Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (59ο): «Πόθος»…

 

-Σαπφώ, «Κέλομαι σε Γογγύλα»

«Σε φωνάζω Γογγύλα
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
να ‘ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν
όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.»
(Μτφ. Ο. Ελύτης)

 

«… δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος» (Σαπφώ)

 

-«… δύστηνος ἔγκειμαι πόθῳ
ἄψυχος, χαλεπῇσι θεῶν ὀδύνῃσιν ἕκητι
πεπαρμένος δι᾿ ὀστέων.»
( Ο δυστυχής δούλος των πόθων έγινα
ψυχή δεν έχω πια, και οι ωδίνες οι σκληρές
με των θεών το θέλημα
τρυπούν ως και τα κόκαλά μου.)
(Αρχίλοχος)

 

-Βιτσέντζος Κορνάρος, «Ερωτόκριτος»
(απόσπασμα)

«Ο νους μου τα βουνά κρατεί και μες στα δάση μπαίνει
κι όντε πετά στον ουρανό στα βάθη κατεβαίνει.
Μακάρι τούτα στην αρχή να τα `θελα κατέχει
τα όσ’ η αγάπη βάσανα κι ο πόθος πίκρες έχει.

Μα πιάστηκα σαν το πουλί μπλιο δεν μπορώ να φύγω
κι ως κι εδεπά που σου μιλώ εκείνονα ξανοίγω.
Θωρείς κι ο πόθος είν’ πολλής κι η παιδωμή `ναι τόση
που μου σκοτείνιασε το νου και μπλιο δεν έχω γνώση.

Με τον καιρό τους πορπατού τα πράματα και πάσι
του έρωτα η δύναμη μόνο τα μεταλλάσσει.
Μα όλα για μένα σφάλασιν και πάσιν άνω κάτω
για `με ξαναγεννήθηκε η φύση των πραμάτων.»


-«Όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος» (Α. Εμπειρίκος)

 
-Ανδρέας Εμπειρίκος, «Πόθος»

«Πρηνής και με ζάχαρη στα χείλη ξαπλώθηκε στο φωτεινό
στεφάνι της αγάπης. Η κλήσις δεν ήργησε να εισακουσθεί. Την
πήραν πρώτα δυο πουλιά έπειτα τα σύρματα του πονετικού ρα-
διουργήματος και τέλος την πήραν πέντε πετεινοί που μοιάζαν
με άλογα πεπαιδευμένα και την ακούμπησαν μεταξύ των σκε-
λών της. Η ανταπόκρισις των ξένων συστατικών εχάθη και με
λαχτάρα με φύκια μυρωδάτα και σπινθηροβόλους στεναγμούς
ήρθε αχαλιναγώγητη και παστρικιά σαν ουσιαστική και σύντο-
νη νεφέλη. Τώρα λέγουν και τους δύο Μερόπη.»
(Α. Εμπειρίκος, Υψικάμινος)

 
-Ανδρέας Εμπειρίκος, »Αφρός»
«Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
‘Aλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
‘Οπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μες’ στον αφρό της θάλασσας.»

 

 

-Πάμπλο Νερούντα, «Ποθώ το στόμα σου»
«Ποθώ το στόμα σου , τη φωνή , τα μαλλιά σου ,
Σιωπηλή πεινασμένη ενεδρεύω στους δρόμους ,
Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει ,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα .

Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο ,
Τα χέρια σου το χρώμα του άγριου σιταριού ,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου ,
θέλω να καταφάω το δέρμα σου σαν ολόκληρο αμύγδαλο .
Θέλω να καταφάω την ηλιαχτίδα που τρεμοπαίζει στην ομορφιά σου ,
Τη μύτη , άρχοντα του αλαζονικού σου προσώπου ,
θέλω να καταφάω την φευγαλέα σκιά απ τα ματόκλαδα σου .

Και περπατώ πεινασμένη οσφραινόμενη το λυκόφως ,
Ψάχνοντας για εσένα , και τη ζεστή σου καρδιά ,
όπως το πούμα στη χέρσα ερημιά.»

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (59ο): «Πόθος»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Τρία ποιήματα από την εξαιρετική συλλογή του Τίτου Πατρίκιου «Λυσιμελής πόθος».
    Και μόνο η συγκεκριμένη συλλογή είναι αρκετή για να καλύψει το θέμα.
    Ωστόσο, διευρύνοντας την αναζήτηση, ανιχνεύω μικρά και μεγάλα διαμαντάκια της ποίησης, αν και ο πόθος ενυπάρχει στον έρωτα και στο πάθος, όπου ήδη έχουμε επιδοθεί κατά το παρελθόν στην ποίησή τους.

    1. («Κυκλικό», ΝΧ, 47)
    Άραγε πώς γεννιέται
    από ένα τίποτα η επιθυμία;
    Πώς η επιθυμία γίνεται έρωτας,
    ο έρωτας πώς αλλάζει
    σε μακρινή ανάμνηση;
    Aραγε πώς μπορεί
    η ανάμνηση να σβήνει
    μες στο τίποτα;
    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

    2. «Στα μάτια σου κατεβαίνουν κοπάδια τ’ άστρα να ξεδιψάσουν
    στα μαλλιά σου επουλώνεται ο άνεμος
    ο λαιμός σου είναι από μέταλλο φεγγαριού
    τα στήθια σου δυο μαχαίρια που καρφώνουν τη σιωπή
    το στόμα σου ανυπόταχτη τροχιά του ήλιου
    τα δόντια σου μέρες μικρού καλοκαιριού
    ύστερα από τα πρωτοβρόχια.
    Μες στο βαθύ πηγάδι της φωνής σου
    ψάχνουμε για το μυστικό σου».
    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, συλλογή Λυσιμελής πόθος

    3. («Μεγάλο γράμμα», VI, 17)
    Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
    όταν τα χείλια σου…
    ανακαλύπτουν
    τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σώρευσαν
    οι καιροί.
    Μα έπειτα δεν σου φτάνει.
    Έπειτα θες να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
    καθώς απλώνονται κάτω απ’ το δέρμα
    να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
    όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
    στα λεπτά μονόξυλα
    των στιγμών.

    Θέλουμε πιο πολλά
    τα θέλαμε όλα.
    Δεν γινόταν αλλιώς.
    Ό,τι μας έφτανε χτες
    για σήμερα ήταν λίγο.
    Ό,τι μας γέμιζε χτες
    ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.
    (Τίτος Πατρίκιος)

    Του πόθου τ’ αγρίμι, Ελευθερία (ή θάνατος) Αρβανιτάκη

    Ιδού το συγκλονιστικό της Σάρα Κέιν:

    Λαχταρώ

    Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
    Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
    Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
    Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
    Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ” αρέσουν τα παπούτσια σου,
    Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
    Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
    Και να φιλώ τα πόδια σου,
    Και να σου κρατώ το χέρι σου,
    Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
    Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
    Και να γελάω με την παράνοια σου,
    Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
    και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
    και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
    Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
    Και να σ” αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
    Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
    Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
    Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ” αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
    Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
    Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
    Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
    Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
    Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
    Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
    Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
    Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
    Και να ‘μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
    Και να ‘μαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
    Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
    Και να παρακαλάω να σ” ήξερα μια ζωή.
    Και ν” ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
    Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
    Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
    Και το ‘να σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
    Και να σ” αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
    Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
    Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
    Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
    Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
    Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
    Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
    Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
    Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
    Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
    Και ν” αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ” το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
    Και ν” αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
    Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ” αγαπούσε,
    Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
    Και να σ” αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
    Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
    Και να μη σ” αφήνω να σηκωθείς απ” το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
    Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
    Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
    Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
    Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
    Και να θέλω ότι θέλεις,
    Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
    Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
    Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
    Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
    Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
    Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ” ζωή σου,
    Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
    Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
    Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
    Τον ακάθεκτο
    Τον ακατάλυτο
    Τον ακατάσβεστο
    Τον μεταρσιωτικό
    Τον ψυχαναλυτικό
    Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
    ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

    (Sarah Kane)

    Πόθοι αδιέξοδοι, Δήμητρα Γαλάνη

    e. e. cummings (άτιτλο)

    να τ’ αγγίξω είπε αυτός/ θα τσιρίξω είπε αυτή
    μια φορά είπε αυτός/ απαλά είπε αυτή
    να το δαγκώσω είπε αυτός/ πόσο; είπε αυτή
    δυνατά είπε αυτός/ με πονά είπε αυτή
    έλα πια είπε αυτός/ όχι βαθιά είπε αυτή
    τι μου ζητάς; είπε αυτός/ να με κοιτάς είπε αυτή
    να συνεχίσω; είπε αυτός/ θα σε μισήσω είπε αυτή
    αν σε φιλήσω είπε αυτός/ θα σε αφήσω είπε αυτή
    παίρνεις χάπι; είπε αυτός/ είναι αγάπη; είπε αυτή
    είσαι αναμμένη; είπε αυτός/ είμαι θλιμμένη είπε αυτή
    θα μου ‘ρθει ίλιγγος είπε αυτός/ ναι αλλά η σύζυγος είπε αυτή
    σιγά τώρα είπε αυτός/ κοιτάς την ώρα είπε αυτή
    πώς βογκάς! είπε αυτός/ μη σταματάς είπε αυτή
    πιο δυνατά είπε αυτός/ πιο αργά είπε αυτή
    χύνω! Είπε αυτός/ σβήνω είπε αυτή
    είσαι δικιά μου! είπε αυτός/ είσαι δικός της! είπε αυτή.
    (e. e. cummings,, 33 χ 3 χ 3, εκδ. Νεφέλη)

    Πόθοι, Γιάννης Αγγελάκας

    Ο ΠΟΘΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
    Εἶνε ὁ πόθος μου τέτιος, ἀγέρα
    σὰν τὸν ἄγριο θυμό σου
    ποὺ στὶς πλούσιες κοιλάδες σφυρίζει.
    Εἶνε ἀνήμερος, ἄγρια φοβέρα,
    πλούσιοι οἱ τόποι βαθιά μου
    καὶ σὰ χάρος σκληρὸς τοὺς θερίζει.
    Κάθε ἐλπίδα, κάθε ὄνειρο νέο
    τὸ χαϊδεύει σὰν αὔρα
    ζωοδότρα στὰ ἐαρινὰ φύτρα.
    Κι᾿ ἂν αὐξάνη καὶ γίνεται ὡραῖο,
    εἶνε ἡ γόνιμη ὁρμή του
    ποὺ θὰ γίνη ἡ σκληρὴ καταλύτρα.
    (Μαρία Πολυδούρη)

    • Καλημέρα, Αγγελική!… Ευχαριστώ πολύ!
      Έχω το βιβλίο «Λυσιμελής πόθος», του Πατρίκιου, αλλά το μυαλό μου δεν πήγε καθόλου προς τα κει… Το ποίημα «Μεγάλο γράμμα» μάλιστα το ‘χω αναρτημένο στη σελίδα «Έλληνες ποιητές 1″… Και το ωραιότατο του Κάμινγκς επίσης αναρτημένο στη σελίδα «Αμερικάνοι ποιητές»…
      όντως συγκλονιστικό το ποίημα της Κέιν το οποίο δεν το ήξερα!

      Τα δικά μου τώρα… Και πρώτα πάλι με Σαπφώ:
      -Σαπφώ, «Αθάνατη Αφροδίτη με τα στολίδια σου…»

      «Αθάνατη Αφροδίτη με τα στολίδια σου,
      του Δία παιχνιδιάρα κόρη σ’ εκλιπαρώ
      μη με παιδεύεις άλλο με τα παιχνίδια σου
      μαράζια κι αγωνίες δεν τα μπορώ.
      Άκου με όπως τότε απ’ τα παλάτια του
      σε φώναζα εδώ κάτω, σε γύρευα η τρελή
      κι άφηνες το μπαμπά σου, τα σκαλοπάτια του
      κατέβαινες κι ερχόσουν στην άραχλη τη γη. (…)

      Έλα κοντά μου πάλι, βασανιστήριο
      μου έγιναν οι σκέψεις. Δώσε μου ό,τι ποθώ.
      Συμμάχησε μαζί μου, απ’ το μαρτύριο
      που τρώει την ψυχή μου, δώσε να λυτρωθώ».
      (Μτφ. Γ. Μπλάνας)

      -Σαπφώ, «Θεός μου φαίνεται..»

      Θεός μου φαίνεται στ΄ αλήθεια εμένα κείνος
      ο άντρας που κάθεται αντίκρυ σου κι από
      κοντά τη γλύκα της φωνής σου απολαμβάνει
      και το γέλιο σου αχ που ξελογιάζει
      και που λιώνει στο στήθος την καρδιά μου
      σου τ΄ ορκίζομαι γιατί μόλις που πάω να
      σε κοιτάξω νιώθω ξάφνου μου κόβεται η μιλιά μου
      μες στο στόμα η γλώσσα μου
      στεγνώνει πυρετός κρυφός με σιγοκαίει κι
      ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω μα
      βουίζουν τ΄ αυτιά μου κι ένας κρύος ιδρώτας
      το κορμί μου περιχάει» τρέμω σύγκορμη αχ
      και πρασινίζω σάν το χόρτο και λέω πώς λίγο ακόμη»
      λίγο ακόμη και πάει θα ξεψυχήσω.

      -Οδυσσέας Ελύτης, «Προσανατολισμοί»
      VI
      «Ένα ζαρκάδι τρέχει την κορυφογραμμή. Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε
      γι’ αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα. Κι αν μάθεις ποτέ η βροχή
      που θα σε κατακλύσει λυπητερή θα είναι.

      Φεύγα ζαρκάδι! Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυ-
      φογραμμή.»

      -Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Πόθος»

      «Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
      μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
      τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
      ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες…

      Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
      κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
      ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
      ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!

      Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
      θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
      καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
      τὸ περασμένο καλοκαίρι…»

      • ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

        Νταλκάς

        Τον έρωτα σε λέξη μια πώς να τον καταφέρω,
        πάντως πιο ταιριαστός μου φαίνεται ο σεβντάς,
        όχι σεκλέτι ή ντέρτι. Αγρίως υποφέρω
        μα στην αγάπη δεν χωράει «τάν ή επί τάς».
        Δεν είναι δίλημμα η αγάπη, είναι σπαραγμός,
        κι όταν μιλιέται κι όταν άρρητα πονάει.
        Δεν είναι λίμνη η αγάπη, είναι ποταμός,
        κι αν καμωθείς το βράχο, σε σαρώνει όπως ξεσπάει.
        Σεβντάς λοιπόν, λαχτάρα που αγριεύει,
        και ρήματα σοφίζεται και μουσική
        όταν με το κενό και την απόσταση παλεύει,
        κι ας ξέρει πως αγιάτρευτη η πληγή.
        Νταλκάς, σεβντάς και ντέρτι και σεκλέτι
        – α, γλώσσα ωραία, πλούσια η ελληνική.
        Γλώσσα του έρωτα του κόσμου όλες οι γλώσσες
        – κι όλες μαζί λαβαίνουν νόημα απ’ τη σιωπή.
        (Παντελής Μπουκάλας
        από τη συλλογή Ρήματα, ενότητα Ερωτήματα, 2009)

        EΠΙΘΥΜΙΕΣ

        Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
        και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
        με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
        έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
        χωρίς να εκπληρωθούν• χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
        της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

        Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

        Για σένα στις επιθυμίες μου – Μάνος Ξυδούς Μαριάννα Γερασιμίδου, https://www.youtube.com/watch?v=34q35CuhY-4#t=17

        Για σένα στις επιθυμίες μου

        Για σένα στις επιθυμίες μου
        λόγος δεν έγινε ποτέ.
        Δεν σε προέβλεψαν ποτέ
        τα όνειρά μου
        Οι παραισθήσεις μου
        ποτέ δεν σε συνάντησαν.
        Ούτε η φαντασία μου.
        Κι όμως μια ανεξακρίβωτη στιγμή
        σ`εξακριβώνω μέσα μου
        ένα έτοιμο κιόλας αίσθημα.
        (Κική Δημουλά)

        Τρία ποιήματα από μια σύγχρονη ποιήτρια, που το έργο της αποπνέει πόθο, πάθος και ερωτισμό:

        1. ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ
        Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
        το μολύβι μ’ ερεθίζει.
        Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
        την αφή σου στην άκρη.
        Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
        και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
        γύρω απ’ το μολύβι
        σαν τον πόθο που τρέφει
        την ψυχή μου.
        Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.
        ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

        2. ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ ΣΤΗ ΒΕΣΠΑ
        Δεινοπάθησε η βέσπα σου
        από τις πέτρες και την ανηφόρα
        στον απόμερο χωματόδρομο που πήρες.
        Με σκοπό τον πήρες,
        αφού γνώριζες ότι μέσα στην ερημιά
        θα διαλύονταν οι αντιστάσεις μου.
        Ένα φανελάκι φορούσες
        και δεν άργησα να κάνω την αρχή,
        παράφορα σε φιλούσα
        καθώς καθόμουν από πίσω σου κι εσύ οδηγούσες.
        Εκδηλώθηκε το σπαρτάρισμά μου.
        ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

        3. ΗΜΙΦΩΣ
        Θριαμβευτικά και ξέφρενα βίωσε την ηδυπάθειά της.
        Αγαπήθηκε και από άνδρες και από γυναίκες.
        Γνώρισε κάθε μορφής έρωτα.
        Στο ημίφως της βεράντας όπου γινόταν
        το πολύβουο πάρτι, την περισσότερη ώρα
        καθόταν σε μια άκρη, ηθελημένα μόνη της
        και έπινε.
        Βρισκόταν στην κρίσιμη καμπή της ηλικίας
        μετά τα σαράντα,
        στην κρίσιμη καμπή που το παρόν
        αλλά και οι προοπτικές της από δω και πέρα
        δεν της πρόσφεραν εξάρσεις και σαγήνη.
        Στο ημίφως της βεράντας έπινε,
        καρφί δεν της καιγόταν για το πάρτι
        και τις συντροφιές που μαζεύονταν εκεί.
        Το πολυτάραχο παρελθόν της νοσταλγούσε.
        (Πεδίο πόθου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα)

        Έρωτας τάχα, Πόπη Αστεριάδη

        Έρωτας τάχα, Μυρτιώτισσα

        Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό
        που έτσι με κάνει να ποθώ
        τη συντροφιά σου,
        που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ
        τα φωτισμένα για να δω
        παράθυρά σου;

        Έρωτας να ‘ναι η σιωπή
        που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις
        σφιχτά το στόμα,
        που κι όταν μείνω μοναχή,
        στέκω βουβή κι εκστατική
        ώρες ακόμα;

        Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,
        με κάποιου αγγέλου τα φτερά
        που έχει φορέσει,
        κι έρχετ’ ακόμη μια φορά
        με τέτοια δώρα τρυφερά
        να με πλανέσει;

        Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,
        και καλώς να ‘ρθει το κακό
        που είν’ από σένα·
        θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
        στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
        τ’ αγαπημένα.

        ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΑΡΑ ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΘΕΛΩ

        Δε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω,
        μα απ’ το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω
        κι απ’ το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω,
        περνώ απ’ το παγερό στο πυρωμένο.
        Σε θέλω μόνο γιατί εσένα θέλω,
        σε μισώ μα γι’ αγάπη σου προσπέφτω,
        κι είν’ της αθώας αγάπης μου το μέτρο
        σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω.
        Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος
        την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος,
        ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.
        Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω
        και πεθαίνω απ’ αγάπη αφού σε θέλω,
        σε θέλω, αγάπη, ως το αίμα κι ως το τέλος.
        NEΡΟΥΔΑ

        ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΛΕΙΠΕΙ Η ΧΑΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ
        ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΩΡΗΤΡΙΑ ΠΟΘΟΥ ΚΑΙ ΓΑΛΗΝΗΣ

        αφού το θέλεις
        γυναίκα αρμονική κι’ ωραία
        έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι’ ευγενικά
        μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
        ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
        μέσα στο παλιό — ιταλικό μου φαίνεται — βάζο με παραστάσεις
        γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
        έλα
        πέσε στα χέρια μου
        και χάρισέ μου
        — αφού το θέλεις —
        τη θλίψη του πρασίνου βλέμματός σου
        την βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
        τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακρυά
        μαλλιά σου
        τη σποδό του υπέροχου σώματός σου
        (Ν. Εγγονόπουλος)

        DESIRE, U2

        (Θα επανέλθω. Ακούγομαι …απειλητική.)

      • Ciao Ageliki!!!… Πολύ δυναμικά επανήλθες με τόσα πολλά και υπέροχα!… Grazie mille!!!

        -«Έμαθα να κρύβω ό,τι πιο πολύ ποθώ
        ό,τι κρύβω όλη η αλήθεια –
        μοναξιά παντάνασσα»
        (Ν. Καρούζος)

        -«…Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
        Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη….»
        (Μ. Αναγνωστάκης)

        -«Ο σκοπός είναι να μην αφήσεις πίσω σου να χορταριάσουν οι δρόμοι του Πόθου, αυτή τη
        δίψα να περιπλανιέσαι στη συνάντηση του παντός μην αφήνοντας πίσω τίποτα άλλο από
        τον ψίθυρο ενός τραγουδιού για να σκοτώσει κανείς την ώρα του»
        (Α. Μπρετόν)

        -«…Μέτωπο, μάτια, κύματα
        μαλλιά, γλουτοί, λαγόνες,
        κρυφά λαγκάδια, του Ερωτα
        ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες,
        πόδια που αλυσοδένετε,
        βρύσες του χάιδιου, ω χέρια,
        του πόθου περιστέρια,
        γεράκια του χαμού!

        Και ολόκαρδα, κι αμπόδιστα
        λογάκια, ω στόμα, ω στόμα,
        σαν το κερί της μέλισσας,
        σαν του ροδιού το χρώμα.
        Τα κρίνα τ’αλαβάστρινα,
        του απρίλη θυμιατήρια,
        ζηλεύουν τα ποτήρια
        του κόρφου σου. – Ω να πιω,…»
        (Κ. Παλαμάς, Σάτυρος)

        -«…Κι όμως του πόθου το όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
        κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
        τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησε
        κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
        δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
        την περιλούσει με ιαχές θριάμβου…»
        (Ο. Ελύτης, απόσπασμα από το « Ήλιος ο πρώτος»)

        -Σαίξπηρ, «ΣΟΝΝΕΤΟ αρ. 23»

        «Όπως ένας αδέξιος θεατρίνος
        π’ όλο ξεχνάει τα λόγια του, αγχωμένος,
        και σαν το άγριο, λυσσασμένο χτήνος,
        που την καρδιά του τρώει περίσσιο μένος,
        έτσι κι εγώ, που ν’ ανοιχτώ φοβάμαι,
        ξεχνώ τα λόγια της αγάπης τ’ άγια•
        λειωμένος απ’ το εντός μου πάθος, να με,
        και με λυγούν βαριά του έρωτα μάγια.
        Άσ’, της καρδιάς μου που φωνάζει, να ’ναι
        οι στίχοι μου, λοιπόν, βουβοί αγγέλοι,
        κι απόκριση κι αγάπη να ζητάνε
        πιότερο απ’ όσα η γλώσσα να πει θέλει.
        Μάθ’ όσα ο πόθος μου έχει να σου πει•
        τα μάτια σου θ’ ακούνε στη σιωπή.»

        -Σαρλ Μπωντλαίρ, « Πόθος για Ζωγραφική»

        «Δυστυχής ίσως ο άνθρωπος, αλλά ο καλλιτέχνης
        που τον ξεσκίζει ο πόθος!
        Φλέγομαι να ζωγραφίσω εκείνη που μου φανερώθηκε
        σπανιότατα και που δραπέτευσε ταχύτατα σαν κάτι όμορφο
        και ποθητό που χάνει πίσω του ο ταξιδιώτης, παρασυρμένος
        μέσα στη νύχτα. Πόσος καιρός ήδη πάει που
        εξαφανίστηκε!
        Είναι ωραία και κάτι περισσότερο από ωραία• είναι
        εκπληκτική. Το μαύρο αφθονεί πάνω της: και το σύνολο
        που εκείνη εμπνέει είναι νυχτερινό και βαθύ. Τα μάτια
        της είναι δυο σπήλαια όπου σπιθίζει αμυδρά το μυστήριο
        και το βλέμμα της λάμπει σαν αστραπή: είναι μια έκρηξη
        μέσα στο έρεβος.
        Θα μπορούσα να το συγκρίνω με μαύρο ήλιο, αν μας
        ήταν δυνατόν να συλλάβουμε ένα μαύρο άστρο που διαχέει
        το φως και την ευτυχία. Αλλά κατευθύνει τη σκέψη
        μας μάλλον προς τη σελήνη, η οποία αναμφίβολα
        σφραγίζει με την απειλητική επιρροή της• όχι η λευκή
        σελήνη των ειδυλλίων, που μοιάζει με ψυχρή νύφη, αλλά
        η δυσοίωνη και μεθυστική σελήνη, μετέωρη στο βάθος
        μιας θυελλώδους νύχτας και κυνηγημένη από τα σύννεφα
        που τρέχουν• όχι η ειρηνική και διακριτική σελήνη που
        επισκέπτεται τον ύπνο των αγνών ανθρώπων, αλλά η σελήνη
        η αποσπασμένη με βία από τον ουρανό, η ηττημένη
        και εξεγερμένη, εκείνη που οι Θεσσαλές Μάγισσες την
        εξαναγκάζουν σκληρά να χορεύει πάνω στο έντρομο γρασίδι!
        Στο μικρό της μέτωπο κατοικούν η αποφασιστική θέληση
        και ο έρωτας της λείας. Και όμως στο κάτω μέρος
        αυτού του ταραγμένου προσώπου, όπου τα ευκίνητα πτερύγια
        της μύτης εισπνέουν το άγνωστο και το ανέφικτο,
        ξεσπά με ανέκφραστη χάρη το γέλιο ενός μεγάλου,
        ερυθρόλευκου και ηδονικού στόματος, το οποίο μας κάνει να
        ονειρευόμαστε το θαύμα ενός τεράστιου λουλουδιού που
        ανθοβολεί σε ηφαιστειογενές έδαφος.
        Υπάρχουν γυναίκες που εμπνέουν το πάθος να τις νικήσεις
        και να τις απολαύσεις• τούτη εδώ όμως δημιουργεί
        την επιθυμία να πεθάνεις αργά κάτω από το βλέμμα της.»

        Υ.Γ.: Να επανέλθεις, έστω κι απειλητική!!!!

  2. Γιάννη, ο Ερωτόκριτος πάντως είναι όλο το έργο ένας ύμνος στον πόθο και στην λαχτάρα του Έρωτα. Καλή Κυριακή 🙂

  3. Συμφωνώ απολύτως, καλή μου φίλη, Petra!….

    «Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες.
    Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό, τι κι αν τύχει.
    Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό, τι ποθώ.»
    (Α. Εμπειρίκος)

  4. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ΗΛΙΟΠΕΤΡΑ

    …Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο
    Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
    Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα
    Τα παράλληλα μυστήριά του
    Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν
    Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

    Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου
    Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου
    Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…
    Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι
    Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου
    Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

    Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
    Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο
    Η φούστα σου η νερένια
    Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…
    Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…
    Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι
    Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…
    Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου
    Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο
    Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται
    Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα
    Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας….
    (Από την Ηλιόπετρα , Οκτάβιο Πας)

    Το δόντι του πόθου, Τσανακλίδου

    ΑΦΗΣΕ ΛΕΥΤΕΡΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ

    Άφησε λεύτερα τα χέρια μου
    και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη!
    Άφησε τα δάχτυλά μου να τρέξουν
    στους δρόμους του κορμιού σου.
    Το πάθος – αίμα, φωτιά, φιλιά –
    με ανάβει με τρεμουλιαστές φλόγες.
    Αλλά εσύ δεν ξέρεις τι είναι τούτο!
    Είναι η καταιγίδα των αισθήσεών μου
    που διπλώνει τον ευαίσθητο δρυμό των νεύρων μου.
    Είναι η σάρκα που φωνάζει με τις διάπυρες γλώσσες της!
    Είναι η πυρκαγιά!
    Και συ είσαι εδώ, γυναίκα σαν άθικτο ξύλο
    τώρα που η καμένη μου ζωή πετάει
    προς το γεμάτο με άστρα, σαν τη νύχτα, σώμα σου!
    Άφησε λεύτερα τα χέρια μου
    και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη!
    Δεν είναι έρωτας, είναι επιθυμία που ξεραίνεται και σβήνει,
    είναι καταιγισμός από ορμές,
    προσέγγιση του απίθανου,
    αλλά υπάρχεις εσύ,
    υπάρχεις εσύ για να μου δώσεις τα πάντα,
    και για να μου δώσεις αυτό που κατέχεις ήρθες στη γη –
    όπως εγώ ήρθα για να σε περιέχω
    για να σε επιθυμώ,
    για να σε δεχτώ!
    ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ

    Brigitte Bardot – Tu veux ou tu veux pas

    Ασυγκράτητοι πόθοι.

    Με πυροδότησε η ανάσα σου
    το φιλί στο λαιμό,
    πετάρισαν τα βλέφαρα
    φυγή σαν όνειρο.
    Αναγερμένη μέσα στο βλέμμα σου
    ασάλευτες ξανθιές τούφες
    ζεσταίνουν
    γεμίζουν την καρδιά,
    κάτι απροσδιόριστο
    σαν ευτυχία και σαν πόθος.
    Τα χάδια σου αλλάζουν σημείο
    δυο, τρεις, δέκα φορές
    με κοιτάζεις από διάφορες γωνίες,
    αχόρταγα με πάθος…

    Ώρες κρατά αυτή η αναζήτηση.
    «Δάγκωσε τα χείλη μου» είπαν τα μάτια μου.
    «Θα ακολουθήσει θάνατος από την ηδονή».
    «Σε προκαλώ!» σου απάντησαν με λέξεις τα ίδια.

    Σαγηνευτικά
    προκλητικά,
    ηδονικά όμορφα
    σιώπησες για λίγο,
    πέρασες το δάκτυλο πάνω τους.
    Αστραπιαία το δάγκωσα•
    μορφασμός ευχαρίστησης.
    Κινήθηκες ενστικτωδώς,
    ακούμπησες τα χείλη σου πάνω τους.
    Πρώτα τρυφερά
    στιγμιαία φιλιά,
    δεν κρατήθηκες,
    με φυλάκισες σφιχτά στην αγκαλιά σου.
    «Απόλαυσέ τα» απάντησε το κορμί μου
    και κόλλησα πάνω σου.

    Τα φιλιά σου λαίμαργα τώρα
    περιπλανήθηκαν σε όλο το μήκος τους.
    Τα δάκτυλα μου στην πλάτη σου,
    ρίγησε το κορμί σου…
    μια θάλασσα κύτταρα
    ξύπνησαν στο άγγιγμα μου.

    Με έσφιξες πιο δυνατά
    «Χόρτασε με» ζήτησε ο λαιμός μου
    μα δεν ακούστηκε,
    άραξες πιο βαθιά στα χείλη.
    Θάλασσα το κορμί μου,
    κολύμπησες επιδέξια
    ώσπου σ’ έκλεισα στο βυθό μου.
    (Εύη Γκάλαβου)

    Je veux – ZAZ (greek subs)

    Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
    τί πόθους καὶ τί πάθος
    πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
    κι ἀλλάξαμε ζωή.
    ΣΕΦΕΡΗΣ

    Αν μ΄ αγαπάς κι είν’ όνειρο
    Ποτέ να μην ξυπνήσω
    Γιατί με την αγάπη σου
    Ποθώ να ξεψυχήσω
    ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ

    (Κάπου εδώ λέω να σταματήσω. Επιτέλους, θα πεις.)

    • Καλησπέρα, Αγγελική!… Νομίζω ότι έκλεισε κι αυτό το αφιέρωμά μας στον «Πόθο» με ωραιότατα ποιήματα και μουσικές! Σ’ ευχαριστώ πολύ!

      -Κώστας Ουράνης ,Οι χίμαιρες της νιότης μου
      «Ξέρω να βλέπω τη ζωή γαλήνια κι ξέρω
      Έξω απ τον ίδιο μου εαυτό ποτέ να μη ζητάω
      Τίποτα κι ούτε να μισώ μα κι ούτε ν’ αγαπάω

      Έτσι, δίχως να με κρατά τίποτε πλέον σκλάβο
      Δίχως ελπίδα απατηλή και δίχως ΠΟΘΟ πλάνο
      Είμαι έτοιμος πάσα στιγμή να ζήσω-ή να πεθάνω.»

      -Γ. Σεφέρης, «Ερωτικός λόγος» (μικρό απόσπασμα)
      Γ’
      «Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
      Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
      σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
      το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

      τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
      κι ας γείρει ο ΠΟΘΟΣ σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
      και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
      από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς…»

  5. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Διόρθωση:

    Άφησε ελεύθερα τα χέρια μου, Πάμπλο Νερούδα (και ΟΧΙ Οκτάβιο Πας).
    Σόρι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: