Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Ποιοι και γιατί ψήφισαν τον Αχιλλέα Μπέο για δήμαρχο Βόλου…

mpeos_fylakhSTATHIS-

Αναδημοσιεύω από την Εφημερίδα των Συντακτών ένα κείμενο της Φανής Κουντούρη που αναλύει για ποιους λόγους ψηφίστηκε και αναδείχτηκε δήμαρχος στην πόλη μας ο υπόδικος και «νονός της νύχτας», Αχιλλέας Μπέος. Την κα. Κουντούρη δεν τη γνωρίζω αλλά μάλλον για να γνωρίζει τόσα καλά το τι συνέβη στις δημοτικές εκλογές πρέπει να κατάγεται από το Βόλο και πιθανόν να είναι στενή συγγενής του πρώην αριστερού δημάρχου Βόλου, Μιχάλη Κουντούρη:

«Η εκλογή του Αχ. Μπέου στον Δήμο Βόλου αποτέλεσε μια πολιτική και πολιτισμική ανατροπή που δημιουργεί ερωτήματα για τους λόγους που οδήγησαν το εκλογικό σώμα σε μια τέτοια επιλογή. Πώς, λοιπόν, και αυτό είναι το πρώτο ερώτημά μας, οι πολίτες ενός δήμου με αγωνιστικό και προοδευτικό στίγμα μεταστράφηκαν προς τον υπόδικο για στημένους αγώνες, πρώην πρόεδρο του Ολυμπιακού Βόλου, και όχι προς τον υποστηριζόμενο από τον ΣΥΡΙΖΑ Μαργαρίτη Πατσιαντά; Και μάλιστα, σε έναν δήμο που το ευρωεκλογικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στο 33%; Το επόμενο ερώτημα, που συναρτάται με το πρώτο, είναι αν η κατίσχυση Μπέου προεξοφλεί την επικράτηση εξωπολιτικών μορφωμάτων στην τοπική και ενδεχομένως στην εθνική πολιτική σκηνή. Αν δηλαδή οι συνδυασμοί Βόλου και Πειραιά συνιστούν, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, μια προδρομική συνθήκη έκφρασης μιας «εξωσυστημικής» ψήφου που θα καθιερώσει την εκλογική αποτύπωση ανάλογων επιλογών.
Θεωρώ ότι η δυναμική της ψήφου εγγράφηκε σε δύο σύνολα συνθηκών: τις πολιτικές/αυτοδιοικητικές και τις πολιτισμικές.
Το πρώτο σύνολο προσδιορίζεται από τα κενά αυτοδιοικητικής εκπροσώπησης. Η κατάρρευση, κατ’ αρχήν, του αυτοδιοικητικού σχήματος του απερχόμενου δημάρχου, που ενταγμένο στην κίνηση των «5 δημάρχων» (Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Πάτρας, Βόλου) δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει σε πολιτικό επίπεδο την ανεξαρτητοποίησή του από πολιτικά σχήματα που είχε στο παρελθόν υπηρετήσει, ούτε όμως και να αντιστρέψει τη δυσαρέσκεια απέναντί του και να συγκροτήσει μια ευρεία συσπείρωση κατά του «μαύρου μετώπου», όπως χαρακτήρισε τον συνδυασμό του Αχ. Μπέου. Δεύτερο κενό προήλθε από την αποσάθρωση της τοπικής Νέας Δημοκρατίας που δεν μπόρεσε, ή δεν θέλησε, να υποστηρίξει ένα αξιόπιστο δημοτικό σχήμα. Ο συνδυασμός του Μιχ. Μιτζικού δεν υποστηρίχτηκε ανοιχτά και έγκαιρα από τους πιο ορατούς τοπικούς παράγοντες ενώ βασικά αυτοδιοικητικά στελέχη της Ν.Δ. προσχώρησαν στους συνδυασμούς Αχ. Μπέου και Π. Σκοτινιώτη. Ο κατακερματισμός αυτός οδήγησε στην ανυπαρξία ενιαίας γραμμής απέναντι στην υποψηφιότητα του Αχ. Μπέου, ενώ η μη δημόσια αποδοκιμασία του τελευταίου από ορισμένους τοπικούς παράγοντες της Ν.Δ. οδήγησε στη συνειρμική υποστήριξή της στον δεύτερο γύρο. Το τρίτο στοιχείο είναι η έλλειψη κοινωνικής διείσδυσης της αριστερής ατζέντας, η οποία αναπαρήγαγε στον αυτοδιοικητικό ορίζοντα τα ρητορικά σχήματα εθνικής πολιτικής χωρίς να πριμοδοτήσει μια τοπική θεματολογία προβλημάτων που θα συνένωνε τα διαφορετικά ακροατήρια. Τέλος, η Χρυσή Αυγή, που αύξησε τα εκλογικά ποσοστά της στον Δήμο Βόλου, δεν εμφάνισε αυτοδιοικητικό σχήμα και ενσωματώθηκε στον συνδυασμό του Αχ. Μπέου.
Το αυτοδιοικητικό πλαίσιο προσδιορίστηκε και από την αναγκαστική «καλλικρατική» συνένωση που κατέληξε στην προσάρτηση περιοχών με ανομοιογενή χαρακτηριστικά (τουριστικές, ημιαστικές ημιαγροτικές περιοχές) σε έναν αστικά προσδιορισμένο Δήμο Βόλου. Η συνάρθρωση των διαφορετικών εκλογικών σωμάτων και αναγκών συντελέστηκε στην προσδοκία «της Μονακοποίησης» του Βόλου που καλλιέργησε ο Αχ. Μπέος. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο προγραμματικής πολιτικής, ως δήμαρχος πλέον Βόλου θα διακηρύξει ότι «τον Βόλο θα τον κάνουμε κερδοφόρα επιχείρηση Α.Ε. για τους Βολιώτες, όχι για να ζούνε πλουσιοπάροχα οι δήθεν». Συμπληρωματικά θα δηλώσει ότι θα μειωθούν τα «κοινόχρηστα (;), τα δημοτικά τέλη, το νερό αλλά και θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας» αφήνοντας να διαφανεί η καλλιέργεια των προσδοκιών που συντήρησε στην προεκλογική εκστρατεία.
Οι πολιτισμικές συνθήκες συνίστανται στην ανάδυση μιας πολιτικής κουλτούρας που βασίζεται στο οπαδικό στίγμα και τη λαϊκότητα. Η πολιτικοποίηση των δύο αυτών στοιχείων λαμβάνει χαρακτηριστικά πολιτικής ενσωμάτωσης μέσα από την κινητοποίηση πληθυσμών με ανομοιογενή διαταξικά και διαγενεακά χαρακτηριστικά στην πολιτική διαδικασία.
Το οπαδικό στίγμα βρήκε στην προεκλογική συγκυρία διττή πολιτική έκφραση. Από τη μια, κεφαλαιοποιήθηκε το οπαδικό αίσθημα ορισμένων δημοτών προς την ομάδα του Ολυμπιακού Βόλου, ενώ αξιοποιήθηκε η ευρεία και συσσωρευμένη δυσαρέσκεια για τον «άδικο αποκλεισμό» της ομάδας από τη συμμετοχή της στο Europa League, που είχε εκφραστεί μέσω μεγάλων διαδηλώσεων στην πόλη του Βόλου. Από την άλλη, η σχέση αμεσότητας προέδρου/οπαδών που είχε οικοδομηθεί στο οπαδικό πλαίσιο μεταφέρθηκε ως σχέση αρχηγού/υποστηρικτών στις δημοτικές εκλογές. Η σχέση αυτή αντιπαρατέθηκε στο μοντέλο του αποστασιοποιημένου και αποκομμένου από την κοινωνική βάση πολιτικού αρχηγού που λογοδοτεί στο κόμμα και όχι στη βάση.
Από την άλλη, η λαϊκότητα συνίσταται στην «απενοχοποίηση» της λαϊκο-ποπ διασκέδασης ως ατόφιας λαϊκής σε αντίθεση με την «κρατικοδίαιτη» υψηλή κουλτούρα. Το βράδυ της Κυριακής ο Αχ. Μπέος δήλωσε: «Οι άνθρωποι της τέχνης και της μουσικής είναι οι άνθρωποι που μας διασκεδάζουν και που ποτέ δεν περάσανε να πάρουνε τον ιδρώτα σας από το υπουργείο Πολιτισμού, είναι ο Καρράς, είναι όπως λέμε της Πάολας θα γίνει (…). Ολοι αυτοί που τους πληρώνουμε εμείς και όχι οι άλλοι τής δήθεν κουλτούρας που τα παίρνουν». Πρόκειται για την πολιτική κινητοποίηση των λαϊκών αντανακλαστικών ενός κόσμου που αισθάνεται αποκομμένος από την αστική κουλτούρα, περιθωριοποιημένος και ταξικά οργισμένος.
Και οι δύο παραπάνω διαδικασίες θεμελιώθηκαν στον αντιδιανοουμενισμό και τον αντικομματισμό ως τους φθαρμένους πυλώνες του ίδιου αποσυντεθειμένου πολιτικού συστήματος. Στην πολιτική ρητορική του πρώην προέδρου του Ολυμπιακού Βόλου συναρθρώνονται οι απαξιωτικοί για το πολιτικό και κομματικό σύστημα χαρακτηρισμοί, με την πολιτισμική ενσωμάτωση αγανακτισμένων και απογοητευμένων ψηφοφόρων. Η λεκτική βία συναντά τον πολιτισμό του τσαμπουκά ως πολιτική έκφραση μιας κοινωνικής δυστοπίας.»
(Εφημερίδα των Συντακτών, 11-6-’14)
*Η κα. Κουντούρη διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: