Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (62ο): «Χωρισμός»…

 

– «Ανάβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου
Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του χωρισμού.»
(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

-«Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει…» (Δημοτικό)

 

-«… Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; – Ματώνει, δε σκοτώνει…» (Ν. Καββαδίας)

 

 

-Άννα Αχμάτοβα, «Ο χωρισμός»
«Σάμπως ο χωρισμός να μας τρομάζει:
πάνω μου εσύ ακουμπάς και πλάι σου εγώ απομένω
κι ας έχει αρχίσει πια να σκοτεινιάζει, –
κ’ είσαι εσύ σκεφτικός κ’ εγώ σωπαίνω.

Μπαίνουμε σ’ εκκλησία κ’ εκεί θωρούμε
ένα ξόδι, μια βάφτιση, ένα γάμο,
και φεύγουμε, γιατί δε θέλουμε να δούμε:
για μάς το ίδιο δε γίνεται… Τι άλλο να κάμω

παρά ν’ ακούω που άτονα αναστενάζεις,
στο κοιμητήρι, πλάι σου καθισμένη,
ενώ στο χιόνι τα παλάτια σχεδιάζεις
όπου θα ζούμε μαζί και χωρισμένοι.»
(Μετάφραση: Άρης Δικταίος)

 

 

-Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Ο χωρισμός»

«Και τώρα έρχεται η ατέλειωτη νύχτα

Το καλοκαίρι ξέφτισε τα πούπουλά του στις γωνιές του δρόμου
και στις ακρογιαλιές γυρίζεις ακόμα μισόγυμνος εσύ
πάνω στ’ αχνάρια των πουλιών που έφυγαν
σφίγγω τα χείλη μου, φιλώ ευλαβικά τα χέρια σου
αντίλαλος μες στα μαλλιά από σάπιο μήλο
το καλοκαίρι κύλησε κι εμείς χωρίζουμε

Πρίγκιπα, δε μιλάς και λέω η ώρα
αργεί ακόμα. Βάζω το χέρι στον ώμο σου
και λέω στ’ αποκαΐδια των ζεστών σπιτιών που υπήρξαμε
είσαι ακόμα ένας χτύπος αγάπης
στη μαλακή φωνή σου τρέμει η ελπίδα μου
για σένα ζω τη σκοτεινιά μιας άνοιξης που παραπαίει
λέω αυτό το σώμα είναι η καρδιά μου σωστή

Μ’ αφήνεις, Άρχοντα. Το καλοκαίρι έφυγε. Η βουή
της φθινοπωρινής θάλασσας αργά σταλάζει
το τέλος που είναι πάντα πνεύμα και δάκρυ
φωτεινός στρόβιλος, ήχος καθάριου νερού, εγκαρτέρηση
πως έτσι θα πάνε όλα ως το τέλος. Ιδωμένα
σ’ ένα καινούριο όραμα που μας μεθάει
εκβιάζει άσκοπα λόγια και μικρές κραυγές
μας κάνει αδέρφια»
(Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα, 1981)

 
-Μυρτιώτισσα, «Χωρισμός»

«Χρυσό μου αγόρι, θέριεψεν ο πόνος
μες στη δοκιμασμένη μου καρδιά.
Για συλλογίσου! Πέρασ’ ένας χρόνος
που μ’ άφησες να πας στην ξενητειά.

Η ορφανή αγκαλιά μου σε γυρεύει
– φωλιά δίχως τη ζέστη του πουλιού –
το στόμα μου για σε κρυφοσαλεύει
κι ακούω τον κούφιο ήχο του φιλιού.

Μέρα τη μέρα σώνονται τα χάδια
που γέμιζαν για σε τα δυο μου χέρια,
κι έτσι σφιχτοδεμένα τώρα κι άδεια
μοιάζουν σα να τα λάβωσαν μαχαίρια…»

 

 

-Ζωή Καρέλλη, «Χωρισμός»

«Ολόλυζαν οι γυναίκες

πάνω στον τάφο που έκλεισε,
ύστερα φύγαν με συνοδειά
τη λύπη και το θρήνο τους.

Έτσι αφήνουν μόνο το νεκρό
και φεύγουν όλοι,
μονάχο στην απύθμενη
αγκάλη του θανάτου, ασυνήθιστον.

Κλείνεται στην πυκνή γη,
αποκλείνεται ο νεκρός,
δεν τολμά να μας ακολουθεί
ούτε το ίνδαλμά του.

Πρέπει να μείνει εκεί,
ανάμεσα στους άλλους πέτρινους σταυρούς,
ανάμεσα στους ξένους νεκρούς,
τους ζωντανούς ν’ αφήσει

που βιάζονται να ζήσουν.»

 

 

-Πωλ Βερλαίν, «Έξι βδομάδες κιόλας»

«Έξι βδομάδες κιόλας, κι άλλες δεκαπέντε ακόμα
Μέρες ατέλειωτες! Μες στους ανθρώπινους καημούς,
Βέβαια, καημός πικρός ωσάν το χωρισμό δεν είναι!

Γράφεις, σου γράφων, λες πως αγαπάς, πώς σ’ αγαπούνε,
Το βλέμμα, κάθε μέρα, τις κινήσεις, τη φωνή,
Ώρες μ’ εκείνον μοναχός μιλάς που είναι μακριά.
Μα ό, τι κι αν αισθανθείς κι ό, τι κι αν στοχαστείς και όλα όσα
Μ’ εκείνον πεις που βρίσκεται μακριά σου, είναι όλα αυτά
Άτονα κι άχρωμα και μελαγχολικά πιστά.

Ω! η απουσία! Η πιο σκληρή απ’ τις δυστυχίες όλες
Στις λέξεις και στις φράσεις να ζητάς παρηγοριά,
Στο άπειρο μέσα πλήθος των θλιμμένων στοχασμών σου
Και ό, τι θα βρεις, ανούσιο πάντα να ‘ναι και πικρό!
Κι ύστερα, να, αιχμηρή και κρύα σαν λεπίδι,
Γοργότερη από τα πουλιά, κι από τις σφαίρες πιο γιορτή,
Κι απ’ το νοτιά στη θάλασσα κι απ’ το αγριοφύσημά του,
Και μ’ ένα δηλητήριο στην αιχμή θανατερό,
Να, όμοια σα βέλος, που ‘ρχεται στο τέλος η Υποψία,
Ξαπολυμένη από την άθλια Αμφιβολία τη βδελυρή.

Μπορεί ποτέ; Ενώ στο τραπέζι ακουμπισμένος,
Το γράμμα της με δάκρυα να διαβάζω εγώ,
Το γράμμα της που όλο για την αγάπη της μου λέει,
Την ώρα εκείνη η σκέψη της να ‘ναι δοσμένη αλλού;
Ποιος ξέρει; Ενώ για μένα αργές εδώ και θλιβερές,
Κυλούν οι μέρες, σαν ποτάμι μ’ όχθες ξεραμένες,
Ίσως να χαμογέλασε το χείλι της τ’ αγνό;
Ίσως να ‘ναι χαρούμενη και να με λησμονάει;

Και μελαγχολικός το γράμμα της ξαναδιαβάζω.»
(Ανθολογία Γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης, 1988)

 

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Πες το με ποίηση (62ο): «Χωρισμός»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Προς στιγμήν νόμισα ότι το «Πέστο (κι έγινε) με ποίηση» έχει πάει διακοπές.
    Μάλλον άλλαξε ημέρα, φαίνεται. Σημασία έχει να υπάρχει.
    Πώς θα ζήσουμε χωρίς ποίηση σ΄αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς, άλλωστε.
    Πάμε λοιπόν.

    Το τελευταίο αντίο, Νταλάρας

    1. Αντίο

    Κάποτε μια νύχτα θ΄ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να
    περάσουν οι παλιές μέρες
    οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρί-
    τες απ΄τα παιδικά μας πρωινά
    κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τους τόσους χειμώ-
    νες
    τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώ-
    θηκαν,
    οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
    που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
    κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ΄ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά
    απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
    κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε
    έξω
    όπως απόψε σε τούτο το ερημικό τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με
    τους νεκρούς μου φίλους.
    Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
    δεν θα γραφτούν ποτέ….
    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    Carole King- It’s too late

    2. «Πριν τους αλλάξει ο χρόνος», Κ. Π. Καβάφης

    Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των.
    Δεν τόθελαν αυτοί• ήταν η περιστάσεις.
    Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα
    να φύγει μακρυά — Νέα Υόρκη ή Καναδά.
    Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν•
    είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν,
    είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ.
    Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί.
    Ήταν η περιστάσεις.— Ή μήπως καλλιτέχνις
    εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
    πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος•
    ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα
    των είκοσι τεσσάρων ετών τ’ ωραίο παιδί.

    Ο χωρισμός, Μοσχολιού

    3. Χωρισμός

    Τρεις χιλιάδες μαύροι κύκνοι
    σε πήραν μακριά μου
    πετούσανε αργά προς τον ορίζοντα
    έσερναν ένα δίχτυ χρυσαφένιο
    όπου κοιμόσουν γαλήνιος και ανύποπτος
    στα χέρια σου κρατούσες μια σφεντόνα
    κι ένα κομμάτι ατσάλι απ’ την ψυχή σου.
    Γύρω-τριγύρω
    φυσούσανε οι γρανιτένιοι χιτώνες των βουνών
    απ’ τις πτυχές τους έβγαιναν τοξότες
    και σημαδεύανε τον ήλιο
    ώσπου τον κατεβάσανε στη θάλασσα.
    Τρεις χιλιάδες μαύροι κύκνοι
    σε πήραν μακριά μου
    σε πήγαν σ’ ένα κάστρο ερειπωμένο
    στην άκρη της μνήμης
    εκεί φυτρώνει μια χρυσή μηλιά
    κάθε πρωί θα κόβεις ένα μήλο
    κάθε βράδυ ένας κύκνος θα πεθαίνει
    κι έτσι δεν θα μπορέσεις να γυρίσεις.

    Κατερίνα Καριζώνη

    Ο αποχωρισμός, Χρήστος Θηβαίος

    4. Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ
    Βασίλης Μιχαηλίδης

    Υγίαινε, φιλτάτη, φεύγω τώρα,
    ιδού η θάλασσ’ άρχισε ν’ αφρίζῃ.
    Στον όρμον το ατμόπλοιον συρίζει,
    να μένω πλέον δεν μου μένει ώρα.

    Υγίαινε, κι έχε υπ’ όψιν ότι
    όπου η μοίρα μου με φέρῃ, φως μου,
    εν τῳ απείρῳ κράτει του νοός μου,
    θα λάμπῃς ως η Φοίβη εν τῳ σκότει. […]

    Την σκυθρωπότητα θα έχω φίλον,
    κι εις το τερπνότερον του κόσμου μέρος
    θα με βιβρώσκ’ η λύπη και ο έρως,
    καθώς ο σκώληξ έσωθεν το μήλον.

    Του χάρωνος το δρέπανον ακαίρως
    αν κόψ’ εκεί το νήμα της ζωής μου,
    ω! Μη δακρύσῃς, φίλη της ψυχής μου,
    θα συντροφεύῃ την ψυχήν μ’ ο έρως.

    (Ασθενής λύρα, 1882)

    Αποχαιρετισμός, Πουλόπουλος

    5. αποχαιρετισμός

    σου χαρίζω μια πήλινη στάμνα
    με νερό δροσερό για τον δρόμο
    την εξαίσια θύμηση
    όσων πια δεν υπάρχουν

    σου χαρίζω μιαν απέραντη γη
    στον ορίζοντα κι ίσως πιο πέρα
    την εξαίσια λάμψη εκείνων
    που ποτέ δεν υπήρξαν

    τη ζωή μου χαλί σου απλώνω
    κι εκεί πάνω μια μια σου χαρίζω
    τις λέξεις όλες
    που έγραψα ή πρόφερα ποτέ

    λίγο κόκκινο τώρα
    κάτι γαλάζιο
    από μένα έχει μείνει
    ό,τι κάνει να φέγγει απαλά
    με το χάραμα το μέτωπό σου

    Από τη συλλογή Ξένες χώρες (1991)- Τόλης Νικηφόρου

    Το μπλουζ του αποχωρισμού, Αλκίνοος Ιωαννίδης

    6. Χωρισμός

    Κ᾿ ᾖρθε μὲς στῆς ἀγάπης τὸ μεθύσι
    ὁ χωρισμὸς μιὰ πίκρα νὰ μοῦ βάλῃ
    σὰν καὶ τούτη• κι ἀκόμα πιὸ μεγάλη,
    τὴ θάλασσα ποὺ μᾶς ἔχει χωρίση.

    Μιὰ θάλασσα καὶ στὴν καρδιὰ ἔχω κλείση,
    ποὺ ὅταν ἀκούει τὸ κῦμα στὸ ἀκρογιάλι
    τὸ αἰώνιό του παράπονο νὰ ψάλλῃ,
    ἕναν θρῆνον ἀντίφωνο θ᾿ ἀρχίση.

    Ἀντίφωνο ἕνα θρῆνο κ᾿ ἕνα κλάμα
    ποὺ κλαίοντας μὲ τὴ θάλασσαν ἀντάμα
    βουρκώνει πέρα ὡς πέρα τὸ γιαλό.

    Ὡς ποὺ στερνὰ τῆς θάλασσας στὸν ἄμμο
    ξεψυχοῦν οἱ καημοί• καὶ πάω καὶ γὼ
    τοὺς πόνους μου τραγούδια νὰ σοῦ κάμω.
    (Ιω. Γρυπάρης)

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ – Όταν μιλάς για χωρισμό

    7. Αποχαιρετισμοί

    Όταν υπάρχει σχέση
    δεν χρειάζονται αποχαιρετισμοί
    θα ξαναϊδωθείτε
    και να μην ξαναϊδωθείτε
    θα κουβαλάει ο ένας τον άλλο στην καρδιά του
    και πώς να αποχαιρετήσεις
    αυτό που έχεις μέσα σου;
    Όταν δεν υπάρχει σχέση
    οι αποχαιρετισμοί είναι περιττοί
    στείρες ασκήσεις μεταφυσικής
    προηχογραφημένες ατάκες
    ενός αδέξιου ηθοποιού
    Και να ξαναϊδωθείτε
    δεν θα έχει καμία, μα καμία σημασία.
    ΣΠΥΡΟΣ ΔΌΙΚΑΣ

    Goodbye My Love Goodbye – Demis Roussos

    8. Λιτός αποχαιρετισμός που δεν ήχησε

    Όταν δεν υπάρχει αγάπη
    Δεν υπάρχει λόγος.
    Κι όταν υπάρχει αγάπη
    Τα λόγια είναι περιττά.
    Ας μην υποκρινόμαστε:
    Δεν υπάρχουν δύο άλλες σιωπές στον κόσμο
    που να έχουν τόσο διαφορετική χροιά.
    ΣΠΥΡΟΣ ΔΟΪΚΑΣ

    Δεν χωρίζουν όμως έτσι οι ζωές των ανθρώπων
    που αγαπήθηκαν με τόσο κόπο

    9. Τα παλιά τραγούδια

    Τα παλιά τραγούδια μιλάνε όλα για χωρισμό
    ακόμα κι αυτά που δε μιλάνε. Κάθε παλιός σκοπός
    ξεκινάει από πολύ μακρυά
    σαν κάποιος που θυμάται ένα παλιό χρέος
    κι έρχεται να το ξοφλήσει
    όταν πια το χρήμα έχει χάσει την αξία του.
    Και τότε, ποιο το όφελος
    όταν σε θυμούνται μια φορά όλο κι όλο
    – και μάλιστα πολύ αργά –
    ενώ εσένα η σκέψη
    δεν έχει ούτε στιγμή αποσπαστεί
    από αυτή τη θλιβερή ιστορία
    που η θύμησή της σε πληγώνει.
    Και να το αποτέλεσμα : Δάνεισες ελπίδα, χαρά, έρωτα
    και σε εξοφλούν με νοσταλγία.

    Δημήτρης Κάββουρας
    από τη συλλογή Εύθετος χρόνος, 2005

    Simon and Garfunkel – Bye Bye Love

    10. Λυπάσαι που δεν προλάβαμε καθόλου
    να συναντηθούμε πριν μου γράψεις
    αποχαιρετώντας κάθε ελπίδα γνωριμίας
    Λυπάμαι έναν τόσο σύντομο χωρισμό
    που αποκλείεται κανείς να θυμάται
    Λυπάσαι που δύο γράμματα ταυτόχρονα
    διέσχισαν την απόσταση που μας χωρίζει
    διπλασιάζοντας την απομάκρυνσή μας
    Λυπάμαι που αν ήμασταν μαζί
    δεν θα υπήρχε ούτε ένα γράμμα

    Γιώργος Χουλιάρας, Από τη συλλογή Γράμμα (1995)

    Aς θυμηθoύμε λίγο τα νεανικά πάρτυ:
    Capri c’ést fini

    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΑ:

    Στο χωρισμό μήτε αντίο
    μήτε φιλί.»
    (Κική Δημουλά)

    …και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
    και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.
    Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
    Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
    που βρίσκουν μια θέση
    στη ζωή των άλλων…
    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

  2. Ciao, Aggeliki!… Υπέροχα όλα!!!… Διακοπές δεν προβλέπονται, τα μπάνια μας στις βολιώτικες ακτές μόνο… Ωστόσο, αυτή είναι η τελευταία ανάρτηση για το «Πες το με ποίηση» λόγο καλοκαιριού… «Ραντεβού και πάλι το Σεπτέμβρη» (που γράφαν παλιότερα στους χειμερινούς κινηματογράφους)… Grazie mille!… Την αγάπη μου!….

    1. Γ. Βιζυηνός, «Αποχαιρετισμός»

    Η Μάνα

    «Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά!
    Είναι βουβά τ’ αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά.
    Κι η δόλια μου ματιά θολή.
    Παιδί μου ώρα σου καλή!

    Είν’ η καρδιά μου κρύσταλλο και το κορμί μου παγωνιά!
    Σαλεύ’ ο νους μου, σα δενδρί, που στέκ’ αντίκρυ στο χιονιά!
    Και είναι ξέβαθο πολύ.
    Παιδί μου ώρα σου καλή!

    Βουίζει το κεφάλι μου σαν του χειμάρρου τη βοή!
    Ξεράθηκαν τα χείλη μου, και μου εκόπη κι η πνοή,
    σ’ αυτό το ύστερο φιλί.
    Παιδί μου ώρα σου καλή!

    Να σε παιδέψ’ ο Πλάστης μου, καταραμένη ξενητειά!
    Μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφήνεις στη φωτιά.
    Και πίνουμε τόση χολή!
    Παιδί μου ώρα σου καλή!»

    ΤΟ ΠΑΙΔΙ

    «» Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς,
    γεννιέται μπόρα φοβερή!
    με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό,
    σαν πεταλούδα τρυφερή,
    και δεν μπορώ να κρατηθώ•
    μάνα μην κλαις,
    θα ξαναρθώ.

    Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά,
    σηκώνουν κύμα βροντερό!
    θαρρείς ανάλυωσεν η γη,
    και τρέχ’ η στράτα, σαν νερό,
    και γω το κύμα τ’ ακλουθώ
    μάνα μην κλαις,
    θα ξαναρθώ.

    Όσες γλυκάδες και χαρές
    μας περεχύν’ ο ερχομός,
    τόσες πικράδες και χολές
    μας δίν’ ο μαύρος χωρισμός!
    Ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ…
    μάνα μην κλαις,
    θα ξαναρθώ.

    Πλάκωσε γύρω καταχνιά,
    κι ήρθε στα χείλη μ’ η ψυχή!
    Δος με την άγια σου δεξιά,
    δος με συντρόφισσαν ευχή,
    να με φυλάγη μη χαθώ,
    μάνα μην κλαις,
    θα ξαναρθώ.»

    *Το πρώτο κομμάτι του ποιήματος, «Η μάνα», μελοποιήθηκε εκπληκτικά απ’ το Γιάννη Σπανό ο οποίος του έδωσε τον τίτλο «Παιδί Μου Ώρα Σου Καλή». Ερμηνευτής του τραγουδιού ήταν ο Γιάννης Πουλόπουλος (αργότερα, το είπε κι ο Μιχάλης Βιολάρης).

    *Το δεύτερο κομμάτι του ποιήματος μελοποιήθηκε πανέμορφα από το Νίκο Ξυδάκη…

    2. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Ο χρόνος του ερωτευμένου»

    Ο χρόνος είν’ αλλιώτικος για τον ερωτευμένο
    δεν είναι πρακτικός
    χωρίς αποτέλεσμα λήγουν οι στιγμές
    το μέλλον φτιάχνεται με τα πιο ωραία θέματα
    της χτεσινής αγάπης
    για θάνατος λογιέται ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ
    όταν τελειώσει το αίσθημα
    δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του.
    Ως ν’ απαντήσω στον μπακάλη
    πρωτοχαιρετιστήκαμε
    και μέσα άρχισε ξανά
    ο διάλογος μ’ εσένα
    ευφορία πρώτη φωνή αναγνώρισης:
    φεύγω ανάλαφρη με τη σακούλα
    αν έχεις προλάβει να μ’ αγγίξεις
    σκυφτή, αν έχει ξανάρθει
    το φοβερό βλέμμα τ’ αποχωρισμού.
    Αδειάζω, όλ’ αδειάζω
    τη στιγμή απ’ το παρόν
    και μπαίνω σ’ άλλο τώρα
    πηχτό κι αδιαίρετο.

    3. Βύρων Λεοντάρης, «Μονάχα αντίο»

    Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος»,
    γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος.
    Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους,
    όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν
    μακριά οι χαρούμενες επιγραφές τής ευτυχίας…

    Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο»,
    γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν,
    γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει,
    μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας,
      που θρυμματίζει καρδιές,
    ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις,
    ξεριζώνει τα δέντρα,
    κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά,
    ισοπεδώνει τις κραυγές τής άνοιξης, τους ουρανούς,
      τα όνειρα και τ’ αρώματα,
    είναι τα δαγκωμένα χέρια μου,
    το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια τής κακίας,
    είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου
    – κι οι αποδημητικές επιθυμίες τού σώματός σου…
    Ποιός σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;

    Γι’ αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μιά άβυσσος».
    Κοίταξε τί απλός, τί καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος
      με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».
    (από την ποιητική συλλογή: «Ορθοστασία»)

  3. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ωραία, λοιπόν. Καλό καλοκαίρι!
    Αφού θα μεσολαβήσει ένας χωρισμός για τα μπάνια του λαού μέχρι το Σεπτέμβρη, καταθέτω κάποια ευρήματα ακόμη.
    (Εκπληκτικός ο Βύρων Λεοντάρης.)

    11. Χωρισμός

    Μόνοι το δρόμο πήραμε και φθάσαμε στην άκρη.
    Και τώρα, αν θα χωρίσουμε, θα μας ενώνει ο πόνος.
    – σφίξε το χέρι δυνατά, μα κράτησε το δάκρυ…
    Μόνος εγώ τραβάω μπροστά κι εσύ γυρίζεις μόνος.

    – Πρόσμενε πάντα πρόσμενε ποιος ξέρει αν κάποια μέρα
    Με σταματήσει η κούραση και με γυρίσει πίσω
    Και νεκρωμένος τότε πια, γυρνώντας από πέρα,
    Σαν άστρα αθάνατης ζωής τα μάτια σου αντικρίσω;

    Παπανικολάου Μήτσος

    Αντίο, λοιπόν, αντίο –Χατζής- Ελπίδα

    12. Κ α θ ώ ς θ α φ ε ύ γ ε ι ς

    Καθώς θα φεύγεις,
    παίρνοντας την καμπαρντίνα σου και το καπέλο σου
    Κάνοντας μια κίνηση αόριστη
    όπως όλοι άλλωστε που φεύγουνε για πάντα,
    η θλίψη σου θα μείνει σαν μνήμη μακρινή
    υπαίθριου σινεμά του Σεπτεμβρίου
    με την ψύχρα και τους μοναχικούς του πελάτες
    —ο μουγκός, ο τρελός και ο εργένης—
    ή σαν το «πανόραμα», που ο παιδικός συμμαθητής
    μας άφησε να δούμε, χάρη, μια εικόνα

    Από τη συλλογή:
    Η θλίψις του προαστίου, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Φεύγω, Περίδης

    13. Μία εβδομάδα πριν την αναχώρησή σου

    Όμοια με στρατηγό που αριθμεί τις απώλειες του
    όταν ακόμα του χαμογελά η νίκη,
    και όλα ήδη είναι οιωνός θανάτου,
    σήμερα είναι μια μέρα τρομερή. Άρχισα
    να μετρώ τις ώρες που μας μένουν,
    τις στιγμές που ξεγλιστρούν μιας τύχης
    που ήδη χάνεται, σαν πληγωμένος ερωδιός,
    βάφοντας τον ορίζοντα με πορφύρα.

    Όλα προχωρούν προς το τέλος τους. Αν σε κοιτώ,
    αν τα μάτια μου χάνονται στα δικά σου,
    αν μπλέκω το βλέμμα μου με το δικό σου, φτιάχνοντας
    ένα κύκλωμα κλειστό σε κόσμο που σβήνει,
    φεύγεις σαν σπρωγμένη μακριά,
    πέφτεις από μένα σαν βλαστάρι κομμένο,
    δε σε βλέπω πια όπως θα γίνει πολύ σύντομα.

    Όλα είναι χωρισμός, αντίο, αναχωρήσεις.
    Μέχρι και αυτή η στιγμή που είμαι στο πλάι σου
    χάρη στο σύντομο άγγιγμα της τύχης.

    Antonio Rivero Taravillo, μτφρ: Δανάη Ταχταρά

    Μη μου λες αντίο – Κώστας Μακεδόνας

    14. «Αντίο»

    Αντίο, φίλε μου, αντίο!
    Σε έχω μέσα στην καρδιά,
    Και ο αυριανός μας χωρισμός
    Υπόσχεται συνάντηση στο μέλλον.
    Φίλε μου, χαίρε, χωρίς αγκαλιά ,
    Να μην μελαγχολείς σε ικετεύω.
    Δεν είναι είδηση να φύγεις από τη ζωή
    Μα και να ζεις δεν είναι κάτι νέο.

    Sergey Yesenin

    Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Η νύχτα μας εχώρισεν

    15.
    (5)
    Η νύχτα μας εχώρισεν απ’ όσους αγαπάμε
    πριν μας χωρίσει η ξενιτιά. Να ‘ναι όλοι εκεί στο μόλο;
    Σφύρα καράβι, αργήσαμε κι αν φτάσουμε όπου πάμε,
    στάσου για λίγο αριστερά, σφύρα να φεύγουμε όλο.
    (9)
    Αντίο! Αντίο! Με τα ουράνια μάτια σας και με βιόλες
    στο λαιμό, εφύγατε, ξανθές ερώτων νέων ελπίδες.
    Αντίο, κι εσύ που στρέφοντας, όταν χαθήκανε όλες
    πάλι να παίρνω το βαθύ, σκοτεινό δρόμο μ’ είδες!

    (Από τις Στροφές, Νηπενθή, ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ)

    Abba – Knowing me, knowing you

    16. ΧΩΡΙΣΜΟΣ

    Σαν το μαχαίρι ο χωρισμός
    Στην αρχή ο πόνος ξαφνιάζει
    Μουδιάζει το μυαλό, μαζί με το σώμα
    Αποξενώνεται
    Γλυκιά η γεύση του αίματος
    Όπως του χωρισμού η πίκρα, όταν την κρατήσεις καλά στο στόμα

    Κι αν άλλο μαζί δεν είμαστε, καλά περάσαμε
    Ας το κρατήσουμε κι οι δύο

    Το ξημέρωμα δεν αργεί
    Φρέσκος ήλιος θα με ζεστάνει, αφού εσύ δε θα ‘σαι πια εδώ…

    Ανδρέας Συλλελόγλου

    Φεύγω, Αλεξίου

    17. Έτσι κι αλλιώς

    Έτσι κι αλλιώς μια μέρα θα χωρίσουμε.
    Από έρωτα, από θάνατο, από χρόνο.
    Θα ήθελα όμως να χωρίσουμε μαζί.
    Όχι χώρια.

    (Νίκος Δήμου)

  4. …Κι από μένα μερικά ακόμη που ‘χω κρατημένα…

    -Μπορίς Πάστερνακ, «Χωρισμός»

    Εκείνος από το κατώφλι του θωρεί
    Δίχως το σπίτι ν’ αναγνωρίζει.
    Η αναχώρησή της ήταν σα φυγή
    Παντού είναι της καταστροφής τα ίχνη.

    Το χάος στα δωμάτια βασιλεύει.
    Του χαμού την έκταση
    Από τα δάκρυα δεν βλέπει
    Και της ημικρανίας τη κρίση.
    Βουίζουν τ’ αυτιά από το πρωί.
    Είναι καλά ή μήπως όνειρα βλέπει πάλι;
    Της θάλασσας γιατί
    Τη σκέψη στο νου συνέχεια έχει;

    Όταν από το παραθύρι έξω η πάχνη
    Του Θεού το φως δεν αφήνει να φανεί
    Της θλίψης μοιάζει η απελπισιά
    Με του πελάγους την ερημιά.

    Οικεία του ήτανε πολύ
    Λάτρευε την κάθε της γραμμή
    Όπως η θάλασσα λατρεύει την ακτή
    Εκεί που το κύμα σκάει.

    Στα βάθη ‘φύγαν της ψυχής
    Τα ίχνη της και η μορφή
    Σαν τα βραχάκια της ακτής
    Που η θύελλα σκεπάζει.

    Στους χρόνους των δοκιμασιών,
    Στους χρόνους των βασάνων
    Της μοίρας το κύμα απ’ τον βυθό
    Την έφερε κοντά του.

    Μπροστά σ’ εμπόδια άπειρα,
    Τον κίνδυνο αγνοώντας
    Το κύμα την παρέσυρε,
    Την έφερε σιμά.

    Μα τώρα το φευγιό της,
    Βίαιο να ‘ναι δε μπορεί!
    Τα σωθικά θα φάει ο χωρισμός,
    Τα κόκαλα θα τσακίσει.

    Κοιτάζει εκείνος γύρω του:
    Την ώρα π’ έφευγε εκείνη,
    Τα πάντα αναποδογύρισε
    Στου κομοδίνου τα συρτάρια.

    Περιδιαβαίνει εδώ κι εκεί
    Μέχρι να σκοτεινιάσει
    Και στο συρτάρι τακτοποιεί
    Κεντήματα και ράκη.

    Σκυμμένος πάνω απ’ το πανί
    Με το βελόνι δίχως κλωστή
    Άξαφνα βλέπει εκείνη
    Κι ένας λυγμός τον πνίγει.
    (Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

    -Γιώργος Σεφέρης, [Του χωρισμού πλοκάμια]

    Δ’
    «Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
    σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
    για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
    ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.
    Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
    κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
    που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
    και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.
    Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
    κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
    αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
    προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

    Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
    στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
    Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
    μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

    Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
    (Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
    μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
    του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς…»
    (απόσπασμα από το ποίημα του Γ. Σεφέρη, «Ερωτικός λόγος»)

    -Τάσος Λειβαδίτης «Αὐτὸς ποὺ σωπαίνει»

    «Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη
    ἑνὸς ἀτέλειωτου ΧΩΡΙΣΜΟΥ
    Κι ἐγὼ ἔζησα σὲ νοικιασμένα δωμάτια
    μὲ τὶς σκοτεινὲς σκάλες τους
    ποὺ ὁδηγοῦνε
    ἄγνωστο ποῦ…

    Μὲ τὶς μεσόκοπες σπιτονοικοκυρὲς
    ποὺ ἀρνοῦνται
    κλαῖνε λίγο
    κι ὕστερα ἐνδίδουν
    καὶ τ᾿ ἄλλο πρωί,
    ἀερίζουν τὸ σπίτι
    ἀπ᾿ τοὺς μεγάλους στεναγμούς…
    Στὰ παλαιικὰ κρεβάτια
    μὲ τὰ πόμολα στὶς τέσσερις ἄκρες
    πλάγιασαν κι ὀνειρεύτηκαν
    πολλοὶ περαστικοὶ αὐτοῦ του κόσμου
    κι ὕστερα ἀποκοιμήθηκαν
    γλυκεῖς κι ἀπληροφόρητοι
    σὰν τοὺς νεκροὺς στὰ παλιὰ κοιμητήρια

    Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
    Γιατί δὲ μιλᾷς;
    Πές μου!
    Γιατί ᾔρθαμε ἐδῶ;
    Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
    Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
    Τί θέλουν νὰ ποῦν;

    Ὤ, ἂν μποροῦσες νὰ τὰ διαβάσεις!!!
    Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…

    Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
    δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
    τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…

    Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
    τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…»

    *ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, Αγγελική μου, και πάλι!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: