Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (46ο): «Κραυγή»…

Έντβαρτ Μουνκ, «Η κραυγή»

Έντβαρτ Μουνκ, «Η κραυγή»

 

-«… Στερνή κραυγή-
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ΄ τη φλόγα που σε καίει,
ν’ αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!»

(Μαγιακόφσκι)

 

-«Τούτο το κέρινο πρόσωπο/ τούτη η παγωμένη σιγαλιά/ τούτη η ομορφιά η μαρμαρωμένη./ Δεν είναι το παιδί μας. Όχι!/ Δόστε πίσω το παιδί μας. Ποιος φωνάζει;/ Ερημιά!/ Ο πατέρας σου/ μια ΚΡΑΥΓΗ πετρωμένη στο λαρύγγι της πλάσης. Πέτρινα τα μάτια του/ πέτρινα/ δυο τρύπες μες στην πέτρα/ δυο φουρνέλα/ στα θεμέλια του κόσμου- μην κλάψει- θ’ ανάψουν»!

(Γιάννης Ρίτσος)

 

-«Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια ΚΡΑΥΓΗ
-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως….”»
(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

Κλείτος Κύρου, «Κραυγή δέκατη Πέμπτη»

 

«Μιλάω με σπασμένη φωνή/ δεν εκλιπαρώ τον οίκτο σας

Μέσα μου μιλούν χιλιάδες

Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο

Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της

Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού, σειώντας σπαθιά

Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας

Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα

Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε η βροντή της

Η γενιά μου καταδιώχτηκε σα ληστής

Σύρθηκε στο συρματόπλεγμα

Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο

Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν στα νοσοκομεία

Κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά αποσπάσματα

Τα χέρια τους ήταν μαγνήτες

Τρώγαν πικρό ψωμί, καπνίζαν εφημερίδες

Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώσαν

Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ

Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια

Τώρα τα καταλάβαμε όλα

Καταλάβαμε τη δύναμή μας/ και για τούτο μιλώ

Με σπασμένη φωνή που κλαίει

Κάθε φορά στη θύμησή τους»

(Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, εκδ. ΑΓΡΑ)

 

-Ανρί Μισώ, «Κραυγή»

 

«Η παρωνυχίδα με σούβλιζε με πόνο φοβερό. Μα κείνο που μ’ έκανε να υποφέρω

πιο πολύ, ήταν που δεν μπορούσα να φωνάξω. Γιατί ήμουν στο ξενοδοχείο. Είχε

νυχτώσει για καλά κι η κάμαρά μου βρισκόταν ανάμεσα σε δυο άλλες όπου

οι άνθρωποι κοιμούνταν.

 

Τότε βάλθηκα να βγάζω από το κρανίο μου μεγάλα ταμπούρλα, σάλπιγγες,

κόρνα, κορνέτες κι ένα μηχάνημα που βούιζε περισσότερο κι από ‘να όργανο.

Έτσι, χάρη στην υπέρμετρη δύναμη που έδινε ο πυρετός, έφτιαξα μια ορχή-

στρα που σε ξεκούφαινε. Όλα γύρω τρέμανε από τους κραδασμούς.

 

Τότε, σίγουρος πως μέσα σ’ αυτόν τον πάταγο η φωνή μου δε θ’ ακουγόταν,

άρχισα να ουρλιάζω, να ουρλιάζω ώρες ολάκερες, ώσπου στο τέλος σιγά σιγά ανακουφίστηκα.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

 

-Robert Lowell, «Η κραυγή»

 

«Μια κραυγή, η ηχώ μιας κραυγής,

τώρα μόνο μια ηχώ που σβήνει…

Παιδί σαν ήμουνα στη Νέα Σκωτία

κοίταγα τον ουρανό,

Ελβετικό ουρανό, τόσο μπλε, τόσο σκούρο.

 

Μια αγελάδα με χορτάρια να της κρέμονται

και σάλια πλατάγιζε τη γλώσσα φλαπ φλαπ

κι  όλο τριβόταν στην πασχαλιά

για να διώξει τις μύγες-

αχ, φαπ.

 

Στου σιδερά το μαγαζί

τα πέταλα άνοιγαν πανιά μέσα στο μαύρο

σαν ματωμένα  μικρά φεγγάρια

πυρωμένα, σφυρίζοντας, σκληρίζοντας

όπως βυθίζονταν στη χύτρα.

 

Πίσω και μακριά και πίσω εκεί!

Η μητέρα πηγαινοερχόταν

με μένα, χωρίς εμένα!

Τα φορέματα της μαμάς ήταν μαύρα

ή άσπρα ή ασπρόμαυρα.

 

Μια μέρα τ’ άλλαξε σε μοβ

κι άφησε το πένθος.  Στην πρόβα

η μοδίστρα με τα τέσσερα

να τρώει καρφίτσες σαν τη Νεμπουσατζενάρ

στα γόνατα όταν τρώει το χορτάρι.

 

Με ταμπούρλα έρχονταν καμιά φορά

πουλώντας χρυσόδετα κόκκινα

και πράσινα βιβλία, άχαρα βιβλία!

Οι άνθρωποι στις εικόνες

φόραγαν ρούχα σαν το μοβ το φόρεμα.

 

Αργότερα έβγαλε την κραυγή

ούτε καν δυνατή στην αρχή…

Όταν έφυγε σκέφτηκα;

“Μα δεν μπορείς όλους να τους αγαπάς

η καρδιά σου δε σ’ αφήνει!”

 

Μια κραυγή! Αλλά φύγαν όλοι

θείες και θείες, ένας παππούς

μια γιαγιά, η μάνα μου

-ακόμα κι η κραυγή της- υπερβολικά εύθραυστοι

για ν’ ακούμε τις φωνές τους για πολύ.»

(Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

7 thoughts on “Πες το με ποίηση (46ο): «Κραυγή»…

  1. Η Κραυγή

    Ταξίδι προς τον πυρήνα
    η κραυγή των σπηλαίων.
    Κλίμακα χωρίς τελειωμό.
    Κατακρήμνιση και σύγκρουση
    στο δίσακο του εμφυλίου.
    Ο τρόμος εισβολέας στα δικά μου έγκατα
    καταπλακώνει τη δική μου κραυγή.
    Θάβει το αλφάβητο, το χαρτί και το μελάνι.
    Μουτζουρώνει τις ίσιες γραμμές και τις νότες.
    Θολώνει το τρεχούμενο νερό.
    Στέλνει μελίσσι στο κεφάλι μου.
    Βοηθήστε να ημερέψει το αγρίμι.
    Βοηθήστε με.
    Πρέπει η κραυγή μου να βγει.
    Δεν τη θέλω πυρκαγιά στα σωθικά μου.
    Δεν τη θέλω στρογγυλοκαθισμένη.
    Πρέπει να της δώσω οξυγόνο να αναπνεύσει.
    Να την στείλω σε αυτιά να ακουστεί.
    Φως να διαβαστεί έστω και διασπώμενο.
    Συντροφιά για να συμπορευτεί σε αέρα και κύματα.
    Βοηθήστε με,
    αρπάζοντάς μου όλα τα διλήμματα.
    Φέρνοντας μπροστά μου τον εσταυρωμένο.
    Δείχνοντάς μου τον παλουκωμένο.
    Βοηθήστε με.
    Να γευτώ το απόσταγμα της κραυγής σας.
    Να ξεχωρίσω τα σκύβαλα από το σιτάρι.
    Το χάραμα από την ημέρα.
    Το δειλινό από τn νύχτα.
    Το χορτασμό από τον κορεσμό.
    Την πείνα από τη λιμοκτονία.
    Βοηθήστε με.
    Να ξεχωρίσω την απεργία από την επανάσταση.
    Τη γειτονιά από το εμπορικό κέντρο.
    Τα χρώματα άσπρο και γαλάζιο
    μέσα στο ατελείωτο χρωματολόγιο.
    Βοηθήστε με.
    Να σταματήσω το πάγωμά μου, που φέρνει αδιαφορία.
    Το σάστισμά μου που καθηλώνει την κίνηση.
    Τη βουβαμάρα μου που σκοτώνει το τραγούδι.
    Δώστε μου χώρο να ζήσω μαζί σας.
    Πριν το πιοτό του τάφου απλώσει το μαγνήτη του.
    Πριν αυξηθούν τα αδελφοκτόνα μνημεία,
    έχοντας για στέφανα κατάθεσης τα ματωμένα ακανθωτά.
    Πριν παγώσει η εικόνα
    με τη σταγόνα του αποστάγματος στον αέρα.
    Γιώργος Αντ. Κωτούλας.

    Η κραυγή των αετών

    Ακόμα και αν σωπάσει ο λαός,
    μόλις ακούσει
    την κραυγή των αετών
    θα σηκωθεί όρθιος
    για ν’ αντισταθεί
    ενάντια στους εχθρούς
    του απέραντου γαλάζιου
    γιατί κανείς
    δεν μπορεί να του κλέψει
    τη θάλασσα και τον ουρανό
    γιατί είναι το αίμα του!
    ΝΙΚΟΣ ΛΥΓΕΡΟΣ

    “I am” I cried. “I am”, said I
    And I am lost
    and I can’t even say why

    Να κραυγάζεις

    Εδώ η δράση απλουστεύεται
    Αναποδογύρισα το ανερμήνευτο τοπίο της ψευτιάς
    Αναποδογύρισα τις αφώτιστες χειρονομίες και τις ανήμπορες μέρες
    Πέταξα πέρα απ’ την γη όλα τα λόγια που διαβάζονται κι ακούγονται
    Άρχισα να κραυγάζω
    Καθένας μίλησε πολύ χαμηλόφωνα μίλησε και έγραψε
    Πολύ χαμηλόφωνα

    Εξάντλησα τα όρια της κραυγής

    Η δράση απλοποιείται

    Γιατί αφαιρώ απ’ τον θάνατο αυτή την άποψη για τη ζωή
    Που της έδινε τη θέση του μπροστά μου

    Με μία κραυγή

    Τόσα πράγματα χάθηκαν
    Που ποτέ ξανά δε θα χαθεί τίποτα
    Απ’ όσα αξίζουν να ζήσουν
    Είμαι πολύ σίγουρος τώρα ότι το καλοκαίρι
    Τραγουδάει κάτω από τις κρύες πόρτες
    Κάτω από τις αντικριστές πανοπλίες
    Οι εποχές φλέγονται στην καρδιά μου
    Οι εποχές οι άνθρωποι τα άστρα
    Όλα τρεμάμενα καθώς τόσο μοιάζουν

    Και η γυμνή κραυγή μου ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι
    Της τεράστιας σκάλας της ευτυχίας.
    Και αυτή η γυμνή φλόγα που με βαραίνει
    Μου χαρίζει την απαλή και στιβαρή μου δύναμη
    Και να που έτσι ωριμάζει ένας καρπός
    Που φλέγεται από το κρύο που παγώνει από τον ιδρώτα
    Να η ευρύχωρη πλατεία
    Που κοιμούνται μόνο οι ονειροπόλοι
    Ο καιρός είναι καλός ας κραυγάσουμε πιο δυνατά
    Για να κοιμούνται καλύτερα οι ονειροπόλοι
    Τυλιγμένοι από λόγια
    Που μες στα μάτια μου καλοσυνεύουν τον καιρό
    Είμαι πολύ σίγουρος ότι σε κάθε στιγμή
    Πρόγονε κι απόγονε των ερώτων μου
    Της ελπίδας μου
    Η ευτυχία αναβλύζει από την κραυγή μου
    Για την αναζήτηση την πιο υψηλή
    Μια κραυγή που η ηχώ της θα είναι η δική μου.
    (1940 – ΤΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Ι)
    Paul Éluard, μτφρ.: Ανέστης Μελιδώνης

    Crying in the rain

    Ο νυχτερινός κήπος του φρενοκομείου

    Η κραυγή της κουκουβάγιας γδέρνει τη σιγαλιά.
    Φράχτες οι κουρτίνες και πίσω τους
    οι βραγιές βολεύουν σε στρωτές σειρές.
    Σε λίγο θ’ αναστατωθούν.

    Ο κήπος δεν ξέρει τίποτα για την αρρώστια.
    Ξέρει μονάχα για τη νωθρή ανταύγεια
    των άστρων, το στάλαγμα του φεγγαριού˙ ξέρει
    γιατί, πελούζες και βραγιές, έχουν ισοπεδωθεί.

    Και τότε η πληρότητα συντρίβεται.
    Μια κραυγή ανθρώπινη διαπερνάει τ’ όνειρο.
    Εν’ άγριο χέρι συνθλίβει έν’ ανοιχτό τριαντάφυλλο.
    Είμαστε μαγεμένοι, γητεμένοι.
    (Ελίζαμπεθ Τζέννινγκς, μτφ.: Σπύρος Τσακνιάς)

    «Εναγώνια κραυγή»

    Στεντόρεια φωνή
    στο μισοσκόταδο
    εχθρός
    της καθημερινής μου μιζέριας.
    Ταράζομαι,
    φοβάμαι,
    ξαγρυπνώ.
    Κι όμως
    κάτι θυμίζει ο ήχος της.
    Κραυγή αγωνίας είναι.
    Σε μένα,
    σε σένα,
    σ’ όλους μας.
    Κραυγή αγωνίας
    από τα Τάρταρα
    των πεθαμένων μας ποιητών.
    (γιώργος θ. τζιας)

    Σιωπηλή κραυγή

    Η κραυγή του Μουνκ

    Η κραυγή του Μουνκ

    ενώνεται με την δική μου κραυγή

    εκεί που οι στίχοι δεν αγρυπνούν

    ανακυκλώνουν το παρελθόν

    σημαδεύοντας τη ζωή

    μ’ αστραπές

    με σταγμένες στάλες ονείρου

    σε περιπολίες σιωπής

    στο κρυφτό

    με τα πάθη και τα λάθη

    που διέγραψαν πορείες

    πάνω στο φυλακισμένο σώμα

    με κάγκελα τα δάχτυλα

    που αγκυλώθηκαν γράφοντας τον ύμνο

    μιας σιωπηλής ραψωδίας στο χρόνο…
    ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

    Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

    Η σιωπή
    έχει τόσα να πει
    κρύβει τόση αμετροέπεια
    μέσα στην ψυχή.
    Η σιωπή λαλεί
    δε γελά
    δε μιλά
    μα κράζει
    ρεκάζει
    κραυγάζει.
    Αυτή την κραυγή της σιωπής ακούω
    κάθε μέρα στο δρόμο
    δίπλα μου
    μέσα στο μαλακό
    πυρήνα
    των πέτρινων καρδιών
    που με προσπερνούν
    με φαιδροφάνεια.
    ΩΣΗΕ
    (Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό »Ψιχάδι»)

    Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Αποκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε, ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε.
    ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

    Πρωινό Τραγούδι – Σ.Πλαθ

    Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι .
    Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
    Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχειά.
    (Απόσπασμα)

    Janis Joplin – Cry Baby

    Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
    κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
    Και πρόσεξε: μην ξεχαστείς ούτε στιγμή.
    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, απόσπασμα

    …όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
    κύκλο τα πόδια θερισμένα
    κύκλο τα χέρια πεθαμένα
    κύκλο τα μάτια σκοτεινά•
    όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
    το θάνατο που γύρευες δικό σου,
    ακούγοντας μια κραυγή
    ακόμη και του λύκου την κραυγή,
    το δίκιο σου•
    άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
    ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό
    και βούλιαξε,
    βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.
    ΣΕΦΕΡΗΣ, απόσπασμα

    • Καλημέρα Αγγελική, καλή Κυρακή!!!!
      Θεώρησα το θέμα αρκετά δύσκολο, αλλά εσύ μας χάρισες τόοοοσες πολλές «κραυγές»!…. Bravissima!!!!… Είσαι απίστευτη!… Tanti baci!!!!

      -«Η κάθε μέρα είναι κραυγή
      παγιδευμένη ελευθερία
      οσμή αφόρητη τροπαιοφόρων τίποτα
      που διαλαλούν ζωή απύρετη
      με ιμιτασιόν ευαισθησία…»
      (Τάκης Τσαντήλας)

      -Τάκης ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η τελευταία κραυγή»
      (απόσπασμα)
      “Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας
      σε τούτο το ύψωμα σε φωτεινούς αγρούς…
      Τι να ‘ναι αναρωτήθηκα τούτο το κάλεσμα
      που έτσι γλυκά σα μέθη ολάκερο με πλημμυρίζει…
      Κι όπως λαχτάραγα να σηκωθώ στον ώμο μ’ άγγιξε
      το χέρι ανάλαφρο δίνοντας με ταραχή βαθιά.
      Σχήμα δεν έβλεπα μα το άγγιγμα…
      της παρουσίας αυτής που μ’ αιχμαλώτιζε
      μέσα μου εξύπναγε τ’ ανθρώπινο κι η δίψα
      πρωτόγονη ακυβέρνητη…
      κι εχτύπαγε με δύναμη τις σφραγισμένες θύρες.
      Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες
      εντός μου εκραύγαζαν ανάστατες…
      Και τότε ορθώθηκα
      κι άνοιξα διάπλατα τα κοιμισμένα μάτια κι είδα
      το καύχημα του σώματος σε νικητήριαν άνθηση…
      Πρώτη ήρθε η Σκίλα ελάφι ανήσυχο…
      Καταμεσής στα μάτια ορθή σάρκα μονάχα σάρκα
      με τους ηδονικούς αρμούς ολόγυμνους…
      κι οι λόγοι που δεν λέγονταν την έκαιγαν σαν δάδα.
      Ύστερα η Άλμα με το μαύρο βλέμμα
      χαμόγελο αινιγματικό λιγνή κυπάρισσος…
      Το σώμα διαφανές μονάχα σώμα η Άλμα
      και διαχυθήκαμε κι ιδρώσαμε φριχτά…
      Και τελευταία η Λάουρα. Εσμίξαμε γυμνοί
      στον αλμυρό γιαλό η θάλασσα έκαιγε το δέρμα.
      Για να κερδίσουμε τα έξαλλα σώματα
      δοθήκαμε στον άδειο πυρετό.
      Κι η Λάουρα χάθηκε όλα χαθήκαν κι ιδού γυμνός
      σε τούτο το ύψωμα στον πυρωμένο αγρό.
      Κι είπα καιρός να φύγω η μνήμη γίνηκε
      μες στο ακυβέρνητο κορμί φωτιά αδυσώπητη…”
      (Σύγχρονη ερωτική ποίηση, 42 Έλληνες ποιητές, Καστανιώτης)

  2. Καλησπέρα Γιάννη.
    Πέρα από την κραυγή του Munch που χρησιμοποίησες για εξώφυλλο της συγκεκριμένης ανάρτησης, εξίσου εντυπωσιακός πίνακας είναι και του Vladimir Velickovic, the Head (http://www.artnet.com/artwork/426229406/425934506/vladimir-velickovic-head.html).
    Να προσθέσω και μια μουσική πινελιά https://www.youtube.com/watch?v=49XBmLTwWsQ

  3. Η έκπληξη ήταν ο Μαχαιρίτσας. Ωραίος. Και οι DEEP PURPLE επίσης.

    Στην αρχή είπα να βάλω αποσπάσματα από τη Μάτση, όσα ακριβώς μιλάνε για την κραυγή. Μετά αποφάσισα να παραθέσω ολόκληρο το ποίημα, τουλάχιστον όσο είχα στη διάθεσή μου. Και να ‘μαι πάλι.

    Η κραυγή σαν παγώνι

    Είναι κάτι σπίτια τριανταφυλλιά ή ώχρα. Στο διάστημα μεσημεριανού ύπνου κάτω από πέταγμα μέλισσας. Κι η κραυγή του παγωνιού μες στους εγκαταλειμμένους κήπους κοντά στην ταραχή μας. Αυτή η επίκληση που γδέρνει.

    λαχανιασμένοι
    ήχοι φτερών
    λαθραίοι
    τα τζιτζίκια οι ακρίδες
    τ’ αλογάκια της Παναγιάς
    σε κάθε βήμα
    σαλεύουν μες στα χόρτα
    λίγα ξερά τριξίματα
    πιο πέρα από μένα

    Η κραυγή του παγωνιού. Παρά την αλαζονεία της φτερωσιάς του πλουμισμένη με μάτια. Ηχώ μαρμάρινης κουπαστής κι από γέρικες φοινικιές κοντά στα κιόσκια. Η βραχνή σπαρακτική φωνή. Σπαράζει. Νιώστε τ’ αδιάφορα σπλάχνα που ακόμα αφήνουν ίχνη νεογέννητων. Πόσοι πόσοι

    ο ήλιος χοντρόχειλο δαχτυλίδι της φωτιάς
    και από όλα τα χρώματά της
    και από όλα τ’ αρώματά της
    που ταράζουν τις μαγνιόλιες
    άσπρες τόσο
    σαρκωμένες σαν τα σκουλήκια κάτω από την πέτρα
    η φωτιά ζεστή κι ακτινωτή
    που δεν περιορίζεται στο έλεος αυτή
    ασκεί το φως
    καλπάζει μες τα όλα
    ζέμπρα αφρισμένη
    πηδάει φλόγα απ’ το βράχο
    κοπανάει τεράστιες σκηνές
    ξεσκίζει τη νύχτα
    για να την κάνει μέρα
    ναι ζούμε μιαν εικόνα
    κι η εικόνα είναι πυρπολημένη

    λαοί και σημεία και αριθμοί για να γράψουμε ΕΔΩ μια φορά παρόντες. Η κραυγή του παγωνιού είναι πεταλούδα με ωραία βαριά φτερά που το χρώμα τους είναι πάντα διαπεραστικό. Η πεταλούδα με πληγώνει με γαλάζιες αποχρώσεις διάστικτες από άγχος. Κραύγαζε παγώνι όταν τα παράδοξα όπως οι πόλεμοι όπως οι κυκλώνες

    μόλις το τριαντάφυλλο βρήκε θέση
    κοντά στους ψιθύρους μας
    ονομάστηκε κόκκινο-βελουδί – μαύρο
    (και με πολύ χαμηλή φωνή πυρετωδώς)
    ω η ευπαθής σκιά των πετάλων
    ο μίσχος τόσο μελαχρινός από λεπτότητες
    τα’ αγκάθια με σουβλερές ανταύγειες
    καμιά πεποίθηση αβυσσαλέα
    ούτε η αμφιβολία
    θα το ’λέγαν μ’ άλλο όνομα
    το κόκκινο-βελούδο-μαύρο
    κοντά στη χλωμή ανάσα του τζαμιού

    θ’ ανασταίνανε τους νεκρούς αν δεν ήμασταν πια αρκετά ζωντανοί για θανάτωση. Κραύγαζε για μας εσύ που πεθαίνεις δίχως λόγια. Είναι στα νοσοκομεία άρρωστοι που αδειάζουνε περισσότερο από ’να μεγάλο ασκό κραυγές και τους φέρνουνε κι άλλους ακόμα – τρεις τέσσερις έξι ασκούς οξυγόνο για τις κατάρες. Μα τίποτε δεν φτάνει πια. Οι ταραχές μας σέρνονται πιο εδώ απ’ το ξημέρωμα

    μεσημέρι
    στη σκιά μιας καλαμένιας ψάθας
    το κοριτσάκι μου καθισμένο
    εξετάζει τις πανάδες
    πάνω στα γόνατά της
    και το πέταγμα της πεταλούδας
    τι ξανθό που είναι
    το πέταγμα του κάνθαρου είναι μελανί
    βρίσκει παντού
    ακόμα και μες το λαιμό των παιδιών
    όταν ένα σκίρτημα λύπης κατακλυσμαίας
    αφανίζει τη νύχτα
    το πρωί τα σεντόνια τα υγρά μαλλιά
    έχουν αυτή τη μυρωδιά του ελαιώνα

    αγκαλιασμένο με νύχτες. Μέρες ακροβάτισσες πετάνε στους δρόμους από μπαλκόνι σε παράθυρο. Τα βράδια ξέπλεκα περιμένουν με φιλιά που στεγνώνουνε μες στα χνούδια όλο ρίγη. Η κραυγή του παγωνιού χάμουρο όλων των ταλαντεύσεων. Να εισδύει κανείς σ’ ένα δωμάτιο πιο σκοτεινό κι απ’ τα σωθικά όπου δυο γυναίκες τυφλές πλένουν και μπαλώνουν τ’ ασπρόρουχά τους άσπιλες από όραση. Αν ποτέ υπήρξε ένας νούντσιος ανησυχίας με καλέσματα πράσινα ή μαβιά είναι η κραυγή σου παγώνι.

    το φεγγάρι ήρθε να μου χαϊδέψει
    τα λόγια σου μες τη ρεματιά
    χαμογελάς το κύμα των άσπρων χαλικιών
    για να θαμπώσεις τα σκόρπια βλέμματα μου
    τα βλέμματά μου τα νοτισμένα
    που γλεντούνε μες στη ζωηράδα του ανέμου
    και η βροχή
    τσιτώνει το καλοκαιρινό μου δέρμα
    καταπίνω τα χαμόγελά σου
    μετρώντας μία-μία
    τις βαριές σταγόνες γιορτής
    που πέφτουνε
    στη γλιστερή γη τη χλιαρή

    Είν’ ακόμα η κραυγή σου άρπα αιολική που δονείται με τις φρίκες της μάχης και του καυτερού και ηλιοκαμένου αρσενικού η κραυγή σου είναι το άσμα κογκολέζας μάγισσας είναι το πολύ μικρό μωρό και τα τέλεια χέρια του. κραύγαζε παγώνι ακούω τον έρωτα μέσα μου όπως παιδί ξεχνιόμουνα με τον ήχο του μεγάλου κοκκινωπού κοχυλιού. Εκείνος ο δρόμος που φέρνει στην ακτή και στις αποδημίες μου εκείνα τα οικόπεδα έπειτα όλοι

    απόψε εδώ στο Παρίσι είναι τόσο πολύ
    καλοκαίρι έντεκα η ώρα το βράδυ
    τόσο
    που η Αθήνα βουίζει και χτυπάει στα μηνίγγια μου
    με φλιτζάνια και κουτάλια και ποτήρια
    ωχ αυτό το κουδούνισμα της ζέστης μες στα καφενεία
    τ’ ακράτητο γέλιο του μπάτη
    τινάζει τους ηλεκτρικούς γλόμπους
    τις βελόνες των πεύκων τινάζει
    αυτός ο τζιτζικο-ζηλεμένος
    που τραγουδάει με κύματα καυτερά
    χτυπάει την Αθήνα πάνω στα μηνίγγια μου

    εκεί πέρα ν’ αρθρώνουν ΜΕΡΑΚΙ θα με οδηγήσεις αυτού ένα πρωινό ίσως και να φιλήσω τη ρυτιδωμένη και σκονισμένη άσφαλτο στο πλησίασμα της πόλης. θερμοκρασία μιας κραυγής. Όμως μονάχα για τα εγώ εγώ εγώ των υποεξαιρετικών φόβων μονάχα γι’ αυτούς παγώνι έχεις ένα απ’ τα κύμβαλά σου που χτυπάς πάνω στη λέξη αιωνιότητα. Υψώστε λοιπόν αμολήστε αυτά τα σάβανα που εκτελούμε μαθηματικά αντικείμενα ανθήρες του θανάτου κάλυκες της

    φθορά
    τα κοτσάνια
    όταν πέφτουν μαλακά
    από ένα δένδρο ή μια γραφή
    για ν’ αγγίξουνε τον κισσό που σέρνεται
    το κισσό τόσο πράσινο σα να μαυρίζει
    σκισμένο
    το λαμπερό φύλλο
    φαγωμένο από τις κάμπιες και τους γυμνοσάλιαγκες
    μες στη σκιά του δάσους
    και ξαπλώναμε ανάσκελα
    στα ξέφτια της ημέρας
    και τη μυρωδιά της υγρασίας
    πάνω στον κισσό και τα κλαδάκια
    και στα μικρά σκληρά κοτσάνια
    απαράλλαχτα
    με εκείνα του Α ή του Χ εδώ

    ανυπαρξίας σαν την προαιώνια μνήμη την ηλεκτρονική και τα πλακίδια του βασιλέα Ασσουθμπανιπάλ. Θ’ αποκτήσω τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια θα τα ονομάσω όλα Σερεϊβάζ. Για να ξέρουν να ερεθίζουν το θάνατο και άλλα παρόμοια με βλεφαρισμούς πολύ πολύ ζωηρούς. Πιο δυνατά Παγώνι πιο ΔΥΝΑΤΑ μόνο το τίποτε είναι αμετάβλητο αφού υπάρχει και κραυγή που σκοτώνει.

    «Άκου αν βρέχει»
    χύνεται μες στο Σηκουάνα
    με τις σταγόνες σου λεγεώνες
    πολλαπλές ως τη φρίκη
    όπου ένας αριθμός από
    εκατόν είκοσι τρία πεντάκις εκατομμύρια
    123.000.000.000.000.000.000 σταγόνες
    είναι το καταποντισμένο και παράλογο άχυρο
    παιχνίδι των ίδιων σταγόνων της σκέψης
    μα ποτέ αρκετά φανερές
    για να τις ρουφήξουμε μία μία
    για να καθρεφτίσουνε μες στη διαύγεια τους
    το σάλο του κόσμου
    πρώτα από κείνες τις ξαφνικές ακινησίες
    πώς μα πώς
    να μη συναντηθούμε
    ισχνή γραμμή
    πάνω σ’ ένα χάρτη με τα περίχωρα
    ξαναδιαβάζω το όνομά σου
    «Άκου αν βρέχει»

    Πόσοι χώροι και χρόνια
    με αντικείμενα
    με ορέξεις
    και με δάση με άγριες βιολέτες
    εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια
    που χρωματίζουν τα πράματα και τα ονόματά τους
    και τους σπαραγμούς τους μια αχτίδα
    είναι η ριπή της ορμής σου με τον ρυθμό και τον
    σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται
    κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά πάνω σε γκάμες έξω
    από κάθε γραφή είμαι πάντα μαζί σου.

    ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ, (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝ ΚΡΟΣΣΙΑ)

    Καλημέρα! Πάμε για περπάτημα στη λιακάδα, δίπλα στη θάλασσα.

    • Ciao!!!… Να ‘μαι κι εγώ πάλι μετά από έναν ωραίο περίπατο στην παραλία του ηλιόλουστου Βόλου, και βέβαια το απαραίτητο καφεδάκι με καλή παρέα!….
      Καλώς έπραξες και παράθεσες ολόκληρο το ποίημα της Χατζηλαζάρου… Η Μάτση, τι γυναίκα, τι ποιήτρια!!!!!

      -“Il grido del silenzio” (Η κραυγή της σιωπής)…

      -“Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο/ βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά/ πήρε μαζί του για εικονίσματα, φωτογραφίες δημίων/ όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά/ μιλάει μόνο με σήματα/ μες στη οχλαγωγία της ερημιάς/ στις φαντασμογορίες του τίποτε…
      Μας ψέκασαν με αναισθητικό/ έτσι που αποξενωθήκαμε από τον πόνο/ και η ποίηση έγινε ΚΡΑΥΓΗ έξω από τον πόνο. ”
      (Βύρων Λεοντάρης)

      -Γιάροσλαβ Σέιφερτ, «Η κραυγή των φαντασμάτων»

      «Μάταια κυνηγάμε ιπτάμενους ιστούς αράχνης,
      άλλα συρματοπλέγματα.
      Τη φτέρνα μάταια την πατάμε στην πάτρια γη
      μην μας αρπάξει
      το σκοτάδι, απ’ την πιο μαύρη νύχτα
      το πιο μαύρο
      δίχως κορόνα αστεριών.

      Μέρα τη μέρα συναντάμε τον άγνωστο,
      μας ρωτάει
      δίχως ν’ ανοίξει το στόμα:
      Πότε; Πώς; Τι μέλλει;

      Μια στιγμή μονάχα αγάπησε και χόρεψε
      και ρούφηξε την ευωδιά του αέρα
      -για χάρη μου-
      με τη θηλιά στο λαιμό περασμένη!»
      (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, ελληνικά γράμματα)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: