Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (56ο): «Τραγούδι»…

 

«Εμείς αδερφέ μου, δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε απ’ τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο» (Γ. Ρίτσος)

 

-Ναζίμ Χικμέτ, «Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων»

«Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
πιὸ λυπημένα
πιὸ διαρκῆ.
* * *
Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.
Χωρὶς ἀνθρώπους μπόρεσα νὰ ζήσω,
ὅμως ποτὲ χωρὶς τραγούδια·
μοὔτυχε ν᾿ ἀπιστήσω κάποτε
στὴν πολυαγαπημένη μου,
ὅμως ποτέ μου στὸ τραγούδι
ποὺ τραγούδησα γι᾿ αὐτήν·
οὔτε ποτὲ καὶ τὰ τραγούδια
μ᾿ ἀπατήσανε.
* * *
Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους
πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα.
* * *
Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
καὶ νὰ νιώσω
τίποτα, τίποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο τὰ τραγούδια…»

 

 
-Άννα Αχμάτοβα, «To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης»

«Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ήχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου”.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ’ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».
(μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Τραγούδι»

«Γκρίζος ουρανός
γκρίζος ουρανός
ουρλιαχτά
ουρλιάσματα
σπίτια σακατεμένα

μεσ’ στις καρδιές
σκοτεινοί βρόχοι
βράχοι από γυαλί
αόρατα κόκκινα
τραγούδια»

 

 

-Μαρία Πολυδούρη, «Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για κείνον»
«Τί θέλω πιὰ νὰ δέχωμαι τὴν προστασία τῆς Μούσας;
Νὰ σφίγγω τὴν καρδιά μου νὰ δεχτῆ
τὶς νέες ἀγάπες, πίστες καὶ χαρές της,
τάχα πὼς εἶναι μοίρα μου κ᾿ εἶνε καὶ διαλεχτή!

Πάει ὁ καιρὸς ποὺ ἀχτιδωτὸ τὸ ἀστέρι τῆς ματιᾶς μου
ἔφεγγε καὶ τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Ὢ τῶν παθῶν δὲν κράτησα ἐγὼ τὴν ἀνόσια Λύρα,
ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Καὶ τραγουδοῦσα τὸν καημὸ τῆς ἄσπιλης ψυχῆς μου
μέσ᾿ στῶν δακρύων τὴν εὐχαριστία
κι᾿ ὅλη ἡ χαρὰ τοῦ τραγουδιοῦ μου ἦταν, πὼς τὴ φωνή μου
θὰ τὴν δεχόταν μία βραδιὰ μπρὸς στὴ φτωχή του ἑστία.

Κι᾿ ὡς διάβαζα στὰ μάτια του κάποτε τὴ χαρά του,
ποιὰ δόξα πιὸ ἀκριβῆ νὰ πῶ;
Στὸ χωρισμό μας τοὔφερναν σὰ χελιδόνια οἱ στίχοι
μήνυμα, πὼς ἀπὸ μακριὰ διπλὰ τὸν ἀγαπῶ.

Τώρα καμμιά, καμμιὰν ἠχὼ δὲν ἄφησε ἡ φωνή μου
σπαραχτικὴ ὅταν γέμισε μιᾶς νύχτας τὸ σκοτάδι.
Ὅμως ὅλοι φοβήθηκαν καὶ γὼ πιστεύω ἀκόμα
ἀληθινὰ πὼς τὴ βαριὰ χτύπησα πόρτα τοῦ Ἅδη.

Λοιπὸν γιατί νὰ δέχωμαι τὸ κάλεσμα τῆς Μούσας;
Σαρκάζει ἡ πίστη μέσα μου τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Μία ἀνόσια Λύρα τῶν παθῶν σὲ μένα δὲν ταιριάζει.
Ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.»

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (56ο): «Τραγούδι»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Οδυσσέας Ελύτης – Μαρία Νεφέλη – ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

    Πρώτη φορά σ’ ενός νησιού τα χώματα
    δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα
    βγήκα να δω τον κόσμο και μετάνιωσα
    τα «ζόρικα» που λεν αμέσως τα ‘νιωσα.

    Μήνες εννέα πριν την πρώτη μέρα μου
    δούλευα για το σπέρμα του πατέρα μου
    και πεντακόσιους τρεις κατά συνέχεια
    μετά – για την ψευτιά και την ανέχεια.

    Δύσκολο δύσκολο της γης το πέρασμα
    και να μη βγαίνει καν ένα συμπέρασμα.

    Μέσα στον εαυτό μου τόσο κρύφθηκα
    που μήτε ο ίδιος δεν τον αντελήφθηκα.
    Ώσπου μια μέρα το ‘φερε η περίσταση
    κι αγάπησα χωρίς καμιάν αντίσταση

    αλλά και στην προσπάθεια την ελάσσονα
    πάντοτε βρε παιδιά μου τα θαλάσσωνα
    πρώτον διότι κυνηγούσα το Άπιαστο
    και δεύτερον γιατ’ ήμουν είδος Άμοιαστο.

    Εφ’ ω και αφού την τύχη μου σιχτίρισα
    πίσω στον εαυτό μου ξαναγύρισα.
    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    Eίν΄ αρρώστια τα τραγούδια, Μαρία Δημητριάδη

    Το λυπημένο τραγούδι της νιότης μου

    Είμαι κι εγώ
    μια μικρή λεπτομέρεια
    μέσα στην τραγική
    ιστορία του σύμπαντος.
    Τα κύτταρά μου διεχώρισα
    σε άπειρα πολλοστημόρια
    για να τ’ αγαπήσω όλα
    όσα κινούνται στη γη,
    όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονται
    κι όσα στ’ αχανή μού διαφεύγουν.
    Μα δε βρέθηκε τίποτε
    μέσα στ’ άπειρα πλάσματα
    μιαν αχτίδα τού ήλιου
    να μου βάλει στο μέτωπο.
    Χάνομαι τόσο νωρίς
    στη γλαυκή απεραντοσύνη
    γιατί δε μ’ αγάπησε τίποτε.

    Από τη συλλογή Οι γκριμάτσες του ανθρώπου (1935) του Νικηφόρου Βρεττάκου
    Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου [Ποιήματα 1933-1991] (εκδόσεις Ποταμός, 2008)

    My song, Keith Jarret & Jan Garbarek

    Τὸ παλιό μας τραγούδι

    Τὸ παλιό μας τὸ τραγούδι,
    ποῦ τ᾿ ἀκούγαμε μαζί,
    τώρα ποὺ χαθῆκαν ὅλα,
    ποιὸς θὰ τό ῾λεγε νὰ ζεῖ!

    Ἀπὸ τότε ποὺ ἡ καρδιά μου
    σ᾿ ἔχασε παντοτινά,
    δὲ τὸ πίστευα ποτέ μου,
    γιὰ νὰ τ᾿ ἄκουγα ξανά…

    Κι ὅμως νὰ ποὺ τ᾿ ἄλλο βράδυ
    -μόλις νύχτωνε θαρρῶ-
    μ᾿ ἕν᾿ ἀλλόκοτο φεγγάρι,
    μακρινὸ καὶ καθαρό,

    καθὼς γύριζα στὴ τύχη,
    μόνος μέσ᾿ στὴ γειτονιά,
    τὸ ξανάκουσα καὶ πάλι
    καὶ στὴν ἴδια τη γωνιά!

    Καὶ τὸ γνώρισα καὶ πάλι
    τὸ τραγούδι π᾿ ἀγαπῶ
    κι ἂς μὴν ἔμοιαζε καθόλου
    στὸ παλιό του τὸ σκοπό.

    Γιατὶ τώρα δὲ σκορποῦσε
    τὸν καημό του τὸ βαθύ,
    μὰ βογγοῦσε καὶ θρηνοῦσε,
    μιὰ φωνὴ πού ῾χε χαθεῖ…

    Πῶς μοῦ φάνηκε δὲ ξέρω,
    καθὼς τ᾿ ἄκουγα ξανά,
    μὰ ὅλα γύρω καὶ βαθιά μου,
    γίναν ἔτσι σκοτεινά,

    ποῦ δυνάμωσα τὸ βῆμα,
    μεσ᾿ στὸ βράδυ τὸ πικρό,
    μὲ χαμηλωμένα μάτια,
    σὰ ν᾿ ἀπάντησα νεκρό…
    ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

    Το τραγούδι της νύχτας, Φλέρυ Νταντωνάκη

    Τραγούδι

    1- Τὸ δρομάκι τὸ παλιό,
    ποὺ εὐωδᾶν οἱ κρίνοι
    Τὸ δρομάκι τὸ καλὸ
    σὲ μιὰ πόρτα κλείνει…

    2- Μέσα κεῖ ποὺ φύσημα
    δὲ σὲ φτάνει ἀνέμου,
    Μακρινὸς κι ἀθώρητος
    κάθεσαι, ἀκριβέ μου…

    3- Ἦρθα ἀπόψε, ἀπὸ νωρὶς
    γιὰ νὰ σ᾿ ἀνταμώσω:
    μὰ ἤμουν ἀπ᾿ τὶς εὐωδιές,
    λαγγεμένος τόσο…

    4- μὲ τὰ μάτια ἔτσι τυφλά,
    σὰν ἀπὸ κραιπάλη,-
    ποὺ δὲ σ᾿ ηὗρα πουθενὰ
    καὶ θὰ φύγω πάλι…
    ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

    Μικρὸ Τραγούδι

    Ὁ παλιός μας Ἔρωτας,
    μὲ τὰ βάσανά του,
    ὁ καλός μας Ἔρωτας,
    ἦταν τοῦ θανάτου.

    Δέκα χρόνια στὴ σειρά,
    δίχως νὰ τὸ ξέρει,
    δέκα χρόνια στὴ σειρά,
    μᾶς κρατοῦσε ταίρι.

    Μᾶς βαστοῦσε συντροφιά,
    μᾶς κρατοῦσε ταίρι,
    δέκα χρόνια στὴ σειρὰ
    κι ἕνα καλοκαίρι…

    Μὰ ὅπως ὅλα μᾶς περνοῦν
    καὶ χαρὲς καὶ πόνοι,
    νὰ μιὰ μέρα ποὺ κι αὐτός,
    ἄρχισε νὰ λιώνει.

    Κι ἕνα βράδυ σκοτεινό,
    βράδυ πικραμένο,
    καθὼς εἶχα κουραστεῖ
    νὰ σὲ περιμένω,

    δίχως λέξη νὰ μοῦ πεῖ,
    γύρισε στὴ μπάντα,
    ῾σφάλισε τὰ μάτια του
    κι ἔσβησε γιὰ πάντα…
    ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

    Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας, Σαββόπουλος

    Το τραγούδι του τρελού

    Καλοί μου άνθρωποι, ακούστε με, κακός δεν είμαι, ελάτε,
    σιγά, να σας τα πω.
    Μια μοίρα με κατάτρεξε· μη με πετροβολάτε·
    δεν έφταιξα, πονώ.

    Στο σταυροδρόμι είχα σταθή, στην πέτρα είχα καθήσει
    για να ξεκουραστώ,
    Με τα οπαλένια χέρια της έσπερνε γιούλια η δύση
    κατά τον Υμηττό.

    Τα παλληκάρια, οι λυγερές, αδιάκοπα μπροστά μου
    περάσματα. Γιορτή.
    Και το βιολί μου φάνταζε παρατημένο χάμου
    σαν άρρωστη ψυχή.

    Κι εγώ ήμουν ο παράξενος, ο λαλητής ο πλάνος,
    και σαν εμέ, κανείς.
    Για τούτους είμουν ο τρελός, για κείνους ο ζητιάνος,
    για σας ο αδικητής.

    Κι οι γνωριμιές μου αφρόντιστα και αγνώριστα γυρίζαν
    και όλοι, όλοι βιαστικά·
    χαμογελούσαν οι όμορφες εκεί που μ’ αντικρύζαν,
    καταφρονετικά.

    Συρμένη από τη θύμηση του μουσικού βιολιού μου
    κι αν κάποτε καμιά
    γύρευε σάμπως να σταθή, τ’ αγρίου θολού ματιού μου
    την έδιωχνε η φωτιά.

    Κάτι έκρυβα στο λογισμό, στην όψη έδειχνα κάτι
    που μάκραινε γοργούς
    το νιο τον ανοιχτόκαρδο, την κόρη τη δροσάτη
    και ξένους και δικούς.

    Και πέρασε. Με πλεύρωσε και σα σε δέηση στάθη
    και σα γονατιστή·
    κ’ ήρθε σα νάθελε από με να μάθη και να πάθη,
    και σαν ανατολή.

    Έπαιζε με τον πέπλο της φιλώντας το κορμί της
    τ’ αγέρι του βραδιού.
    Τ’ ανάβλεμμά της χάιδεμα της νιότης. η φωνή της
    ρυθμός του τραγουδιού.

    Και ντροπαλή και πρόσχαρη και θαρρεμένη· η χάρη
    της κερασιάς που ανθεί,
    του χωραφιού στεφάνωμα και του μαγιού καμάρι,
    προτού να τρυγηθή.

    Σαν ήρθε, γιατί έφυγε; και ποιός θα σε χωρίση
    του αποσπερίτη φως
    από το βράδυ που φωτάς; Και είχε τα ρόδα η δύση,
    τα γιούλια ο Υμηττός.

    Ποιό χέρι μου την άρπαξε; Θεός την είχε στείλει;
    Δεν έφταιξα. Πονώ.
    Δίψα το στόμα μου έκαιγε. Μου δρόσισε τα χείλη
    μιας θείας πηγής νερό.

    Τ’ αχνάρια από τα πόδια της, φωτίσματα καινούρια,
    πίσω της τρέχω, εκεί
    τρέχω, όλο τρέχω, ξέσκισα τη σάρκα στα παλιούρια
    και μάτωσα τη γη.

    Πέστε μου, που είμαι; στο βουνό; στην πολιτεία; στον κάμπο;
    Τρελός δεν είμαι εγώ.
    Καλοί μου ανθρώποι, ακούστε με. Σπίτι, άνοιξέ μου, νάμπω,
    κήπε, σε λαχταρώ.

    Το ξέρω, να το σπίτι, να! μπήκε απ’ εκεί, την είδα,
    μα η πόρτα του κλειστή.
    Τόφερα γύρω ολονυχτίς το σπίτι, ψεύτρα ελπίδα,
    και μ’ εύρε εδώ κι η αυγή.

    Σκυλιά, και με δαγκώσανε, γειτόνοι, και με πήραν
    για κλέφτη, για φονιά·
    και βάρδιες, και ξυπνήσανε· και δούλοι, και με δείραν,
    Θεέ μου! τι απονιά!

    Κλέφτης δεν είμαι ούτε φονιάς. Καλοί μου άνθρωποι, ελάτε,
    σιγά, να σας τα πω.
    Μια μοίρα με κατάτρεξε· μη με πετροβολάτε,
    τον ορφανό! Πονώ.

    Το φράχτη σύντριψα, στον κήπο μπήκα, τα πουλιά της
    τα ξάφνισα, κ’ εκεί
    φίλησα τ’ άνθη στη βραγιά, στη γη το πάτημά της.
    Κρίμα είν’ αυτό, κριτή;

    Ήρθα να ιδώ τον ήσκιο της από το παραθύρι
    πριν σβήση το κερί,
    τον ήσκιο απ’ το κεφάλι της την ώρα που θα γύρη
    να γλυκοκοιμηθή.

    Πετροβολάτε με, άνθρωποι, βασάνισέ με, Αράπη,
    στη μαύρη φυλακή.
    Το φως μου είν’ αβασίλευτο. Γνώρισα την Αγάπη,
    σ’ έζησα πια, ζωή!
    ΠΑΛΑΜΑΣ

    Εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια μου, Νταλάρας

    Το τελευταίο τραγούδι της Σαπφώς

    Αυγή της ωραιότατης μέρας
    που προσέρχεται κι’ όλο φωτίζεται πιο πολύ
    το στερέωμα, σαν πρόσωπο
    όπου η χαρά αυξαίνει,
    όταν καταλαβαίνει τη χάρη του βίου.

    Βάρος η κεφαλή μου μεταδίνει
    στα μέλη του σώματος κι’ η σκέψη
    ομίχλη στην όψη μου.
    Δροσερή αύρα της πρωίας
    κι’ εγώ αποπνέω ζέστη
    που με χωρίζει απ’ τον καλόν αέρα.

    Ιδια όλα τριγύρω
    κι’ ο απέραντος πόντος αρνιέται
    να παρασύρει την ψυχή μου
    σε ταξίδια σπουδαία.

    Την μακρινή αισθάνομαι αοριστία
    κι’ ούτε ακούω τους μυστικούς ψίθυρους,
    υποσχέσεις ενάντιες
    στη γνώση που απόχτησα.

    Αλλες αρχίζουν οι μέρες για κείνον
    που τόσα έχει μάθει και δε μαθαίνει
    να φαντάζεται πιο πολλά.

    Υπήρξα με δύναμη κι’ αίσθημα,
    μ’ αισθήσεις παράφορες.
    Ήθελα πάντα να περιμένω
    κι απομένω αδιάφορη τώρα.
    Πώς την ορμή χάνω
    και δεν ζητώ, ούτε ανυπόμονη μένω.
    ZΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ
    (Συλλογή Αντιθέσεις, 1957

    Song Sung Blue – Neil Diamond

    • Καλημέρα, Αγγελική! «Τραγούδησες» πολύ όμορφα με το σχόλιό σου! Τόσα πολλά και ωραία (ποιητικά και μουσικά)!!!!

      *Ο Μανόλης Μητσιάς τραγουδά Ν. Γκάτσο: «Το παλιό τραγούδι»…

      «Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο-στον ήλιο
      και τραγουδάμε και τραγουδάμε
      Το φως κελαηδάει, άιντε κελαηδάει
      στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας
      Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε

      Αγαπούμε τη γη, τους ανθρώπους και τα ζώα
      Τα ερπετά, τον ουρανό και τα έντομα
      Είμαστε, είμαστε κι εμείς όλα μαζί
      Μαζί κι ο ουρανός και η γη

      Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο-στον ήλιο
      και τραγουδάμε και τραγουδάμε
      Ο ήλιος με φωνάζει, ο ήλιος με φωνάζει
      Χαρά, χαρά. Δεν μας νοιάζει τι θ’ αφήσει
      το φιλί μας μες στο χρόνο και στο τραγούδι»
      (Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία)

      -Γιάννης Ρίτσος «Το τραγούδι της αδελφής μου»
      [απόσπασμα]

      «Όμως εγώ,
      αδελφή μου, αγρυπνώ
      μετρώντας τους παλμούς
      και την ανάσα σου.
      Στυλώνομαι, πύργος νυχτός,
      Μες την ακατανόητη βοή
      των διασταυρουμένων κεραυνών
      κι αγγίζω αδίστακτος τα ξίφη.
      Οι αψίδες του φωτός κατέρρευσαν
      κάτω απ’ τα βλέφαρα σου.
      Τίποτ’ άλλο δε ζει
      έξω απ’ τον πένθιμο κύκλο
      που χαράζουν στην πλάση τα μάτια σου.

      Θυμάσαι;
      Σούχε χαρίσει κάποτε η μητέρα
      ένα ρόδινο φόρεμα
      και μια μικρή ρόδινη ομπρέλα.
      Ανέβαινες την ανθισμένη πλαγιά
      το εαρινό πρωινό
      ανάλαφρη και διάφανη
      – ένα ρόδινο νέφος φωτός.
      Κοιτούσες τον ουρανό
      σαν κάτι από ψηλά να σε καλούσε.
      Μόνο οι θλιμμένες πλεξίδες
      των μαύρων μαλλιών σου
      βάραιναν τη λεπτή σου ράχη.
      Φοβόμουν
      μήπως μιαν ώρα χαθείς
      όμοια με ρόδινο φως
      μέσα στη δύση.
      Μάζευα τότε
      όστρακα στιλπνά
      και πολύχρωμα βότσαλα
      απ’ τ’ ακρογιάλι του νησιού μας
      για να δω τα μάτια σου
      να χαμογελούν
      και να μαγέψω την καρδιά σου
      που διαλυόταν αθόρυβα
      στη θλίψη του κόσμου.
      Μα δεν ήξερες να γελάς.
      Έκανα φτερά τα δάκρυά σου
      κ’ έφευγα μακριά για να σου φέρω
      τη γύρη του αιθέρα
      να ραντίσω τη σιωπή σου.
      Όμως δεν ήξερες να δέχεσαι.
      Χάριζες.
      Μόνο χάριζες.
      Όλα τα δώρα σου
      τα μοίρασες
      κ’ έμειναν άδειες
      οι παλάμες σου.»

      -Τάσος Λειβαδίτης:
      «… Ναὶ ἀγαπημένη μου,
      ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε
      γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
      ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
      ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
      Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
      ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε…»

      -Κωστής Παλαμάς- «Το γυμνό τραγούδι» (Σάτυρος)

      «Εδώ τα πάντα ξέστηθα
      κι αδιάντροπα λυσσάνε
      αστέρι είν’ ο ξερόβραχος,
      και το κορμί φωτιά.

      Εδώ ειν’ ο ίσκιος όνειρο
      εδώ χαράζει ακόμα
      στης νύχτας το αχνό στόμα
      χαμόγελο ξανθό.

      Εδώ ο λεβέντης μάγεμα
      η σάρκα αποθεώθη,
      οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
      Ερμήδες είναι οι πόθοι.

      Η κάθε ώρα ολόγυμνη,
      θάμα στα υγρόζωα κήτη
      πετιέται κι η Αφροδίτη
      και χύνεται παντού.

      Μέτωπο, μάτια, κύματα
      μαλλιά γλουτοί, λαγόνες
      κρυφά λαγκάδια του Έρωτα
      ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες.

      Τα στρογγυλά, τα ολόισια
      χνούδια, γραμμές, καμπύλες
      ω θείες ανατριχίλες,
      χορεύτε το χορό.

      Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
      στα ολανοιγμένα πλάτια,
      που ζωντανό θα το’ δειχναν
      μόνο δυο φλόγες μάτια,

      κάτι από τους σάτυρους
      κρατιέται κι είναι αγρίμι
      και είν’ η φωνή του ασήμι,
      μη φύγεις, ειμ’ εγώ.»

      *Το παραπάνω ποίημα του Παλαμά είναι μελοποιημένο εξαιρετικά από τον Νίκο Ζούδιαρη…

  2. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Καλημέρα, Γιάννη!

    Να τι θυμήθηκα ακόμη:

    CANZONE ARRABΒIATA, Άννα Μελάτο

    Στίχοι: Λίνα Βερτμίλλερ, Μουσική: Νίνο Ρότα
    Μετάφραση:

    Οργισμένο τραγούδι

    Τραγουδάω για όποιον δεν έχει τύχη
    τραγουδάω για μένα
    οργισμένο τραγούδι λέω για τούτο το φεγγάρι
    ενάντια σε σένα
    ενάντια σ όποιον είναι πλούσιος και δεν το ξέρει
    σ όποιον λερώνει την αλήθεια
    περπατώ και τραγουδάω για την οργή που μέσα μου φουντώνει
    Σκέφτομαι τόσο κόσμο στο σκοτάδι στης πόλης μέσα τη μοναξιά
    σκέφτομαι τις χίμαιρες του ανθρώπου
    όλα τα λόγια που λέει και ξαναλέει
    Τραγουδάω για όποιον δεν έχει τύχη
    τραγουδάω για μένα
    οργισμένο τραγούδι λέω για τούτο το φεγγάρι
    ενάντια σε σένα

    Όταν τραγουδάω, Δήμητρα Γαλάνη

    ΥΠΝΟΒΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

    Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
    πράσινα να ‘ναι πράσινα
    τον άνεμο τη φυλλωσιά
    τ’ άλογο πάνω στα βουνά
    τη βάρκα μες στη θάλασσα

    Μες στη σκιά που τηνε ζώνει
    ρεμβάζει επάνω στο μπαλκόνι
    πράσινο δέρμα και μαλλί
    το μάτι κρύο και ασημί

    – Σύντροφε πάρε τ’ άλογο μου
    κι όλ’ η αρματωσιά δικιά σου
    το σπίτι σου να ‘ναι δικό μου
    να ‘ναι δική μου η φαμελιά σου

    Σύντροφε καταματωμένος
    έρχομαι απ’ τ’ αψηλό φαράγγι
    αχ έτσι το ‘φερε η ανάγκη

    -Έννοια σου γιε μου κι αν μπορούσα
    ευθύς το πράγμα θα το κλειούσα
    μα δεν ορίζω πια δικό μου
    κάνε μήτε το σπιτικό μου

    – Σύντροφε πες μου και πατέρα
    που ‘ναι η πικρή σου θυγατέρα;

    -Χρόνους και χρόνους εκεί μένει
    και πάντα εκεί θα περιμένει
    όμορφη μελαψή και μόνη
    πάνω στο πράσινο μπαλκόνι

    Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
    πράσινα να ‘ναι πράσινα
    τον άνεμο τη φυλλωσιά
    τ’ άλογο πάνω στα βουνά
    τη βάρκα μες στη θάλασσα.
    ΕΛΥΤΗΣ

    Τραγούδι κοριτσιού (Ελύτης)

    Το τραγούδι του Γιώργη- Ν.Βρεττάκος

    Πώς τα κατάφερες, καημένε Γιώργη, και δεν μπόρεσες

    να μείνεις πίσω από την πέτρα του βουνού να μη σε βρούνε

    αυτοί με τα μακριά μαχαίρια , με τους σκύλους

    και τα σχοινιά. Σε κρέμασαν, γιόμισαν το κορμί σου τρύπες,

    έφαγαν, ήπιαν, χόρεψαν. Και την άλλη μέρα,

    ένα πουλάκι που φτερούγισε από τα δημοτικά τραγούδια

    κάθισε πάνω στο κεφάλι σου, ακριβώς εκεί

    που έφτιαχνες τη χωρίστρα σου, και σάμπως να ‘ταν

    γιομάτος Γιώργηδες και Αι-Γιώργηδες

    γύρω σου ο τόπος, κελαηδούσε.

    (Νικηφόρος Βρεττάκος)

    ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, Γεωργία Νταγάκη

    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ -Τὸ τραγούδι τῶν ἄσπρων μαλλιῶν

    Σὰ νὰ σὲ βλέπω γιὰ πρώτη φορὰ
    κάθε φορὰ ποὺ εἶσ᾿ ἐμπρός μου·
    λάμπανε κι ἄλλη φορὰ ἔτσι χλωρὰ
    τ᾿ ἄνθια, τὰ νιάτα τοῦ κόσμου;

    Πάντα σὲ βλέπω γιὰ πρώτη φορὰ
    κι ἄσπρα εἶναι πιὰ τὰ μαλλιά μου,
    ποὺ εἶσαι ἡ χαρὰ τοῦ παιδιοῦ· λαχταρᾶ
    σὰν ἀπὸ φῶς μιᾶς αὐγῆς ἡ καρδιά μου.

    Γιὰ τὴν Παράδεισον, Εὔα, ὁ Θεὸς
    τώρα πρωτόπλασ᾿ ἐσένα;
    Κι ἔγινε ἡ θάλασσα τώρα ναὸς
    γιὰ τῆς Παφίας Ἀφροδίτης τὴ γέννα;

    Τάχα νεοφώτιστος τώρα
    πρώτη φορὰ καὶ λατρεύω;
    Μέσ᾿ στὴν ἀφάνταστη χώρα
    πῶς ἐγώ, ἀγύρευτος, πῶς σὲ γυρεύω!

    Βραδινὴ φωτιά, 1944
    Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 107

    Δεν με νοιάζει με ποιον ακούς απόψε αυτό το τραγούδι

    • Πλουσιότατο και πάλι το σχόλιό σου!!!… Grazie mille, Aggeliki!!!!
      (Με πρόλαβες για το υπέροχο “Canzone arrabbiata”)…

      «.. εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
      γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι…»
      (Νίκος Καρούζος)

      «…Κόψε ένα τραγούδι απ΄ τ΄ άνθη
      με δάχτυλα νοσταλγικά.
      Να γυρίζεις – αυτό είναι το θαύμα.»
      (Νίκος Καρούζος)

      «… Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
      Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει
      και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
      κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.»
      (Γ. Σεφέρης)

      -Παντελής Μπουκάλας, «Ανώνυμο»

      «Α μωρέ Πάνο/ Πόσα τραγούδια θ’ απομείνουν ατραγούδιστα
      και πόσοι στάσιμοι χοροί/ ματαιωμένοι.
      Κι ας επιμένει η γλώσσα/ να γυρνάει λέξεις και μουσικές σαν ξόρκια
      Κι ας δοκιμάζει το κορμί να εγερθεί/ και να κινήσει
      Βουβά θα μείνουν τα τραγούδια μας/ μωρέ Δήμο/ το σώμα αργό
      καθηλωμένο από της μνήμης το φαρμάκι
      γιατί δε γίνονται χοροί χωρίς παρέα/ και τα τραγούδια μας
      συνδυό- συντρείς ή τίποτε
      Κι είμαστε πια πληνδυό- πληντρεις
      Κι είμαστε πια πληνδυό- πληντρείς- πλην πόσοι
      – είμαστε τάχα;
      Και τα τραγούδια μας γυρνούν αυθόρμητα
      σε μοιρολόι/ μωρέ μάνα/ σε μοιρολόι αδάκρυτο
      Μόνο το αίμα του θυμού το υγραίνει
      Το αίμα ενός πατέρα που υπήρξε λείποντας.»

      -Φ. Γκ. Λόρκα, «Το τραγούδι του καβαλάρη»…

  3. Σαν τι τραγούδι να σου πω
    που’ναι το στόμα μου πικρό…

  4. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Τέλειος ο Πουλόπουλος στο Λόρκα, μεσούσης της χούντας.
    Υπέροχος ο Καλογιάννης.

    Με μια αγκαλιά τραγούδια θα’ ρθω πάλι, Αντώνης Βαρδής

    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

    Άφησα ένα τραγούδι στο περβάζι
    ο αέρας που το φυσάει θέλει να το ξεγυμνώσει
    να δει τα λευκά του πόδια
    που διπλώνουν το ένα στο άλλο
    για να μη φύγουν οι νότες απ ́ το εσώρουχο

    Το τραγούδι μου

    Λευκό φορεματάκι του κυματίζει
    μαντηλάκι που σφουγγίζει δάκρυα καλοκαιρινά
    εκκρίσεις λανθάνουσας συγκίνησης
    Μαρτυρία θανάτου
    Ένα ασπρόρουχο που σαβάνωσε μιαν ώρα αδειανή
    κάπως απογευματινή
    σαν ποίημα που ανεβαίνει τη σκάλα για να σαλτάρει
    στο κενό
    να χαθεί μαζί με τον ήλιο
    στο γέρμα της φωνής που σώπασε μα πάλλεται ακόμα
    σε ανεξερεύνητα αισθητήρια
    σαν τραγούδι που υπάρχει μα
    δεν είναι πια εκεί

    (Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος, Σημειώματα στην πέτρα)

    Το τραγούδι της ζωής, Πουλόπουλος

    Τα τραγούδια που’ χω γράψει-Χρήστος Θηβαίος

    • Ευχαριστώ, καλό βράδυ, Αγγελική…
      «Εσένα το τραγούδι σου κόσμους τους ήχους κάνει.»
      (Κ. Παλαμάς)

      -«Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα,
      τίποτε δεν το φίμωσε ακόμα.»
      (Μιχάλης Γκανάς)

      -Κώστας Βάρναλης, «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ»

      «Στον θείον αέρα πα στα νύχια σείσου
      ολόιση σαν οχιά, να πλημμυρίσει
      ανθοβολή παντού και να μυρίσει,
      ω, κλώνε λυγερέ στην άνθισή σου!
      Που αληθινή δω στην αιώνια γη Σου
      κάμνεις την ψεύτρα τη ζωήν• η βρύση
      του θαύματός σου πλήθια ν’ αναβρύσει,
      ω σαν κλωνάρι ολάνθιστο λυγίσου!
      Και πα στου στίχου το σκοινί, με τάξη
      πλεμένο από χρυσάφι και μετάξι,
      ζύγιασμα στέριο το κορμί σου ας πάρει
      και με ψιλή φωνή να κελαηδήσεις,
      της αυγής το ρουμπίνι με της δύσης
      το φλογερό να ενώσεις κεχριμπάρι!»
      *(Το ποίημα του Κώστα Βάρναλη το «Τραγούδι της γυναίκας» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας το 1914 (Τομ. 2, Αρ. 21). Δεν το συμπεριέλαβε σε κάποια συλλογή του.)

      -Φρ. Νίτσε, «Το τραγούδι της νύχτας»

      «Τώρα είναι νύχτα: τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες
      πηγές. Κι είν’ η ψυχή μου μια κελαρύζουσα πηγή.
      Τώρα είναι νύχτα: τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλα των ερωτευ-
      μένων. Κι είν’ η ψυχή μου τραγούδι ερωτευμένου.

      Κάτι είναι μέσα μου ανειρήνευτο και ανειρηνικό, και θέλει καθα-
      ρά να μιλήσει. Μια λαχτάρα για την αγάπη είναι μέσα μου, και μι-
      λάει τη γλώσσα της ίδιας της αγάπης.

      Είμαι το φως: αχ και νάειμουνα η νύχτα! Αλλ’ αυτή ‘ναι η μονα-
      ξιά μου, ότι ολούθε με περιζώνει το φως.
      Αχ και νάειμουνα ο σκοτεινός και ο νύχτιος! Πόσο θα ζήταγα
      τότε να θηλάζω τους μαστούς του φωτός!

      Κι εσάς τις ίδιες θα ζητούσα να ευλογώ, εσάς μικρές αστέρινες
      σπίθες και πυγολαμπίδες στα ύψη! – Και μακάριος θάειμουνα με
      τα φτερωτά σας δώρα.

      Αλλά ζω καταμεσίς στο ίδιο μου το φως, και τις φλόγες, που ξε-
      σπούν από μέσα μου, ο ίδιος τις καταπίνω πάλι.
      Δε γνώρισα τη χαρά εκείνου που παίρνει, και συχνά ονειρεύτηκα
      πως είναι πιο μεγάλη ευτυχία να κλέβεις αντί για να παίρνεις.

      Αυτή ‘ναι η φτώχεια μου, ποτέ να μην ησυχάζει το χέρι μου να
      δίνει. κι αυτή ‘ναι η ζήλεια μου, τα μάτια να βλέπω που αναμένουν,
      και τις φωτιζόμενες νύχτες της λαχτάρας.

      Ω δυστυχία αυτών, που δωρίζουν! Ω σκοτεινιά του ήλιου μου!
      Ω λαχτάρα για λαχτάρισμα! Ω άγρια πείνα μέσα στο χορτασμό!
      Αυτοί παίρνουν από μένα: αγγίζω όμως την ψυχή τους; μια
      λαγκάδα ανάμεσα στο παίρνω και στο δίνω. όμως κι η πιο μικρού-
      τσικη λαγκάδα χρειάζεται να κλείσει.

      Μέσα στην ομορφιά μου μια πείνα αναβλασταίνει: να πονέσω
      θα ‘θελα κείνους, που φωτίζω, να ληστέψω θα ‘θελα τους ευεργε-
      τημένους μου – μια τέτοια πείνα με κατέχει μοχθηρή.

      Το χέρι πίσω να τραβήξω, όταν εσείς απλώνετε το χέρι: όμοιος
      με το πιδάκισμα νερού, που σα γκρεμίζεται, διστάζει – μια τέτοια
      πείνα με κατέχει μοχθηρή.

      Τέτοιον ο πλούτος μου λογιάζει γδικιωμό, από τη μοναξιά μου τέ-
      τοια πηγάζει επιβουλή.
      Η χαρά μου να δίνω πεθαίνει μέσ’ στο δόσιμο, κι η αρετή μου
      απόκαμε μέσ’ στο δικό σας πλήρωμα!

      Ο που χαρίζει πάντα του, τρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη ντροπή
      του. ο που μοιράζει πάντα του, κάλους στο τέλος βγάζει στην καρ-
      διά του και στο χέρι του από το πολύ του μοίρασμα.

      Δεν τρέχουν πια τα μάτια του από ντροπή για κείνους, που ζητά-
      νε. και σκλήρυνε το χέρι μου για τα κατάγιομα τα χέρια, που τρέ-
      μοντας παρακαλούν.

      Τι γίνανε τα κλάηματα στα μάτια μου, το χνούδι της καρδιάς μου;
      Ω ερημιά όλων εκείνων, που χαρίζουν! Ω σιγαλιά όλων εκείνων,
      που φωτίζουν! Ήλιοι πολλοί κυκλογυρνούν στα έρημα διαστήματα:
      και στον καθένα σκοτεινό μιλάνε με το φως τους – ενώ σε μένανε
      σιωπούν.

      Ω ήλιοι, αυτή ‘ναι η έχθρα του φωτός ενάντια σε κείνον, που
      φωτίζει: αδησώπητο να τρέχει κείνο τις τροχιές του.
      Αδιάφορος για τη βαθειά καρδιά εκείνου που φωτίζει, και κρύος
      για τους άλλους ήλιους – έτσι γυρίζει ο κάθε ήλιος.

      Όμοιοι με θύελλα τρέχουνε οι ήλιοι την τροχιά τους. Κι ακολου-
      θούν αλύπητοι τη θέλησή τους, που είν’ η παγωνιά τους. Ω εσείς
      είσαστ’ αυτό, εσείς οι σκοτεινοί κι οι νύχτιοι, που παίρνετε τη ζε-
      στασιά, απ’ ό,τι σας φωτίζει! Ω εσείς πίνετε πρώτα τη δροσιά και
      το γάλα από τους μαστούς του φωτός!

      Αχ, πάγος τριγύρα μου, και καίγεται το χέρι μου μέσα στην πα-
      γωνιά! Αχ, η δίψα μου μέσα μου, που λαχταρά τη δίψα σας.
      Τώρα είναι νύχτα: κι ο πόθος μου πηγή, που μέσαθέ μου ανα-
      βρύζει. και ζητά να μιλήσει.

      Τώρα είναι νύχτα: τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες
      πηγές. Κι είν’ η ψυχή μου μια κελαρύζουσα πηγή.
      Τώρα είναι νύχτα: τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλων των ερωτευ-
      μένων. Κι είν’ η ψυχή μου τραγούδι ερωτευμένου.»

  5. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Το τραγούδι της ζωής (XV)

    Δεν έχω κανένα όνομα’
    είμαι σαν το δροσερό αεράκι των βουνών.
    Δεν έχω κανένα καταφύγιο’
    είμαι σαν τα περιπλανώμενα νερά.
    Δεν έχω κανένα χώρο ιερό, σαν των σκοτεινών θεών’
    ούτε βρίσκομαι στη σκιά γκρίζων ναών.
    Δεν έχω βιβλία ιερά,
    ούτε με την παράδοση έχω σχέση.

    Δε βρίσκομαι στα λιβάνια
    που σκαρφαλώνουν πάνω απ’ τους βωμούς,
    ούτε στων μεγαλόπρεπων των τελετών μέσα την επίδειξη.
    Δε βρίσκομαι ούτε στις ζωγραφιστές εικόνες
    ούτε στη βαθιά την ψαλμωδία μιας μελωδικής φωνής.

    Δεν είμαι περικυκλωμένος από θεωρίες
    ούτε μολυσμένος από πίστεις.
    Δεν είμαι σκλαβωμένος σε θρησκείες
    ούτε στων ιερέων τους την ευλαβή αγωνία.
    Δεν είμαι παγιδευμένος σε φιλοσοφίες
    ούτε εγκλωβισμένος από των δογμάτων τους τη δύναμη.

    Δεν είμαι ούτε χαμηλά ούτε ψηλά,
    είμαι εκείνος που λατρεύει κι εκείνο που λατρεύεται.

    Είμαι ελεύθερος.Το τραγούδι μου είναι το τραγούδι του ποταμού που προσκαλεί για τις ανοιχτές τις θάλασσες καθώς αδιάκοπα περιπλανιέται.
    Είμαι η Ζωή.

    “Η γνωριμία με την Αλήθεια είναι μία απόλυτη και τελική εμπειρία.
    Ύστερα από την Αλήθεια ξαναπλάστηκε ο εαυτός μου.
    Δεν είμαι ποιητής, απλώς προσπάθησα να βάλω σε λέξεις όσα συνειδητοποίησα.”

    (Τζίντου Κρισναμούρτι,1928, “Παραβολές και ποιήματα”, μετάφραση Ν.Πιλάβιος, εκδ.Κέδρος )

    Νυχτερινό τραγούδι, Ελένη Βιτάλη

    Ωραίο το Λιανοτράγουδο!
    Ξέρεις ποιος έκανε τη μετάφραση στο τραγούδι της νύχτας του Νίτσε;

    • Καλημέρα και καλή εβδομάδα, Αγγελική, μ’ «Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι» κι ένα ποίημα του Βάρναλη…

      -Κώστας Βάρναλης, «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ»

      «Στον θείον αέρα πα στα νύχια σείσου
      ολόιση σαν οχιά, να πλημμυρίσει
      ανθοβολή παντού και να μυρίσει,
      ω, κλώνε λυγερέ στην άνθισή σου!
      Που αληθινή δω στην αιώνια γη Σου
      κάμνεις την ψεύτρα τη ζωήν• η βρύση
      του θαύματός σου πλήθια ν’ αναβρύσει,
      ω σαν κλωνάρι ολάνθιστο λυγίσου!
      Και πα στου στίχου το σκοινί, με τάξη
      πλεμένο από χρυσάφι και μετάξι,
      ζύγιασμα στέριο το κορμί σου ας πάρει
      και με ψιλή φωνή να κελαηδήσεις,
      της αυγής το ρουμπίνι με της δύσης
      το φλογερό να ενώσεις κεχριμπάρι!»
      *(Το ποίημα του Κώστα Βάρναλη το «Τραγούδι της γυναίκας» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας το 1914 (Τομ. 2, Αρ. 21). Δεν το συμπεριέλαβε σε κάποια συλλογή του.)

  6. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Άσε, το βρήκα.

    Από το βιβλίο ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ του Νίτσε, που ελλήνισε ο Δ. Λιαντίνης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: