Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

«(επίκαιροι) Αμίλητοι» και «Ο χειρότερος αναλφάβητος»…

10275916_865040290178892_8113409120577238973_n

 

-Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, «(επίκαιροι) Αμίλητοι»

«Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα
τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς ν” αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.»

 
-Berthold Brecht, «Ο χειρότερος αναλφάβητος»

“Ο χειρότερος αναλφάβητος είναι ο πολιτικά αναλφάβητος.
Δεν ακούει τίποτε, δεν βλέπει τίποτε, δεν συμμετέχει στην πολιτική ζωή.
Μοιάζει σαν να μην γνωρίζει ότι το κόστος ζωής, η τιμή των φασολιών, του αλευριού, του
ενοικίου, των φαρμάκων, όλα εξαρτώνται από πολιτικές αποφάσεις.
Ακόμα χειρότερα περηφανεύεται για την πολιτική του άγνοια, φουσκώνει το στήθος του και δηλώνει πως…. μισεί την πολιτική.
Δεν γνωρίζει, ο ηλίθιος, πως εξαιτίας της αποχής του από την πολιτική υπάρχει η πορνεία, το εγκαταλελειμμένο παιδί, ο ληστής και ακόμα χειρότερα, οι διεφθαρμένοι κυβερνήτες, οι λακέδες των διεθνών εταιρειών που μας εκμεταλλεύονται.”

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “«(επίκαιροι) Αμίλητοι» και «Ο χειρότερος αναλφάβητος»…

  1. Η επανάσταση των σιωπηλών

    «Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιό φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλυτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους.»
    Φράντς Κάφκα, Η σιωπή των σειρήνων

    Καθώς η κρίση απλώνει βαριά την σκιά της στην χώρα και τις ψυχές μας, πολλοί προσπαθούν να προδικάσουν το μέλλον. Κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι θα υπάρξουν βίαιες αντιδράσεις, άλλοι πάλι ότι η απάθεια θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί.

    Ενώ όμως μια κλασική επανάσταση δεν είναι ανάμεσα στα ενδεχόμενα -ούτε οι συνθήκες υπάρχουν, ούτε ο εχθρός είναι ορατός- εγώ οραματίζομαι από παλιά μια άλλη επανάσταση. Μια επανάσταση διαφορετική από όσες περιγράφουν τα βιβλία, από όσες απεικονίζουν στις ταινίες τους οι σκηνοθέτες. Την ανάγκη της μάλιστα διατύπωσα πολλά χρόνια πριν. Kαθώς όμως περνά ο καιρός αυτή η άλλη επανάσταση, που οραματίζομαι, κερδίζει διαρκώς σε περιεχόμενο και ορμή.

    Η επανάσταση λοιπόν, που οραματίζομαι, θα είναι μια επανάσταση των σιωπηλών. Δεν θα έχει σημαίες αναπεπταμένες, συνθήματα και ιδεολογικές διακηρύξεις. Θα είναι μια επανάσταση βουβή, που θα στηρίζεται απλώς στην αλληλεγγύη των βλεμμάτων. Θα ξεκινήσει από την απόλυτη, την οργισμένη σιωπή, και θα αποδώσει στον άνθρωπο όσα στερήθηκε, όσα ονειρεύθηκε, ό,τι ζήτησε με κραυγές –πριν επιλέξει την σιωπή.

    Γιατί αυτή η σιωπή, είναι η απόγνωση και η προσδοκία του. Δεν είναι αποδοχή, μήτε μοιρολατρία. Η σιωπή είναι το μέτρο της διαψευσμένης του ζωής, η πίκρα για τις επαγγελίες που ακυρώθηκαν, η οργή για την υποκρισία και το ψέμα. Η σιωπή είναι το ανώτερο στάδιο της πολιτικής ωριμότητας. Αν οδηγήσει στην επανάσταση, θα είναι μια επανάσταση αληθινή, αφού για πρώτη φορά δεν θα δεσμεύεται από τα λόγια της. Θα δεσμεύεται μόνον από τα αισθήματα της.

    Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν απευθύνεται λοιπόν σε ορισμένες τάξεις κοινωνικές, ούτε υπόσχεται ευημερία και δικαιώματα. Υπόσχεται μόνον μια άλλη γλώσσα: Την ξεχασμένη γλώσσα της ειλικρίνειας και της ευθύνης. Δεν επιδιώκει την εξουσία, αφού όπως απέδειξε η Iστορία, αυτό οδηγεί στην βία και τον εκφυλισμό. Επιδιώκει, όμως, να αποδώσει στον άνθρωπο την εξουσία της ζωής του, να απαντήσει στην βουβή απόγνωση της σιωπής του. «Η επανάσταση» σχολιάζει ένας θεωρητικός της, «συνιστά μια πνευματική αναταραχή, μέσω της οποίας μια ομάδα ανθρώπων επιδιώκει να θέσει νέα θεμέλια για την ύπαρξη της.”

    Σε αυτήν λοιπόν την επανάσταση, που αναζητά αιωνίως τα θεμέλια της, δεν έχουν ίσως θέση οι ποιητές, μήτε οι φιλόσοφοι. Έχουν όμως θέση οπωσδήποτε οι άνεργοι. Ο φιλόσοφος προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο, ο ποιητής δημιουργεί τον δικό του. Ο άνεργος όμως τον στερείται εξ ορισμού. Η ανεργία αποτελεί τον παραλογισμό ενός πολιτισμού, που δεν παύει να επαίρεται για τις κατακτήσεις του. Ο παραλογισμός αυτός, αλλού εκδηλώνεται στην πρόκληση της χλιδής, στον άνεργο σε ταπεινώσεις που δεν τελειώνουν. Ο άνεργος κατέφυγε στην σιωπή, επειδή κουράστηκε να ακούει για επενδύσεις και για τη μείωση της ανεργίας·που εξαιρούν ωστόσο πάντοτε τον ίδιο. Ο άνεργος είναι πια σιωπηλός, όχι επειδή θέλει να κρύψει την οργή του, αλλά επειδή δεν αντέχει να μιλήσει άλλο.

    Η σιωπή -που κρύβει την απόγνωση- χαρακτηρίζει ακόμα όσους έχουν έγνοια πραγματική για την φύση και το περιβάλλον. Δεν είναι πάντοτε οι «οικολόγοι». Οι οικολόγοι φλυαρούν χωρίς μέτρο, καταφεύγουν σε θεωρίες και αναλύσεις, ενώ συχνά κρυφοκοιτάζουν την εξουσία. Στην επανάσταση των σιωπηλών θα συμμετέχουν οι άλλοι: Όσοι γνωρίζουν ότι η ανάσα της φύσεως είναι το ίδιο σπουδαία με την δική τους ανάσα, ότι τα τραύματά της αποτελούν τραύματα στο δικό τους το σώμα και την ψυχή. Αν σήμερα η μόνη προσδοκία τους είναι η επανάσταση των σιωπηλών, είναι επειδή κουράστηκαν να υπομένουν: Την ασίγαστη μανία καταστροφής ενός ευλογημένου τόπου, τις απάνθρωπες πόλεις που στεγνώνουν τις ψυχές, την θυσία του αιώνιου και του αναγκαίου στο εφήμερο και το ταπεινό.

    Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν υπόσχεται νόμους και διατάγματα, που θα αποβλέπουν στην «προστασία» του περιβάλλοντος. Θεωρεί, αντίθετα, ότι είναι ο άνθρωπος που επείγει να προστατευθεί. Εκείνος –που σήμερα σιωπά με απόγνωση- οδηγείται σταθερά στην αποξένωση, επειδή το περιβάλλον μοιάζει να ανήκει πάντοτε σε κάποιους άλλους. Μόνον όμως όπου το περιβάλλον παραμείνει υπερήφανο και ανέγγιχτο, μπορεί να ανθίσει η πραγματική ζωή. Αλλιώς, θα πληθαίνουν οι απομιμήσεις και τα ομοιώματα της.

    Στην επανάσταση των σιωπηλών συμμετέχουν και όσοι είδαν τον διαφορετικό κόσμο, που έπλασαν μέσα τους, να διαψεύδεται και να συντρίβεται. Ούτε μετάνιωσαν όμως, επειδή ο δικός τους κόσμος είχε αξίες και ήθος, ούτε μπορούν να τον αλλάξουν. Στην επανάσταση των σιωπηλών, είναι σημαιοφόροι χωρίς σημαίες, πεζοπόροι χωρίς προμήθειες. Διαθέτουν την τιμιότητα του βλέμματος και μια βαθύτερη αξιοπρέπεια. Ο κόσμος που έπλασαν -που είχε αξίες και ήθος- είναι πάντοτε εκεί. Αυτοί, οι σημαιοφόροι –χωρίς σημαίες- στην επανάσταση των σιωπηλών, είναι η εγρήγορση και η συνείδηση της.

    Όσοι άλλωστε κατέφυγαν στην σιωπή, δεν έπαυσαν να ονειρεύονται: Την δίκαιη συγκρότηση του κοινωνικού ιστού, την αύρα μιας παιδείας ουσιαστικής, την ενίσχυση των δημιουργικών δυνάμεων που εν είδει μικρής φωτιάς υπάρχουν στον καθένα. Αντί όμως, όσοι καταφεύγουν σήμερα στην σιωπή, να κερδίσουν λίγα από τα όνειρα τους, έγιναν αριθμοί και αποδέκτες. Αριθμοί σε πίνακες στατιστικής και σε μετρήσεις θεαματικότητας, αποδέκτες των παραλογισμών μιας ψηφιακής οικονομίας, όμηροι μιας ζωής που διαρκώς αφυδατώνεται. Κι ενώ τα λόγια των πολιτικών επιμένουν να διαγράφουν κύκλους ανούσιους και υποκριτικούς, εκείνοι, στην σιωπή τους, προτιμούν να ακούν τον ήχο των κυμάτων, και την βουή των επερχομένων γεγονότων.

    Αυτός άλλωστε –εγώ ή εσείς- που οραματίζεται την επανάσταση των σιωπηλών, δεν ενδιαφέρεται αν επικριθεί ως ρομαντικός, ούτε αν καταταχθεί από τους εχέφρονες στους υπέρμαχους μιας ουτοπίας, από τις πολλές που γνώρισε η ιστορία. Οι επικριτές της επανάστασης των σιωπηλών, συχνά φορτωμένοι με διπλώματα και κοινωνιολογικές περγαμηνές, αγνοούν την αξία της σιωπής, το εν δυνάμει επαναστατικό της περιεχόμενο. Τι άλλο όμως ήταν, η εξέγερση του Πολυτεχνείου –η μόνη που τελευταία γνώρισε η χώρα- από μια κραυγή σπαρακτική, μια στιγμή επαναστάσεως ύστερα από χρόνια σιωπής; Η σιωπή υπήρχε από νωρίς στις διαψευσμένες προσδοκίες των νέων ανθρώπων, σερνόταν στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και τους δρόμους της Αθήνας, μιλούσε με μουσικές και αθέατα δάκρυα. Η βία επιτάχυνε την έκφραση της, τα τάνκς προσπάθησαν να καλύψουν την απειλή της.

    Οσοι λοιπόν αμφισβητούν την επανάσταση των σιωπηλών, δεν μέτρησαν ποτέ την αξία της σιωπής, δεν έτυχε ποτέ να αντιληφθούν την εκρηκτική της δύναμη. Μήπως όμως μέσα στην σιωπή δεν ανθίζει ο έρωτας – ή και πάλι σιωπηλά δεν πλάθει ο δημιουργός το έργο του;

    «Οι επαναστάσεις είναι τρελές εμπνεύσεις της ιστορίας» έγραψε ένας επαναστάτης, που μάλιστα δολοφονήθηκε από τους πρώην συντρόφους του. Η επανάσταση των σιωπηλών, δεν θα είναι απλώς μια τρελή έμπνευση της ανθρώπινης ιστορίας. Θα είναι ίσως η συνέχεια και η αποθέωση της.

    Γιώργος Γραμματικάκης

    Σώπα, μη μιλάς…

    Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
    κόψ’ τη φωνή σου
    σώπασε επιτέλους
    κι αν ο λόγος είναι αργυρός
    η σιωπή είναι χρυσός.

    Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
    έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
    «σώπα».

    Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
    μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»

    Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
    «κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!»

    Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
    Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.

    Ο λόγος του μεγάλου
    η σιωπή του μικρού.

    Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
    «Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
    «θα βρεις το μπελά σου, σώπα».

    Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
    «Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
    κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»

    Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
    η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
    ήξερε να σωπαίνει.
    Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε «Σώπα».

    Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
    «Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
    Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
    με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

    Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
    σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
    Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
    Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
    Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
    Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
    και μαζευτήκαμε πολλοί
    μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

    Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
    τα πάντα κι όλα πολύ
    εύκολα, μόνο με το Σώπα.
    Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».

    Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
    κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
    και κάν’ την να σωπάσει.
    Κόψ’ την σύρριζα.
    Πέτα την στα σκυλιά.
    Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

    Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
    Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
    χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
    Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

    Και δεν θα μιλάς,
    θα γίνεις φαφλατάς,
    θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.

    Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’ την αμέσως.
    Δεν έχεις περιθώρια.
    Γίνε μουγκός.
    Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου.

    Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
    ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
    γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
    και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
    και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
    με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
    ΜΙΛΑ!….

    ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ

    • Καλησπέρα, Αγγελική!!!… Ευχαριστώ πολύ για τα δυο πολύ ωραία κείμενα των Γραμματικάκη και Νεσίν (τα οποία βέβαια γνώριζα αλλά δεν τα είχα αναρτήσει στο μπλογκ μου)!.. Πολύ ωραίο και το βίντεο που για πρώτη φορά το είδα…

      * Ο Νίκος Καρούζος για τον Μαγιακόφσκι…

  2. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γεια σου, Γιάννη!

    Τώρα πιάνω το δεύτερο μέρος της ανάρτησής σου.

    Ο τυφλός και ο αναλφάβητος (το σπάσιμο του κοινού τραγουδιού)

    «Τι μου δείχνεις φωτογραφίες σου;»
    μου είπες, «αφού οι τυφλοί είναι αναλφάβητοι στο φως. Μα θέλω
    να ξέρω πώς ήσουν μικρός. Για να τραγουδούμε μαζί…
    Βρες τρόπο! Κάνε μου δώρο αυτή τη γνώση».

    Πήγα στους γονείς μου.
    Ζήτησα τον εαυτό μου παιδί, σου τον
    τύλιξα
    πακέτο για δώρο.

    Φέρνω το πακέτο,
    βγάζεις ένα σπίρτο,
    το άναψες κι έβαλες
    στο δώρο μου φωτιά.

    Ύστερα ακουμπούσες
    με τις άκρες των δακτύλων σου τις στάχτες.
    Διάβαζες τα αποκαΐδια σε
    σύστημα Μπράιγ.

    «Ωραία. Σε ξέρω τώρα», είπες, «μα τώρα με
    ξέρεις κι εσύ: έκαψα τον εαυτό σου παιδί,
    για να μην είσαι πια αναλφάβητος στο σκοτάδι:
    για να τραγουδούμε μαζί πάντα το ίδιο τραγούδι…»

    [Από το βιβλίο 4 – D, Ποιήματα Τεσσάρων Διαστάσεων (2006) του Βασίλη Αμανατίδη]

    Πάνω στο ίδιο θέμα ακολουθεί ένα ποίημα, που μετάφρασα υποτυπωδώς από τα αγγλικά.
    Ελπίζω στη μεγαλοψυχία σου.

    O αναλφάβητος

    Ελπίζοντας στην καλοσύνη σου, είμαι σαν τον άνθρωπο
    που στριφογυρίζει ένα γράμμα στο χέρι του.
    Μπορεί ς να σκεφτείς ότι ίσως αυτό το χέρι
    δεν ήταν εξοικειωμένο αλλά, η αλήθεια είναι, ο άνθρωπος
    δεν πήρε ποτέ γράμμα από κανέναν*
    τώρα είναι και φοβισμένος για το περιεχόμενο,
    αλλά και ντροπιασμένος, γιατί δεν έχει άλλο τρόπο
    να μάθει τι λέει, παρά παρακαλώντας κάποιον.

    Μπορεί ο θείος του να άφησε το αγρόκτημα σ΄ αυτόν,
    ή οι γονείς του να πέθαναν πριν να έχουν νέα του,
    ή το σκούρο κορίτσι να άλλαξε γνώμη και να τον θέλει για αγαπημένο της.
    Φοβισμένος και γράμμα- περήφανος, το κουβαλάει μαζί του.
    Πώς να χαρακτηρίσεις το συναίσθημα για τις λέξεις
    που τον κάνουν να νιώθει πλούσιος, ορφανός, μα και αγαπημένος;

    William Meredith

    • Ciao Aggeliki!!!… Και για αύριο: καλή Πρωτομαγιά (των εργατών και των λουλουδιών)!
      Πολύ ωραία και τα δύο… Grazie mille!!!
      Και μιας αναφέρθηκες στον «τυφλό», πάω στο νομπελίστα Πορτογάλο, Σαραμάγκου:
      Ζοζέ Σαραμάγκου, «Περί τυφλότητας» (απόσπασμα):
      «Υπάρχει άραγε εξουσία, είπε ο πρώτος τυφλός. Δεν φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα.» […]
      Αναπνέουμε το ίδιο σκοτάδι κι όμως ο καθένας αλλιώς παραπατά, άλλα βήματα βρε αδερφέ και καλά κάνει, αλλά γιατί τόσο εξόφθαλμα να στερούμαστε προσανατολισμού.
      Γιατί να έχουμε προσανατολισμό θα με ρωτήσετε και καλά θα κάνετε. Έτσι για αλλαγή, να πούμε ότι η βάρκα θα πάει παρακάτω, που σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι και κινούμαστε σε πορείες αντίθετες και πώς να κάνει δουλειά ο βαρκάρης κι αυτός τυφλός είναι ο έρμος.
      Και δε μιλώ για πρωθυπουργό στο όνομα του βαρκάρη, γιατί ο βαρκάρης ξέρει τουλάχιστον ένα κουπί να το πιάνει, με αυτό βγάζει το ψωμί του, μ’αυτό και την κυρά του.
      Ας ξεκουνάγαμε τη βάρκα, έστω δύο λεύγες παρακεί, να αλλάξουμε νερά και παραστάσεις, να κατουρήσουμε κι αλλού κι ας επιστρέψουμε μετά πίσω στο μόλο, ούτως ή άλλως το σκοινί μας βγήκε λίγο , βάρκα κι αυτή με περιλαίμιο σκύλου, σαν και αυτούς που οδηγούν κάποιους τυφλούς.
      Σε μια χώρα – συγχωρέστε μου τη λέξη για άλλη μια φορά – όπου οι τυφλοί πολλαπλασιάζονται όσο δίνονται συντάξεις αναπηρίας και κατορθώνουν οι τυφλοί να ‘χουν δυο μάτια αετίσια κάθε που στέκονται ουρά να την τσεπώσουν, χάθηκε να τσοντάρουμε να πάρουμε και λίγο σκοινί παραπάνω για τη βάρκα να την ξεκουνήσουμε ;

  3. myownpersonalwinter on said:

    Καλησπέρα κι από μένα.
    Πολύ ωραία τα ποιήματα Γιάννη. Αγαπημένος Μπρεχτ!
    Σεβάσμιος ο κ. Γραμματικάκης και σεβαστή η άποψή του, αλλά οι επαναστάσεις δε γίνονται από τους σιωπηλούς αλλά από τους πρωτοπόρους και δη τους νέους.
    Επειδή τυγχάνει ν ανήκω και στους φωνακλάδες και στους νέους, η οργή μου δεν φυλακίζεται σε μια σιωπή…
    Πιο πολύ ταυτίζομαι με το ποίημα του Α. Νεσιν που στο τέλος βροντοφωνάζει «Μίλα!»
    Δεν έχω ποίημα να σου στείλω ούτε μουσικές.
    Μόνο το παρακάτω…

    Πρωτομαγιά

    «Ναι, το παραδέχομαι, μου έτρωγε το πληκτρολόγιο το χέρι. Κοινώς ήθελα να γράψω γι αυτό.

    Κουβεντιάζοντας πρόσφατα με μια φίλη μου είπε ότι δε μπορώ να γεμίζω ενοχές τον κόσμο επειδή δεν κατεβαίνει στο δρόμο, επειδή κάνει από ελάχιστα έως τίποτα για ν αλλάξει την πραγματικότητα την οποία του έχουν επιβάλλει να (επι)ζεί. Έτσι έχει μάθει, τόσα μπορεί, τόσα κάνει, μου είπε χαρακτηριστικά.

    Όχι. Δε μπορώ να το δεχτώ.

    Η καθημερινότητά μας έχει αλλάξει είτε το θέλουμε είτε όχι.
    Όλοι μας λίγο ως πολύ στερούμαστε καθημερινά πράγματα για τα οποία δε μπορούμε απλώς να κάνουμε πως δεν συμβαίνουν. Πως μπορούμε και με λιγότερα. Αυτό τον ωχαδερφισμό και το τίποτα δεν θ αλλάξει και έτσι ήταν τα πράγματα πάντα. Πάντα υπήρχαν φτωχοί και πλούσιοι και άλλα τέτοια.

    Πλείστες οι εικόνες τον τελευταίο καιρό αλλά και σήμερα που έδειξαν ανθρώπους να συνωστίζονται προσπαθώντας να πάρουν μια σακούλα φρούτα ή λαχανικά για να έχουν να φάνε. Αν αυτό δεν δείχνει ότι κάτι έχει αλλάξει τότε τι; Πότε άλλοτε στη ζωή των τριαντάρηδων, όπως εγώ, έχουμε ξαναζήσει κάτι τέτοιο;

    Πρωτομαγιά αύριο.

    Κάποιοι σιχτιρίζουν το γεγονός ότι πέφτει Πέμπτη και όχι Παρασκευή χάνοντας έτσι την ευκαιρία να κάτσουν το τριήμερο.
    Άλλοι ετοιμάζουν τετραήμερα ταξιδάκια στις εξωτικές Ευρώπες, παίρνοντας μια μέρα άδεια απ τη σημαία. Είναι μια καλή ευκαιρία να ξεσκάσουν οι άνθρωποι από την καθημερινότητα, λες και δεν θα υπάρξουν άλλες ευκαιρίες στο άμεσο μέλλον να το κάνουν.
    Άλλοι ονειρεύονται ψητά στη σούβλα και μαγιόξυλα. Να τη γλεντήσουμε βρε παιδί μου την αργία, με τον ελληνικό τρόπο, όπως της αρμόζει. Μάλλον επειδή συνήθως συμπίπτει ή είναι κοντά στις διακοπές του Πάσχα, τα χουν μπερδέψει.

    Ε, λοιπόν όχι.

    Όλοι αυτοί δεν μπορούν να έχουν ως δικαιολογία το ότι έτσι έχουν μάθει άρα δύσκολα αλλάζουν για να μην αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί. Είναι εύκολο να ονειρεύονται κρεμάλες έξω απ τη βο(υ)λή και να βρίζουν και να μουτζώνουν πολιτικούς και η αγανάκτησή τους ν’ αναλώνεται εκεί. Να θεωρούν ότι ψηφίζοντας στα τέλη του μήνα θα έχουν κάνει το χρέος τους ως ενεργοί πολίτες (sic!).

    Ε, λοιπόν όχι ξανά!

    Ο κάθε εργαζόμενος σε ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, ο κάθε ωφελούμενος, απλήρωτος, ανασφάλιστος, άνεργος, μικρομεσαίος που καταστρέφεται μέρα με τη μέρα, ο κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του και δε θεωρεί την πρωτομαγιά ως μία απλή αργία όπου θα βρει την ευκαιρία να φάει και να πιει διασκεδάζοντας αποστρέφοντας το βλέμμα του από την πραγματικότητα γύρω του αλλά ως αυτό που πραγματικά είναι, μια παγκόσμια απεργία, μια ευκαιρία να υψώσει τη γροθιά του απέναντι σε όσους καταστρέφουν τη ζωή μας, οφείλει αύριο να είναι στο δρόμο.
    Να παλέψει για τη ζωή του και τη ζωή όλων μας.

    Δεν υπάρχουν πια δικαιολογίες…

    Νάνσυ Σ.

    • Ciao, Nancy!!!…Καλό μήνα!… Πολύ ωραίο το κείμενό σου, ευχαριστώ πολύ!!!!!!!

      Ηλίας Σιμόπουλος, «Πρωτομαγιά 1944» (απόσπασμα)
      [………………………..]
      III.
      “Διακόσια παλικάρια τραγουδήσαν σαν σήμερα τον ερχομό του Μάη.
      Το τραγούδι τους/ πυρπόλησε τους ορίζοντες της Καισαριανής.
      Τ’ ακούσαν οι γερόντισσες και στήσαν όλες το χορό
      κι ανάστησαν το Ζάλογγο κι αγκάλιασαν τον κόσμον όλο.
      Τ’ ακούσανε και οι δήμιοι και πισωπάτησαν
      τρομαγμένοι με μια πελώρια σιωπή στο στόμα.
      IV.
      Διακόσια παλικάρια τραγούδησαν σήμερα τον ερχομό του Μάη!
      Σταθείτε ολόρθοι, σύντροφοι./ Συντρόφισσες στο πόδι.
      Στις πολιτείες, στα χωριά, στους κάμπους, στ’ ακροβούνια,
      συντρόφοι και συντρόφισσες, σταθείτε ορθοί. Και στρέψετε
      το βλέμμα σας προς την Καισαριανή ”
      τη λεβεντιά για ν’ ανταμώσει.
      Διακόσια παλικάρια τραγουδήσαν σήμερα….
      Στο πλατύ μέτωπο και στα μαλλιά
      και στα μεγάλα εκφραστικά τους μάτια
      διαβάσαμε το μήνυμα:/ Η άνοιξη πως φτάνει!
      Χαρά σε σας, τιμή στα παλικάρια μας, χαρά στον κόσμον όλο.
      Δέστε σφιχτά- σφιχτά τα χέρια σας
      και πλέχτε μιαν απέραντη αλυσίδα,
      να πιάνει απ’ την Κρήτη, το Μωριά
      κι από τη Ρούμελη κι από τη Θεσσαλία
      ίσαμε κει ψηλά στην Ήπειρος,/ ίσαμε κει μακριά στη Θράκη
      ν’ αρχίσουν τον Καλαματιανό/ και να χορέψουνε τον τσάμικο,
      που να τραντάξει όλη η γη και να καεί το πελεκούδι.
      Μα προσοχή συντρόφοι, ουτ’ ένα δάκρυ.
      Όπως εκείνοι μας αποχαιρέτησαν περήφανοι
      όμοια κι εμείς περήφανοι να τους ξεπροβοδίσουμε ταιριάζει.
      Μα προσοχή, συντρόφοι, ουτ’ ένας στεναγμός,
      να μη λερώσουμε τη μνήμη των ηρώων.
      Όπως εκείνοι δε φοβήθηκαν το θάνατο,
      πρέπει κι εμείς να μην τον φοβηθούμε.
      Διακόσια παλικάρια τραγούδησαν σήμερα.
      Διακόσια παλικάρια τραγουδήσαν, διακόσια παλικάρια…»

      • myownpersonalwinter on said:

        Αυτό το υπέροχο τραγούδι τα λέει όλα Γιάννη. Πως να σωπάσω!!!!
        Καλημέρα!

  4. Καλημέρα και καλό μήνα.

    • Γεια σου, Πέτρο!…. Καλό μήνα και καλούς αγώνες, ας ελπίσουμε ότι φετινός Μάης θα είναι ο μήνας της μεγάλης ανατροπής!

  5. Προσγειώθηκα εδώ ψάχνοντας ένα συγκεκριμένο ποίημα και βρήκα ένα πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο!
    Τα ποιήματα της σημερινής ανάρτησης με εκφράζουν απόλυτα και με συγκινούν ιδιαίτερα.
    Καλό μήνα!

  6. Ciao Nancy!!!… Ευχαριστώ πολύ για το αγαπημένο, υπέροχο τραγούδι του Ξυλούρη!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: