε ως τώρα
(χωρίς να μάθουμε ποτέ μας πως μας είχαν χρόνια πριν
εγκαταλείψει)
ζητώντας άλλα χέρια που κι αυτά θα μας εγκαταλείψουν
– μα τι χέρια να ‘ναι αυτά;
Τουλάχιστον αυτή τη μοναξιά την είχες συνηθίσει,
ήξερες πια τους τοίχους, τις γωνιές, να μη σκοντάφτεις στο
σκοτάδι,
ήξερες να μην πέφτεις πάνω στις πληγές των άλλων
γνώριζες τα βήματα του «κανείς…»
και το συρτό αλύχτημα της επιθυμίας στα σωθικά σου.
Τουλάχιστον αυτή τη μοναξιά την ήξερες,
γιατί γυρεύεις άλλη; …
– Όχι, μη, μη μου μορφάζεις στο σκοτάδι σαν πληγή,
δεν είμαι εγώ που στήνω αυτό το δίλημμα,
εγώ παραμιλώ – άμμος μεθυσμένη από ήλιους και κύματα,
άμμος που πίστη δεν κρατάει, μα επιθυμία μονάχα…
Παραμιλώ γιατί φοβάμαι
το ξέγδαρμα της μέρας που περνάει και φεύγει
τη σκόνη στα γαρίφαλα των βάζων
τους στοιχειωμένους δρόμους, τ’ αυτοκίνητο
που σταματάει μπροστά στον κήπο
– να, σβήνει τώρα τα χρυσά λεπρά του μάτια,
άκου τον παφλασμό της πόρτας του ( σα να πέφτει
και να πνίγεται ένα κορμί στην ίδια του σκιά).
Έρχονται φίλοι που άλλοτε αγωνίζονταν, και τώρα
σταδιοδρομούν,
γεμίζουνε τις κάμαρες προσέχοντας να μην αγγίξου
τα χθεσινά τους λόγια που έμειναν με βλέφαρα ανοιχτά
πάνω στους τοίχους,
πίνουν, καπνίζουν σαν ερείπια
μαθαίνοντας ο ένας στον άλλον πως γίνεται κανείς,
από άνθρωπος, σκιά – φοβάμαι,
είναι στιγμές που κιτρινίζουν τα πόδια μου
κι ας είμαι ακόμα νέα, νέα πολύ,
τριγυρισμένη από θροΐσματα αστεριών
και στίχους νοτισμένους απ’ το πρόσωπό σου…
Με τα βαριά πολυταξιδεμένα μου ριγμένα τώρα
απ’ τους ανέμους σ’ άλλα πρόσωπα,
πόσο θα σε κρατήσω ακόμα, πόσο,
φως κουρασμένο μέσα μου,
άσπιλη νοσταλγία – πόσο ακόμα; –
με τα μαλλιά ριγμένα τώρα σ’ άλλα πρόσωπα…»
(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/ βιβλία)

-Γιάννης Ρίτσος, «Το παράθυρο» (τρία αποσπάσματα):

«Κάθομαι εδώ στο παράθυρο, κοιτάω τους διαβάτες
και κοιτάζομαι μές στα μάτια τους. Θαρρώ πως είμαι
μια σιωπηλή φωτογραφία, μες στην παλαιά κορνίζα της,
κρεμασμέμη έξω απ’ το το σπίτι, στο δυτικό τοίχο,
εγώ και το παράθυρό μου.
Κοιτάζω κάποτε ο ίδιος
ετούτη τη φωτογραφία με τα ερωτικά, κουρασμένα της μάτια –
ένας ίσκιος αποκρύβει το στόμα, η επίπεδη λάμψη απ’ το τζάμι της κορνίζας,
στιγμές – στιγμές, αντίκρυ στο λιόγερμα ή στο φεγγαρόφωτο,
σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο, κ’ είμαι κρυμμένος
πίσω απόνα τετράγωνο φως, χλωμό ή ασημένιο ή ρόδινο,
και μπορώ ελεύθερα να κοιτάζω τον κόσμο
χωρίς να με βλέπει. Ελεύθερα, – τι να πούμε;
……………………………………………………………………………….
Γι’ αυτό διαλέγουμε συχνά ένα χώρο στενό που να μας προστατεύει
απ’ το ίδιο μας το απέραντο. Κ’ ίσως γι’ αυτό
κάθομαι εδώ, σε τούτο το παράθυρο να βλέπω
τα νωπά χνάρια απ’ τις πατούσες του βαρκάρη
πάνω στις πλάκες της προκυμαίας να σβήνουν λίγο – λίγο
σα μια σειρά μικρά στενόμακρα φεγγάρια μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Κι ούτε που καταλαβαίνω πια τίποτα κι ούτε που προσπαθώ να
καταλάβω.
Μια γυναίκα λουσμένη σκύβει στο πλαινό μπαλκόνι
σιγοτραγουδώντας
για να στεγνώσει τα μαλλιά της με το τραγούδι της. Ένας ναύτης
στέκεται απορημένος, μ’ ανοιχτά τα σκέλια,
μπρος στην πελώρια απογευματινή σκιά του, σα νάναι
όρθιος στην πλώρη ενός καραβιού σε ξένο λιμάνι
και δε γνωρίζει τα νερά και δε γνωρίζει που να ρίξει την άγκυρα.
Αργότερα, που σκοτεινιάζει λίγο – λίγο και σβήνει στους τοίχους
και στις μάντρες
το σιγαλό, βιολετί καρδιοχτύπι του ηλιοβασιλέματος, πριν ανάψουν ακόμη
τα φανάρια του δρόμου,γίνεται μια άξαφνη ζέστα – και τότε
τα πρόσωπα πιότερο μαντεύονται παρά που υπάρχουν,
βλέπεις τη σκιά να εισχωρεί στις ιδρωμένες μασχάλες,
ο ήχος ενός φυγααλέου φορέματος ανεμίζει το φύλλωμα ενός δέντρου
τ’ άσπρα πουκάμισα των νέων παίρνουν ένα απόμακρο χρώμα γαλανό
κι αχνίζουν,
κ’ είναι όλα τόσο καταμόναχα, μαγεμένα κι ασύλληπτα, που ίσως γι’ αυτό
ν’ ανάβουν τα φώτα θετικά για να τα διαλύσουν όλα μες
στον ορισμό τους. ……………………………………………………………………………….
Τι παράπονο λοιπόν μπορώ νάχω απ’ αυτό το παράθυρο;
Αν θες το μισανοίγεις και, δίχως διόλου να κοιτάξεις έξω,
μπορείς μες απ’ τα τζάμια να παρακολουθείς αθέατος
αυθεντικές σκηνές του δρόμου, σ’ ένα χώρο πιο βαθύ και
διαρκέστερο
με τον πράο φωτισμό μιας μεγάλης απόστασης,
ενώ όλα αυτά διαδραματίζονται κάτω απ’ τα μάτια σου, ένα μέτρο πιο πέρα.
Αν θέλεις πάλι μπορείς να το ανοίξεις ολότελα και να κοιτιέσαι
στο τζάμι, σαν μέσα
σε καθρέφτη μαγικό, και να χτενίζεις τα μαλλιά σου
που αραιώνουν
ή να διορθώσεις κάπως το χαμόγελό σου, Μες απ’ τα τζάμια
όλα φαίνονται ευκτινέστερα – πιο σιωπιλά, πιο ακίνητα,
επομένως κι απαραίτητα κι αγέραστα.
Σούτυχε να κοιτάξεις
μ’ ένα γυαλί μέσα στη θάλασσα; Κάτω απ’ την ταραγμένη
επιφάνεια
φαίνεται εξαίσιος ο βυθός μες στην ακινησία του,
σε μια κρυστάλλινη τάξη, αδιατάρακτη κ’ εύθραυστη ταυτόχρονα,
σε μια βουβή αγιότητα – όπως λέγαμε. Μονάχα
που πιάνεται κάπως η ανάσα σου αν μείνεις έτσι περισσότερη ώρα,
γι’ αυτό σηκώνεις πάλι το κεφάλι σου στον αέρα
ή ανοίγεις αυτό το παράθυρο (ξέροντας όμως τώρα), ή βγαίνεις
απ’ την πόρτα.
Και πια δεν είναι τίποτα που να λυγίζει τη ζωή σου και τα μάτια σου
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να το δείξεις περήφανα
και να το τραγουδήσεις,
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να στρέψεις τη μορφή του προς τον ήλιο.»
(Γιάννη Ρίτσου, από την «Τέταρτη Διάσταση», Τόμος ΣΤ’, Εκδ. Κέδρος)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (63ο): «Παράθυρα» (Ποίηση: Ελύτης, Καβάφης, Τσβετάγιεβα, Λαπαθιώτης, Λεοντάρης, Ρίτσος)…

  1. Μαζί με σένα, Γιάννη, πήγε και η Ποίηση διακοπές. Εγώ εδώ, περιμένοντας, χαίρομαι να συναντάω πάλι γνωστά και άγνωστα ποιήματα και μουσικές. Παράθυρο στην ποίηση λοιπόν. Πλούσια τα ελέη σου σήμερα.
    Παραθέτω και τα δικά μου μετά χαράς. Κάποια ακριβά ποιήματα και τραγούδια λατρεμένα.

    Από το παράθυρό σου, Κούρκουλος- Καρέζη

    1. Τα Παράθυρα

    Αυτός που απ’ έξω κοιτάζει μέσα σε ένα ανοιχτό παράθυρο δεν βλέπει ποτέ τόσα πράγματα όσα εκείνος που κοιτάζει ένα παράθυρο κλειστό. Δεν υπάρχει αντικείμενο πιο βαθύ, πιο μυστηριώδες, πιο γόνιμο, πιο σκοτεινό, πιο εκθαμβωτικό από ένα παράθυρο που το φωτίζει ένα κερί. Αυτό που μπορούμε να δούμε στο φως του ήλιου είναι πάντα λιγότερο ενδιαφέρον από αυτό που συμβαίνει πίσω από ένα τζάμι. Μέσα σε αυτή τη μαύρη ή φωτεινή τρύπα ζει η ζωή, ονειρεύεται η ζωή, υποφέρει η ζωή.

    Πέρα από τις κυματιστές στέγες, διακρίνω μια γυναίκα ώριμη, ήδη ρυτιδωμένη, φτωχή, πάντα σκυμμένη σε κάτι, και η οποία δεν βγαίνει ποτέ. Με το πρόσωπό της, με το ρούχο της, με τη χειρονομία της, σχεδόν με τίποτα, ξανάφτιαξα την ιστορία αυτής της γυναίκας, ή μάλλον το θρύλο της, και καμιά φορά τον διηγούμαι στον εαυτό μου κλαίγοντας. Αν επρόκειτο για έναν φτωχό γέρο άντρα θα είχα ξαναφτιάξει τον δικό του με την ίδια άνεση.

    Και πλαγιάζω περήφανος που υπέφερα μέσα σε άλλους και όχι στον εαυτό μου.
    Θα μου πείτε ίσως: «Είσαι σίγουρος ότι αυτός ο θρύλος είναι ο αληθινός;»

    Τι σημασία έχει ποια μπορεί να είναι η πραγματικότητα που βρίσκεται έξω από μένα, αν με βοήθησε να ζήσω, να αισθανθώ ότι υπάρχω και αυτό που είμαι;

    (Σαρλ Μπωντλαίρ, 1821-1867)

    Κλειστά παράθυρα, Αλίκη Καγιαλόγλου

    2. Απροσδόκητο παράθυρο

    Σ’ αυτήν τη μαύρη πληγή
    μην περιμένεις να δεις φαντάσματα.
    Από το απροσδόκητο αυτό παράθυρο
    ο ήλιος μεγαλώνει τα ηλιοτρόπια,
    αυξάνει τη χλόη στις βουνοπλαγιές
    όπως τα τρυφερά μαλλιά σου.
    Στο στόμιο που χάσκει
    ανοιξιάτικες μαργαρίτες διαμοιράζουν τα ιμάτιά τους.
    Πλησίασε Ιωάννα
    τα κουρασμένα από τη περιπλάνηση βήματά σου,
    φώναξε, στη μαύρη πληγή, τ’ όνομά μου να κιθαρίσει
    στους αρχαίους σταλακτίτες τής προσμονής.
    Λίγο ακόμη.
    Λίγο ακόμη και θα δεις τον έναστρο ουρανό,
    στο απροσδόκητο μαύρο παράθυρο,
    με τους γαλαξίες
    των παιδικών σου ελπίδων.
    ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, Από τη συλλογή Έγκλειστοι (1962)

    ΝΤΟΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – ΑΝΟΙΞΕ ΛΙΓΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    3. Φωτεινά παράθυρα

    σαν κρεμασμένα από τον ουρανό
    στην παγωμένη ερημιά του δρόμου
    προβάλλουν κάπου εκεί ψηλά
    τα σκόρπια φωτεινά παράθυρα
    και μες στη νύχτα εκπέμπουν
    ένα χάδι απρόσιτο
    για λίγο στέκεται με θαμπωμένα μάτια
    ο οδοιπόρος που αγάπησε
    αυτό το ξένο φως
    από το χτες τόσο παράξενα οικείο
    και τώρα τόσο μακρινό
    όσο η άνοιξη ή ο έρωτας
    μπορεί διστακτικά να φανταστεί
    χείλη και μάτια να χαμογελάνε
    χέρια ν’ αγγίζουν απαλά
    μπορεί σαν μουσική
    σχεδόν ν’ ακούσει
    λέξεις και φράσεις καθημερινές
    να νιώσει μέσα στο σκοτάδι
    ίσως κάποια ευτυχία
    τα φωτεινά παράθυρα
    σαν όνειρο ένας κόσμος μυστικός
    για πάντα εκστατικός στη μνήμη
    TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    Έγειρα στο παραθύρι – Χάρις Αλεξίου

    4. ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ
    I
    Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλί-
    σανε το χρόνο; Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;
    Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βρο-
    χερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του
    πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασι-
    λεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι…
    Α! Θέλω να’ ρθουν τα στοιχεία που ξέρουν ν’ αρπάζουν. Η μέση των
    συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Όταν ανέ-
    βουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το
    χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας
    Ενώ η τελευταία θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!
    ΕΛΥΤΗΣ, απόσπασμα

    Δημήτρης Ψαριανός- Κλειστά παράθυρα

    5. Τριαντάφυλλα στο Παράθυρο

    Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Yπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

    Εμπειρίκος Aνδρέας (από την Yψικάμινο, Άγρα 1980)

    Άνοιξε το παράθυρο να μπει η δροσιά του Μάη, Καλογιάννης

    7. Ξημέρωμα στο Παράθυρό μου

    Είναι ωραίο το φως
    Να βλέπεις τα δέντρα και τα πουλιά
    Εκεί πλάι στο λόφο

    Ξημερώνει
    Τα τελευταία σκοτάδια υποχωρούν
    Ίσκιοι διαγράφονται αόριστα
    Σε λίγο παίρνουν μορφή
    Είναι τα βράχια τα πεύκα τα κυπαρίσσια

    Τα πουλιά ξυπνούν
    Σχηματίζουν κορδέλες από δέντρο σε δέντρο
    Το γκρίζο γίνεται λευκό
    Χρυσίζει σε λίγο

    Είναι ωραίο το φως
    Είναι ωραίο να βλέπεις τη χάρη του Θεού
    ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ (από την Πορεία μέσα στη Nύχτα, Eρμής 1999)

    Παράθυρο στο φως – Πάνος & Χάρης Κατσιμίχας

    8. ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Εδώ το φως είναι σκληρό
    σε δυσκολεύει να το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες στην άκρη του παράθυρου
    και στο περβάζι ένα λουλούδι
    σαν ηλιοτρόπιο γυρίζει στην περσινή Πρωτομαγιά.

    Σαν παίρνει να βραδιάζει
    στέκεσαι εκεί μετρώντας τα καράβια φορτωμένα κόκκαλα
    τον μεταβολισμό της νεκρής ζώνης που φωσφορίζει τη βροχή
    σαν ξεχασμένο φίλντισι.

    Διστάζεις να κοιτάξεις κατάματα το δρόμο.
    Η φωνή μας δεν είναι μήτε μια σταγόνα
    μια σταγόνα που θα ανέβαζε το κύμα
    να σκεπάσει ένα χαλίκι.

    Ένα δρεπάνι φεγγαριού θερίζει φανοστάτες.

    Περιμένουμε κάποιον
    να μας μάθει πώς σφυράνε οι καλαμιές στα δάχτυλα του ανέμου
    πώς γίνεται ξανά η μέρα μέρα και το αστέρι αστέρι.

    Περιμένουμε το φως να μπει απ’ το παράθυρο
    ίδιο φιλί γυναίκας μέσα απ’ το σκισμένο πουκάμισο.

    1947
    ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
    ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1941-1974), εκδ. ύψιλον, 3η έκδοση, Αθήνα 1991

    Ένα παράθυρο κλειστό, Μοσχολιού

    9. ΣΚΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Τί θλίψη ποὺ ἔκρυβαν τὰ μάτια της
    καθὼς ἐκοίταζε
    μπρὸς στὸ παράθυρό της μόνη
    τὶς λεμονιὲς

    ἀκούγοντας
    μὲς στὸ ἀπόβραδο φωνές,
    ἀπὸ ἀγόρια καὶ κορίτσια ποὺ ἐτρέχανε

    φέρνοντας ὡς ἐδῶ
    τὴ μακρινή της νιότη.
    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    Το άδειο παράθυρο, Αλκίνοος Ιωαννίδης

    10. Από τα Ασύνδετα Ποιήματα

    Δεν αρκεί να ανοίξεις το παράθυρο
    για να δεις τους αγρούς και το ποτάμι.
    Δεν αρκεί να μην είσαι τυφλός
    για να βλέπεις τα δέντρα και τα φυτά.
    Πρέπει επίσης να μην έχεις φιλοσοφία καμία.
    Με τη φιλοσοφία δεν υπάρχουν δέντρα: υπάρχουν
    μόνο ιδέες.
    Υπάρχει μόνο ο καθένας από μας, σαν ένα σπή-
    λαιο.
    Υπάρχει μόνο ένα κλειστό παράθυρο, κι όλος ο
    κόσμος απ’ έξω.
    Και το όνειρο αυτού που θα μπορούσες να δεις αν
    άνοιγε το παράθυρο,
    που δεν είναι ποτέ αυτό που βλέπουμε όταν ανοί-
    γει το παράθυρο.

    Βλ. Fernando Pessoa, Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, Εισαγωγή-Μετάφραση-Σημείωση Μαρία Παπαδήμα, Αθήνα, Gutenberg, 2014, σ. 197.

    «ΓΕΡΟ ΠΑΡΑΘΥΡΕ» Νίκος Χουλιαράς -Πόπη Αστεριάδη

    • Ciao Αγγελική! Καλώς ξαναβρεθήκαμε παρέα με την πολυαγαπημένη μας ποίηση… Καλό (ποιητικό) φθινόπωρο!
      Υπέροχα όλα όσα μου παρέθεσες… Κάποια απ’ αυτά τα είχα κρατημένα αλλά με πρόλαβες… Grazie mille!!!

      (Άνοιξε το παράθυρο, Αντώνης Καλογιάννης)…

      -«Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
      Σιγά σιγά ξετυλίγεται
      Η εξομολόγηση
      Και σα θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα-»
      (Ο. Ελύτης, από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ)

      -«…Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
      έπειτα μπήκε το φεγγάρι
      αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί
      Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

      Οι μέρες περνούν
      το χιόνι μένει» (Μίλτος Σαχτούρης)

      -“Finestra di fronte” (Το παράθυρο απέναντι)…

      -Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Τα παράθυρα»

      «Από το κόκκινο στο πράσινο όλο το κίτρινο σβήνει
      Την ώρα που φλυαρούν στα δάση τους οι παπαγάλοι
      φτερά λαιμοί λοφία και πιί πιί
      Ένα ποίημα μένει να γραφεί για το πουλί με τη μια μονάχα φτερούγα
      Θα του το στείλουμε σαν τηλεφωνικό μήνυμα
      Τούτη η βαριά λαβωματιά
      Να κλαις σε κάνει
      Ανάμεσα στις κόρες από το Τουρίνο να κι ένα όμορφο κορίτσι
      Το καημένο τ’ αγόρι λέρωσε το ζωστήρα του
      άσπρο
      Έτσι κάνεις πως σηκώνεις την κουρτίνα
      Εν τω άμα ανοίγει και το παράθυρο
      Αράχνες εκεί που τα χέρια κλώθαν το φως
      Ομορφιά χλωμάδα σκοτάδια αξεδιάλυτα
      Του κάκου καρτερούμε να βρούμε ανάπαψη
      Από τα μεσάνυχτα αρχινάμε
      Τότε που υπ΄ρχει χρόνος και ελευθερία
      Αμόνι Μύδι κάψες καμώματα και του ξαπλωμένου ο Αχινός
      Ένα ζευγάρι κίτρινα παληά παπούτσια στο παράθυρο εμπρός
      Ίλιγγος
      Οι δρόμοι είναι ίλιγγος
      Πηγάδια
      Οι πλατείες γίναν πηγάδια
      Πηγάδια
      Στις κουφάλες των δέντρων φωλιάζουν πονηρές αλητόβιες
      Τα πιτσούνια τραγουδάνε
      Στις καστανές πιτσούνες τους σπαραχτικές άριες
      Κι η χήνα ουά ουά τρομπέτα στο βορρά
      Εκεί που οι κυνηγοί ασβών
      Μαδάνε τις κυρίες με τις γούνες
      Βανκούβερ
      Διαμάντι αστραφτερό
      Καθώς το τρένο λευκό από χιόνι και φώτα νυκτερινά
      δραπετεύει απ’ το χειμώνα
      Ω Παρίσι
      Απ’ το κόκκινο στο πράσινο όλο το κίτρινο σβήνει
      Παρίσι Βανκούβερ Ιέρ Νέα Υόρκη Μαιντενόν
      και εσείς Αντίλλες
      Σαν ένα πορτοκάλι φαντάζει στο παράθυρο
      Ο Ωραίος καρπός του φωτός»
      (μτφ: Ν. Κοντομήτρος/ Calligrammes)

  2. Καλό φθινόπωρο!
    Κάτι λίγα ακόμη, συμπληρωματικά:

    1. Η ΤΑΡΑΤΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    β’
    Όπα και να σου – μέσα στο σκοτάδι
    ένα παρά – παράθυρο που ανάβει:

    Βλέπω βιβλία βλέπω ένα κομμάτι
    απ’ τον καθρέφτη βλέπω το κρεβάτι

    και στα σεντόνια μισοξαπλωμένο
    ένα κορίτσι – πως το περιμένω!

    Κάθε που το ‘να γόνατο σηκώνει
    μια μυρωδιά κανέλας με λιγώνει

    Και κάθε που το χέρι του γυρίζει
    στο μέρος που σγουραίνει και μαυρίζει

    Με παίρνει τ’ αεράκι και πηγαίνω
    στου Παραδείσου τα περβόλια μπαίνω.
    ΕΛΥΤΗΣ

    Ομάδα «Κ. Π. Καβάφης» – ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

    2. ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Άπλωσε το χέρι κι άνοιξε το παράθυρο,

    ίσως το δρασκελίσει μια αχτίδα,
    τεθλασμένη, από αντανάκλαση,
    ένα άστρο που υπόσχεται αλλαγή.

    Άνοιξε το παράθυρο,

    ίσως κοιτάξει μέσα ένας βιαστικός,
    μια ωραία που τη ραίνει η βροχή,
    μια χελιδόνα που ’χασε το μικρό της.

    Άνοιξε το παράθυρο,

    ίσως φανεί η μπάλα των παιδιών
    η φωνούλα τους ίσως σκαρφαλώσει
    ένα κλαρί που λυγίζει, ένα γατί.

    Άνοιξε το παράθυρο,

    κι ας εισβάλει κύμα σκόνης, χαλαζιού,
    μια σκιά ή η σκιά της, δύο που ’γιναν μία,
    ή έστω μια σκιά που σκιάζει μιαν άλλη.

    Άνοιξε το παράθυρο,

    ακόμα κι αν η πόλη αποκοιμήθηκε,
    ακόμη κι αν η πόλη αποδήμησε,
    ακόμη κι αν δε φαίνεται ποιο απ’ τα δυο.

    Άπλωσε το χέρι κι άνοιξέ μας το παράθυρο.

    Στη θέση του θα υπάρχει μια ζωγραφιά
    κρεμασμένη, κι ας μας κοιτάζει αμίλητα.
    Τουλάχιστον θα γεμίζει τον άδειο μας τοίχο.

    (Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Καρλοβιβάρι-Πράγα, Αύγουστος 2002)

    ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ-ΑΝΟΙΧΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    3. Παράθυρο Ανοιχτό

    Το παράθυρο παραμένει ανοιχτό
    για να εισχωρεί μια πλωτή Ανατολή
    αθόρυβα να μπαίνει στο σπίτι,
    φωτίζοντας ελπίδες τυλιγμένες στη σκόνη.

    Όλα με φως να πλυθούν
    για να λάμψουν ασύλληπτες αλήθειες
    κατά τη σύλληψη των αισθήσεων
    στις βραδυφλεγείς αυταπάτες
    στους καθρέφτες του νου.

    Κι όταν η πρώτη αχτίδα
    θ’ αρχίσει να βάφει χρυσά τα μαλλιά
    πάλι ο ηλιοκράτορας θα τραγουδά
    Απολλώνιους ύμνους,
    προκαλώντας… την αιωνιότητα.
    ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

    4. Υπόθεση βαρύτητας

    Αν απόψε πέσω απ’ το παράθυρο
    το σπίτι μας θα πουληθεί αμέσως
    κι ας έχουμε πεθάνει στα εντόσθιά του
    δύο άνθρωποι και χιλιάδες έντομα

    Αν απόψε πέσω απ’ το παράθυρο
    θα προδώσω τη libido που φυλάω
    για χρόνια δύσκολα
    όπως η Τετάρτη και τα μεσημέρια με καύσωνα

    θα μείνω ακίνητη με το λαιμό σπασμένο
    ένας άντρας θ’ αλλάξει το επίθετό μας στο κουδούνι
    και δε θα μας νοιάζει πια η υγρασία στο μπάνιο
    ΝΙΚΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ

    5. Παράθυρα εποχής

    Λέξεις λείπουν
    στο εδώ στο εκεί στο δίπλα ρολόι
    βήματα βήμα κτύπος
    παράθυρα εποχής γυρτές γρίλιες
    πάντα κοιτούν γη
    έξω ένας καιρός του καστανά να περιμένει
    καθώς επέστρεφα στο νόημα των λεξικών
    EΛΕΝΗ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

  3. Καλησπέρα, Αγγελική!… Ωραία ποιήματα, τα οποία δεν γνώριζα… Ευχαριστώ πολύ!!!!

    -Τίτος Πατρίκιος, «Παράθυρα»

    «Ένα παράθυρο βάνει τις μασέλες του
    στραβώνει λίγο το σαγόνι, έπειτα κάνει πως γελάει.
    Ένα παράθυρο μπορντέλου, χύνουν πιο πίσω τις λεκάνες
    με τ’ αποτσίγαρα, τα μεταχειρισμένα προφυλακτικά.
    Δέκα παράθυρα του λαϊκού υπνωτηρίου
    αδειάζουν στον τυφλόν αγέρα απόπνοιες κορμιού.
    Εκατό παράθυρα νοσοκομείων, ασύλων για τρελούς
    παραμονεύοντας το θήραμά τους μες στη νύχτα.
    Χίλια παράθυρα της φυλακής ρίχνοντας σκιές σταυρών
    τρύπες μιας κρεατομηχανής που αλέθει χρόνια ανθρώπων.
    Τραχωματικά παράθυρα χοροδιδασκαλείων
    παράθυρα μεθυσμένα με χνώτα κρασιού και μουσικής
    που γέρνουν στο δρόμο και ξερνούν.
    Σ’ αυτή την πόλη τα παράθυρα
    με κυνηγούν όπως τα μάτια των χαφιέδων.»
    (Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα II, εκδ. Κέδρος)

    -[Ο Ερωτόκριτος στο παραθύρι της Αρετούσας]:

    «…Στο παραθύρι η Αρετή ήστεκε κι ανιμένει,
    το σκότος κείνο δε δειλιά, ύπνος δεν τη βαραίνει.
    Δίχως φωτιά ήτον εδεκεί, φοβώντας μην περάσει
    κιανείς και δει αντηλάρισμα, και το κακό λογιάσει.
    Στη σκοτεινάγρα εκάθουντον, κ’ η Νένα την αφήνει,
    που τότες δεν εθέλησε να στέκει μετά κείνη.

    Εσίμωσε ο Ρωτόκριτος, στο παραθύρι απλώνει,
    κι αγάλια-αγάλια, σιγανά, ποιός είναι φανερώνει.
    Με ταπεινότη η Αρετή τρέμοντας ‘πιλογάται,
    με μιά φωνή έτσι δαμινή, που δεν καλογρικάται.
    Εφανερώσαν το κ’ οι δυό, πως είν’ εκεί σωσμένοι,
    κι απόκει στέκου’ σα βουβοί, κ’ η γλώσσα τως σωπαίνει.
    Ήτρεμ’ εκείνη σ’ μιά μερά, κ’ εκείνος εις την άλλη,
    κι ο γ-είς τον άλλο ενίμενε την εμιλιά να βγάλει.
    Μιάν ώρα εστέκα’ αμίλητοι, και τα πολλά οπού χώναν,
    εχάνουνταν, σου φαίνεται, την ώραν που εσιμώναν.
    Δεν είχαν την αποκοτιά θέλοντας να μιλήσουν,
    δεν ξεύρουν από ποιά μερά τα Πάθη τως ν’ αρχίσουν…»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: