Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (57ο): «Μάνα»…

 

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει.
Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.»
(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 
-Ρ. Μ. Ρίλκε, [Πολλές φορές λαχταρώ μια μητέρα]

«Πολλές φορές, λαχταρώ μια μητέρα,
μιαν ήσυχη γυναίκα, με λευκή χωρίστρα.
Μες στην αγάπη της πρωτάνθισε το Εγώ μου,
μπορούσε να ματαιώσει το άγριο μίσος,
που, παγερό, γλιστρούσε στην ψυχή μου.

Μετά, καθόμασταν κοντά ο ένας στον άλλο,
μια φωτιά σιγοβόμβιζε στο τζάκι.
Άκουγα ό, τι τ’ αγαπητά λέγανε χείλη
κ’ ειρήνη κυματούσε πάνω απ’ την τσαγιέρα,
σάμπως πτυχή, γύρω απ’ το φως της λάμπας.»

 
-Σεργκέη Γεσένιν, «Γράμμα στη μητέρα μου»

“Ακόμα ζεις, καλή μου εσύ, γριά μου μητέρα,
να μαι, λοιπόν… σε χαιρετώ από καρδιάς.
Πάνω απ’ τη στέγη σου να λάμπει κάθε εσπέρα
η χρυσαφένια εκείνη αχτίνα της σπλαχνιάς.

Μου γράφουν, λέει, πως μου πικραίνεσαι, – έλα, πες το,
για με σαράκι την καρδιά σου ροκανά.
Με το παλιό, ξεθωριασμένο σου ζακέτο
έξω στη στράτα βγαίνεις, λέει, συχνά πυκνά.

Μες στο σκοτάδι μοναχή σου, λένε μου ότι
καυγάδες σκέφτεσαι, φωνές στα καπηλειά,
ότι καρφώνουν στην καρδιά κάποιου προδότη
μακρύ μαχαίρι με λεπίδα θαλασσιά.

Τίποτα τέτοιο… Μη μου σκας. Γαλήνια κοίμου.
Ένας κακός βραχνάς μονάχα ειν’ αυτό,
λες νάχω γίνει τόσο μέθυσος, καλή μου,
που να πεθάνω δίχως νάρθω να σε δω;

Όχι, μητέρα, ίδια στοργή με δένει ακόμα
και σαν γιατρειά μου, όλο ονειρεύομαι ναρθώ
στο πατρικό, το χαμηλό, παλιό μας δώμα
να σ’ ανταμώσω όσο πιο γρήγορα μπορώ.

Όταν θ’ ανθίσουνε στον κήπο μας, κει πέρα,
αλαφροσάλευτα κλωνάρια εαρινά,
θα ξαναρθώ. Μα να προσέχεις πια, μητέρα,
μη με ξυπνάς τόσο νωρίς τα πρωινά.

Για ό, τι ανεκπλήρωτο έχει μείνει, ας είναι ειρήνη,
ειρήνη στα όνειρα που χάθηκαν, αλοί.
Τώρα, μητέρα, μοναχά τη λησμοσύνη
ζητάει ο γιος σου που απελπίστη νέος πολύ.

Κι ω, μη ζητήσεις να μου μάθεις τώρα πάλι
την προσευχή που δε χωράει μου στην καρδιά,
φέγγος για μένα και βοήθεια δεν ειν’ άλλη
εξόν, μητέρα, απ’ τη δικιά σου τη ματιά.

Αυτά, λοιπόν, κι απ’ την καρδιά σου πέταξέ τον
τον κρύφιο σάρακα για με, που σε πονά,
με το παλιό σου το ίδιο εκείνο το ζακέτο
έξω στη στράτα μην πετιέσαι έτσι συχνά.”
(Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα, μτφ. Γ. Ρίτσος, Κέδρος)

 
-Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Τραγούδι για τη μητέρα μου»

“Τη μορφή της δεν τη θυμάμαι πια πώς ήταν πριν οι πόνοι της
αρχίσουν. Αποκαμωμένη, ανασήκωνε τα μαύρα τα μαλλιά της
απ’ το ξεσαρκωμένο μέτωπό της – το βλέπω ακόμα κείνο το
χέρι να σαλεύει.

Χειμώνες είκοσι τη φοβερίσαν, τα βάσανά της δεν είχαν σω-
σμό, κι ο θάνατος ντρεπόταν σαν τη ζύγωνε. Και τότε πέθανε, και
το κορμί της ήτανε σαν παιδιού κορμί.

Στο δάσος είχε μεγαλώσει.

Πέθανε ανάμεσα σε πρόσωπα που ‘χαν τραχύνει βλέποντάς
την τόσο καιρό να ξεψυχάει. Τη συγχωρέσαμε που έτσι βα-
σανίστηκε, μα κείνη είχε χαθεί ανάμεσα στα πρόσωπά μας, προτού
να σβήσει ολότελα.

Τόσοι και τόσοι μας αφήνουνε, χωρίς να τους κρατήσουμε.
Έχουμε πει το καθετί, τίποτα πια δεν έχει απομείνει ανάμεσα σε
μας κι εκείνους, σκληραίνουνε τα πρόσωπά μας σαν χωρίζουμε.
Κι όμως, το πιο σπουδαίο δεν το είπαμε, τόσο αναμασούσαμε τ’
ασήμαντα.

Ω, γιατί τα πιο σπουδαία να μην τα πούμε, ήτανε τόσο εύκολο,
και τώρα θα κολαστούμε για τη σιωπή μας. Εύκολες ήταν λέξεις,
σφίγγονταν πίσω από τα δόντια μας. Καθώς γελούσαμε έπεσαν,
και τώρα το λαιμό μας πνίγουν.

Το δείλι, χτες, πρωτομαγιά, πέθανε η μητέρα μου! Και δε
μπορώ, από τη γη να τήνε ξεριζώσω με τα νύχια μου!”

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Για τις μάνες που “έφυγαν”»
(απόσπασμα)

«Οι μάνες έφυγαν
Δάκρυα στα μάτια
Στις κάμαρες σιωπή
Αβάσταχτη σιωπή
Χειροπιαστή σιωπή
Σιωπή στον αέρα
Σιωπή στο χώμα
Πέτρα σιωπή
Κόσμος σιωπή

Μα όπου κι αν πήγατε, μανούλες
Δε φύγατε μακριά μας
Ρυάκι και κυλάτε
Στο αίμα της καρδιάς μας
Μνήμη του πένθους μυστική
Την ώρα που η νύχτα
Στο στέρνο ανασαίνει
Λαφροπατά η μάνα μας
Κι έρχεται κοντά μας
Λουλουδιασμένος κήπος
Μπαίνει στα όνειρά μας

Οι μάνες που μας άφησαν
Δεν πήγανε στα ξένα
Μέσα στα φύλλα της καρδιάς
Εκεί είναι κρυμμένες
Βαθιά μες στις ψυχούλες μας
Εκεί ξενιτεμένες

Αχ πόσο μεγαλώσαμε
Από τότε που τις χάσαμε
Περνούν διαβαίνουν οι καιροί
Πολλοί από μας γεράσαμε
Μ’ ακούμε πάντα μέσα μας
Τη στοργική τους τη φωνή
«Είσαι καλά αγαπημένο μου παιδί!»

Τόσον καιρό βαδίζουμε
Για να συναντηθούμε
Απόψε οι δρόμοι σμίγουνε
Και θα ανταμωθούμε

Απόψε θ’ ακούσουμε το θρόισμα
Της χλόης απ’ τα βήματά τους
Θα δούμε τις μορφές τους
Έχουμε δάκρυα πολλά
Να χύσουμε ακόμα
Γέλια να ξοδέψουμε
Χαρές να μοιραστούμε
Κι άλλες αγάπες αγκαλιές
Ακόμα να γευτούμε

Οι μάνες μας που έφυγαν
Απόψε θε να ρθούνε
Μαζί μας να χορέψουνε
Να διώξουμε τη λύπη
Όλες οι αγάπες στο χορό
Καμιά τους να μη λείπει

Θα ρθούνε δε μπορεί
Απόψε ανάμεσά μας
Νεράιδες με λυτά μαλλιά
Κυράδες της καρδιάς μας
Πολύ τις πεθυμήσαμε
Καιρός να ανταμωθούμε
Γλυκά γλυκά θα κοιταχτούμε
Όσα ποτέ δεν είπαμε
Απόψε θα τα πούμε

Ελάτε μάνες στο χορό
Κοπιάστε στο γιορτάσι
Εμείς κερνάμε τα πιοτά
Σε ασημένιο τάσι
Πιαστείτε πρώτες στο χορό
Γλεντήστε και χορέψτε
Πιέστε απ’ το νέκταρ της καρδιάς μας
Τσουγκρίστε τα ποτήρια μας
Και πέστε «στην υγειά μας»

( Εχ δεν έχει τέλος η ζωή
Δεν έχει ο θάνατος αρχή
Η αρχή το τέλος
Το τέλος η αρχή
Γυρίζει κι όλο γυρίζει ο τροχός
Σταματημό δεν έχει
Αχ από πού μας φέρνεις
Πού μας πας
Χρόνε καραβοκύρη
Αχ δεν έχει τέλος
Αυτό το πανηγύρι! )

Καληνύχτα σας μανάδες μας γλυκές
Καληνύχτα σας αγαπημένες…
Κι αύριο πρωί θα σας πούμε
Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο την καλημέρα!»

 

Advertisements

Single Post Navigation

14 thoughts on “Πες το με ποίηση (57ο): «Μάνα»…

  1. Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
    κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
    μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
    σαν να ‘χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
    τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
    οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: «Ίτε παίδες Ελλήνων»
    Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
    ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
    Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν
    Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
    και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
    κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
    κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
    μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
    κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
    χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη.

    Νικηφόρος Βρεττάκος
    -Μάνα και Γιος-

    • Καλησπέρα, φίλε μου, invisible lighthouse!!!… Ευχαριστώ πολύ για το ωραιότατο ποίημα του Βρεττάκου, το οποίο καθότι εκπαιδευτικός (συνταξιούχος πια) το δίδαξα πολλές φορές στους μαθητές μου στο σχολείο!

  2. είμαι βέβαιος ότι οι μαθητές σας ήταν τυχεροί. καλησπέρα

  3. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Τόσα χρόνια, Γιάννη, τόσες αναρτήσεις για τη μητέρα, , διαπιστώνω ότι έχεις κάνει …κατάληψη στα πιο γνωστά και ίσως στα ωραιότερα ποιήματα για το θέμα. Απομένει λοιπόν σε μένα, εκτός από τα δοξαστικά, να βρω και κάποια άλλα.

    Με τι μάτια τώρα πια

    Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
    Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
    κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
    ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
    μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
    τα εξηντατέσσερα
    μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια
    έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
    μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο
    απ’ τα γυμνά κλαδιά
    απ’ τον κορμό
    μα ναι το ξέρω
    γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
    να πιαστείς
    όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια
    και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
    σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
    κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
    Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
    να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
    στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
    να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
    ακούγοντας τον πόλεμο
    σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
    να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
    να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
    κι από τη μέσα κάμαρα-
    όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
    και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’
    από τη σίτα*
    με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου τις πέ-
    τρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
    με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
    όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
    τσαλαπατημένη
    κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
    σαν υγρασία σάπιου χόρτου.
    ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
    [Το ποίημα περιέχεται στη συλλογή Ευθύτης οδών (1959).]

    Προσωπογραφία της μητέρας μου, Μάνος Χατζιδάκις

    Μην απορείς, μητέρα

    Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις
    τούτα τα ποιήματα διαβάζοντας. Θα τα βρίσκεις, βέβαια,
    λίγο στενάχωρα, σάμπως να θέλουν
    από τις λέξεις μέσα να βγουν. Ίσως, ακόμα,
    το γιο σου μέσα τους να μην αναγνωρίζεις. Κι όμως
    δικά του είναι, μητέρα• αυτόν εικονίζουν.
    Πάσχουν κι αυτά όπως κι αυτός από ασφυξία,
    χάνονται μέσα τους, γυρίζουν, επιστρέφουν,
    πάσχουν να βγουν από τις λέξεις όπως κι εκείνος
    πάσχει να βγει από το πετσί του μέσα.
    Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις• προ παντός
    μη σε κυριέψει απελπισία• κάτι στηρίζει
    το γιο σου, που εσύ δε βλέπεις:
    μέσα του, από τα πόδια ως την κορφή, είναι μια κολόνα
    που τον στυλώνει, τον κρατά μ’ όρθιο το κεφάλι,
    που τον ψυχώνει, βήμα με βήμα, αγκώνα με αγκώνα,
    μέσ’ απ’ ερείπια ν’ ανοίγει δρόμο και να προχωράει.
    [Ανέστης Ευαγγέλου, Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)]

    Μάνα, γυναίκα, Παναγιά, Πουλόπουλος

    Μνήμη της μητέρας μου

    Έρχεσαι απ’ τα προχτές στα όνειρά μου:
    πάνω σ’ ένα κρεβάτι ν’ αγωνίζεσαι.
    Απόψε όμως,
    καθόσουν έξω στην αυλή και μπάλωνες.
    Κοιτούσα τα πληγιασμένα μπράτσα σου.
    Είναι απ’ τους ορούς, μου λες,
    με βασανίσανε.
    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    Ό,τι ωραιότερο, τόσο σπαρακτικά τραγουδισμένο τραγούδι, δεν μπορεί να λείπει από μια τέτοια ανάρτηση.
    Μαμά, γερνάω, Τάνια Τσανακλίδου

    Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
    Στὴν Μητέρα του
    (1874, Λυρικὸ ποίημα ἀφιερωμένο στὴ μάνα του )

    Μάννα μου, ἐγώ ᾽ μαι τ᾽ ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
    ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει.
    Τὸ δόλιο! ὅπου κι ἂν στραφεῖ κι ἀπ᾽ ὅπου κι ἂν περάσει,
    δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθεῖ κλωνάρι νὰ πλαγιάσει.

    Ἐγὼ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ᾽ ἀποδαρμένη
    μέσα σὲ πέλαγο ἀνοιχτό, σὲ θάλασσ᾽ ἀφρισμένη,
    παλαίβω μὲ τὰ κύματα χωρὶς πανί, τιμόνι
    κι ἄλλη δὲν ἔχω ἄγκουρα πλὴν τὴν εὐχή σου μόνη.

    Στὴν ἀγκαλιά σου τὴ γλυκειά, μανούλα μου, ν᾽ ἀράξω
    μὲς στὸ βαθὺ τὸ πέλαγο αὐτὸ πριχοῦ βουλιάξω.
    Μανούλα μου, ἤθελα νὰ πάω, νὰ φύγω, νὰ μισέψω
    τοῦ ριζικοῦ μου ἀπὸ μακρυὰ τὴ θύρα ν᾽ ἀγναντέψω.

    Στὸ θλιβερὸ βασίλειο τῆς Μοίρας νὰ πατήσω
    κι ἐκεῖ νὰ βρῶ τὴ μοίρα μου καὶ νὰ τὴν ἐρωτήσω.
    Νὰ τῆς εἰπῶ: εἶναι πολλά, σκληρὰ τὰ βασανά μου
    ὡσὰν τὸ δίχτυ ποὺ σφαλνᾶ θάλασσα, φύκια κι ἄμμο
    εἶναι κι ἡ τύχη μου σκληρή, σὰν τὴv ψυχὴ τὴ µαύρη
    π᾽ ἀρνήθηκε τὴν Παναγιὰ κι ὁ πόλεος δὲν θά ᾽βρει.

    Κι ἐκείνη μ᾽ ἀποκρίθηκε κι ἐκείνη ἀπελογήθη:
    Ἦτον ἀνήλιαστη, ἄτυχε, ἡ μέρα ποὺ γεννήθης
    ἄλλοι ἐπῆραν τὸν ἀνθὸ καὶ σὺ τὴ ρίζα πῆρες
    ὄντας σὲ ἒπλασ᾽ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ἄλλες μοῖρες.

    Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΙ Ο ΣΑΤΑΝΑΣ (στον Philip Ramp)

    Τη μεγάλη Παρασκευή
    η Παναγιά ξαναγίνεται το πρόσωπο της ημέρας
    και η δική μου μάνα ξεμαρμαρώνει.
    Δε φοράει πια εκείνο το ροζ
    που τη θάψανε
    κι ούτε κατεβαίνει ολοένα
    με το κουτί της μαζί.
    Τη Μεγάλη Παρασκευή
    η μάνα μου ζωντανή, ζεστή σαν το κερί
    φοράει το τετριμμένο και μαζί το άλλο.
    Το νύχι της το προτελευταίο
    παχουλό στις άκρες σαν το δικό μου
    άγνωστη
    όταν κρυφοσκεπτόταν
    και κρυφοαμάρτανε
    μακριά μου
    σαν άρχιζε τον ατέλειωτο θάνατό της
    ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ.
    Τι έκανα λάθος
    ποιο λάθος
    ποια συναλλαγή παράλειψα;
    Μονόχνοτο το Πάσχα της ανάμνησης
    στο ξύλο πάλι κρέμεται
    η ζωή
    η βιολέτα με διαπερνάει
    ξαπλωμένη στο μαυρόασπρο πλακόστρωτο
    ηδονικά
    θρηνώ
    στη μυσταγωγία του χρόνου
    δεν πρόλαβα
    δεν θα προλάβω
    να βρω το λάθος
    ως την Ανάσταση.

    ……………………………………………………………..
    Μάνα μου,
    κηδεία πολυπρόσωπη
    καπέλα και συναναστροφές
    οι ιστορίες δεν σε σκάβουν
    μόνο σε ονοματίζουν
    σε τοποθετούν, σε αναφέρουν
    όμως εγώ θέλω το μέσα, μέσα, μέσα
    το εσωτερικό από το δέρμα σου
    το μηχανάκι της αναπνοής σου
    κι εκείνο το άλλο
    το καλικαντζαρένιο της σκέψης σου.
    Πόσο είχες απ’ αγιοσύνη
    πόσο από σκουριά
    πόσο είχες την ειρήνη την εκ γενετής.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, αποσπάσματα

    ΜΗΤΕΡΑ, ΦΙΛΗ ΜΟΥ ΠΑΛΙΑ, Χάρις Αλεξίου

    Δύο όψεις του Χριστιανόπουλου. Η σκληρή:

    ΤΟ ΧΟΥΦΤΑΛΟ

    Έγινε χούφταλο κι ακόμα επιμένει να με κάνει κουμάντο:

    «Γιατί άργησες; πού ήσουν τέτοια ώρα;»
    (γυρνώ στις δέκα, και το βρίσκει αργά).

    Μάτι επιτιμητικό, γεμάτο κακία,
    γυναίκα που συνήθισε για το παραμικρό να τιμωρεί το παιδί της.

    Και τώρα που μεγάλωσα, ακόμη τα ίδια.
    Να μη με δει καμιά βραδιά να επιστρέφω χαρούμενος –
    αμέσως αρχινάει το φαρμάκι:

    «Ως τώρα περίμενα τον πατέρα σου απ’ τις ταβέρνες,
    τώρα περιμένω εσένα απ‘ τους δρόμους».

    Κι όσο περνούν τα χρόνια και χάνει από πάνω μου τον έλεγχο,
    κοιτάει πώς να με εξουθενώνει καθημερινά με κλάματα και με αρρώστιες.

    Και πάντα η ίδια επωδός:
    «Σκύλε, γλεντάς, κι εγώ πεθαίνω».

    Θε μου, η μητρική στοργή πού βρήκε τόσο δηλητήριο;
    Κι η μάνα μου που έτρεμε μην πάθω τίποτε,
    πώς τώρα το ‘βαλε σκοπό να με ξεκάνει;
    ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Νεκρή πιάτσα (1990)

    Και η μεταμελημένη:
    Τύψεις

    όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
    η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
    τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
    από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
    δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
    φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
    λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες –
    μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
    όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
    μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
    βουβή ξενυχτισμένη και χλομή
    ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954)

    Σαν τη μητέρα, αλήθεια

    Πηγαίνει αργά στο σινεμά,
    μάλιστα στον εξώστη.
    Σ’ έργα κατά προτίμηση, βουβά
    και θαμπωμένα. Κι εκεί
    – μέσα στους τόσους εξευτελισμούς –
    η μόνη του χαρά να βλέπει τις γυναίκες
    της γενιάς γύρω απ’ το τριάντα.
    Με κείνα τα βαθιά καπέλα,
    με τις σειρές τα περιδέραια,
    τα μάτια, τα κοντά μαλλιά∙
    με τις ψιλές γλυκιές φωνές,
    με τις κινήσεις τους τις μητρικές.

    Σαν τη μητέρα, αλήθεια∙
    σαν τη μάνα του
    των πρώτων παιδικών του χρόνων…

    Τότε που τον φωνάζανε μοναχογιό.

    (Γιώργος Ιωάννου: Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα, 1963)

    Ένας ευαίσθητος ληστής, Γιώργος Ρωμανός

    Μίλτος Σαχτούρης, Ο δαίμονας

    Το μυαλό μου κουρασμένο
    Πώς έπεσα
    και τσακίστηκα
    Τώρα με δεκανίκια
    χρυσά τρίγωνα, χρυσά τετράγωνα
    γύρω κρεμνάω
    Τώρα οι άσπροι φίλοι μου
    μαύρο φάντασμα
    Τώρα οι μαύροι φίλοι μου
    άσπρο φάντασμα
    Κι εκείνη που χάθηκε με τ’ ασημένιο καρφί στον ποταμό
    Δεν ξέρω ποιός
    ο ήλιος ή το χιόνι
    Δεν ξέρω ποιά
    τα χελιδόνια ή τα σπουργίτια
    Μετράω, ολοένα μετράω
    Η μητέρα μου ολοένα κλαίει
    Μετράει η μητέρα μου
    ολοένα μετράει

    Δυο γιους είχες, μανούλα μου

    Ἡ τρελή μάνα

    Τώρα ποῦ ἡ ξάστερη
    Νύχτα μονάχους
    Μᾶς ηὗρε ἀπάντεχα,
    Καὶ ἐκεῖ ‘ς τοὺς βράχους
    Σχίζεται ἡ θάλασσα
    Σιγαλινά•

    Τώρα ποῦ ἀνοίγεται
    Κάθε καρδία
    ‘Σ την λύπη, ἀκούσετε
    Μίαν ἱστορία,
    Ποῦ τὴν αἰσθάνονται
    Τὰ σωθικά.

    Σὲ κοιμητήριο
    Εἶναι στημένα
    Δύο κυπαρίσσια
    Ἀδελφωμένα,
    Ποῦ πρασινίζουνε
    Μεσ’ ‘ς τοὺς σταυρούς.

    Ὅταν μεσάνυχτα
    Καταβουΐζουν,
    Οἱ ἀνέμοι, ἄν τὰ βλέπες
    Πῶς κυματίζουν,
    Ἔλεες πῶς κράζουνε
    Τοὺς ζωντανούς.

    Δύο ἀδέλφια δύστυχα
    Κοιμοῦνται κάτου
    Τὸν ἀνεξύπνητον
    Ὕπνον θανάτου,
    Κ’ ἔχασε ἡ μάννα τους
    Τὰ λογικά.
    ΣΟΛΩΜΟΣ, απόσπασμα

    • Καλησπέρα, Αγγελική!… Όντως έχω αναρτήσει πολλά για τη «μητέρα»… Κι αυτή μου η ανάρτηση, καθώς λόγω εκλογών (είναι υποψήφια η κόρη μου) δεν έχω χρόνο για ψάξιμο, είναι μια επιλογή ποιημάτων από παλιότερες αναρτήσεις.
      Να, όμως που άξιζε τον κόπο, γιατί πώς αλλιώς θα είχα αυτό τον πλούτο που μου χάρισες με τα τόσα ωραιότατα ποιήματα και τραγούδια!!!
      Με λίγο ψάξιμο βρήκα κι εγώ τα παρακάτω:

      -Κ.Π. Καβάφης, «Δέησις»

      «Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.—
      H μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει

      στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
      για να επιστρέψει γρήγορα και να ’ν’ καλοί καιροί—

      και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
      Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

      η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
      ξεύροντας πως δεν θα ’λθει πια ο υιός που περιμένει.»

      -Μαρία Πολυδούρη: «Μητέρα μου»

      «Μητέρα μου, πόσο φρικτὰ βαραίνει
      ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος.
      Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος
      γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.

      Ἐμένα, ποὺ σὲ δέχτηκα εὐλογία
      κ᾿ ἔγινα τὸ θαυμάσιο ὁμοίωμά σου,
      ἂς μὲ δεχτῆ σὰ νἆμαι ἁμάρτημά σου
      ἡ μνήμη σου, μαρτυρικὴ κι᾿ ἁγία.

      Στὴ μοίρα σου, ποὺ γνώρισα σὲ μένα,
      τὴ σπαραγμένη σκέψη μου προσφέρω.
      Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ θὰ ξέρω
      πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.

      Μητέρα μου, πόσο μου λείπεις τώρα
      ποὺ πνιχτικό, βαθὺ σκότος θὰ γίνη
      στὴ μάταιη ζωή μου ποὺ ὅλο σβήνει…
      Ἄχ, πώς μου λείπεις σὲ μία τέτιαν ὥρα.»

      -Γιάννης Βαρβέρης, «ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»

      «Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
      Σταθμός Πελοποννήσου
      κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
      μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
      Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
      κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
      πιο γέρος.
      Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
      Μέσα σε μια βδομάδα
      δεν απόμεινε κανείς.
      Ήταν Μεγάλη βέβαια
      γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
      θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
      Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
      θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
      Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
      Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
      σ’ ένα παγκάκι
      αθάνατοι
      καθώς νυχτώνει;»
      [Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, 2009.]

  4. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Σ’ ευχαριστώ που, με την ευκαιρία, μου (υπεν)θύμισες και τον εκπληκτικό Εσπερινό της αγάπης, γεμάτο συγκινησιακή φόρτιση. Εγώ τώρα, εκτός από το όχι πολύ γνωστό απόσπασμα του Βρεττάκου, νομίζω ότι θα σου αρέσουν και οι στίχοι της Σύλβιας Πλαθ γι’ αυτό που κουβαλάνε. (Το τραγούδι είναι …δώρο!)

    Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου
    κι ετοιμάστηκε να πάει στην εκκλησία.
    Καθαρή σαν αστέρι -παρ΄όλα τα μαύρα της,
    κατεβαίνει ένα ένα τα σκαλοπάτια κοιτάζοντας
    … την ευγένεια του ήλιου και τις άσπρες πορτοκαλιές.
    Δεν ξέρει η μητέρα μου τι είναι ο ήλιος.
    Τον φαντάζεται αγάπη που ανατέλλει στον ουρανό.
    Δεν ξέρει η μητέρα μου.

    Στέκεται ακίνητη πλάι στο στασίδι της.
    Παρ΄όλο το πλήθος, δείχνει ολομόναχη.
    Κοιτώντας τον Παντοκράτορα δεν ξέρει η μητέρα μου, πως
    ο παντοδύναμος βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο.
    Πως είναι απ’ το χέρι του που κρέμονται όλα και πως
    ολόκληρη η γης, δεν είναι παρά ένα
    μικρό Ναγκασάκι.

    Είναι τώρα θαρρώ καιρός να της γράψω
    στη γλώσσα της. Με λέξεις αγράμματες.
    Να της γράψω πως είμαι καλά. Πως είμαστε τώρα
    όλοι καλά, από πάνω τον έσπερο ως κάτω
    τα λαγκάδια της Πλούμιτσας:
    «Σεβαστή μου μητέρα,
    δύο χιλιάδες Αμερικανοί επιστήμονες
    υπογράψανε έκκληση. Υπογράψανε για όλα
    όσα αγαπάς. Κι αγαπώ. Και για σένα.
    Στείλε τους ένα κλωνάρι βασιλικό. Στείλε τό μου εμένα
    κι εγώ, βάζοντάς το μέσα σ’ ένα χαρούμενο
    και γρήγορο φάκελο, θα τους γράψω:
    «Απ’ τη μάνα μου».

    Νικηφ.Βρεττάκου-Από το Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ(1957)

    Κλαίει η μάνα μου στο μνήμα, Μαίρη Λίντα

    ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΕΣ ΜΟΥΣΕΣ(απόσπασμα)

    …Μητέρα, μ’ έστελνες σε μαθήματα πιάνου
    και παίνευες τ’ αραμπέσκ μου και τις τρίλιες μου
    κι ας έβρισκε κάθε δάσκαλος το ύφος μου
    παράξενα στεγνό παρά τις κλίμακες
    και τις ώρες εξάσκησης, τ’ αυτί μου
    εντελώς κουφό και ναι , ανεπίδεκτο μάθησης.
    Έμαθα, έμαθα, έμαθα απ’ αλλού,
    Από μούσες που δε νοίκιασες εσύ, αγαπητή μητέρα…
    (Σύλβια Πλαθ, «Οι Ανησυχητικές Μούσες », 1957)

    • Καλημέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή!… Το πολύ ωραίο ποίημα του Βρεττάκου το δίδαξα αρκετές φορές στους μαθητές μου γιατί το περιείχε το λογοτεχνικό Ανθολόγιο της ΣΤ’ τάξης…
      -«Έμαθα, έμαθα, έμαθα απ’ αλλού,
      Από μούσες που δε νοίκιασες εσύ, αγαπητή μητέρα…»…
      Πολύ μ’ άρεσε το ποίημα της Πλαθ που πολύ την εκτιμώ σαν ποιήτρια, ίσως επηρεασμένος κι απ’ το τραγικό της τέλος!

      -Ο Γκανάς με τον ιδιαίτερο τρόπο του περιγράφει με μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση τις δύσκολες στιγμές με τη μάνα του στο κρεβάτι του νοσοκομείου…

      -Μιχάλης Γκανάς, «Νοσοκομείο Ερυθρού Σταυρού»:

      «Τα χέρια σου τα κέρινα/ η Παναγιά εκράτει.
      Χιόνιζε στα σεντόνια σου/ και σ’ όλο το κρεβάτι.

      Η κόκκινη λιανή γραμμή/ του πλαστικού σωλήνα
      από τη φανερή πληγή/ σαν το ποταμάκι εκίνα.

      Κι έφευγαν απ’ τα μάτια σου/ σκιαγμένα τα τρυγόνια
      και μ’ έφερναν σ’ άλλους καιρούς/ και στα μικρά μου χρόνια.

      Μικρά πολύ πικρά πολύ/ χτισμένα γύρα γύρα
      και μόνο από τη χούφτα σου/ σπυρί χαράς επήρα.»

      -Ο Andrea Bocelli τραγουδά για τη μητέρα (στο βίντεο οι στίχοι και στα ελληνικά):

  5. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    [μνήσθητί μου, ρε μάνα]

    του Βάσου Γεώργα

    ως που να γεράσεις
    άστρα κι γαλαξίες έγιναν τα λυμένα σου μαλλιά
    γέμισαν από ταλαιπωρημένη κι αχάριστη ζωή
    τα πελώρια γαλανά σου μάτια
    και σε ποδοπάτησε ανελέητα
    η πίκρα και η ερημιά

    τυλιγμένη ένα μαύρο φόρεμά σε θυμάμαι
    με σφραγισμένα χείλη να μη λες κουβέντα και τίποτα
    αλλά ν’ ανοίγεις διάπλατα την αγκαλιά
    σαν να προσεύχεσαι γονατιστή
    στο εικονοστάσι με τα κάτασπρα
    στέφανα του γάμου σου

    μηδέν χρώμα μισή καρδιά μισή βροχή
    κι άπειρο φως ν΄ακτινοβολεί
    φως θεραπευτικό
    φως πέρα από κάθε τρυφερότητα
    να φωτίζει τη παγωνιά τα γύρω και τα πάντα
    αγύμναστη κι απροετοίμαστη
    να βαστάξεις τέτοιο βαρύ φορτίο
    ποιανού άραγε αμαρτίες εξαργύρωσες
    με αιώνες υπομονής;

    λίγα σκαλιά να σε χωρίζουν απ΄το σωστό ή το λάθος
    πρόσφερες ζωή χαρούμενη τρίβοντας
    με σύρμα χοντρό τις μαυρισμένες κατσαρόλες
    απλώνοντας στο σκοινί τα άπλυτα
    τρίβοντας στο πάτωμα τα παράπονά σου
    και στο υπόγειο μυστικά να ματώνουν
    κρυμμένοι εφιάλτες αγκαλιά σφικτή
    με οδυρόμενα μητρώα σπλάγχνα
    να ενσαρκώνονται οι πεθαμένες σου αγάπες
    σε μια κατάξερη έρημο γεμάτη
    ευχές και κατάρες

    δεν κουράζομαι να θυμάμαι
    τη πιο φωτεινή σου διάσταση
    εκεί όπου μου φανερώθηκε
    το αγαθό και το ανεξίκακο
    εκεί όπου η ζωή και η ελπίδα
    έγιναν ακίνητη ψυχή
    και τραυλίζει από αγάπη

    μνήσθητί μου, ρε μάνα
    πως τα κατάφερες αθόρυβα
    να πεθάνεις και ν΄αναστηθείς
    χίλιες φορές
    κι από απλό πλάσμα της φαντασίας μου
    να γίνεις σύμβολο
    ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους;

    • Καλό κυριακάτικο απόγευμα, Αγγελική! Ευχαριστώ για το ωραίο ποίημα του άγνωστου σε μένα, Γεώργα!
      Ας πάμε όμως και λίγο στην πεζογραφία, μ’ ένα απόσπασμα από την «Αναφορά στο Γκρέκο, του Νίκου Καζαντζάκη, ένα κείμενο που το γνωρίζουμε από τα σχολικά μας χρόνια:

      «Η μάνα μου»…
      Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….
      Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά….
      Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
      Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μας μοσκομύριζε. Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
      Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μού διηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε ‘γω της στορούσα τους βίους των αγίων που ‘χα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου. Δεν έφτανα τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: Μπήκαν στον παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
      Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: Αλήθεια λες; Και μου χαμογελούσε.
      Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό του και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
      Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου, δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το σπλάχνο μου η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρουδιά τούτη και με το κελάηδημα του καναρινιού…
      (Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στο Γκρέκο»)

  6. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Παράλειψη θα ήταν να λείπει αυτό το συνταρακτικό ποίημα:

    (Παραλογή, 1993) [ΙΙΙ]

    — Εσύ δεν θα πεθάνεις.
    — Μάζεψε τη φωτιά.
    — Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
    — Όχι. Κοίταξε μην καείς.
    — Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
    — Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
    — Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
    — Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
    Σύρε να παίξεις.
    — Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
    — Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
    — Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
    — Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
    — Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
    — Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
    Μπορεί κι αγγόνια.
    — Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
    — Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
    — Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
    Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
    Θα πεθάνεις;
    — Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
    — Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
    — Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
    — Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;

    Σ’ ακούω. Ψεύτη.
    Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.

    Μιχάλης Γκανάς

    • Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!!!… Όντως συνταρακτικό το κείμενο του Γκανά… Λόγω κυρίως του τρόπου γραφής του, έχω μια ιδιαίτερη προτίμηση σ’ αυτόν τον ποιητή, μάλλον επειδή μου ξυπνά παραπλήσια δικά μου βιώματα!

  7. «Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει.
    Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.» Ο. Ελύτης

    Μα τι να βρω να πω, μετά από αυτό;… Χρόνια πολλά στις Μάνες του Κόσμου!
    Και συγχαρητήρια και για το δικό σου ποίημα φίλε Γιάννη 🙂

    • Καλημέρα και καλή εβδομάδα, joan petra!!!!!… Ευχαριστώ!!!

      «…Μητέρα, μητέρα
      πού αρνηθήκαμε
      την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
      πού ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου
      με την έκφραση της καρτερίας
      πού ‘ναι το χέρι σου
      ν’ ακούσουμε την αυγή και τη θάλασσα
      να ζεστάνουμε τη μοναξιά;

      Μητέρα

      ο ουρανός γκρεμίστηκε
      στα δάκρυα των αθώων…»
      (Γιάννης Ρίτσος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: