Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (60ο): «Πατέρας» (40+3 ποιήματα για τον πατέρα)…

 

-Σέιμους Χήνι, [Ο αγρότης πατέρας μου]

“Ο πατέρας μου δούλευε με άλογο τ’ αλέτρι
οι ώμοι του φούσκωναν σαν ανοιχτά πανιά
ανάμεσα στις λάμες και τ’ αργασμένο χώμα.
Τα άλογα τεντώνονταν με της γλώσσας του το πρόσταγμα.

Πεπειραμένος. Έστηνε το φτερό
και ταίριαζε τη λαμπερή ατσάλινη λάμα.
Ο χορτόπλινθος κυλούσε χωρίς ποτέ να σπάει.
Στην ξερολιθιά, μ’ ένα μόνο τράβηγμα

στα χαλινάρια κι η ιδρωμένη παρέα έκανε στροφή
και πίσω πάλι στο χωράφι. Το μάτι του
μισόκλεινε και κάρφωνε τη γη μ’ ακρίβεια
σχεδιάζοντας το όργωμα σαν χάρτη.

Σκόνταφτα στα χνάρια του, σημαδεμένος από σόλες καρφωτές
έπεφτα καμιά φορά πάνω σο γυαλισμένο χορτόπλινθο
κι άλλη φορά με σήκωνε στην πλάτη
όπως βούταγα και σηκωνόμουνα πάνω από το μόχτο του.

Ήθελα να μεγαλώσω να οργώσω
να κλείσω το ένα μάτι, να τεντώνω το μπράτσο.
Το μόνο που έκανα ποτέ ήταν να τον ακολουθώ,
χωμένος στη φαρδιά σκιά του, πάνω κάτω στο κτήμα.

Ήμουνα βάσανο, όπως σκόνταφτα, έπεφτα,
κλαψούριζα συνέχεια. Όμως σήμερα
είναι ο πατέρας μου που στραβοπατάει
είναι πίσω μου και δε λέει να φύγει.”
(Σέιμους Χήνι, «Τα ποιήματα του βάλτου»)
-Ηλίας Σιμόπουλος, «Ο πατέρας μου»

«Κάποτε ο πατέρας μου
όργωνε τη γη
φυτεύοντας την ελπίδα

Σε κάθε αυλακιά
που άνοιγε το υνί
οι λέξεις ξεπετιούνταν
όπως οι παπαρούνες την άνοιξη
Τώρα
στο πλατύ χωράφι της ποίησης
πριν τις φυτέψω
οι λέξεις μαραίνονται
όπως τα φύλλα του φθινοπώρου.»
(Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης)

 

-Τόλης Νικηφόρου, «Καταγωγή»

«Τι νάχει απογίνει ο πατέρας
ατμός θαλασσινού νερού
κι ύστερα σύννεφο που ταξιδεύει ανατολικά
αφράτο χώμα μήπως
της γλάστρας στο περβάζι
λουλούδι που ανθίζει
αλλάζει χρώμα και μαραίνεται
ή μήπως άγγιγμα
εκεί που δεν υπάρχει χέρι
δάκρυ αλμυρό
εκεί που δεν υπάρχει μάτι
σπάνια χαμόγελο
που διαγράφεται αχνό στην πρωινή ομίχλη

σε ξένη χώρα γύρισε ο πατέρας
σε χώρα άγνωστη μα και παράξενα οικεία
κει που πηγάζει απρόσιτο το φως
και μεταγγίζεται στο βλέμμα των παιδιών
και μέσα σε οδυνηρή διαφάνεια
μου γνέφει»
(Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης)

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Πάλι ο πατέρας μου»

“Απόψε είδα πάλι τον πατέρα μου.
Τριαντατρία χρόνια πεθαμένος
και δεν κουράστηκε να μ’ επισκέπτεται.

Φορούσε το καπέλο του πως θα ταξίδευε.

Η μητέρα μου μπάλωνε στη γωνιά.
«Κάτσε», του λέει, «πού ήσουνα»”.
(Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης)

 

-Ανέστης Ευαγγέλου: Υπεραστική συνδιάλεξη

«Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.

Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.

Και -να μην
το ξεχάσω- και πεντέξι δίσκους
φωναγράφου μ`εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και που να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ` ουρανού.»
(Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης)

 

-Δημήτρης Αλεξίου, «Στον πατέρα μου»
«Σαν γυρνούσες τη σχόλη
χωρολόγος τάχα
ο κόρφος σου ήταν γεμάτος
πρωτάχλαδα κι αυγόσυκα
σταφύλια με κρουστές ρώγες
από τσαμπουρολόγημα στ’ αμπέλια
(μας έλεγες ψέματα πατέρα)
μύγδαλα ο κούκος σου ολόγιομος
στο χέρι ένα μάτσο χλωρά ρεβίθια
πρόβαλες στο ρουμάνι το βράδυ βράδυ
μισός κλαρί μισός κρασοπουλιό
γελαστός με ανάλαφρη περπατησιά
μύριζες ρείκι, θυμάρι, πατερίλα
απόσταγμα της γενιάς σου
δημιούργημα του καιρού σου.
Υστερότερα όταν σκοτείνιαζε
στον απέραντο θόλο της σκέπης μας
η εκτυφλωτική αστροφεγγιά χάραζε
τις καμπύλες των βουνών και των δέντρων
τότε μας έδειχνες την Πούλια
τον ποταμό του Ιορδάνη, το Άστρι
κι όλα τα σημαδιακά αστέρια
έχοντας τη σιγουριά των προπάππων σου
που με άθιχτο το μαχαίρι στην τσέπη τους
παραμέριζαν μ’ ένα μακρύ ραβδί
κάθε εμπόδιο στην ατραπό της ζωής.»
(Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης)

 

*Τα υπόλοιπα ποιήματα στα σχόλια…

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (60ο): «Πατέρας» (40+3 ποιήματα για τον πατέρα)…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς

    Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα.
    Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
    Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
    – Είσαι καλά; Του λέω.
    – Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.
    – Άντε, στην υγειά σου, είπε.
    Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
    – Δεν πίνεις; Ρώτησα.
    – Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω….
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

    Σιωπηλές Αντιχήσεις

    Ο πατέρας μου έχασε την ακοή του
    αμέσως αφού συνταξιοδοτήθηκε
    ή μάλλον παραιτήθηκε απ’ αυτή.

    Στην αρχή η ακοή του έγινε
    επιλεκτική όπως ταιριάζει
    στους άντρες κάποιας ηλικίας
    αλλά με τον καιρό έχασε εξολοκλήρου
    το ενδιαφέρον για ακρόαση και
    τα αυτιά του ξέχασαν πώς να ακούν.
    Τύλιξε τον εαυτό του στη σιωπή
    σαν σε παλιό πάπλωμα
    για να προστατευτεί από μας
    κι από τη βίαιη εισβολή μας με λέξεις.

    Τις Κυριακές καθόμουν μαζί του
    και ταΐζαμε κύκνους στη
    λιμνούλα έξω από το άσυλο

    Από μακριά είμαι σίγουρος
    ότι φαινόμασταν σα γέρικο ζευγάρι
    που δεν έχει τίποτε άλλο να πει και
    καμία επιθυμία να το πει
    κάτι που δεν απείχε από την αλήθεια.
    JIM MURDOCH

    Ο πατέρας

    Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός
    Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του
    Κάτω απ’ τη μαύρη του τραγιάσκα
    Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του

    Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ
    Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου
    Με τα ηλιοψημένα χείλια του
    Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο
    Κάτω απ’ την κληματαριά της αυλής

    Αψηλός και δυνατός ήταν
    Κι όταν με σήκωνε αψηλά
    Με τ’ ατσαλένια μπράτσα του
    Δεν φοβόμουν καθόλου
    Όπως κι εκείνος δεν φοβόταν
    Ούτε τη ζωή του
    Ούτε το θανατό του :
    Περνούσε με το τρένο του
    Σφυρίζοντας
    Μέσ’ απ’ τις σκοτεινές
    Τις στοιχειωμένες σήραγγες
    Και τις νικούσε

    Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου
    από τη συλλογή Θαλασσινό ημερολόγιο, 1981

    Dear father, Neil Diamond

    Μπαμπάς

    Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις
    πια, μαύρο παπούτσι
    που μέσα σου έζησα σαν πόδι
    τριάντα χρόνια, κάτασπρο και φτωχό,
    χωρίς να τολμώ να ανασάνω ή να φταρνιστώ.

    Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.
    Πέθανες προτού προλάβω —
    ασήκωτος σαν μάρμαρο, ένα τσουβάλι γεμάτο Θεό,
    αποτρόπαιο άγαλμα με ένα δάχτυλο ποδιού μελανό
    μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

    και το κεφάλι στον φρικτό Ατλαντικό
    όπου η βροχή βάφει πράσινο το κυανό
    στα νερά έξω απ’ το όμορφο Nauset.
    Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
    Ach, du.

    Στη γερμανική γλώσσα, στην πολωνική πόλη
    που ισοπέδωσε ο οδοστρωτήρας
    του πολέμου, του πολέμου, του πολέμου.
    Όμως το όνομα της πόλης είναι κοινό.
    Η Πολωνέζα φίλη μου

    είπε πως υπάρχουν ντουζίνες δυο
    κι έτσι ποτέ δεν μπόρεσα να βρω
    το ίχνος σου, τη ρίζα σου
    ποτέ δεν μπόρεσα αυτά που ήθελα να σου πω.
    Η γλώσσα μου κολλούσε στον ουρανίσκο.

    Κολλούσε σε θηλιά από σύρμα αγκαθωτό.
    Ich, ich, ich, ich.
    Λέξη δεν μπορούσα να αρθρώσω σχεδόν.
    Εσένα έβλεπα σε κάθε Γερμανό.
    Κι η γλώσσα αισχρή

    μια ατμομηχανή, μια ατμομηχανή
    σαν να ήμουν Εβραία μ’ έπαιρνε μακριά από δω.
    Μια Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
    Άρχισα σαν Εβραία να μιλώ.
    Εβραία πως θα ‘μαι θαρρώ.

    Τα χιόνια του Τιρόλου, η κρυστάλλινη μπίρα της Βιέννης
    ούτε το ‘να ούτε τ’ άλλο απόλυτα καθαρό ή αληθινό.
    Με την τσιγγάνα προγιαγιά μου το αλλόκοτο μου ριζικό
    και τα χαρτιά μου τα ταρό και τα χαρτιά μου τα ταρό
    λιγάκι Εβραία πως είμαι θαρρώ.

    Πάντα σε φοβόμουν εγώ,
    με τη Lufrwaffe σου, τ’ αλαμπουρνέζικά σου.
    Το μικρό σου το μουστάκι
    και το άριο μάτι σου, γαλάζιο φωτεινό.
    Panzer-man, Panzer-man, αχ Εσύ —

    δεν είσαι Θεός παρά σβάστικα μαύρη
    που κρύβει ολόκληρο τον ουρανό.
    Όπως όλες οι γυναίκες έναν φασίστα αγαπώ,
    την μπότα στο πρόσωπο, την κτηνώδη
    κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν εσένα.

    Στέκεσαι στον πίνακα, Μπαμπά,
    στη φωτογραφία που κρατώ,
    δεν έχεις δίχηλη οπλή παρά πιγούνι σχιστό
    κι όμως διάβολος είσαι σωστός
    είσαι ο άντρας ο σκοτεινός

    που την όμορφη κόκκινη καρδιά μου έσκισε στα δυο.
    Όταν σ’ έθαψαν ήμουν δέκα χρονών
    και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
    για να έρθω πίσω, πίσω σε σένα.
    Και στα κόκαλα ακόμη θα μπορούσα να αρκεστώ

    μα με ανάγκασαν όρθια ξανά να σταθώ
    και με κόλλα με συναρμολόγησαν.
    Κι έπειτα βρήκα ποιο ήταν το σωστό.
    Έφτιαξα ένα μοντέλο με σένα ολόιδιο
    έναν άντρα με μαύρα και βλέμμα Meinkampf

    και μια κλίση στον πόνο και το μαρτύριο.
    Και τον παντρεύτηκα δίχως δισταγμό.
    Κι έτσι μπαμπά, μπορώ τώρα τέλος να πω.
    Το μαύρο τηλέφωνο ξερίζωσα απ’ την πρίζα
    κι οι φωνές δεν θα έρπουν πια ως εδώ.

    Τι να σκοτώνεις έναν άντρα, τι δυο —
    τον βρικόλακα που παρίστανε εσένα
    και ολόκληρη χρονιά μού ρουφούσε το αίμα
    εφτά χρονιές, αν θες να μάθεις.
    Μπαμπά, τώρα πια μπορείς ν’ αναπαυθείς.

    Στην μαύρη σου καρδιά είναι μπηγμένο ένα παλούκι χοντρό
    ποτέ δεν σε χώνεψε το χωριό.
    Επάνω σου έστησαν τώρα χορό.
    Σε είχαν καταλάβει απ’ την αρχή.
    Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, μπορώ τώρα τέλος να πω.
    (Σύλβια Πλαθ, 2012, Άριελ, μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου & Ελένη Ηλιοπούλου, σελ. 107. Εκδόσεις Μελάνι)

    ένα άτιτλο ποίημα της Ελένης Κοφτερού
    του μπαμπά μου

    Αγαπημένε μου
    το ξέρω πως αν δεν έχεις βρει εκεί πάνω
    μια αξιοπρεπή δανειστική βιβλιοθήκη
    στυφή η ανία σου
    από τον θάνατο πιο ανυπόφορη

    τα βιβλία σου να ξέρεις
    πως εγώ ήθελα μαζί σου να τα στείλω
    όμως δεν μ’ άφησε ο παπάς
    κι οι συγγενείς μ’ αγριοκοίταξαν
    και μίλησε το βλέμμα:
    «Είσαι τρελή θα γίνουμε ρεζίλι! »

    Σήμερα δυσανασχετώ
    και εξοργίζομαι
    μ’ αυτά τα ισχνά
    -τα κλοτσοσκούφια των ανέμων-
    τ’ αδύναμα καντήλια
    πώς να διαβάσεις δυο αράδες
    ακόμη κι αν οι μάγοι απόψε
    τρία βιβλία θα σου φέρουν;

    Ο πατέρας νέος

    Σαφώς μικρότερός μου αλλά σεβάσμιος.
    Αφού το μέλλον που ατενίζει
    Με το μάτι γελαστό
    Ήδη το έζησα εν μέρει. Το ανάλωσα
    Μαζί μ’ εκείνον και τον τρόμο του επικείμενου
    Να μπαινοβγαίνει ως κατοικίδιο
    Στο σκοτάδι.

    Πόσα μπορεί να οσμιστεί
    Μια νεαρή φωτογραφία που ναρκισσεύεται;
    Σας λέω, ελάχιστα. Ούτε τη μύτη της δε βλέπει.
    Όχι ένα ποίημα
    Που να δακρύζει απάνω της
    Σ’ εξήντα χρόνια δρόμο.
    (Αλλά σκεφτείτε το:
    Αν είναι αλήθεια δυνατόν
    Εξήντα χρόνια αργότερα να υπάρχουνε
    Ακόμη δάκρυα και ποιήματα! Ε, όχι).
    Φωτογραφία στιγμής που επωμίστηκε
    Δεκαετίες ολόκληρες βλεμμάτων; Κι αν διασώθηκε
    Το γελαστό δικό του βλέμμα μιας στιγμής
    Γιατί να υπέθετα
    Πως ήταν σίγουρα για μένα; Υπεκφυγή
    Κι αμηχανία μπρος στη φάκα του φακού
    Πιο σίγουρα.
    Στη φάκα
    Του φακού.

    Σαν ποίημα,
    Που όλο γλιστράει
    Στην άκρη
    των δακρύων.
    (Αντώνης Φωστιέρης
    από τη συλλογή Πολύτιμη λήθη, 2003)

    Ιερεύς του Σεραπίου

    Τον γέροντα καλόν πατέρα μου
    τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα •
    τον γέροντα καλόν πατέρα μου θρηνώ
    που πέθανε προχθές, ολίγο πριν χαράξει.

    Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα
    της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ
    εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον,
    εις κάθε σκέψι είν’ η προσπάθεια μου
    η καθημερινή. Κι όσους σε αρνούνται
    τους αποστρέφομαι._ Αλλά τώρα θρηνώ•
    οδύρομαι, Χριστέ, για τον πατέρα μου
    μ’ όλο που ήτανε – φρικτόν ειπείν –
    στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς.
    (Κ. Π. Καβάφης)

    οι αριθμοί

    «Μάθε επιτέλους να μετράς»,
    από παιδί του φώναζε ο πατέρας
    κι αυτός προσπαθούσε τόσο
    που όταν ο πατέρας πέθανε
    έσκυψε πάνω απ’ το φέρετρο
    και του ‘πε
    «Πέθανες στις τρεις και τέταρτο ακριβώς.
    Ζύγιζες εβδομήντα έξι κιλά.
    Ως ώρας έκλαψα δώδεκα λίτρα δάκρυ.
    Απέχεις τετρακόσια είκοσι μέτρα από το μνήμα.
    Σου έφεραν εξακόσια δεκαοχτώ γαρύφαλλα.
    Είδες πατέρα; Τα υπολόγισα όλα»
    και τον κοίταξε για τελευταία φορά.
    Με μια λύπη

    αμέτρητη.

    (Αντιγόνη Βουτσινά
    από τη συλλογή Το λάθος ποίημα, 2012)

    Πατέρας και γιος, Πασχάλης

    ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

    Κάθεται μόνος
    και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
    Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
    κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
    σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
    και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
    Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
    και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
    Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

    Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
    δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
    Στην τηλεόραση χιονίζει,
    το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
    και στις παλιές φωτογραφίες,
    γνώριμα μάτια των νεκρών,
    που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
    Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
    και μόνο το δικό της βλέμμα
    έρχεται από τα περασμένα.

    Κοντεύουνε μεσάνυχτα
    και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
    Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
    ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
    δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
    η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
    μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
    Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
    μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

    Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
    γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
    με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
    Μένει στα δάχτυλα το λάδι
    αλλά το χάδι χάνεται.
    Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
    με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
    πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
    στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
    που τον παραμονεύει αθέατος
    αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
    πότε μια λάμψη κάνης,
    πότε μια κίνηση στις κουμαριές
    κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
    Ξέρει καλά ότι κρατάει
    μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
    γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
    Όταν αποφασίσει να του ρίξει
    δε θα προλάβει πάλι να τον δει
    πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

    Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
    και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
    πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
    Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
    ένας πατέρας που του έτυχε
    σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
    και να του πω μια ιστορία
    για να τον πάρει ο ύπνος.

    Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

    Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
    πάρε και τον πατέρα• απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
    σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
    εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
    στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

    Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
    και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
    άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
    από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
    στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
    πως είναι πεθαμένη.

    Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
    πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
    παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
    μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
    ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
    να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
    που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
    να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
    να παρηγορηθούνε.
    ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

  2. Ciao, Aggeliki!… Η «Γιορτή του πατέρα» σήμερα γι αυτό και το αφιέρωμα…Μια ημέρα αφιερωμένη στον «αδικημένο» του οικογενειακού εορτολογίου, καθώς το παιδί και η μάνα έχουν την προτεραιότητα…
    Ωραιότατα τα «δώρα» σου και σ’ ευχαριστώ πολύ!!!

    -Τάκης Βαρβιτσιώτης, «Πέθαναν πρώτα τα λουλούδια»

    Εἰς μνήμην

    «Πέθαναν πρῶτα τὰ λουλούδια κι ὕστερα πέθανες ἐσύ, πατέρα.

    Ἄφησες μόνο τὸ ἕνα σου χέρι νὰ μείνει γιὰ λίγο μαζί μας
    Μετέωρο, λυπημένο, σὰν ἕνα κλωνάρι ἀμυγδαλιᾶς ποὺ ξεράθηκε.

    Ἄφησες μόνο τὸ ἕνα σου χέρι γιὰ νὰ χαϊδέψει λίγο ἀκόμα τὸ φῶς,
    Γιὰ νὰ ζεστάνει μὲ τὸ τελευταῖο αἷμα τὴν παγερή μας νύχτα.

    Πές μου, λοιπόν, πές μου τώρα ποὺ τ’ ὄνομά σου
    Τριγυρίζει ἀνάλαφρο πάνω στὰ χείλη μας.
    Πιὸ ἤρεμο, πιὸ φωτεινό, πιὸ μυστικὸ –μιὰ καθαρὴ μελωδία–
    Ποῦ τάχα βρίσκεται τὸ κοριτσάκι αὐτὸ ποὺ λέγεται χαρὰ
    Καὶ ποὺ τὸ κουβαλοῦν τὰ κύματα ἐπάνω στὸν ἀφρό τους.
    Ἢ ποῦ ἀναδύεται ὅλο γελώντας, γυμνό, μέσ’ ἀπὸ ἕνα κοχύλι;

    Πότε θὰ πᾶμε νὰ κλαδέψουμε ξανὰ τὶς τριανταφυλλιὲς τῆς μέρας;
    Μὰ δὲ σ’ ἀκούω καθόλου νὰ μιλᾶς…
    Ἀπάντησέ μου, μίλησέ μου ἐπιτέλους δίχως λόγια.
    Ὅπως μιλάει ἡ θάλασσα στὴν πιὸ γαλήνια ὥρα της.
    Ὅπως μιλάει ἡ αὔρα στὰ φύλλα τοῦ δέντρου.
    Ὅπως μιλάει τὸ σύννεφο στὴν πιὸ γαλάζια του ἀδερφή.
    Ὅμως καὶ πάλι δὲ σ’ ἀκούω νὰ μιλᾶς.

    Μόνο τὸ χέρι σου, ποὺ μένει ἀκόμα ἐκεῖ,
    Μετέωρο, λυπημένο, συμμαζεμένο στὴν ὕστατη χλωμάδα του
    Κι ἀδιάκοπα μᾶς παρακολουθεῖ σὰν ἕνα συμπονετικὸ χαμόγελο,
    Σὰν ἒν’ ἀστέρι μοναχικὸ μέσ’ ἀπὸ τὴ νυχτερινὴ ὁμίχλη.
    Ὅμως ὄχι, δὲ θέλω τίποτα πιὰ ν’ ἀκούσω.
    Ἔμαθα τώρα τὸ βαθύ σου μήνυμα δίχως ποτὲ νὰ μοῦ μιλήσεις,
    Δίχως σημάδια περιττὰ καὶ ὑπονοούμενα.
    Μὲ τὴν ἀμείλικτή σου ἁπλότητα ξέρω τί θέλεις νὰ μοῦ πεῖς.»
    (Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης)

    *Και κάτι ακόμα του Σιμόπουλου:

    -Ηλίας Σιμόπουλος, «Ιερή Μνήμη»

    Πατέρα μου αγρότη
    πως τα ήξερες όλα.
    Ν’ ανασταίνεις παιδιά
    να φυτεύεις να σπέρνεις
    να ποτίζεις τη γη να μιλάς
    με τ’ αρνιά με τα δέντρα
    ν’ ακούς την ανάσα του χόρτου
    να γυρνάς
    φορτωμένος τα βράδια στο σπίτι
    να σκορπάς τη χαρά και το γέλιο.

    Δεν έγραψες στίχους εσύ.
    Και ποτέ μου
    Δε θ’ άλλαζα εγώ
    με τ’ αλέτρι την πέννα.

    Μ’ απ’ τους δυο μας πατέρα
    ποιητής μόνο εσύ ‘σουν!
    («Τεκμήρια»)

  3. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Α, ναι;
    Δεν έχω πάρει είδηση, γιατί δεν πιστεύω στις λογής-λογής ημέρες γιορτής. (Η καθημερινότητα μου πάει γάντι.)
    Ποιήματα για τον πατέρα υπάρχουν πολλά και πολύ ωραία. Όχι απαραίτητα γραμμένα από γνωστούς ποιητές. Η αίσθηση της απώλειας όμως είναι κοινή για όλους.
    Συνήθως δεν εκτιμάμε όσους (και όσα) έχουμε. Καταλαβαίνουμε την αξία τους , όταν τους χάσουμε.

    1. Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα
    χορεύει φρέσκια μέσα μου
    η απώλεια χέρι χέρι με τη μνήμη.
    […]
    Μου λείπεις, δεν ξέρω τι άλλο να σου πω.
    Ευχαριστώ και συγνώμες εμείς δεν είχαμε ποτέ.
    Ότι είμαι εσύ, μόνο που εσύ δεν είσαι πια,
    και δεν είναι
    πως δεν σηκώνομαι κάθε φορά που πέφτω
    είναι που απλώς καμιά φορά
    δεν ξέρω κατά που να πάω …
    (ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ) ΑΝΝΑ ΝΙΑΡΑΚΗ

    2. Ενύπνιον ’88

    Ήρθε ο πατέρας μου τη νύχτα
    και με φώναξε.
    μαθαίνω πράγματα, μου λέει,
    και φοβούμαι,
    να πληρώνεις το νοίκι σου και τα κοινόχρηστα
    και τα άλλα,
    όπως συμφώνησες.
    μα πατέρα, του λέω,
    εδώ δεν είναι το σπίτι μου, είναι η φυλακή
    δεν το βλέπεις;
    Κι αυτή δεν είναι η βρύση που στάζει,
    είναι η ζωή μου
    που στραγγίζει σταγόνα σταγόνα.
    Το ξέρω, μου λέει,
    αλλά και συ το ήξερες και υπόγραψες
    και τώρα οφείλεις να πληρώσεις,
    όπως όλοι μας.
    (Χρίστος Ρουμελιωτάκης)

    3. Ντυμένος επίσημα

    Ο τάφος του πατέρα
    είναι στο χωριό.

    Κάθε φορά που βρέχει
    τον σκέφτομαι κάτω απ’ το χώμα
    ντυμένο επίσημα
    όπως το είχα δει την τελευταία φορά
    στο φέρετρο.

    Κι έχω την έγνοια
    να μην λερώσει
    το κοστούμι του.
    (Σπύρος Θεριανός)

    4α. Οι ρόζοι του χεριού

    Όταν βγαίναμε απ’ το σπίτι
    τον κρατούσα πάντοτε από το
    μικρό δάχτυλο του χεριού του.

    Ο πατέρας μου! ψιθύριζα
    καθώς συγχρόνιζα το βήμα μου με το δικό του
    και του χάιδευα τους ρόζους.

    Καμάρωνα που ήταν τόσο σκληροί.

    Σκληροί, σαν τη ζωή μας …
    (Στέλιος Θ. Μαφρέδας)

    4β. Το κέρασμα του καφέ

    Όπως τον κοίταζα να στέκεται διστακτικός
    πάνω απ’ το τραπέζι του υπαίθριου καφενείου,
    τα κέρματα να μετράει αν φτάνουν
    για ένα καφέ ελληνικό,
    θυμήθηκα τον πατέρα.

    Ψηλόν, γεροδεμένο και στα γεράματα ακόμη,
    με τα ροζιασμένα χέρια
    σκληρά και άκαμπτα απ’ τη φωτιά,
    παραιτημένον πια απ’ τη ζωή
    γεμάτον καημό και νοσταλγία.

    Όπως τον κοίταζα και θαύμαζα την αξιοπρέπειά του,
    σκέφτηκα προς στιγμή – μα δεν το τόλμησα,
    να του προσφέρω τον καφέ
    ίσως και κάποιο γλύκισμα για συνοδεία.

    Δεν τόλμησα!
    κι ας ένιωθα ευγνωμοσύνη
    για έναν άγνωστο βιοπαλαιστή
    που έμοιαζε με τον πατέρα,
    έτσι όπως είχα χρόνια να τον δω
    έτσι όπως μου έγνεφε από μακριά πολύ

    και μ’ αποχαιρετούσε.
    (Στέλιος Μαφρέδας)

    5. Ο πατέρας

    Χωρίς άστρα απόψε η νύχτα
    χωρίς ευαγγέλιο η εκκλησιά
    κάποτε τέτοια ώρα
    πάνω απ’ τις στέγες
    περνούσαν άγγελοι

    Στην πόρτα ξεπρόβαλε ο πατέρας
    κρατώντας ένα τετράδιο με ποιήματα
    πάρε, είπε
    είναι μεγάλη η νύχτα
    (Κώστας Μπραβάκης)

    6. Λαθρεπιβάτης ποδηλάτου

    – κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
    χωρίς εσένα σπάω το φράγμα της ενηλικίωσης
    γερνάω, μηδενίζω
    γίνομαι ωάριο έφηβης γαλανομάτας
    σπέρμα ανειδίκευτου αρσενικού
    bing bang
    χτυπώ το κουδούνι … στην άκρη όλοι
    βγάζω φρονιμίτες, έρχομαι να στο πω

    σε βλέπω από μακριά να τινάζεις τα πέτα απ’ το χώμα
    χαμογελάς, σωπαίνω

    ανάβω κηρήθρες θλιμμένων μελισσών
    τις μπήγω στο ύψος των ματιών σου
    τις ποτίζω χρόνια, γίνονται φασολιές
    ριζώνουν σε αμυντικές στάσεις εμβρύου
    γιατί δεν ψηλώνουν Τζάκ;

    πέρασε η ώρα και η μαμά θ’ ανησυχεί

    οι αποχωρισμοί μας δεν έχουν συγκινήσεις
    έχουν την οδύνη των πράσινων κυπαρισσιών

    κάνω να φύγω … μα κάτι ήθελα να σου πω

    – κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
    (Νίκη Χαλκιαδάκη)

    7. Patrizia Valduga, «Requiem»

    Ω, πατέρα πατέρα, πατρίδα της καρδιάς μου,
    τόσο καιρό μόνος με τη συμφορά σου,
    για μέρες και μέρες και νύχτες τρόμου,
    σαν σε μια συνειρμική διαδοχή
    σε βλέπω, μόνο, μόνο, και δίχως αγάπη
    να πνίγεσαι σιωπώντας μες στη συμφορά σου
    ανάμεσα σ’ αυτούς που ξέρουν και κατανοούν
    και δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
    και σ’ αυτούς που δεν ξέρουν να κατανοούν
    και δεν ξέρουν ν’ αγαπούν.

    Τι μαύρες ώρες πρέπει να ’χεις περάσει,
    ώρες για να πεις χρόνια, να πεις ζωή,
    ως εκείνο τον απέλπιδο Νοέμβρη
    του παγερού ανέμου,
    των κιτρινισμένων φύλλων,
    πατέρα κιτρινισμένε σαν φύλλο στην πνοή
    όλου του παγερού ανέμου της ζωής,
    της παρανοημένης και ασύδοτης αγάπης,
    της αγάπης
    που δεν σου έχει δοθεί.

    Ω, πατέρα πατέρα που σε γνωρίζω τώρα
    μόνο τώρα μετά από τόση ζωή,
    σε ικετεύω μίλα μου, μίλα μου ακόμα•
    εγώ απότυχα ως κόρη,
    έφυγα μια μέρα μακριά,
    και από τότε μακριά,
    δεν ξέρω τίποτα για σένα, για τη ζωή σου,
    τίποτα για τις χαρές και τις σκοτούρες σου,
    και είμαι σαράντα χρόνων, πατέρα,
    είμαι σαράντα χρόνων!
    (απόδοση: Ευαγγελία Πολύμου)

    8. ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
    ΙV
    χωρίς εσένα
    το παλιό σου σακάκι
    προβάρει άλλο σώμα
    μεταθανάτιος συνοδός
    που παρατείνει τις ραφές
    της αδειοσύνης•
    τις νύχτες που επιστρέφω σπίτι
    ένα ποτάμι, ένα ερείπιο και η ζωή
    πασχίζουν να ανασάνουν
    στον καλόγερο
    βάζα ξεσπάνε στα παράθυρα
    κάλτσες αφόρετες μαθαίνουνε
    τις δίνες των δαχτύλων
    φοράω το σακάκι σου
    έξω κάποιος πεινάει
    και στο ραδιόφωνο
    η Ρεζεντά παραφυλάει
    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

    9. Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΟΥ

    Ώρες μιλούσε
    Γι αυτό το άθλιο σύστημα
    -Στα μάτια του
    Παλιές φωτιές-
    ‘Υστερα, χτυπούσε το
    Τηλέφωνο, αργά τη νύχτα
    Τον χρειάζονταν στη δουλειά
    Εκτάκτως
    Κι εκείνος τραυλίζοντας
    Μία στον προϊστάμενο
    Μία στην μητέρα
    Ντυνόταν και σκυφτός
    Χανόταν μες στη νύχτα
    (Βάγια Κάλφα )

    Ο τόπος σου τώρα (Στον πατέρα μου)

    Δεν ξέρω
    πού σε βρίσκει
    ο καιρός
    και διαρκώς
    μακραίνεις.

    Έσβησε
    το κεράκι σου
    με τόσα
    φυσήματα,

    τρόχισε
    τη ζωή σου
    το άγνωστο.

    Όσα λουλούδια
    κι αν σου φέρω
    μαραίνονται

    δε βρίσκει χώμα
    η ρίζα,
    μπετόν και
    μάρμαρο
    το τόπος σου
    τώρα.

    Κι αν σου μιλώ
    με συλλαβές
    αν κόβω λέξεις
    είναι γιατί
    δεν ξέρει ο πόνος
    από γραμματικές
    κι ορθογραφίες.

    Δε θέλει
    λόγια περιττά.
    (Μάρτιος 2008, Ελένη Μαρινάκη)

    10. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ
    Από την πλάτη του πατέρα του
    ανατράπηκε στα δάση,
    κι αλλού γι’ αλλού από τότε επέστρεφε,
    μάτια τις νύχτες τον έσκιαζαν γυαλισμένα
    κι από την άλλη έφευγε και χανόταν.

    Ώσπου τη μέρα
    εκείνη που του έπεσαν οι λύκοι,
    ψίχουλα αίμα στα χαλίκια ακολουθώντας,
    τους βρήκε να τα πίνουνε και να τα λέεν,
    μαζί και ο πατέρας του
    στην ίδια τάβλα.

    Πάντως εγώ, του φώναξε,
    Ό,τι κι αν γίνει,
    – κι ακούστηκε ώς έξω από τον ύπνο –
    καμπούρα σε θέλω στην πλάτη μου να σ’ έχω,
    θα σούχω καλά αερικά να σε φυλάνε,
    σε δάση
    δεν θα σε αφήσω.
    ΒΡΕΤΤΟΣ ΣΠΥΡΟΣ (1960) ΑΚΙΝΗΤΑ ΜΑΤΙΑ, 1992

    11. Το σπίτι του πατέρα μου

    Θα υπερασπιστώ
    το σπίτι του πατέρα μου
    Ενάντια στους λύκους,
    ενάντια στην ξηρασία,
    ενάντια στην τοκογλυφία,
    ενάντια στη δικαιοσύνη,
    θα υπερασπιστώ
    το σπίτι
    του πατέρα μου.
    Θα χάσω
    τα ζωντανά,
    τα περιβόλια,
    τα πευκοδάση•
    θα χάσω
    τους τόκους,
    τα εισοδήματα,
    τα μερίσματα,
    αλλά θα υπερασπιστώ το σπίτι του πατέρα μου.

    Τα όπλα θα μου αφαιρέσουν,
    και με γυμνά τα χέρια θα υπερασπιστώ
    το σπίτι του πατέρα μου•
    τα χέρια θα μου κόψουν,
    και με τα μπράτσα μου θα υπερασπιστώ
    το σπίτι του πατέρα μου•
    χωρίς μπράτσα,
    χωρίς ώμους,
    χωρίς στήθος
    θα με αφήσουν,
    και με την ψυχή μου θα υπερασπιστώ
    το σπίτι του πατέρα μου.
    Θα πεθάνω,
    η ψυχή μου θα χαθεί,
    η φάρα μου θα χαθεί,
    αλλά το σπίτι του πατέρα μου
    θα μείνει
    όρθιο.
    [Γκαμπριέλ Αρέστι, Το σπίτι του πατέρα μου (1963), μετάφραση: Petardo, Βίκυ Ρούσκα]

    12. Ὁ πατέρας μου ἤθελε νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι

    Ὁ πατέρας μου ἔφαγε μιά ζωὴ γιὰ νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι.
    Ἀπογεύματα, Κυριακὲς στὸ κουζινάκι χωρὶς ἕνα γλυκὸ ἢ ἕνα καφενεῖο.
    Ὅταν πέθανε ἄφησε ἕνα χορταριασμένο στρατὶ
    ἕνα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…
    Ἄλλαξαν οἱ καιροὶ ποὺ λέει κι ὁ λαός, γεγονότα συνέβησαν…
    Χαθήκαμε μὲ τὸν ἀδελφό μου, μάθαμε πὼς πέθανε κι ὁ πατέρας.
    Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ βράδυ σὲ κοιτῶ βαθιὰ στὰ μάτια.
    Εἶναι μήπως ζήσω ἐγὼ τὴν ταπεινὴ θαλπωρὴ ποὺ ἐκεῖνος δὲν ἔζησε.
    Γ. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

    • …Ούτε κι εγώ πιστεύω στις διάφορες «Παγκόσμιες ημέρες», αλλά το κάνω για τις «ανάγκες» του μπλογκ μου (ανεβαίνει η επισκεψιμότητα)…
      …Έχεις δίκιο για τους «μικρούς άγνωστους» ποιητές, όποιος ενδιαφέρεται και το ψάξει ανακαλύπτει «διαμαντάκια»!

      «… Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
      μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
      μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
      και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
      είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
      που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
      είναι η ειρήνη…»
      (Γ. Ρίτσος, απόσπασμα από το ποίημα «Ειρήνη»)

      «… κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου… μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;»
      (Τάσος Λειβαδίτης, Τα μοναχικά βήματα)

      *Να μην παραλείψω για τις «ανάγκες» του αφιερώματος και το πασίγνωστο του Παλαμά…
      -Κωστής Παλαμάς, «Οι πατέρες»

      « Παιδί, το περιβόλι που θα κληρονομήσεις,
      όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
      Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
      και πλούτησε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
      κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,

      και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας –
      κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,
      ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
      και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
      Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής.

      Κι αν είναι
      κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
      κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δένδρα
      για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
      μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα,
      ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόψ’ το,
      και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,
      για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
      π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να ‘ρθει,
      κι όλο συντρίμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
      Φτάνει μια ιδέα να σ’ το πει, μια ιδέα να σ’ το προστάξει,
      κορόνα ιδέα, ιδέα σπαθί που θα είν’ απάνου απ’ όλα.»

      -Μαρία Χρονιάρη, «Για την ημέρα του πατέρα»

      «Ξέρεις πατέρα, είναι πολλά αυτά τα «λίγα» που μας κρατούν εδώ. Καρφωμένους στη γη. Γι’ αυτό το κάτι, που ποιος ξέρει αν θα ‘ρθει. Μόλις χθες πατέρα κατάλαβα τι είναι αλήθεια η μικρή μας στιγμή. Κι όλο ξεφεύγει πατέρα. Ένα πραφ κι έφυγε. Δεν προλαβαίνω ούτε καν να την χωρέσω.
      Θυμάσαι πατέρα, όταν ήμουν μικρή; Στα μάτια σου έμαθα την αλήθεια του κόσμου. Να μη μισώ, να αγαπάω, να μοιράζομαι. Είναι αργά για μας πατέρα στον κόσμο ετούτο. Είναι σκληρή η ζωή για μας τους απ’ αλλού φερμένους. Όμως εμείς, εκεί πατέρα. Κάθε μέρα σε πείσμα των καιρών, να σκαλίζουμε τη ζωή με τα νύχια μας. Για το αύριο πατέρα. Για να λέμε πως κάτι θα μείνει εδώ από μας.
      Δεν φοβάμαι πατέρα, όχι πια. Μόνο να, που και που, μια θλίψη ανεβαίνει και με πνίγει. Για εκείνα που γλίστρησαν και δεν τα πρόλαβα, επειδή εθώρουνα πως έχω καιρό. Έκανα λάθος πατέρα. Μα θα μου πεις πως ακόμα μπορώ. Προλαβαίνω, έτσι πατέρα; Μόνο αυτό να μου πεις. Προλαβαίνω. Και αν όχι πατέρα, να’ σαι εδώ, να κρατηθώ, να μην φύγω στο κύμα.
      Δεν στο λέω, μα πολλές φορές ντρέπομαι για ό, τι δεν κατάφερα πατέρα. Για τις ελπίδες που διέψευσα. Θα προσπαθήσω πατέρα, θα δεις. Και τότε θα λάμπω πατέρα. Σαν Κρήτη θα φαίνομαι στη Μεσόγειο. Βουνοκορφή στ’ Ανωγειανά όρη.
      Κάπου εδώ θα κλείσω πατέρα. Μα πριν τελειώσω θέλω να σου πω ευχαριστώ. Γιατί συνεχίζεις και είσαι ένας φάρος αναμμένος για να μην σκοντάφτει το σκαρί μου. Που ενώ δεν μπορείς, ΟΛΑ τα μπορείς για να μπορώ. Που ακόμη και τώρα που μεγάλωσα, εξακολουθείς να μου δίνεις μαθήματα ζωής και συμπεριφοράς. Που κάθε που κλαίω χωρίς να ρωτάς, χωρίς να μιλήσεις, ανοίγεις τα χέρια σου για να κλάψω μέσα.
      Πατέρα σε ευχαριστώ, γιατί αν δεν ήσουν αυτό που είσαι, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι. Και κυρίως γιατί εξακολουθείς να μου θυμίζεις πως θέλει κότσια να παραμείνεις άνθρωπος. Για όλα αυτά Πατέρα. Και για τα άλλα.»

    • ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

      Διόρθωση:

      Τώρα που το ξανακοιτάζω, συνειδητοποιώ ότι το ποίημα

      12. Ὁ πατέρας μου ἤθελε νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι

      είναι του Γιώργου Μαρκόπουλου (ό χ ι του Χρήστου Μπράβου).
      Ας μου συχωρέσουν την αβλεψία ο ποιητής, ο οικοδεσπότης και οι επισκέπτες.

  4. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Όλοι μου λένε δεν μπορώ, Νίκος Ξυδάκης
    (Στίχοι του Θοδωρή Γκόνη για τον πατέρα του)

  5. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Έξοχα μελοποιημένος ο Βιζυηνός από τον Ξυδάκη. Εμένα όμως με συγκινεί ιδιαίτερα το «Όλοι μου λεν πως δεν μπορώ». Αν το προσέξεις, νομίζω θα το συμφωνήσεις.

    Στο σπίτι του πατέρα

    Είμαι στο σπίτι του Πατέρα.

    Κρύος αέρας περνάει μέσα από τις ραγισμένες πόρτες.
    Κι έξω στον κήπο, μαύρο ξεσέλωτο άλογο
    γδέρνει με την οπλή του το χώμα.
    Ανεβαίνει την πέτρινη σκάλα χρεμετίζοντας.

    Κι εγώ είμαι μόνος στο σπίτι.
    Τόσο μόνος όσο δεν ήμουν ποτέ μου.

    Ξάφνου, Άγγελος Κυρίου στέκει αντίκρυ.
    Ταξιδεμένος Άγγελος στέκει και με κοιτάζει θλιμμένος.

    Κι ανάμεσά μας περνούν άσπρα φύλλα του φθινοπώρου.
    Άσπρα φύλλα του φθινοπώρου και του χειμώνα περνούν
    τα περασμένα μου χρόνια.
    Τα κερδισμένα και τ’ άλλα, τα πριν από σένα, τ’ αόριστα.

    Στέκω και τον κοιτάζω. Και μέσα στο πρόσωπό του
    απορημένος βλέπω το πρόσωπό σου,
    μπορώ πίσω από το φόβο να ξεχωρίσω το ωραίο σου
    πρόσωπο.

    Δεν λέω τίποτα.
    Σε κοιτώ μόνο, σαν να ‘σαι το τελευταίο πρόσωπο
    που πρόκειται ν΄αντικρίσω.

    Κι όπως πέφτει το βράδυ κι ο ίσκιος σου χάνεται
    γέρνω στο φευγαλέο μου όνειρο
    κι απελπισμένος κλαίω.

    (Θανάσης Κωσταβάρας, από τη συλλογή Στο βάθος του χρώματος, 1993)

    Elvis Presley – Don’t Cry Daddy

    Στο τηλέφωνο

    «Πώς είσαι πατέρα, πώς τα περνάς, προσέχεις,
    ντύνεσαι καλά;», ρωτούσε η κόρη στο τηλέφωνο
    και η φωνή της ράγιζε και το χέρι της έτρεμε,
    καθώς κρατούσε με λαχτάρα το ακουστικό. Ένας
    απροσδόκητος κόμπος έσφιγγε ολόκληρο το σπίτι.
    «Είμαι καλά», απαντούσε ο πατέρας και η φωνή
    του σκαμπανέβαζε σαν μέσα από σκοτεινή θάλασσα,
    αραίωνε και πύκνωνε, έφτανε και χανόταν «καλά
    περνάω, παράπονο δεν έχω, τρώω καλά και ντύνομαι
    ζεστά. τις νύχτες σκεπάζομαι με τρεις κουβέρτες,
    προχθές μας έδωσαν και χοιρινές μπριζόλες, αλλά …»
    και η φωνή του αναβόσβηνε σαν τρένο, που περνάει
    μέσα από αλλεπάλληλες σήραγγες, σαν άμαξα
    μοναχική που διέρχεται πλημμυρισμένο δάσος και
    το φαναράκι της αντιμάχεται τον άνεμο. ως κι ανάσα
    του ακουγόταν άλλοτε καθαρή κι άλλοτε απόμακρη,
    σαν ένα μουσικό ψιθύρισμα ακαθόριστο, νυχτωμένο,
    θυμίζοντας πολυτρίχια και νούφαρα σε τράχηλο
    πνιγμένου. «αλλά, να,» συνέχισε λαχανιάζοντας,
    «δεν ξέρω σε τι τόπο βρίσκομαι κι όλο μου φαίνεται
    πώς έχω, πια, πεθάνει …»

    (Ηλίας Κεφάλας, από τη συλλογή Λόγος για την αβεβαιότητα, 1997)

    Papa loves mambo, Perry COMO

    Έλα γι’ απόψε

    Φρόντισα όσο μπορούσα το ντεκόρ.
    Στον καναπέ και στις καρέκλες
    εξώφυλλα των δίσκων νεκροζώντανες
    οι δόξες του «50.
    Δυο τρεις αφίσες από κέντρα του καιρού
    κι ήδη στο στέρεο
    με παπιγιόν δυο πλήκτρα ο Γιάννης Σπάρτακος.
    Απέναντί του ο ξύλινος παλιός καλόγερος
    με τ’ άσπρο σου λινό κοστούμι
    τη μεταξωτή γραβάτα σου δεμένη στο κολάρο
    το μαντίλι στο τσεπάκι.
    Κι ανοίγω τη τζαμόπορτα :

    Έξω φυσάει κι είναι κρύο κι είναι μπόρα
    Πού να ‘σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
    Απόψε μου λείπεις μου λείπεις πολύ
    Θα καθόμουν πλάι σου
    Κοντά στο τζάκι με φιλιά να σε κοιμήσω
    Ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά.

    Ακούς, μ’ ακούς
    Πατέρα;
    Έλα γι’ απόψε
    μόνο απόψε
    λίγη ώρα.
    (Γιάννης Βαρβέρης, από τη συλλογή Πιάνο βυθού, 1991)

    Γιάννης Κότσιρας ~ Πατέρα μεγάλωσα

    Για τον πατέρα μου που έφυγε

    Ο πατέρας μου πέρασε στην αντίπερα όχθη της ζωής.
    Ο πατέρας μου πάει με τα ζωντανά του.
    Λυπημένος, σιωπηλός κι αθόρυβος
    πάει το πλάι-πλάι.
    Του φωνάζω. Αλλά εκείνος πάει και πάει
    ίδια θλιμμένη ομίχλη.
    Ο πατέρας μου είναι το σούρουπο που έπεσε πάνω από το χωριό.

    Τον αποχαιρέτησα πριν μέσα στο φέρετρό του,
    στο ταπεινό εκκλησάκι του Άη-Λια.
    Με τα φρεσκοσολιασμένα παπούτσια του,
    κρύον και αδιάφορο μέσα στα πολλά φώτα,
    στο λιβάνι και στα κεριά,
    στον κόσμο που ήρθε να του πει το στερνό αντίο.

    Ήταν τρυφερός με τα ζωντανά,
    λυρικός με τα λουλούδια,
    ήσυχος με τον κόσμο. ήταν
    η απαλή σκιά των παιδικών μου χρόνων.
    Εδώ είναι θαμμένα τα γονικά του.
    Εδώ που όλα «ενώνονται»

    Τα κλήματα τυλίγονται στα φύλλα τους
    μέσα στην αυγουστιάτικη λάβρα
    κι οι ελιές τυλίγονται στον ίσκιο τους,
    αλλά αυτός κρύος και αδιάφορος
    με τη νεκρή του μνήμη
    είναι σαν να κουράστηκε, σαν ν’ αποχαιρετά.

    Πατέρα, σκιά απαλή των παιδικών μου χρόνων.

    (Ρήγας Καππάτος)

    Τερατάκι τσέπης, Μαχαιρίτσας

  6. Καλησπέρα, Αγγελική!… Grazie mille!…
    Νομίζω ότι μετά τόσα ωραία ποιητικά και μουσικά που αναρτήσαμε κλείνει και το αφιέρωμά μας στον «πατέρα», εκτός πάλι κι αν έχεις ή ανακαλύψεις κάτι ακόμα, οπότε ευπρόσδεκτο!…

    Δικέλης Βλιχός, «Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ»

    «Κοιτάζω τα βήματα στο δρόμο
    Και βλέπω, πατέρα, τα χέρια σου
    Να κάνουν κινήσεις μικρές και μεγάλες
    Έτσι σα να θέλουν να διορθώσουν τον κόσμο
    Αρχιτέκτονας ήσουν και μαζί σκιτσογράφος
    Έμπλεκες την κερένια κλωστή
    Κι άφηνες έξω τα νερά και το κρύο
    Χτυπούσες τα τύμπανα, εσύ όπως ήξερες
    Για να ρθούν οι στρατοί της ειρήνης
    Κοντά κοντά οι στρατιώτες, σε σχήματα μύρια
    Χωμένοι βαθιά να φυλάνε τα σύνορα των πελμάτων
    Μ’ ένα σακούλι κάθε Σάββατο βράδυ ν’ ανηφορίζεις
    Δυο δρόμους μονάχα πατούσες, πατέρα
    Κι εγώ σου ’λεγα τις πρωτεύουσες όλες
    Σ’ εκείνες που ποτέ σου δεν πήγες
    Χαμογελούσες και μεγάλωνε η αυλή
    Κι άνοιγαν τα λουλούδια του κήπου
    Να πας σε όλες, μου έλεγες
    Τα χρώματά τους να δεις
    Ποπ κορν στο τζάκι, το θαύμα
    Οι πρώτοι κρότοι που άκουσα
    Η αλληγορία της φύσης
    Φτιάξε το χάρτη, μου ‘λεγες
    Κι εγώ, με τα πρώτα μου χρώματα
    Να σχηματίζω τον κόσμο
    Βάλε, πράσινο στις πεδιάδες, καφέ στα βουνά
    Γαλάζιο στις θάλασσες, μου έλεγες
    Χτίζαμε στο περβόλι λιθιές
    Και με τα χέρια σου, αυλάκι στο αυλάκι
    Έτρεχε η ζωή στις ρίζες και τραγουδούσες
    «Τον Αντώνη το βαρκάρη, το σερέτη…»
    Και μετά σιωπή
    Ερχόμουν εκεί, μάταια να σε κοιτάζω
    Κάτω από τα λευκά φτερά των περιστεριών
    Οι εικόνες μου σταμάτησαν
    Η βροχή έμεινε μετέωρη
    Τα πουλιά στο πρώτο τους πέταγμα
    Κελάηδησαν ένα ρέκβιεμ της μοναξιάς
    Θεϊκό, ακριβώς όπως εκείνη η μουσική
    Του μπάλου που χόρευες
    Και θρόιζαν τα φύλλα του πλάτανου
    Εκείνα, πατέρα, που εγώ τώρα ακούω
    Και βλέπω τη μορφή σου, σεπτή και γαλήνια
    Να μου λέει ακόμα
    Πράσινο στις πεδιάδες
    Καφέ στα βουνά,
    Γαλάζιο στις θάλασσες.»
    *(Το ποίημα είναι ενός πολύ καλού φίλου και συναδέλφου, οποίος γράφει μ’ αυτό το ψευδώνυμο)

    -Κώστας Μαυρουδής, «Σχετικά με τον πατέρα»

    «Ένα νοσοκομείο που φλέγονταν απ’ τον Ιούλιο. Μετρούσε εβδομάδες
    η κλεψύδρα του ορού σου. Σε τίποτε δεν παρέπεμπες πια. Φωνή που
    κάποτε αντέγραψα και τώρα την ακούω ακατανόητη.

    Άλλαξες˙ σχεδόν κρυφά, ανειδοποίητα. Όστρακο που
    άδειασε απ’ το μαλάκιο της ιστορίας του. Τι χάδι υπό προθεσμίαν, τι
    θαλπωρή εφήμερη ήσουν εσύ˙ πίσω από την πλάτη μου
    να μεταβάλλεσαι σ’ αυτό το άδειο βλέμμα.»

    -Λευτέρης Ξανθόπουλος, «Ο πατέρας παντού»

    Άνοιξε το ντουλάπι της κουζίνας
    και βγήκε από μέσα ο πατέρας
    κρατούσε δίχτυ με ψώνια πατάτες
    μακαρόνια μοσχαρίσιο κιμά
    τυριά από τον Ζαφόλια
    50 δράμια καφέ˙
    σας έφερα να φάτε είπε
    ακούμπησε το δίχτυ στο τραπέζι
    και βγήκε.
    Έπειτα ήρθε η μυρωδιά του καπνού
    από το μπάνιο από το χολ
    απ’ το υπνοδωμάτιο από το σαλόνι
    απ’ το φωταγωγό από τον κήπο.

  7. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    “Κάτω από τα λευκά φώτα
    ένας πατέρας κάθεται ήσυχα
    και περιμένει.

    Στο χέρι του μια πεταλούδα.
    Ο γιος τον ακουμπά στον ώμο. Χωρίς λέξη
    γνέφουν τα κεφάλια τους,
    Από εδώ, εννοεί ο γιος, συγκατανεύει ο πατέρας

    και σηκώνεται. Προχωρούν
    προς το θάλαμο εξετάσεων.
    Σκηνή δίχως ήχους.

    Η πιο απλή χειρονομία
    Βάλσαμο
    στη μάχη της ζωής”.

    (Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη , από τη συλλογή “Αστικά ερείπια”, σελ. 61)

    Papa Can you Hear Me?

  8. Καλησπέρα, ανεξάντλητη, Αγγελική!!!…
    Θυμήθηκα τρία ποιήματα του Πατρίκιου για τον πατέρα του, κι έψαχνα για ώρα να βρω, με το χαμό που γίνεται στη βιβλιοθήκη μου, το βιβλίο του!… Έψαξα στην google να τα βρω, μα δεν υπάρχουν, έτσι κάθομαι και τα πληκτρολογώ…

    1. Τίτος Πατρίκιος, «Επάγγελμα πατρός ηθοποιός»

    «Αχ να γινόταν πάλι να με πάρεις απ’ το χέρι
    να με βγάλεις από τούτο το λαγούμι
    όπου οι άνθρωποι μυρίζονται ανθρώπινο κρέας
    να με πήγαινες όπως τότε στην ακροθαλασσιά
    κάτω από τα κτίρια των παιδικών εξοχών,
    τότε που σε περίμενα να παραπονεθώ
    έστω να πω ότι η προϊσταμένη
    κρατούσε τα γλυκά που μου ‘φερνες
    κι αντί γι αυτό κοιτούσα μαγεμένος
    τα καινούρια λαστιχένια σου παπούτσια.
    Πατέρα δεν έμαθες ποτέ
    σε τι κόλαση νε είχατε βάλει
    τι μου ‘καναν τ’ άλλα τα παιδιά
    που όλη τη μέρα με λέγαν «θεατρίνα»
    κι εγώ, πνίγοντας τα κλάματα, τα ‘βαζα με σένα
    με το Θεό, μ’ όλους, που δεν είχες
    μια δουλειά της προκοπής, ει δυνατόν ένα γραφείο.
    Ντρεπόμουνα για το επάγγελμά σου
    όπως τώρα καμαρώνω, τώρα
    που κάθε πρωί κινάω για την κοινή σκλαβιά
    του ασήμαντου γραφείου μου.»

    2. Τίτος Πατρίκιος, «Μνημόσυνο I»

    «Δύσκολα χρόνια φτώχειας και κατατρεγμού
    μαζί τα ζούσαμε κυλούσαν σα νερό
    έπειτα άνοιξα μια πόρτα στο βοριά
    κι όλοι σκορπίσαμε σαν ξεραμένα φύλλα.

    Όμως πατέρα τώρα σε γνωρίζω από κοντά
    βλέπω όσα δεν άγγιξαν τη ζωή σου
    άχρηστα λόγια σαλιάρικη ευτυχία
    τώρα που η παρουσία σου όλο λιγότερο με βαραίνει.»

    3. Τίτος Πατρίκιος, «Μνημόσυνο II»

    «Σαν έφυγες πατέρα άνοιξε ένα φαράγγι
    και φάνηκαν όλα τα περασμένα χρόνια
    σα στρώματα γεωλογικά γυμνά κι απρόσιτα
    στην όψη κάθε αντικριστής πλαγιάς.

    Τώρα όμως κλείνει σιγά σιγά το χάσμα
    μεγαλώνουμε τις αρετές σου ξεχνάμε τα ελαττώματα
    σε αλλάζουμε σε σύμβολο να σκέπει και να θάλπει
    όπως οι πρώτοι άνθρωποι φτιάχναν το Θεό.»

    (από το «Τίτος Πατρίκιος – ΠΟΙΗΜΑΤΑ, II (1953-1959)», Κέδρος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: