Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (58ο): «Πατρίδα»…

 

«… Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδο-
χικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και
βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο

Σ’ ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου
πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές…»
(Ο. Ελύτης, «Ασημένιο ποίημα»)

 

«… Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.»
(Γ. Σεφέρης, «Μυθιστόρημα»)
 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Πατρίδα»

 

«Πατρίδα
είσαι γεννημένη από χωριάτες
από φαρδιές σκληρές κοιλιές γυναικών
από τις ροζιασμένες φούχτες των σκαφτιάδων.
Είσαι γεννημένη μες από φωτιές, από κραυγές κ’ αίματα
απ’ αυτούς που πέσανε για σένα, χιλιάδες και χιλιάδες
και χάθηκαν για πάντα κάτω απ’ το χώμα σου.

Όταν ο περαστικός ξυλοκόπος κάθεται σε μια πέτρα
στην άκρη του δρόμου, την ώρα που βραδιάζει
δεν είναι μονάχος.
Ακούει κάτω απ’ το χώμα του δρόμου να τον φωνάζει το
αίμα σου.
Πατρίδα είσαι γεννημένη απ’ τους πεθαμένους.»

 
-Σαράντος Παυλέας, «ΠΑΤΡΙΔΑ»

 

«…Το κάθε βότσαλο, λείο ή τραχύ, το λέω πατρίδα,
τα φύκια αυτά τα ονομάζω πατρίδα
ζεστή και φωτεινή και μες τη συννεφιά της
το κύμα, που σ’ όλες τις πόρτες του βράχου μουγκράει,
τον καρπό το μελίγευστο – πατρίδα
της πικροδάφνης το μίλημα, σα γέλιο παιδιού ή ερύθημα κόρης,
τα σπίτια με τα βασιλικά και τα ηλιοτρόπια – πατρίδα
κι ο ιδρώτας είναι πέτρα πολύτιμη στων χωρικών μας τα μέτωπα!…

Αν κάθε θάλασσα πατρίδα ονομαστεί, σαν τη θάλασσα
της πατρίδας καμιά!
Κι αν ένας ήλιος φέγγει, σαν τον ήλιο της πατρίδας κανένας!
Αν όλη η ανθρωπότητα πατρίδα μια γενεί,
σαν τη γη των πατέρων μας καμιά!
Κι αν όλα κάτω από τη σελήνη εξισωθούν με καπνού ύψος,
ξεχωριστός ο καπνός της καθεμιάς πατρίδας στον κοινό ουρανό
θα σμίξει…»

 
-Θωμάς Γκόρπας, «Η πατρίδα»

 

«-Γιατί, παιδί μου, είσαι θλιμμένο
μέρα γιορτής και με κοιτάς σαν ξένο;
-Αχ πόσο με στεναχωρείς πατρίδα
μονάχα σε εθνικές γιορτές σε είδα…

-Γιατί, παιδί μου, κλαις βαρυγκομίζεις
γιατί με καταριέσαι και με βρίζεις;
-Ζωές χαλάς κι αγάπες σπίτια κλείνεις
πολλά ζητάς και τίποτα δε δίνεις.

-Γιατί, παιδί μου, αγναντεύεις πέρα
τι βλέπεις να ‘ρχεται μες στον αέρα;
-Βλέπω να ‘ρχεται η ανεργία
και να με στέλνεις στη Γερμανία».
(Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος)

 
-Γιάννης Ρίτσος,[Τύφλα και μούντζα στην πατρίδα]

 

«… Έχασε το ‘να του ποδάρι
στον πόλεμο, και γι’ αμοιβή
του δώσανε -τιμή ακριβή-
το δεκανίκι, και καμάρι
στα στήθια του να το φορεί
ένα παράσημο βαρύ.

Στο σπίτι οι αδερφές γκρινιάζουν
και ξενυχτάνε στη δουλειά
πλουμίζοντας[;] ξένα προικιά.
Κι αυτόν σακάτη τον φωνάζουν
χαραμοφάη και τα λοιπά.
Κι ο Κώστας σκύβει και σιωπά.
“Πού μ’ είδες, τάχα, και πού σ’ είδα”
τώρα του λέει κι η Κανελλιά
που του ‘δινε άλλοτε φιλιά.
– Τύφλα και μούντζα στην πατρίδα’
και το παράσημο πετά
και το πατά.»
(Γ. Ρίτσος, «Το παράσημο»)

 

-«Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!» (Κ. Παλαμάς)

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Πες το με ποίηση (58ο): «Πατρίδα»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γεια σου, Γιάννη!
    Επιτέλους λίγη ποίηση στη ζωή μας, μήπως και αντέξουμε την αβάσταχτη καθημερινότητα. Βαρέθηκα να ακούω για το Μπέο και για κάτι άλλους (σαν το δικό μας δήμαρχο, που είναι σε παραλήρημα μεγαλείου).

    Πατρίδα ζητάμε, Ζαπάτα, Πουλόπουλος

    -Ν. Βρεττάκος, «Γράμμα στὸν ἄνθρωπο τῆς πατρίδας μου»

    «…Μὴν μὲ μαρτυρήσεις!
    Καὶ προπαντὸς νὰ μὴν τοῦ πεῖς πὼς μ᾿ ἐγκατέλειψεν ἡ ἐλπίδα!
    Καθὼς κοιτᾷς τὸν Ταΰγετο, σημείωσε τὰ φαράγγια
    ποὺ πέρασα. Καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα. Καὶ τὰ ἄστρα
    ποὺ εἶδα. Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπὸ τὰ δακρυά μου,
    ὅτι ἐπιμένω ἀκόμη πὼς ὁ κόσμος
    εἶναι ὄμορφος!»

    «Πατρίδα των καιρών» – Γιώργος Δουατζής
    5.

    Πώς σε κατάντησαν πατρίδα οι δημοκόποι,
    πώς…
    με περιούσιο λαό χωρίς περιουσία
    σε εξαπάτησαν με ψεύτικα φτιασίδια
    σε κλείσανε στα τείχη τους
    σε αλωνίζουν οι προστάτες
    κι έγινες η περήφανη εσύ
    τώρα ζητιάνα των βαρβάρων
    που της στερήσανε το φως
    για να εισπράξουμε έστω αργά
    πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
    από την ανοχή μας

    Η ΦΟΒΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

    Ἄθλιος καιρὸς στὴ φοβερὴ πατρίδα μου
    καὶ λίβας ἀνελέητος σκληρὸς τοῦ Ἰουλίου!

    Τὴν πεθαμένη ταξιδεύαμε τὴ μάνα μας
    μὲ τὸ βαγόνι τῆς γραμμῆς
    κόσμος πολὺς μέσα στὸ διάδρομο καὶ ἡ ἀποθήκη του γεμάτη
    μὲ μπαοῦλο, οἰκοσκευές,
    καὶ ἀνάμεσά τους, στὰ ψηλά, τὸ φέρετρό της
    ἔτσι καθὼς πηγαίναμε παλιὰ κουτί, στῶν συγγενῶν μας,
    μὲ κοῦκλες, τὰ παιδιά.
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ (απόσπασμα)

    Χρυσή πατρίδα

    Χρυσή πατρίδα

    Ήλιος, βουνά και θάλασσα χρυσά
    κι’ οι μέσα κόσμοι, ο αγέρας που φυσά.
    Χρυσομήνας, χρυσάνθια, χρυσοπώρες,
    χρυσές κι’ απ’ την αυγή ως τα δυσμά οι ώρες.

    Τράβ’ ανοιχτά στον Παρνασσό. Φαντάσου
    τη Μούσα να πορεύεται κοντά σου.
    Πιες το νερό τ’ αθάνατο στη βρύση.
    Θα βγει ο Λοξίας να σε καλωσορίσει,

    να στεφανώσει τα χρυσά μαλλιά σου:
    -«Νιάτα και γεια και πρώτε στη δουλιά σου,
    βλογημένε απ’ τη Μοίρα και την Πλάση,
    δεν μπόρεσε η Κακία να σε χαλάσει!».

    «Με τα φτερά κατάκορφα σηκώσου,
    το κάθε ψήλος τ’ ουρανού δικό σου.
    Στην πιο ΄μορφη πατρίδα όμορφα ζήσε,
    της Ομορφιάς ο πλαστουργός εσύ ΄σαι»!

    Μαύρο φως, λάσπη γύρα, σκλάβα γνώμη
    κι’ ούτε Μάνα-Πατρίδα κι’ ούτε Νόμοι
    κι’ ούτε Ομορφιά κι’ Αλήθεια κι’ Αρετή.
    Τα πάντα λεία του ξένου Πειρατή.

    Ξύπνα Λαέ, κι’ όλ’ οι Λαοί μετά σου,
    να καθαρίσεις τα καθάρματά σου!
    Τότε μονάχα θα ΄ναι αληθινά
    κατάχρυσα ήλιος, θάλασσα, βουνά!

    Τότε θα ΄χεις πατρίδα, θα ΄χεις δίκιο,
    θα ΄χεις γνώμη και λόγο κι’ αίμ’ αντρίκιο.
    Κι’ όλα δικά σου κι’ όχι των Ολίγων!
    Όλα των δουλευτάδων, των κολλήγων!

    ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

    Όμορφη και παράξενη πατρίδα

    Πατρίδα, 1

    ωραία κυκλική λέξη η πατρίδα
    με το διπλό άλφα της αγάπης
    προαιώνιο εφαλτήριο του βαρδάρη
    κυβόλιθος στην Εγνατία Οδό

    μια σειρά όρθια γιώτα τα κάστρα της
    λυγισμένα κατάρτια οι νεκροί της
    που ναυλοχούν γαλήνια παραδίπλα
    μέσα στην προσωρινή ομίχλη της νύχτας

    ωραίος προορισμός η πατρίδα
    με τη δική της μουσική του ρο
    που είναι ρίζες και γίνεται ροή
    κάτω από τους φανοστάτες της παραλίας
    με τις πυγολαμπίδες στην απέναντι ακτή
    πριν και μετά κάθε ταξίδι

    το διπλό άλφα της αγάπης
    και το δέλτα του ποταμού
    που εκβάλλει στην απεραντοσύνη
    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
    (από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

    Πατρίδα χιλιοπροδομένη, Αντώνης Καλογιάννης

    Ο ΜΟΧΘΗΡΟΣ ΨΕΥΤΟΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ

    Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο
    που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά
    το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο
    που η δυστυχία των άλλων τού γεννά.

    Το φθονερό του μάτι το σβησμένο
    που δείχνει βουλιμιά για συμφορά
    μας εξηγούν γιατ’ είναι διψασμένο
    τ’ αχείλι του και πόλεμο ζητά.

    Διψάει να ιδεί στα μαύρα φορεμένους
    πατέρες και μανάδες που μισεί,
    να τους ιδεί στα δάκρυα τους πνιγμένους:

    Θα ‘ναι δροσιά στην έρμη του ψυχή.

    Για τούτο υπέρ Πατρίδος σκούζει, κράζει
    Όρνιο, που για κουφάρια αναστενάζει!
    Μ. ΑΒΛΙΧΟΣ

    Μικρή πατρίδα

    Η πατρίδα

    Αυτό το σπίτι με τους ογκώδεις αποικιακούς τοίχους
    και ένα αίθριο του 19ου αιώνα με αζαλέες
    έχει θρυμματιστεί εδώ και αρκετούς αιώνες.
    Σαν τίποτα να μη συμβαίνει κόσμος πάει κι έρχεται
    από το ένα γκρεμισμένο δωμάτιο στο άλλο,
    κάνει έρωτα, χορεύει, γράφει γράμματα.

    Σφαίρες σφυρίζουν συχνά ή μήπως είναι ο αέρας
    που σφυρίζει μέσα απ’ την τρύπα της κατεστραμμένης οροφής.
    Σ’ αυτό το σπίτι οι ζωντανοί κοιμούνται με τους πεθαμένους
    αντιγράφουν τις συνήθειες τους, μιμούνται τους μορφασμούς τους,
    κι όταν τραγουδούν, υμνούν τις αποτυχίες τους.

    Τα πάντα είναι ερείπια σ’ αυτό το σπίτι
    οι αγκαλιές και η μουσική γκρεμίζονται,
    το πεπρωμένο, κάθε πρωί, το γέλιο είναι ερείπια,
    τα δάκρυα, η σιωπή, τα όνειρα.
    Τα παραθύρια θυμίζουνε κατεστραμμένα τοπία
    σάρκα και στάχτη ανακατεύονται στα πρόσωπα
    στα στόματα οι λέξεις αναμιγνύονται με το φόβο.
    Σ’ αυτό το σπίτι είμαστε όλοι θαμμένοι ζωντανοί.
    (María Mercedes Carranza 1945-2003, Mετάφραση: Γιάννης Καρατζόγλου)

    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

    1. Λορέντζος Μαβίλης, Εις την πατρίδα:
    Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δεν λάμπει.

    2. Tι είναι η πατρίδα μας; (Ιωάννης Πολέμης)
    Tι είναι η πατρίδα μας; Μην είν οι κάμποι;
    Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;
    Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;

    3. Ἡ Πατρίδα μας (Δροσίνης)
    «Ξένε ποὺ μόνος κι ἔρημος
    σὲ ξένους τόπους τρέχεις,
    πές μου, ποιὸς εἶναι ὁ τόπος σου
    καὶ ποιὰ πατρίδα ἔχεις;»

    • Ciao Aggeliki!!!… Να ‘μαστε πάλι εδώ με την αγαπημένη μας ποίηση… Σχεδόν δυο μήνες τώρα μ’ απασχολούσαν οι εκλογές… Στις ευρωεκλογές πολύ καλά τα πήγαμε, αλλά μας πόνεσε πολύ η εκλογή του Μπέου στο Βόλο… Και για τον επιπλέον λόγο για το ότι δεν εκλέχτηκε η κόρη μου, ενώ αν ήταν πρώτος ο συνδυασμός μας εκλεγόταν!…
      Τέλος πάντων, σ’ ευχαριστώ πολύ για τα όμορφα ποιητικά και μουσικά σου δώρα… Σ’ ευχαριστώ ιδιαίτερα που θύμισες το «Πατρίδα ζητάμε», που το τραγουδούσα στα γυμνασιακά μου χρόνια!….

      -Γ. Βαρβέρης, «Γιατί μας έδιωξαν απ’ την πατρίδα / διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι αφές»

      -Ν. Καρούζος, «Μνήμη της Πατρίδας, Πίνοντας Κρασί»

      «Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ’ αμέσως πάθος
      ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
      έχει ένα βέβαιο δρόμο
      τόπους-τόπους αγκάθια
      τόπους-τόπους ωραία χαλιά
      π’ ο άτυχος τα ματώνει.
      Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
      αρχίζουν τ’ άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
      πάλι μια γέννα μας προσμένει.»

      «… νιώθω για σε πατρίδα μου
      στα σπλάχνα χαλασμό!»
      (Α. Βαλαωρίτης)

      -Α. Κάλβος, «Ωδή Πρώτη. O Φιλόπατρις»
      (απόσπασμα)

      στροφή α΄.
      «Ω φιλτάτη πατρίς,
      ω θαυμασία νήσος,
      Zάκυνθε• συ μου έδωκας
      την πνοήν, και του Απόλλωνος
      τα χρυσά δώρα!

      β΄.
      Kαι συ τον ύμνον δέξου•
      εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
      την ψυχήν, και βροντάουσιν
      επί τας κεφαλάς
      των αχαρίστων.

      γ΄.
      Ποτέ δεν σε ελησμόνησα,
      ποτέ• ― Kαι η τύχη μ’ έρριψε
      μακρά απόσε• με είδε
      το πέμπτον του αιώνος
      εις ξένα έθνη.

      δ΄.
      Αλλά ευτυχής, ή δύστηνος
      όταν το φως επλούτη
      τα βουνά, και τα κύματα,
      σε εμπρός των οφθαλμών μου
      πάντοτες είχον.

      ε΄.
      Συ, όταν τα ουράνια
      ρόδα με’ το αμαυρότατον
      πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
      συ είσαι των ονείρων μου
      η χαρά μόνη.»

  2. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Χούλιο Κορτάσαρ, Η ΠΑΤΡΙΔΑ

    Πατρίδα του μακριά, χάρτη,
    χάρτη του ποτέ.
    Γιατί το χθες είναι ποτέ
    και το αύριο αύριο.
    Φυλάγω μια μυρωδιά τριφυλλιού,
    ένα δρόμο με δέντρα,
    ένα μέτρημα με τα χέρια,
    Ένα φως πάνω από το ποτάμι.
    Πατρίδα, γράμματα που φεύγουν
    κι άλλα που επιστρέφουν,
    πουλιά από χαρτί
    που ίπτανται πάνω από το χάρτη.
    Γιατί το χθες είναι ποτέ
    Και το αύριο αύριο.

    ΜΗΤΡΙΔΑ
    Ένα ποίημα του Έλληνα Μεξικανού ποιητή Homero Aridjis
    Πατρίδα
    χώρα του πατέρα
    κατακτητή
    υμένων και ναών
    Μητρίδα
    χώρα της βιασμένης μητέρας
    και της λεηλατημένης φύσης
    Φωτεινή πυραμίδα
    (Παρίσι, Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010)

    ΜΊΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ, Ν. Λυγερός

    Μία είναι η πατρίδα
    γιατί δεν θέλεις να το παραδεχτείς
    και μου μιλάς για κόμματα
    και παρατάξεις
    δεν καταλαβαίνεις
    ότι δεν έχουμε επιλογές
    με τις αξίες μας;
    Κάθε κίνησή μας
    δεν είναι παρά
    μία και μοναδική
    βούληση για ένα σκοπό
    ν’ αντέξουμε
    όλα όσα πρέπει
    να ζήσουμε
    για να παράξουμε
    το πρέπον έργο.

    ΠΑΤΡΙΔΑ

    Ἐδῶ ἦταν ἡ πατρίδα μας πού χάσαμε.

    Γιά κείνη λέω πού τά τραγούδια της
    κυλοῦσαν ἀπό τά μονόλιθα βουνά
    τρύπωναν μέσ’ στίς φλέβες καί τίς φούσκωναν.
    Πού γίνονταν γλῶσσες φωτιᾶς στό πυρομάχι
    τῆς ψυχῆς, αἷμα πού ἵδρωνε πυκνό
    πίσω ἀπό τῶν παππούδων τό μέτωπο. Πού γίνονταν
    σχῆμα σταυροῦ πάνω στό μαξιλάρι μας
    βροντή ἀπό μαύρη τουφεκιά ριγμένη
    πίσω ἀπ’ τ’ ὄνειρο, κλάμα μητέρας πού θρηνεῖ
    τό ἀκέφαλο κορμί τοῦ γιοῦ της.
    Τώρα τά στήθη μας ἀδειάσαν καί βουβάθηκαν
    κι ὅλοι μας πίνουμε νερό ἀπό πηγές θολές
    βαδίζομε σέ δρόμους πού ἀπαρνήθηκαν
    τό χῶμα, κι ὁ ἀέρας πού ἀνασαίνομε
    ἔρχεται σφραγισμένος σέ κουτιά τενεκεδένια.

    Πατρίδα —μάνα πού διπλώθηκες στή μνήμη τῶν γερόντων
    σάν τήν κουβέρτα τῆς γιαγιᾶς τή σκοροφαγωμένη
    γιά πόσα χρόνια ἀκόμη θά μιλοῦν τή γλῶσσα σου
    τοῦτοι οἱ λακέδες πού σέ ξεπουλοῦν στούς ξένους;
    (Γιώργης Μανουσάκης)

    Η ΠΑΤΡΙΔΑ (Αφροδίτη Νότη)

    Αυτή η πατρίδα δεν τελειώνει ποτέ.
    Έλικες και ελιγμοί και σφυροκοπήματα
    μακρείς διάδρομοι του μετέωρου χρόνου
    σε μια ξηρότητα που τρυπώνει παντού
    αλλάζει τη δόμηση και τους αρμούς
    τους τριγμούς των υποστυλωμάτων
    δαιμονισμένες πόρτες που χτυπούν
    τα παράθυρα διαμπερή τραύματα του αέρα,
    οι σκάλες του αδιεξόδου.
    Τα τροπικά φυτά σ’ αποπροσανατολισμό!
    Διυλίζονται οι μέρες σε ένα διάτρητο πλέγμα.
    Τόση κούραση χωρίς πορεία.
    Τόσο βάρος χωρίς αποσκευές.
    Τι μένει, τι απομένει!
    Αυτή η πατρίδα που δεν τελειώνει ποτέ.
    [1995]

    Μιχαὴλ Ἀγγελάκης, ΚΑΫΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

    Τὸ πονεμένο βογγητό σου
    ἐμπορεύονται
    σὲ συρμάτινα παζάρια.
    Τὴν ἀνάσα σου ξεπουλοῦν
    ὅσο- ὅσο,
    καὶ σύ, ταπεινὴ κι ἀνήμπορη,
    περιμένης ὅπως καὶ τότε
    ὅπως καὶ πάντα
    ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς καὶ τοὺς ἀνήμπορους.
    Γιατὶ αὐτοὶ εἶναι ἡ σάρκα σου
    Πατρίδα.

    Καϋμένη Πατρίδα.
    Ταπεινό κι ἀσήμαντο
    χοχλάδι τῆς ἀκρογιαλιᾶς,
    ἀναστενάζω
    στὸ πήγαινέλα
    τῶν μολυσμένων ὑδάτων.
    (Ἀπὸ τὸ «Ἐν Πλῷ», ἐκδόσεις Κνωσός, Ἀθήνα 1999.)

    Μικρού μήκους

    Η πατρίδα μου είναι πτήση χαμηλού κόστους, ζει απομυζώντας ακτογραμμές σαν τα κατσίκια που βοσκάν τ‘ αλάτι σε ανθολογίες καρτ-ποστάλ. Τη σέρνει δάνειο οχηματαγωγό, λογής βαρούλκα σηκώνουν τα μέλη της, και σνάιπερ στις γωνίες καλύπτουν την πομπή. Την τραβάω μονόπλανα, την αναγνωρίζω από την όψη ομόλογου. Επένδυση με ορίζοντα, κι ανδρόγυνα τη διαπιστεύω, σεναριακά. Φορώ γυαλιά εποχής να καθρεφτίζεται σαν μου μιλά και την κερνώ λικέρ μαστίχα που της είχα κλεμμένο. Ανάβει Παπαστράτο και κοιτά, πάλι μέσα από το γυαλί μου, η μικρού μήκους πατρίδα μου, η βραβευμένη σε ξένα φεστιβάλ.

    (Θοδωρής Ρακόπουλος, από τη συλλογή «Ορυκτό Δάσος», Νεφέλη )

    H δική μου η πατρίδα

    Βαλκανική δίκη

    Στα εξαντλημένα από διαφωνίες Βαλκάνια
    Με δίκασαν και με τιμώρησαν:
    Ποιητής χωρίς πατρίδα!
    Μου φόρεσαν της ξενιτειάς το ρούχο
    Και μου ΄δωσαν δρόμο:
    Ελεύθερη να γυρνάω από τόπο σε τόπο
    Και ζητιάνα σε ατσάλινα παλάτια
    Που τρυπάνε τα σύννεφα…
    Τριγύρισα πολύ μέχρι να καταλάβω:
    Πατρίδα δεν είναι ένα κομμάτι γης
    Φραγμένο από αχόρταγους
    Όπου φυτρώνει μόνο η σοδειά
    Που φυτεύουν αυτοί
    Για να τους φέρει μεγάλο κέρδος…
    Στη δική μου πατρίδα τα λόγια γυρίζουν
    Σαν αρνιά την Άνοιξη
    Πριν από το Πάσχα
    Και κανένας δεν μπορεί να τα σφάξει
    Τα λόγια τα δικά μου…
    Ευχαριστώ!, θα πω
    Μου δώσατε με την καταδίκη σας
    Να αισθανθὠ την ξενιτειά
    Και την απόλυτη ελευθερία!
    Την Πατρίδα δεν μπορείτε
    Να μου την ξαναπάρετε ποτέ
    Γιατί δεν ξέρετε που την έχω κρυμμένη!
    Και δεν ξέρετε ότι ενδέχεται να είναι
    Μόνο μια Αναπνοή, μια Ιδέα ανίκητη!
    (Κira Iorgoveanu-Mantsu )

  3. …. Όλα υπέροχα! Τα περισσότερα δεν τα γνώριζα! Bravissima, Aggeliki!!!…. Σ’ ευχαριστώ που τίμησες με το βίντεο και το μουσικό μας σχολείο, στο οποίο γίνεται πολύ σπουδαία δουλειά!

    -«Αχ ! Πατρίδα… ΜΑΝΑ των μετάλλων σε κατακάψανε, βασίλειο μεταλλωρύχων/ φυλακισμένων στον πάτο της αδικίας» (Πάμπλο Νερούντα)

    -Κωστής Παλαμάς «Πατρίδες» (8ο σονέτο)

    «Από το Δούναβη ως την άκρη του Ταινάρου
    κι από τ’ Ακροκεραύνια στη Χαλκηδόνα
    διαβαίνεις, πότε σαν της θάλασσας Γοργόνα,
    πότε σαν άγαλμ’ από μάρμαρο της Πάρου.

    Πότε κρατάς τη δάφνη από τον Ελικώνα
    και πότε ορμάς με τη ρομφαία του βαρβάρου,
    και μέσ’ στο πλάτος του μεγάλου σου λαβάρου
    βλέπω διπρόσωπη ζωγραφισμέν’ εικόνα.

    Εδώ ιερός ο Βράχος φέγγει σαν τοπάζι
    κι ο λευκοπάρθενος χορός των Κανηφόρων
    προβαίνει και τον πέπλο της θεάς ταράζει∙

    και πέρ’ αστράφτουν τα ζαφείρια των Βοσπόρων,
    κι απ’ τη Χρυσόπορτα περνώντας αλαλάζει
    ο θρίαμβος των νικητών Αυτοκρατόρων!»

    -«Πατριδογνωσία»…

    -ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, «ΠΑΤΡΙΔΑ ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΗ»

    «Πατρίδα βουρκωμένη από κισσό,
    βουνά που σου γυρνούν την πλάτη.
    Να πεις πως ξενιτεύεσαι,
    να ρίξεις πέτρα,
    βρίσκει στο ίδιο σου κεφάλι.
    Γρηγόρη, Πέτρο, Νικηφόρε,
    δημοδιδάσκαλοι της Θεσπρωτίας,
    οι μαθητές σας διαρκώς μειούνται,
    τα δημητριακά μας λιγοστεύουν,
    θα πούμε το ψωμί π-σ-ω-μ-ά-κ-ι.»
    ( Ακάθιστος Δείπνος )

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: