Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (44ο): «Σταθμός»…

 

-Μαρία Πολυδούρη, «Ένα βράδυ στο σταθμό» 

 

«Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός,
που μόλις νάχη φύγει το τραίνο.
Ούτε στιγμή, μόλις που εδώ
στις ράγιες του βαριά σταματημένο
και πηγαινόρχονταν γοργά,
ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες.
Κι όσοι που μείνανε κι αυτοί
δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.
Η άδεια θέση κ’ η σιωπή
μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο.
Κι αυτοί που μείνανε σκορπούν
κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο
όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Κάθε φορά τους φεύγει κι από κάτι
και κείνοι μένουν στο Σταθμό
λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί
δήθεν κ’ η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.

-Καταραμένε χωρισμέ,

όμως και σένα απόψε θα αγαπήσω.

Γιατί το “χαίρε” ήταν γλυκό

καθώς το χέρι σειόταν στον αέρα,

απ’ το μαντίλι πιο λευκό

κι απ’ τον ανθό, σα φως που έφευγε πέρα,

που δεν το είχα δει ποτέ,

τόσο γαλήνια ωραίο τ’ όραμά σου.

Καταραμένε χωρισμέ,

μου τρέμουν τα χείλη στ’ όνομά σου.»

(Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα, εκδ. γράμματα)

 

 

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Ο σταθμός»

 

«Ώρες η σιωπή πατούσε το χώμα πού ‘σκαψαν τα μάτια

μα κανένα φως δεν έβγαινε απ’ αυτού

και μόνο οι φοβερές ρωγμές χαραγμένες στη ράχη της γης

από ανθρώπους που προσπάθησαν να σχεδιάσουν μια μοίρα

ανάσαιναν τη μνήμη μου κι αυτή αργούσε να πεθάνει

σκοντάφτοντας αδιάκοπα σε ξερές ημερομηνίες και μισογκρε-

μισμένα ονόματα.

 

Καμιά φωνή δε φεύγει τώρα απ’ την ηχώ της

καμιά λύση δε δίνει τη θέση της σ’ άλλη

όλα κρατούν ένα μικρό διάστημα- παρηγοριά της επιστροφής-

μα αυτός ο ρημαγμένος σταθμός- κομμένα τα σύρματα,

κομμένες οι φωνές…-

δε με πλανεύει πια γι αλλού

για μιαν αναπνοή μακρύτερα.

 

Μόνος κι άλλος κανείς εδώ

με το μέτωπο κολλημένο στις ράγες

να λογαριάζω τα σάπια βαγόνια

εδώ κι όχι αλλού, καμιά υπεκφυγή γι αλλού

τα τρένα όλα φευγάτα

κι οι μέρες μας ατέλειωτες…

 

………………………………………………………

Όλα σιγά σιγά θα με γνωρίσουν

όλα θα μάθουν ποια είναι η μοναξιά μου

και μόνο ο θάνατος, θαρρώντας πως παρακοιμήθηκα,

νωρίς θε νά ‘ρθει μ’ ένα πέλαγος πουλιά

όπως άλλες φορές η μάνα μου να με ξυπνήσει…»

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ο σταθμός»

 

«Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει,
γεμίζει λάσπη τ’ ονειρό μου
είναι ενα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τραίνο.
Ο σταθμάρχης μαζεύει μαραγαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγιες
γιατί έχει πολύν καιρό νά ‘ρθει
τραίνο σ’ ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ’ ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά  τα γένια
σά νάμαι άρρωστος πολύ
κι όμως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά-σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι!»

(Μίλτου Σαχτούρη, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Κική Δημουλά, «Στο σταθμό»

 

«φίλος

με ανεξακρίβωτη έκφραση

με βλέμμα που, συχνά,

μεταναστεύει,

συνδρομητής της τέχνης

και του ωραίου γενικώς,

με ιδιαίτερην εκτίμηση

στο ποίημα του Έλιοτ “Φλησβάς”,

έχει, παρ’ όλα αυτά μετατεθεί

σε μακρινή επαρχία.

 

Φεύγοντας

παίρνει μαζί του τ’ απαραίτητα:

Αποχαιρετιστήριες εκφράσεις,

την “Έρημη χώρα”

ένα γλυπτό για εταζέρα κι αναπόληση,

και προπαντός το μαγνητόφωνο,

να περιστρέφει το τακτόν

υψίσυχα, μετατρεπτά,

στα τελευταία σουξέ.»

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (44ο): «Σταθμός»…

  1. Ωραίος και σήμερα με τις επιλογές σου, Γιάννη!
    Απομένουν μερικά …συμπληρώματα -ποιητικής- δια(σ)τροφής !

    Επιβατικός σταθμός

    Στη μνήμη τής Κορνηλίας

    Κοντά στα τρένα υπάρχει μια κρυφή ροή νερού
    Αργά ράθυμα δροσίζει τ’ αναμμένα βαγόνια
    Η Κορνηλία σκύβει απ’ το παράθυρο επικίνδυνα
    Σ’ ένα κουπέ με κόκκινα βελούδα
    Ανοίγει μια πετσέτα στα γόνατά της
    Ψωμί τυρί αυγό και αλατοπίπερο
    «Θα ‘ρθεις μαζί μου ως το θάνατο;» λέει

    Ποιος ντυμένος στα μαύρα κόβει εισιτήρια σήμερα
    Ποιος ελεγκτής μάς κοιτάζει με μια νέα υποψία
    Ο κλειδούχος ας ξεκλειδώσει επιτέλους την καρδιά του
    Ας χορτάσει ο μηχανοδηγός μια θεία ανάπαυση
    Και οι γραμμές να γυαλίσουν τα παπούτσια τους

    Στην πλατεία κοιμάται η αγία τεμπελιά
    Ένας καφές φουσκώνει ως τον ουρανό
    Σκάζει στα χείλη τού σταθμάρχη που ρουφάει τη μέρα
    Σα να ‘ναι η πρώτη του κι η τελευταία
    (Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Από τη συλλογή Σαλκίμ, 2001)

    «Σαλκίμι ή σαλκίμ» είναι η μικρασιατική ονομασία του φυτού «γλυσίνα», δηλαδή (σύμφωνα με το ΛΚΝ) ενός είδους ακακίας με ευωδιαστά λουλούδια.

    Ο σταθμός, Ευανθία Ρεμπούτσικα

    Τελευταίος σταθμός

    Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
    σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
    πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
    δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια

    Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
    εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
    και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει

    Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
    τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
    σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
    και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
    μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου
    (Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου)

    Σταθμός Λιτόχωρου

    Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το φέγγρισμα
    πίσω απ’ το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ’ τις γωνιές,
    όπως τα δίχτυα που απλώνουν στα τηλέφωνα κι ακούς
    ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές,
    μιαν έκσταση από άτεχνες φωνές μες απ’ τα σύρματα,
    το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα,
    δυο τρία βράχια κι ο κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
    κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα κάστρα.

    Δεν θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
    το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού
    και από σάρκα γίνεται πνευματική αγωνία,
    η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές
    στο κατώφλι της νύχτας
    η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο,
    η μοναξιά μέσα στον άλλο,
    η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου.

    Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
    χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
    οι σιγανές πατημασιές.

    Προσευχηθείτε για τις σκοπιές που αγρυπνούν

    (Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, από τη συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος, 1985)

    Shocking Blue – Never Marry A Railroad Man

    ΣΤΑΘΜΟΙ

    Οι σταθμοί των τρένων
    δεν ανήκουν σε κανέναν
    απλά τους δανειζόμαστε για κάποιες ώρες.
    Φευγαλέο μέρος της διαδρομής μας.
    Ζωές αδιάφορες,
    ακουμπισμένες στις πλατφόρμες
    ξεκουράζονται ,καπνίζοντας.
    Στο τσιμέντο της αποβάθρας
    ιστορίες ξεχασμένες ,στοιχειωμένες
    βυθισμένες στην άχλη του καπνού,
    υποταγμένες στην απόλυτη κυριαρχία
    της εγκατάλειψης.
    Λυγμοί τρεμοπαίζουν στα στήθια
    αυτών που φεύγουν, αυτών που μένουν.
    Απ΄ τις άδειες ράγες
    έρχεται η πρώτη ειδοποίηση
    της άφιξης του τρένου.
    Οι αγκαλιές μεγαλώνουν
    να χωρέσουν μέσα τους
    την στιγμή της κορύφωσης
    το τέλος!
    Χέρια απλωμένα στο κενό
    φτερούγες, που αδημονούν
    να αγκαλιάσουν κορμιά έρημα
    τσακισμένα από την επέλαση του αποχωρισμού
    Η ισχύ της αδιατάρακτης άφιξης του τρένου
    συνθλίβει τις στιγμές.
    Αδειάζει η αποβάθρα.
    Μόνες οι αγκαλιές.
    Γκρίζα σιωπή βαραίνει τα σώματα
    Ωχρά αγάλματα μπροστά στα βαγόνια
    στέκουν
    σαν Καρυάτιδες που λιτανεύουν
    στην νεκρότητα του χρόνου.
    Και συ ογκώδης επιβάτης
    θορυβοποιός,
    ρωτάς επίμονα για στάσεις και διαδρομές.
    Μάταιες αναζητήσεις !
    Ενταφιάζεις τις συγκινήσεις της άγνωστης διαδρομής
    λιποτακτώντας από το σπουδαίο της ζωής .
    (Έφη Μαχιμάρη)

    12.
    Ζω κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές.
    Βλέπω τα τραίνα να περνάνε.
    Τη λαμπερή μύγα του παράθυρου
    μες στο παλλόμενο, λιναρένιο σκότος.
    Κι έτσι περνάνε βιαστικά
    μες στο αιώνιο σκοτάδι οι φωτισμένες μέρες
    και μόνο εγώ στου κάθε βαγονιού το φως
    στέκομαι ακουμπώντας στους αγκώνες μου, χωρίς μιλιά.
    [Συνείδηση, του Αττίλα Γιόζεφ , Μετ: Ανδρέας Αγγελάκης]

    Σε ψάχνω στους σταθμούς

    Αφύλακτη διάβαση

    Μια άλλη μέρα περνάει
    μαζί μου σιωπηλή
    φορτωμένη ομίχλη
    λάσπη βροχή κι αδιέξοδο
    Κανένα φανάρι δε φέγγει
    κανένα καμπανάκι
    δε χτυπά
    Βαδίζω σε έρημες ράγες
    χαμένη σε σκέψεις
    αναμνήσεις, λάθη
    Αφύλακτη η διάβαση
    δε με προστατεύει
    από σύγκρουση
    μετωπική
    Δεν προλαβαίνω
    να ψιθυρίσω
    θα προσέχω τον εαυτό μου
    Είναι αργά
    Το τρένο έχει περάσει ήδη
    και χάθηκα στο θα
    (Μαρία Καρδάτου)

    • Μα τόσα πολλά κι ωραία για το «σταθμό»!!!… Και τα ποιήματα άγνωστα σε μένα, σ’ ευχαριστώ πολύ!…Bravissima Ageliki!!!!

      Και ό,τι μπόρεσα να βρω ακόμα ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη μου:

      -Έζρα Πάουντ, «Σ’ ένα σταθμό του μετρό»

      «Τ’ όραμα εκείνων των προσώπων μέσα στο πλήθος
      Πέταλα σε υγρό, σκούρο κλωνάρι»
      (από το «Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα», ελληνικά γράμματα)

      -Τίτος Πατρίκιος, «Σταθμός του Βορρά»

      «Το πλήθος, τα μεγάφωνα, οι αποχαιρετισμοί
      το πρόσωπό σου ακίνητο στο παράθυρο του βαγονιού
      των διπλανών παραγγελίες και υποσχέσεις-
      όλα σα να είχαν προβλεφτεί από σκηνοθέτη.
      Κι άξαφνα θυμήθηκα το Χρίστο, στην Αθήνα
      όταν με πήγε να δούμε τη “Σύντομη συνάντηση”.
      Ο αγαπημένος φίλος, έπειτα εχθρός, έπειτα ξένος,
      η παλιά ταινία, τώρα δεν παίζεται σχεδόν ποτέ,
      εσύ, που άρχισες να μεταβάλλεσαι σ’ ανάμνηση
      ακόμα πριν το τρένο ξεκινήσει.»
      (Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Καστανιώτης)

  2. Έρημος σταθμός (Τάσος Λειβαδίτης)

    ……Μόλις πέθανα, βγήκα απ’ το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλεγε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολουθούσαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χέρια των τυφλών, που εντούτοις άναβαν τη λάμπα,
    ……ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
    ……όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
    ……φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχανε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μακριά κι απ’ τους νεκρούς κι ο άμαξας των παιδικών καιρών έξω απ’ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμαρωμένα άλογα.

    Robyn Hitchcock – I often dream of trains

    Και ξαφνικά, κάποια στιγμή, οι ράγες γεμίζουν ζωή!

    «Στην παλαιά αποβάθρα ταξιδιώτες
    περιμένουν χρόνια το τρένο.
    Το διαμελισμένο τρένο του σταθμού.
    Κουφάρια ακίνητα μηχανής και βαγονιών
    στέκονται μπροστά τους.
    Άνθρωποι και τρένο σε στάση. »

    «Ένα φάντασμα σταθμάρχη περιμένει το σινιάλο.
    Ξαφνικά, κάποια στιγμή,
    οι ράγες γεμίζουν ζωή …»

    Ανάμεσα στις σκουριασμένες ράγες
    των παλιών σιδηροδρομικών σταθμών
    που από την εγκατάλειψη, έχουν χορταριάσει
    κι έχουν αφίξεις κι αναχωρήσεις τρένων
    κάτι χρόνια να αναγγείλουν,
    ο επισκέπτης αν θα ψάξει
    με προσοχή όμως μεγάλη και αγάπη
    και είναι τυχερός,
    θα ανακαλύψει
    ανάμεσα στις πέτρες και τα σκουπίδια
    κάτι πολύτιμα πετράδια που γυαλίζουν.

    Είναι κάτι πέτρες
    που σταλαγματιά με τη σταλαγματιά έχουνε γίνει
    από χιλιάδες δάκρυα χαράς
    μα πιότερο της λύπης
    κι από βαλσαμωμένα λόγια αγάπης.
    Τις έχουν σχηματίσει
    τόσα λόγια, υποσχέσεις και φιλιά
    αναχωρήσεων κι αφίξεων
    απολιθώματα αναστεναγμών
    και προπαντός ιζήματα
    ανεκπλήρωτων υποσχέσεων επιστροφής.
    (Πάν. Καρτσωνάκης)

    O τελευταίος μου σταθμός, Μαρινέλλα

    Είναι θλιβερά τα τραίνα

    Έρχονται και φεύγουν σαν τις μέρες. Γρήγορα.
    Σου θυμίζουν ότι όλα είναι μεταβλητά,
    Η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά
    Σου θυμίζουν ότι οι άνθρωποι πάντα έχουν κάπου
    να πάνε. Θέλουν να βρίσκονται αλλού.
    Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι το πρωινό τραίνο.
    Κόσμος τρέχει από τον δρόμο, τρέχει από το
    λεωφορείο, από το πεζοδρόμιο, τρέχει να ανέβει
    τα σκαλιά, να προλάβει το τραίνο. Και τρώνε
    ένα κουλούρι στα γρήγορα και πάνε να βγάλουν
    εισιτήριο και τους πέφτουν τα κέρματα και δεν
    χτυπούν σωστά το εισιτήριο και ίσα
    που προφταίνουν το τραίνο. Και βάζουν τα χέρια και
    τα πόδια στην πόρτα να μην κλείσει και σπρώχνουν και
    φωνάζουν και ιδρώνουν για να προλάβουν να μπουν στο τραίνο.
    Και αν τα καταφέρουν και μπουν χαίρονται και αν
    μείνουν απ’ έξω είναι κατηφής.
    Όταν μπουν στο τραίνο, όταν η πόρτα κλείσει και ο
    κρότος της ακουστεί, τότε οι άνθρωποι γίνονται άκαμπτοι.
    Αυτοί που έκαναν τόσο κόπο για να τα καταφέρουν, τώρα
    είναι σαν να ξέχασαν την ψυχή τους στην πόρτα.
    Αν κοιτάξεις κάποιον στα μάτια μέσα στο τραίνο, δεν
    βλέπεις τίποτα. Έχουν όλοι ένα κενό βλέμμα.
    Έχουν όλοι το ίδιο βαριεστημένο, απογοητευμένο ύφος.
    Λες και δεν ήθελαν να μπουν ένα πράμα. Λες και δεν
    κόντεψαν να χάσουν ένα χέρι, ένα πόδι για να
    επιβιβαστούν
    Είναι θλιβερά τα τραίνα.
    ΝΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

    Άκουσα την ωραία απαγγελία του Τελευταίου σταθμού και σκέφτηκα, άλλη μια φορά, πόσο σπουδαίος ποιητής είναι Σεφέρης.

    Ο συνειρμός μου έφερε στο νου τον Υπερσιβηρικό -όνειρο ζωής του άντρα μου- και στη συνέχεια, ένα παλιό ωραίο ποίημα που διάβαζα και ξαναδιάβαζα στην εφηβεία μου. Ιδού λοιπόν…

    ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΒΛΑΔΙΒΟΣΤΟΚ

    Θερμοκρασία 60 υπό το μηδέν
    και το εισιτήριο προς το Bλαδιβοστόκ στην τσέπη.
    Kι’ απόξω, εξισωμένη με το άπειρον
    η παγωμένη στέππη.

    Δεν είμαι μόνος. Ένας άνθρωπος παράξενος αντίκρυ μου
    μου εξάπτει το ενδιαφέρον σε σημείον μέγα.
    Kι’ ενόσω τού ’χα δώσει σημασίαν «ά λ φ α» στην αρχή,
    τώρα, δεν ξέρω πώς, λαμβάνει σημασίαν «ω μ έ γ α».

    Kαι το εισιτήριο προς το Bλαδιβοστόκ στην τσέπη μου.
    A! Tο Bλαδιβοστόκ! Ω! ας ήτανε ποτέ να μην υπήρχεν εδώ κάτω.
    Kι’ όμως, είν’ ο σκοπός του ταξιδιού μου αλλοίμονο,
    το τέρμα… που δεν έχει παρακάτω.

    Kι’ όμως, το νοσταλγούσα κάποτες το τέρμ’ αυτό.
    Mα τώρα… Tώρα τίποτα. Mονάχα η παγωμένη γύρω στέππη,
    κι’ ο αμίλητος κι’ ακίνητος συνταξιδιώτης μου
    που, σαν μετουσιωμένο σύμβολο, με βλέπει.

    Kι’ όσο και πάει… σιμώνει το Bλαδιβοστόκ.
    Kαι τότε… τι θα γίνει; Θα ξαναγυρίσω πάλε;
    Δεν το πιστεύω. Mα θαρρώ της φάρσας ή του δράματος
    πως πλησιάζει οσονούπω το «φ ι ν ά λ ε».

    Ωραίο πιστόλι ετούτο μα την πίστη μου
    κι’ είν’ εντελώς καινούργιο και γεμάτο.
    Kι’ όπου και νά ’ναι θα φανή και το Bλαδιβοστόκ,
    το τ έ ρ μ α… που δεν έχει π α ρ α κ ά τ ω.

    ΟΡΕΣΤΗΣ ΛΑΣΚΟΣ (1908-1992)
    Aπό τις ΑΓΡΙΟΧΗΝΕΣ, 1972

    • Καλημέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή!… Και πάλι εντυπωσιακή με τα «δώρα» σου!… Πολύ ωραίο το «Ταξίδι στο Βλαδιβοστόκ»!
      Εγώ ξέμεινα από ποιήματα (δεν υπάρχει και χρόνος να το ψάξω κι άλλο), γι αυτό περιορίζομαι σ’ ένα μικρό διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη, το οποίο θυμήθηκα καθώς υπήρχε στο σχολικό βιβλίο της «Γλώσσας» και το δίδαξα στους μαθητές μου:

      -Αντώνης Σαμαράκης, «Σ’ ένα συνοριακό σταθμό»

      «Από παιδί είχε μανία με τα τρένα. Μεγάλη μανία. Το έσκαγε από το σχολείο, με τα βιβλία παραμάσχαλα, και πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, στο σταθμό. Έμεναν σε μια μικρή επαρχιακή πόλη.
      Τρύπωνε σε μια γωνιά κι εκεί καθότανε ώρες ολόκληρες και κοίταζε. Όχι μόνο τα τρένα που ολοένα ερχόντουσαν και ολοένα φεύγανε, μα όλη η ατμόσφαιρα εκεί τον γοήτευε. Από το πολύ το σκασιαρχείο έμεινε στην ίδια τάξη. Η μάνα του του τις έβρεχε ταχτικά, αυτός το βιολί του.
      Το όνειρό του, από τότε, δεν ήτανε να γίνει, όπως θέλανε άλλα παιδιά, αξιωματικός ή μηχανικός, μα σταθμάρχης. Ονειρευότανε τον εαυτό του σταθμάρχη στον κεντρικό σταθμό της πρωτεύουσας, με τη σκούρα μπλε στολή, με τα σιρίτια στα μανίκια. Κι ένοιωθε μεγάλη συγκίνηση.
      Συχνάζοντας στο σταθμό, είχε μάθει από μικρός όλες τις μανούβρες που γίνονται εκεί σαν είναι να ‘ρθει ή σαν είναι να φύγει ένα τρένο.
      Είχε μάθει ακόμη να παρατηρεί. Να μελετάει τα πρόσωπα των ταξιδιωτών. Άλλοι φτάνανε στο σταθμό με συνοδεία συγγενείς και φίλους κι αρχίζανε οι ατέλειωτοι αποχαιρετισμοί, οι συγκινήσεις και τα ρέστα. Άλλοι πάλι ερχόντουσαν και βρίσκανε ολόκληρη υποδοχή. Και ξανά οι συγκινήσεις και τα ρέστα. Μα κείνοι που ήταν η συμπάθειά του από τότε, ήταν οι μοναχικοί ταξιδιώτες. Αυτοί που φεύγουν ή έρχονται ολομόναχοι. Σαν είναι να φύγουνε πηδάνε στο βαγόνι τους και χάνονται εκεί μέσα. Δεν κοιτάνε από το παράθυρο, γιατί ξέρουν πως δεν είναι κανένας για να τους αποχαιρετίσει, να τους πει: «Καλό ταξίδι!». Το ίδιο σαν έρχονται. Κατεβαίνουν από το βαγόνι τους, γρήγορα γρήγορα, και τραβάνε κατευθείαν στην έξοδο. Ξέρουν πως δεν είναι κανένας για να τους πει: «Καλωσόρισες!».
      Το είχε λοιπόν μεγάλο μεράκι να γίνει σταθμάρχης. Και τίποτα, μα τίποτα, δε μπόρεσε να του κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Ούτε το ξύλο που ταχτικά έτρωγε από τη μάνα του ούτε που έμεινε στην ίδια τάξη δυο φορές.
      Και γίνηκε σιδηροδρομικός, μα όχι σταθμάρχης. Δεν είχε τα «τυπικά προσόντα». Δεν τα κατάφερε να τελειώσει το σχολείο. Όμως, μέρα και νύχτα, βρισκότανε στο αγαπημένο του περιβάλλον κι αυτό του έφτανε.
      Τώρα που είναι συνταξιούχος, λέει να καθίσει να γράψει ένα βιβλίο με τις αναμνήσεις του. Τριάντα δύο χρόνια έκανε σιδηροδρομικός. Υπηρέτησε σε πολλούς σταθμούς, μικρούς και μεγάλους, και είδε πολλά πράγματα. Έχει ένα σωρό αναμνήσεις.
      Το είπε το σχέδιο του για το βιβλίο σ’ ένα φίλο του, συνταξιούχο δάσκαλο, που τα κουτσοπίνουν παρέα τα βραδάκια. Το βρήκε σπουδαίο το σχέδιό του ο φίλος του. Μάλιστα του βρήκε και τον τίτλο του βιβλίου: «Απομνημονεύματα μιας μακράς σιδηροδρομικής ζωής». Κι αυτός του είπε: «Δάσκαλε, τι ‘ναι τούτο; Μακρύ σα σιδερόδρομος είναι». Γελάσανε κι οι δυο τους και τσουγκρίσανε τα ποτήρια τους.»
      (διήγημα από το βιβλίο του Αντώνη Σαμαράκη, «Ζητείται ελπίς-Σήμα κινδύνου», Αθήνα 1966, Εστία)

  3. Runway Train, Metro Station

    Στο τρένο της ζωής, «ποίηση» της καθημερινότητας
    (… στο editorial του περιοδικού λόγου και τέχνης Νέα Σκέψη)

    Ταξιδεύουμε στο τρένο της ζωής, συντροφιά με κοπάδια ονείρων. Συνάνθρωποι, φίλοι, γνωστοί, συναγωνιστές και ανταγωνιστές.

    Έχουμε αφήσει πίσω μας την οικογενειακή θαλπωρή, την αθωότητα των παιδικών κι εφηβικών φιλικών προσεγγίσεων. Τα μεγάφωνα αναγγέλλουν: «Επόμενη στάση «Χτυποκάρδια». Για τη δική σας ασφάλεια όλα τα συμβάντα της διαδρομής καταγράφονται». Ανοιξιάτικα ερωτικά τιτιβίσματα.

    Η ταχύτητα βελτιώνεται. Ενώ προχωρούμε στην περιοχή του πρώτου σταθμού ωρίμανσης. «Εκπαίδευση στον ανταγωνισμό».

    Προσωπικοί στόχοι πνευματικής ανάπτυξης με παρορμητική επιθετικότητα και επαγγελματική αναγνώριση.

    Σταδιακά, μπαίνουμε στο τούνελ κοινωνικής ένταξης και παραγωγικής διαδικασίας.

    Στην άκρη του σκοταδιού, ημίφως. Διάφορες έννοιες, ψευδαισθήσεις και πολιτική εξαπάτηση, συνεισφέρουν καθορίζοντας την αφθονία ή την έλλειψη στην ποιότητα των σκέψεων, προσπαθώντας να κατευθύνουν την πνευματική εξέλιξη.

    Αναγκαστικές αλλαγές στις αρχικές τοποθετήσεις. [..] Σκέπτομαι: κάποιος μου ληστεύει τη ζωή μου, ενώ την προσφέρω.

    Καθημερινές εναλλαγές στο τοπίο, συνεχής εγρήγορση.

    Τα μεγάφωνα ακούγονται τώρα να αναγγέλλουν: «Επόμενος σταθμός ωρίμανσης ‘επιβίωση'». Εδώ η ελπίδα αναγκαστικά γίνεται δυνατότερη από το φόβο.

    Τα μεγάφωνα ανακοινώνουν: «Ακολουθεί ο τερματικός σταθμός ΙΘΑΚΗ. Οι επιβάτες να προετοιμάζονται για την αποβίβαση. Πέρας ηθελημένης ή αναγκαστικής μετάβασης ή επιστροφής».

    Και συνεχίζουν… «Οι επιβάτες παρακαλούνται κατά την αποβίβαση να έχουν εγκαταλείψει όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα προς χρήση των επιβατών της επόμενης διαδρομής». Όμως, κάθε μετάβαση απαιτεί κάποια προσπάθεια ιδιαίτερη και μια σκέψη από παλιά εξακολουθεί να φωσφορίζει.

    Καλότυχοι όσοι, ανάμεσα σε δύο σταθμούς είδαν, μέσ’ απ’ του χρόνου τα τζάμια τα θολά, ολοένα να ζυγώνει εκείνη η στιγμή για την επίτευξη ενός ερωτικού ιδανικού.

    Κι αν, κάποτε, στην εκκωφαντική σιωπή «κάποιας μοιραίας στιγμής», γνώρισαν, έστω και για λίγο, εκείνο το ουράνιο τόξο, μιας αγάπης αμόλυντης από λέξεις…

    Τότε, ίσως και χωρίς μνήμη, να υπάρχει χρόνος για μια καλύτερη μέρα πέρα απ’ την άκρη αυτού του ονείρου.
    (Κώστας Στεφανόπουλος)

    DANCE TRAIN STATION BELGIUM do-re-mi The Sound of Music

    • Ciao Aggeliki!!!… Όλο και κάτι βρίσκεις και με εκπλήσσεις ευχάριστα!!!!….. Tutto perfetto (όλα τέλεια), που λένε και οι Ιταλοί!
      Εγώ δεν έχω κάτι άλλο να παραθέσω, παρά μόνο την αγάπη μου!!!!… Grazie mille!!!!

  4. Κάτι ακόμα που μόλις τώρα βρήκα τυχαία και μου άρεσε πολύ, είπα να το μοιραστώ μαζί σου.

    Στάση 2η
    Τερματικός σταθμός. Εδώ κατεβαίνεις. Εγώ όχι. Πηγαινοέρχομαι από τέρμα σε τέρμα για να δω πόσο αντέχω. Είμαι η κάθε στάση. Γίνομαι θόρυβος, είμαι οι γραμμές που από πάνω τους περνάνε οι παγωμένες ώρες. Είμαι το κάθισμα που φιλοξενεί τους κώλους σας. Είμαι το καθαρό τζάμι, είμαι το χέρι της καθαρίστριας, είμαι ο θόρυβος από τα σπασμένα φρένα -είμαι όλα αυτά. Γίνομαι ανεξέλεγκτος συρμός. Σας βλέπω να τρέχετε να με προλάβετε και να στριμώχνεστε ο ένας πάνω στον άλλον, να κοιτάτε με ειρωνεία εκείνους και εκείνες που δεν μπήκαν. Δεν σας περνάει από το μυαλό ότι δεν τρέχουν να προλάβουν. Όχι, στα μάτια σας είστε νικητές. Είστε στα βάθη της πόλης και τρέχετε με πάνω από εκατό. Σεπόλια-Ομόνοια σε έξι λεπτά. Είστε ο χαμένος χρόνος των διαδρομών. Μήπως σας βρομάει κάτι; Όχι δεν είναι αυτοί οι “βρωμιάρηδες” είναι ο συρμός που κινεί την ακινησία σας. Είναι το πηγαινέλα που ξερνάει διαδρομές. Σας βρωμάει κάτι; Είναι που κάναμε μόνο πέντε λεπτά. Καινούριο ρεκόρ! Είμαστε προσωρινοί επιβάτες που νομίζουμε ότι η ιστορία έχει τερματικό σταθμό και στάσεις στα μέτρα μας. Έχει και εκτροχιασμούς. Η σιδερωμένη πραγματικότητα μπορεί και να τσαλακωθεί, μπορεί και στην αμέσως επόμενη στάση.

    Πηγή: Propaganda Collective
    « 01Λογισμικό Συνείδησης01 »

    • …. Πολύ καλά, έπραξες, Αγγελική μου!!!… Και μένα μ’ άρεσε πολύ!!!
      Δανείζομαι από το κείμενο:
      «….Είμαστε προσωρινοί επιβάτες που νομίζουμε ότι η ιστορία έχει τερματικό σταθμό και στάσεις στα μέτρα μας. Έχει και εκτροχιασμούς. Η σιδερωμένη πραγματικότητα μπορεί και να τσαλακωθεί, μπορεί και στην αμέσως επόμενη στάση….»….
      Αχ, αυτή η «σιδερωμένη πραγματικότητα», που απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να τσαλακωθεί… Το λάθος και το μοιραίο πάντα καραδοκούν!
      «Καμιά ζωή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ όπως την είχε κανείς σχεδιάσει. Η τύχη δεν κατασκευάζεται, αν και η οργάνωσή της σε κάποιο χώρο εν αγνοία μας συντελείται.» (Ο. Ελύτης)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: