Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (61ο): «Απόγευμα – Δειλινό»…

 

«Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη
σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.»
(Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος)

 

-Κική Δημουλά, «Απόγευμα»

Ένα κομμάτι άνεμος που έπεσε στο δρόμο
κάθισε κι έπαιξε
στα σύρματα του ηλεκτρικού
μια μελωδία σιγανή
αφιερωμένη στη διάθεσή μου.
Αυτή για μια στιγμή μονάχα
ανασηκώθηκε και κοίταξε˙
ύστερα αμετάπειστη και αδιάφορη
ξαναβυθίστηκε εντός μου.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

 

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Απόγευμα»

«Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατελείωτη συζήτηση στο
πεζοδρόμιο.
Τα πουλιά κελαηδούσαν, οι άνθρωποι πέρναγαν, τ’ αυτοκίνητα τρέχανε.
Στο απέναντι παράθυρο το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα και το κορίτσι του
διπλανού μας τραγούδαγε το ντέρτι του.
Φυλλοροούσε η ακακία κι ευωδίαζε το γιασεμί
και μες στην Τάπια τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι
και τα κορίτσια γύρναγαν σκοινί-
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν απο θάνατο,
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν απο τύψη,
κι εγώ τους αγάπησα πολύ τους ανθρώπους εκείνο το απόγευμα,
δεν ξέρω γιατί, πολύ τους αγάπησα, σαν ένας μελλοθάνατος.»

 
– Μίλτος Σαχτούρης, «Το πράσινο απόγευμα»

« Eκείνο το πράσινο απόγευμα
ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε καi παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα…

τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

-Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω.»

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 
-Pablo Neruda, «Σκυφτός το δειλινό»

«Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου θλιμμένα
στα ωκεάνεια μάτια σου.

Εκεί αποσύρεται και φλέγεται μέσα στην πιό ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που τινάζει τα χέρια της σα ναυαγός.

Κάνω σινιάλα κόκκινα στα μάτια σου που απουσιάζουν
και κυματίζουν σαν τη θάλασσα στα πόδια ενός φάρου.

Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου, γυναίκα μακρινή, δική μου
κι από το βλέμμα σου αναδύεται καμιά φορά η ακτή του τρόμου.

Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου τα θλιμμένα
σ’ αυτή τη θάλασσα που αναταράζει τα ωκεάνεια μάτια σου.

Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που σπινθηρίζουν όπως η ψυχή μου όταν σ’ αγαπώ.

Καλπάζει η νύχτα στη φοράδα της τη σκοτεινή
σκορπίζοντας γαλάζια στάχυα πάνω στους αγρούς.»

(Από τη συλλογή «20 Poemas de amor y una cancion deseperada»
σε μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη στο «Πάμπλο Νερούδα – Ποιήματα»)

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χρώματα περασμένου δειλινού…»

«Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιαν
ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό
στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα
σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες
περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους
άγνωστους δρόμους.»

(Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα», Νεφέλη)

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Δειλινό»

«Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.»

(Τάσος Λειβαδίτης, «Ποιήματα», Κέδρος)

 

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Πες το με ποίηση (61ο): «Απόγευμα – Δειλινό»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Δείλι στην πολιτεία

    Έτσι την ένιωσα τη θλίψη των ανθρώπων…
    …Ένα δείλι, σαν περπατούσανε σκυφτοί στο πεζοδρόμι,
    Είχανε στη μορφή τους, στις κινήσεις έναν τρόπο
    Περίλυπο, γιατί στενοί οι δρόμοι,
    Σα να τους έφραζαν, και μάκραιναν μπροστά τους,
    Μάκραιναν, σα να ‘ταν χωρίς άκρη…
    Και καθώς έσερναν βαριά τα βήματά τους,
    Από τα μάτια τους σα να ‘λειπε το δάκρυ.
    ΔΗΜ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

    Τ’ απογεύματα τ’ άδεια, Γλυκερία

    Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο…

    Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
    μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
    στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
    καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.

    Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
    μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
    θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου. Θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
    θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.

    Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
    θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: «-Τὸν Οὐράνη
    μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!…»
    Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: «-Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».

    Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
    θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
    θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!… Χτὲς ἀκόμα ζοῦσε!»
    Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.

    Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
    πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένη,
    νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
    συλλογὴν μὲ ποιήματα πολλὰ ὑποσχομένην».

    Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
    Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
    καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
    ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κι ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.

    Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
    σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
    καὶ μία Κίττυ θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
    θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα -καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.
    ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

    Δειλινό, Κώστας Θωμαΐδης

    ΔΕΙΛΙΝΟ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΥΛΛΙΟ
    I

    Παρατήρησε με προσοχή
    τα αντικείμενα που σε περιβάλλουν
    (λουλούδια, βιβλία, φωτογραφίες),
    παρατήρησε τα
    καθώς αιωρούνται νωχελικά
    μέσα στη μεταφυσική τους αθωότητα.

    Δεν είσαι βέβαιος ότι υπάρχουν
    πρέπει ωστόσο να συνεχίσεις
    να τα παρατηρείς
    για όση ώρα σου απομένει.
    «Είναι ζήτημα πίστης πλέον».

    Πότε ένα γνώριμο, βροχερό τοπίο,
    μια συγκεκριμένη σκηνογραφία,
    μεταμορφώνεται σε νέα σκέψη;
    Πότε ένας οικείος ήχος
    (κουπιών που κόβουν το ποτάμι στα δύο),
    συνθέτει στον νου μια ξένη μελωδία;

    Κάποιος ανάβει το φως.
    Κάποιος φοβάται το σκοτάδι,
    τον αναστεναγμό των φθινοπωρινών φύλλων—
    τα κατοπτρικά παιχνίδια της μνήμης.

    Ό,τι χάνεται
    διασώζεται μέσα μας
    ως αυτό που χάνεται.

    Τα χρυσάνθεμα που κρατάς στα χέρια
    δεν είναι τα χρυσάνθεμα που στα χέρια κρατάς.
    Είναι σκόνη.
    Λέξεις που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το νόημα
    αυτής της προσχεδιασμένης χειρονομίας.

    Αναγκαίας αλλά μάταιης.

    II
    Ένα άλλο βέλος ακολουθεί πάντα το βέλος του Ζήνωνα:
    αυτό που το διαπερνά και το σχίζει στα δύο.

    Επομένως ο καθένας σβήνει πάντα μόνος μέσα στο ένδοξο παρόν του
    καθώς η μέρα οδεύει αργά, αδιάφορα προς το τέλος της.

    Εσύ θα κλείσεις τα μάτια
    και θ’ αρχίσεις να ονειρεύεσαι το εξωτικό σου καταφύγιο:

    τον τόπο όπου μια καινούργια, πολύτιμη ζωή
    βρίσκεται θησαυρισμένη για σένα.

    Μπορείς ν’ αντέξεις τέτοια ανταμοιβή;
    Τόση γενναιοδωρία;

    Τ’ όνομά της διαγράφεται ακόμη στον άνεμο.

    Χάρης Βλαβιανός
    Από την ποιητική συλλογή ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ (Νεφέλη, 2003)

    Το δειλινό μιας αγάπης, Βασίλης Δημητρίου

    [Τα απογεύματα]
    της Ελένης Κοφτερού

    καθώς ξηλώνεται
    το μαλακό κουβάρι του ήλιου
    με πειθαρχία
    σχεδόν χαριτωμένη
    τακτοποιώ επιδέξια
    όλες τις πληκτικές φωνές
    Τα μάτια μου
    ξεπέφτουν
    καταποντίζονται
    στον ουρανό

    ξέρω καλά
    ότι
    δεν έχω να περιμένω
    τίποτε από εκεί

    κάποτε
    φοβάμαι
    ότι δεν θ’ αντιληφθώ
    ούτε
    τη “φονική σταγόνα της βροχής”
    που θα “σκοτώσει”
    κι αυτό το καλοκαίρι…

    Χωρίσαμε ένα δειλινό, Φλέρυ Νταντωνάκη

    Δειλινό

    Έξω κατασταλάν τα ύστερα θάμπη·
    ριγεί απαλά η ιστορία των φύλλων·
    το μάρμαρο θανατερά αίφνης λάμπει·
    λες και σ’ εγγίζ’ η θερμασιά των θρύλων.

    Ας μην ανάψουμε το φως! Μη σβήσει
    απ’ τα μάτια κάποια πάλλευκη οπτασία.
    Πλησίασέ μου αργά μη και ξυπνήσει
    το σκοτάδι που ζώνει τη[ν] καρδία.

    Έλα στο παραθύρι, πώς βουλιάζει
    το σύννεφο αμίλητο να δούμε,
    τη νυχτερίδα τη[ν] πνοή που αρπάζει·

    και κει βαθι’ ας δακρύσουμ’ έν’ αστέρι
    τον όρκο χείλη χείλη που θα πούμε
    κι ο Θεός να τον ακούσει που μας ξέρει!
    ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

    Την ώρα που κοιμάσαι τ’ απογεύματα, Πρωτοψάλτη

    ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ, απόσπασμα

    Να βλέπεις πως ο θάνατος είναι ύπνος, το δειλινό
    ένα χρυσάφι μελαγχολικό, αυτή είναι η ποίηση
    η αθάνατη κι ασήμαντη. Μα η ποίηση
    ξανάρχεται σαν την αυγή και σαν το δειλινό.

    Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, εισαγωγή, ανθολόγηση, μετάφραση, σημειώσεις Δημήτρης Καλοκύρης, Πατάκης 2014

    • Ciao, Aggeliki!… Καλή εβδομάδα!… Ευχαριστώ!

      -«Κυριακή απόγευμα»- Βασίλης Λέκκας…

      -Κική ΔΗΜΟΥΛΑ, «Κυριακή απόγευμα»

      Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:
      Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
      να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
      Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
      σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
      Όταν προχώρησα στο ιπλανό δωμάτιο
      κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».
      Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
      μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
      για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.
      Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές
      όταν τα θέματα σουρούπωναν
      κι ονόμασα τα μάτια σου
      «καθημερινά απογεύματα»
      κι όλον εσένα Κυριακή
      που είναι μπάντα δύσκολη.
      (Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

      -«Βροχερό δειλινό…» – Στ. Σπανουδάκης…

      -Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «Λυπημένα δειλινά»
      «Στῆς γειτονιᾶς τῆς φτωχικῆς
      γυρίζει ὁ νοῦς μου τὰ στενά,
      τὰ λυπημένα δειλινὰ
      στοχάζομαι τῆς Κυριακῆς.

      Μέσα στὴν κόκκινη ἀντηλιὰ
      τὸ μαραμένο θηλυκὸ
      δίχως ἐλπίδα καὶ μιλιὰ
      ποτίζει τὸ βασιλικό.

      Κανεὶς διαβάτης δὲν περνᾷ,
      κανένα αὐτὴ δὲν καρτερεῖ
      ποὺ στὸ μπαλκόνι ὀρθὴ φορεῖ
      τὸ γιορτινό της τὸ γκρενᾶ.

      Σὰ μοῖρα κάθεται μία γριά.
      Στὸ φῶς μιᾶς πόρτας ρημαδιοῦ
      μακραίνει ὁ ἴσκιος τοῦ παιδιοῦ…
      Καμπάνα ἀκούγεται μακριά…

      Στὸ σύννεφο τὸ βυσσινὶ
      θὰ πέσει ὁ ἥλιος νὰ κρυφτεῖ.
      Ψαλμὸς ἀκούγεται ἡ φωνὴ
      τοῦ τελευταίου πραματευτῆ.

      Ὅλα σταμάτησαν ἐκεῖ.
      Ἀργεῖ πολὺ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βραδιά…
      Πῶς ἔχω τὴν ψυχὴ βαριά,
      Τὸ δειλινὸ τὴν Κυριακή!»
      (ἀπὸ Τὰ θεῖα δῶρα)

  2. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

    Ή μάλλον γιά νά `μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
    αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—
    απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα
    τίς θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα
    η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
    πόλη ήταν ακαλαίσθητη
    καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι
    πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.
    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    Τα δειλινά, Μοσχολιού

    Κυριακή απόγεμα

    Παραθαλάσσιο κέντρο
    Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
    Μουσική χειροκροτήματα
    Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
    Τα παιδιά τρέχουν
    Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
    Τραγούδια
    (Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)
    Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
    Βραδιάζει
    Οι εκδρομείς επιστρέφουν
    Με λουλούδια
    Με λιοκαμένα πρόσωπα
    Χαρούμενοι
    (Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)
    Άγγλοι αντιπαθητικοί
    Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
    Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
    Άλλος και φεύγουμε!
    Λάμπες ασετυλίνης
    Οι δρόμοι αδειάζουν
    Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
    Λαχανιασμένοι ψίθυροι
    (Νιώθουμε ξένοι
    Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)
    Ποιος θα μας σώσει
    Ποιος θα μας ξεκουράσει
    Κατά πού να γυρίσουμε
    (Είμαστε νικημένοι
    Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

    Κλείτος Κύρου
    Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) [πρώτη δημοσίευση του ποιήματος στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, τ. 17/31.8.19145]

    ΑΡΛΕΤΑ – ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΠΟΓΙΟΜΑ

    τις Κυριακές το απόγευμα

    Και ξαφνικά το απόγευμα της Κυριακής
    Με πιάνει μια αδέσποτη λύπη
    Γιατί τι άλλο είναι
    Αυτό το παρδαλό σκυλί
    Που γλείφεται από το πρωί στα πόδια μου
    Και που δεν νοιάζεται για τα ψέματα
    Για τις μεγάλες υποσχέσεις
    Για τις κραυγές των ειδήσεων
    Αλλά γαυγίζει αλλόκοτα
    Μες στης αργίας την αβάσταχτη νωθρότητα
    Καθώς μουδιάζω ολόκληρη
    Από μία και μοναδική αλήθεια

    Γιατί είσαι αλήθεια καθολική
    Μες στα ψέματα που σε χλομιάζουν
    Απρόβλεπτη λύπη
    Σαν της Κυριακής το απόγευμα
    Απαστράπτον δέος
    Που σιχτιρίζει το βέβαιο
    Κι ας αιωρείται το σύνηθες
    Και ας αντιδρούν τα λόγια
    Κι ας ξεβολεύονται οι σκέψεις
    Ολόκληρη την εβδομάδα

    Εγώ για σένα πάντα έτσι θ’ αλυχτώ
    Τις Κυριακές το απόγευμα

    Τζούλια Φορτούνη
    από τη συλλογή Φυσικό αντίδοτο, 2013

    Απόγευμα της Κυριακής, Β. Παπακωνσταντίνου

    Κωνσταντίνος Μάστρακας – Η 25η ώρα

    Ὁ χρόνος εἶχε κάποτε εὐρυχωρία.
    Δικά μου πρωϊνά ποὺ δὲ μοῦ τά ‘παιρνε κανείς,
    πάμφωτα μεσημέρια ποὺ μὲ βασάνιζε ἡ ὑποχρέωση
    ἄθελου ὕπνου, γεμάτα ἀπογεύματα,
    καὶ νύχτες ἔνυπνες, ἐνόνειρες.
    Σιγά – σιγά, ἄρχισαν νὰ μὲ κλέβουν.
    Μοῦ ζήτησαν κάποια μικρὴ ἐξυπηρέτηση.
    Ἁπλόχερα τὴν ἔδωσα. « Ἔχετε λίγη ὥρα γιά…»
    «Θὰ σᾶς ἀνταμείψω..»
    Δὲ μ’ ἔνοιαζε ἡ άνταμοιβή, ἡ ἀνταπόδοση.
    Ἔδωσα ὧρες ἀφειδόλεφτα , ἔδωσα πρωϊνά,
    ἔδωσα μεσημέρια, ἀπογεύματα,
    νύχτες ἀτέλειωτες κι ἄλλες νύχτες,
    μέρες ἀτέλειωτες κι ἄλλες μέρες•
    ὅταν τέλειωσε ὁ χρόνος ἔδωσα τόπο στὴν ὀργή,
    ἔδωσα τὰ σπλάχνα μου, τὸ σῶμα μου,
    ἔφτασα στὴν τελευταία μου στιγμή•
    ἐκεῖ μὲ περίμενε ὁ ἄγνωστος ἀνταποδότης.
    «Πάρε» – εἶπε- «τριάντα δικές μου ὧρες
    πολλαπλασίασέ τες καὶ ἆρον τὸν κράβατόν σου».
    Ἐπέζησα καὶ μετεωρίζομαι.
    Δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε ἄλλο.
    Ἔχω συνηθίσει νὰ δίνω.
    Δίνω λοιπὸν ὅ,τι ἐλάχιστο ἀπέμεινε.
    Δίνω κι ἀναζητῶ ἀπεγνωσμένα
    τώρα ποὺ στένεψε ἀσφυκτικὰ ὁ χρόνος
    τώρα ποὺ χάθηκαν καὶ οἱ εἰκοσιτέσσερις,
    τὴν εἰκοστὴ πέμπτη μου ὥρα•
    τῆς Ἀλήθειας.

    Τ΄απογεύματα τ΄αδεια, Γλυκερία

    Τα απογεύματα

    Η λεμονιά στο μπαλκόνι
    κυοφορεί μιαν ανάλαφρη αίσθηση
    σε απαλό μυρωδάτο κίτρινο.
    -Υψηλή η μαιευτική τέχνη τ’ απογεύματα-
    Ο σπίνος παραπλεύρως
    σαν ιππότης άπαρτων κάστρων
    μονοπωλεί τη δεσποινίδα Μαίρη,
    που προσθέτει πάντα ένα κουταλάκι μέλι στο τσάι της
    εξερευνώντας τα φύλλα που γλείφουν
    το κάγκελο της βεράντας.
    Έτσι ωριμάζουν οι ώρες
    μέχρι τα βαθύτερα σκοτάδια
    μέχρι οι σκέψεις να πέσουν ανάσκελες
    εξαντλημένες απ’ το γνέσιμο
    ως τη γόνιμη στιγμή,
    υπερχειλισμένη από φως,
    τσιμπάει ο σπίνος το λεμονάκι
    και γεννιέται άρωμα.
    (Γεσθημανή Σιδερίδη)

    Κάποιο δειλινό, Σώτος Παναγόπουλος

    ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ
    Τον τελευταίο καιρό τρέχω με ξένες νύχτες.
    Κυλούν με ασημένιες ρόδες προς το Χάος.
    Δεν οδηγώ τις μέρες μου.
    Τις βρίσκω βαρετές.
    Τα απογεύματα θέλουν καινούργια αμορτισέρ.
    Τόσες πινακίδες να προειδοποιούν για διάβαση πεζών
    κι ούτε ένα πρόστιμο για ιλιγγιώδη ποίηση.

    και

    τ’ απογεύματα κάθομαι στο παράθυρο και κοιτάζω
    ν’ ανάβουν ένα ένα τ’ άστρα
    έτσι έμαθα την πικρή μοίρα των θνητών.
    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (απόσπασμα)

    • Ciao, Aggeliki!… Grazie mille!!!…

      «Είναι κάτι δειλινά» – Δ. Μητροπάνος…

      -«…Περνάει εμπρός μας η μέρα
      σημάδι φωτεινό.
      Και πάντα έτσι μας βρίσκει
      απάντεχο από πέρα
      βαρύ το δειλινό.

      Το φως σου θα στερέψεις
      ελπίδα μας χρυσή
      θα σε σιμώσουν οι ήσκιοι
      κι έτσι μοιραία θα γνέψεις
      στο δειλινό και σύ…»
      (Μαρία Πολυδούρη)

      -«Απόγευμα»

      Απόγευµα.
      Ο ήλιος προς τη δύση.
      Χαράζω κύκλους γύρω µου
      Να µε ξανάβρω
      Τώρα που γαληνεύει.

      Λάθος πυξίδες
      Και δωρεάν αισθήµατα αφειδώς.
      Χίµαιρες,
      Κατά παραγγελίαν όνειρα
      Και αυταπάτες.
      Μεγάλες επενδύσεις σε ανθρώπους
      Και επτώχευσα.

      Ούτε η εξοµολόγηση
      Με φίλεψε µε θαύµα.
      Και χάθηκα
      Και µ’έχασα.

      Απόγευµα.
      Αρχίζει η παράσταση για δύο
      Καλησπερίζω τη µοναξιά.
      (Χρήστος Κ. Λορέντζος )

      -Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Δειλινό»

      «Αγγιγμένη απ’ τους ίσκιους των νεκρών
      στο χορτάρι όπου μια μέρα ξεψυχάει
      η αρλεκίνα γυμνή βγαίνει και κοιτάει
      το κορμί της στον καθρέφτη των νερών

      Παρεκεί ένας τσαρλατάνος βραδινός
      τα παιγνίδια που θα κάνουν διαφημίζει
      ο άχρωμος απ’ άκρη σ’ άκρη ουρανός
      άστρα σαν το γάλα ώχρά γεμίζει

      Ο χλωμός ο αρλεκίνος μ’ ευθυμία
      πρώτα-πρώτα χαιρετάει τους θεατές
      μάγους που ‘χουν έρθει από τη Βοημία
      μερικές νεράιδες και τους γητευτές

      και κατόπιν ξεκρεμώντας έν’ αστέρι
      με το τεντωμένο του το παίζει χέρι
      ενώ κάποιος κρεμασμένος ρυθμικά
      με τα πόδια του τα κύμβαλα χτυπά

      το όμορφο παιδί η τυφλή κουνάει
      η ελαφίνα με τα ελάφια της περνάει
      βλέπει ο νάνος με το βλέμμα του θολό
      τον τρισμέγιστο αρλεκίνο πιο ψηλό.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: