Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (43ο): «Γυναίκα»…

 

«Γυναίκες ορθόστηθες πού με πάτε

κάθε ξεγύμνωμα κορμιού και μια υψικάμινος

 

το τι μετάλλευμα το τι χρυσάφι

άφηνε μέσα μου παλιά το αγκάλιασμά σας

 

και τώρα ακόμα στους δομούς της μνήμης μου

πώς κυνηγιέστε από χιλιάδες εκατόγχειρες»

(Γιάννης Δάλλας)

 

 

-Κωστής Παλαμάς, “Γυναίκα”

 

Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις

για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει

να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις

 

το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι

στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε

το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

 

Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε,

και του παλιού καιρού τα παραμύθια,

κι ας ειν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε.

 

Α! τα μεστά καμαρωτά σου στήθια

βραχνάς τα πνίγει, πνίχ’ τον, πολεμίστρα

για την Αγάπη και για την Αλήθεια.

 

Πάντα μαζί σου κ’ η Ομορφιά η μεθύστρα.

(Κ. Παλαμάς, τ. 5, Γκοβόστης)

 

 

-Ευριπίδης, «Μήδεια»

(απόσπασμα)

 

«Μήδεια:

Απ’ όλα όσα έχουνε ψυχή και γνώση

το πλάσμα το πιο άθλιο είμαστε εμείς οι γυναίκες.

Χρυσάφι δίνουμε να βρούμε άντρα,

για να τον κάνουμε ύστερα αφέντη του κορμιού μας…

Ο άντρας μόλις βαρεθεί το σπίτι,

έξω θα βγει στην αγορά τη βόλτα του να κάνει.

Όμως εμείς μονάχες μας κλεισμένες,

σε μια ψυχή τα μάτια μας τάχουμε καρφωμένα.

Λένε πως ζούμε ακίνδυνα στο σπίτι,

όταν αυτοί στον κίνδυνο τραβάνε του πολέμου.

Κάλλιο στη μάχη τρεις φορές να πάω,

παρά οι πόνοι μια φορά να μούρθουνε τηε γέννας»

 

 

-Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποίημα που του λείπει η χαρά αφιερωμένο σε γυναίκα υπέροχη δωρήτρια πόθου και γαλήνης»

 

«αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι ωραία
έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι ευγενικά μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό – ιταλικό μού φαίνεται – βάζο με παραστάσεις γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα
πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου
– αφού το θέλεις –
τη θλίψη τού πρασίνου βλέμματός σου
τη βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πληγμένη μέσα στα μακριά μαλλιά σου
τη σποδό του υπέροχου σώματός σου»

 

 

-Νίκος Καρούζος,  «Γυναίκα, πείσμα της Ασίας»

 

«Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ΄ τα βάθη των φυλών
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλοκαμός κι η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Να οι καιροί στα βήματα σου μ’ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει
τότε που φώναζα δίχως απόκριση: Θέλω να γίνω γαλάζιος.
Ήρθες να μείνεις ως το θάνατο
με πορφυρές ανταύγειες από τα μέλη
ρώτησα μα δεν έμαθα που βρήκες το σκοτάδι
σε μυστικά ρυάκια κλειδώνεις τον ήχο σου
μόνη με την εκρηκτική φωνή της σιωπής.
Ήρθες να μείνεις ως το μακρινό χάραμα
σώματα πέρασες ακόμη ταξιδεύεις.
Εγώ δεν έζησα κι η ομορφιά της Αττικής είναι όλο το ταξίδι μου.
Σε τόσους καημούς τραγουδώντας
δεν ξέρω το όπλο της λησμονιάς.»

 

 

-Λέοπολ Σεντάρ ΣΕΝΓΚΟΡ (1906-2001, Σενεγάλη)

 

“Μαύρη γυναίκα”

 

Γυναίκα γυμνή, γυναίκα μαύρη

ντυμένη με το χρώμα σου, με το σχήμα σου που είναι ομορφιά.

Μεγάλωσα στη σκιά σου, η γλύκα των χεριών σου τύλιγε τα μάτια μου.

Και να! που μες την καρδιά του καλοκαιριού και του μεσημεριού

σε ανακαλύπτω η της επαγγελίας, απ’ την κορφή

ενός αψηλού, φρυγμένου λόφου,

και η ομορφιά σου με κεραυνώνει κατάστηθα

σαν αστραπή αετού.

Γυναίκα γυμνή, γυναίκα σκοτεινή!

Οπώρα ώριμη με τη σφιχτοδεμένη σάρκα

εκστάσεις μουντές μαύρου κρασιού

στόμα που κάνει το στόμα μου λυρικό

πεδιάδα με τους ξάστερους ορίζοντες

πεδιάδα που ανατριχιάζεις στις θερμές θωπείες

του ανατολικού ανέμου.

Ταμ ταμ γλυπτό, ταμ ταμ τεντωμένο

που δονείσαι κάτω από τα δάχτυλα του Νικητή.

Η βαριά, κοντράλτο φωνή σου

είναι το λυπητερό θρησκευτικό τραγούδι της Αγαπημένης.

Γυναίκα γυμνή, γυναίκα σκοτεινή!

Λάδι που καμιά πνοή δε ρυτιδώνει

λάδι γαλήνιο στα πλευρά του αθλητή

στα πλευρά των πριγκίπων του Μαλί.

Ζαρκάδι με τους θείους αρμούς, τα μαργαριτάρια

είναι αστέρια πάνω στη νύχτα του δέρματός σου.

Στη σκιά της κόμης σου, η αγωνία μου

φωτίζεται από τους γειτονικούς ήλιους των ματιών σου.

Γυναίκα γυμνή, γυναίκα μαύρη!

Τραγουδώ την πρόσκαιρη ομορφιά σου

σχήμα που σταθεροποιώ στην αιωνιότητα

προτού η ζηλόφθονη μοίρα σε καταντήσει στάχτη

για να θρέψει τις ρίζες της ζωής.

(Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, εκδ. Ελ. Γράμματα)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (43ο): «Γυναίκα»…

  1. myownpersonalwinter on said:

    καλησπέρα Γιάννη!
    Ένα και καλό από μένα, το οποίο αλίευσα πριν πολύ καιρό από το μπλογκ Αδέσποτος Σκύλος.

    Το μόνον της ζωής μου ταξίδιον, Αντώνης Αντωνάκος

    Εσύ, η δούλη του θεού, η γυναίκα
    φωτιά, που γδύνεσαι και κάνεις
    έρωτα, που δίνεις φιλιά, εσύ που
    μού μαγειρεύεις και μού γράφεις
    ποιήματα, σημειώματα, επιστολές.
    Εσύ, που με εκθέτεις στο πανελλήνιο.
    Εσύ, που βάζεις την ουρά μου στα
    σκέλια σου και βάζεις τη σφραγίδα
    σου στο ζυμωτό μου ψωμί. Εσύ, που
    μπαλώνεις τις κάλτσες μου, που ψωνίζεις
    λογοτεχνία απ’ τα καλάθια και δεν
    υποτάσσεσαι στην τρομερή εξουσία,
    στα δηλητήρια, στις εταιρίες εισαγωγών
    εξαγωγών, στα βιβλία εσόδων εξόδων,
    στα τηλεπαράθυρα με την τηλεπάθεια
    της ερωτικής κάψας, στους τεχνοκριτικούς
    και στη λάγνα υποδόρια αλφαβήτα του
    συνωμότη καιρού. Εσύ, που λύνεις και
    δένεις και συμβουλεύεις τον υπουργό
    οργασμού να δώσει αύξηση στις δοξασίες
    περί έρωτος και στις καύλες που είναι
    το μόνο απερίγραπτο μυστήριο της ζωής.
    Το μόνον της ζωής μου ταξίδιον.

    • Ciao Nancy!!!… Καλό Σαββατοκύριακο!
      Όντως πολύ πολύ καλό το ποίημα του Αντωνάκου, που δεν το γνώριζα… Ευχαριστώ πολύ!!!!

      -Δυο ποιήματα της Ιταλίδας ποιήτριας, Alda Merini, από ιταλικό μπλογκ σε μετάφραση δική μου…

      Alda Merini (1931- 2009):

      -“Χαμόγελο γυναίκας”

      Χαμόγελο γυναίκας/ χαμογέλα γυναίκα
      να χαμογελάς πάντα στη ζωή
      ακόμα κι αν αυτή δε σου χαμογελάει
      χαμογέλα στους χαμένους έρωτες
      χαμογέλα στους πόνους σου, χαμογέλα παντού.
      Το δικό σου χαμόγελο θα είναι:
      Φως στο δρόμο σου
      φάρος για τους χαμένους ταξιδευτές.
      Το χαμόγελό σου θα είναι:
      Ένα μητρικό φιλί
      ένα καρδιοχτύπι για τους αγαπημένους σου
      μια αχτίνα του ήλιου για όλους.

      – “Σε όλες τις γυναίκες”

      Ευαίσθητη, γεμάτη χαρίσματα γυναίκα,
      μήτρα του παραδείσου
      είσαι ένας κόκκος αμαρτίας
      ακόμα και στα μάτια του Θεού
      παρά τους άγιους πολέμους σου
      για τη χειραφέτησή σου.
      Ξεσχίζουν την ομορφιά σου
      και απομένεις ένα σκέλεθρο αγάπης.

  2. Μιλούσε όλο για μια γυναίκα

    Μιλούσε όλο για μια γυναίκα
    Χαμένη μέσα σ’ απέραντες πανεπιστημιακές αίθουσες
    Με παγωμένους υαλοπίνακες
    Για ένα όνομα που δεν ξανάκουσε πια
    «Άλλωστε φίλε μου τι σημασία
    Να ‘χει ένα τόσο κοινό όνομα
    Τι σημασία»

    Μετά την πτώση και πριν την άλλη πτώση
    Μετά τον ένα θάνατο και πριν τον άλλο
    Όταν οι μέρες λυγίζουν μία μία
    Χωνεύονται γίνονται μνήμη
    Και ίσκιοι μες στη μνήμη
    Ανοίγουν κύκλο γύρω τα παράθυρα
    Τραβιούνται άξαφνα στις άκρες οι κουρτίνες
    «Προσπάθησε να δεις
    Προσπάθησε επί τέλους
    Κοίταξε όρισε προσδιόρισε»
    «Ζωή μας αυτό που ποτέ μας δε ζήσαμε
    Αυτό το κενό – η ζωή μας»
    (Αλέξης Τραϊανός)

    Γυναίκα, Θηβαίος

    Μπρετόν, «Ελεύθερη Ένωση», αναμφιβόλως το απόλυτο απολυτίκιο των ερωτευμένων.

    «Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόλιθο και αμίαντο
    Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου
    Η γυναίκα μου με ανοιξιάτικους γλουτούς
    Με φύλο γλαδιόλας
    Η γυναίκα μου με φύλο κοιτάσματος χρυσού και ορνιθορύγχου
    Η γυναίκα μου με φύλο από φύκια και παλιές καραμέλες
    Η γυναίκα μου με φύλο από καθρέφτη
    Η γυναίκα μου με μάτια γεμάτα δάκρυα
    Με μάτια μενεξεδένιας πανοπλίας και μαγνητικής βελόνας
    Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
    Η γυναίκα μου με μάτια νερό για να πίνεις στη φυλακή
    Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντα κάτω απ’ το τσεκούρι
    Με μάτια της στάθμης του νερού του επιπέδου του αέρα της γης και της φωτιάς».

    She ‘s a lady, Tom Jones

    Κάποτε οι γυναίκες

    Κάποτε μεσ’ απ’ το σύννεφο βγαίνει ένα πουλί
    περνάει πάνω από τα σπίτια και κατεβαίνει στην πόλη
    άλλοτε χρόνια έμεινε φυλακισμένο μεσ’ στο φεγγάρι
    γι’ αυτό κι είναι πολύ πικραμένο πολύ λαμπερό
    μ’ ένα μεγάλο μονάχα όμορφο γυναικείο μάτι

    Μεσ’ απ’ το σύννεφο κατεβαίνει μεσ’ στη βροχή
    περνάει σα φάντασμα πάνω απ’ τα σπίτια
    στους δρόμους το κράζουν πουλί πουλί της βροχής
    δε στέκεται πουθενά γιατί αν σταθεί
    χιλιάδες σκορπισμένα δάχτυλα το δείχνουν
    γιατί είν’ ένα πουλί σκληρό που βάφτηκε μ’ αίμα
    π’ αγριεμένο στην πόλη κατεβαίνει με τη βροχή
    κι ένα πανέμορφο έχει γυναικείο μάτι

    Γι αυτό κι οι γυναίκες ταράζονται μόλις το δουν
    άλλες όμως το κρύβουν μεσ’ στους καθρέφτες τους
    άλλες το κρύβουν σε βαθιά συρτάρια
    κι άλλες βαθιά μεσ’ στο σώμα τους
    έτσι δε φαίνεται
    δεν το βλέπουν οι άντρες που τις χαϊδεύουν το βράδυ
    ούτε το πρωί σα ντύνονται μπροστά στον καθρέφτη
    δεν το βλέπουν
    γιατί είναι ένα πουλί πολύ πικρό πολύ λαμπερό πολύ φοβισμένο
    (Μίλτος Σαχτούρης)

    ΥΓ. Στερέψαμε από θέματα;

    • Ciao Ageliki!!!… Καλό Σαββατοκύριακο!… Ευχαριστώ πολύ!
      (Όντως δυσκολεύομαι πια να βρω θέματα, που να έχουν μια ευρύτητα, ώστε να μπορεί με σχετική ευκολία να σχολιάσει κάποια/ος… Ζητώ τη βοήθειά σου!… Πρότεινέ μου 2-3, ώστε να τα ψάξω για τις επόμενες αναρτήσεις… Αναμένω!)

      -Τάσος Λειβαδίτης, «Γυναίκες»
      (απόσπασμα από το «Καντάτα 1960»)

      “…Φτωχές γυναίκες,
      μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
      τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
      εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
      γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
      νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
      πίσω από την αγνότητα,
      την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
      πίσω απ’ την υπακοή.
      Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
      κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
      Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
      πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
      οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
      μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
      γιατί τα χρόνια περνάνε…
      Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
      και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
      στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
      που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
      για να τους αρέσουμε –
      αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
      το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
      Αχ, γυναίκες έρημες,
      κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
      τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
      Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
      Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
      τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
      Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
      πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
      λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
      παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
      Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
      την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
      κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
      Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
      κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
      ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
      κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
      Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
      γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
      Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
      παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
      ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
      με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
      Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
      στο εσωτερικό μας πάθος,
      αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
      της μητρότητάς μας…”
      (Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)

      -Κική Δημουλά, «Σημείο αναγνωρίσεως»
      (Άγαλμα γυναίκας με δεμένα τα χέρια)

      Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
      εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
      Στολίζεις κάποιο πάρκο./ Από μακριά εξαπατάς.
      Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
      να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
      πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
      Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
      δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
      μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
      κ’ η στάση σου είναι η θέλησή σου
      κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
      την αγωνία του αιχμαλώτου.
      Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη: αιχμάλωτη.
      Δεν μπορείς/ ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
      ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
      Δεμένα είναι τα χέρια σου. (…)
      Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα
      εγώ σε προσφωνώ γυναίκα αμέσως.
      Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
      στο μάρμαρο ο γλύπτης/ κι υπόσχονται οι γοφοί σου
      ευγονία αγαλμάτων,/ καλή σοδειά ακινησίας.
      Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
      όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,/ σε λέω γυναίκα.
      Σε λέω γυναίκα/ γιατί είσαι αιχμάλωτη.
      (Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

  3. Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο…
    «J’i cueilli ce brin de bruyère»
    G. Apollinaire

    Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
    Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
    Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
    Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
    Μοῦ ῾λεγε πὼς μ᾿ ἀγαποῦσε ἀλλὰ δὲν τὸ ἄκουγα καθαρὰ
    Μοῦ ῾λεγε πὼς πονοῦσε νὰ μὴ ζεῖ μαζί μου
    Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
    Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία
    Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα
    Τ᾿ ἀηδόνια σκέπαζαν τὸ περπάτημά της
    ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της
    Ἡ καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει
    Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα
    Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα
    Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη
    ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    Εἶναι μία γυναῖκα

    Εἶναι μία γυναῖκα καὶ τραγουδᾷ
    Θὰ γίνω σὰν τὴ θάλασσα ποὺ βρέχει τὴ ζωή μας
    Θὰ γίνω περιστέρι
    Θὰ γίνω σὰν τὴ θάλασσα ποὺ εἶναι πάντα μπροστά μου
    Καὶ μ᾿ ἀκλουθᾷ ὅταν περπατῶ
    Καὶ μ᾿ ἀκλουθᾷ ὅταν κλαίω
    Καὶ μὲ παρηγορεῖ τὴν ὥρα ποὺ δὲν φταίω
    Τὴν ὥρα ποὺ τὴν πατρίδα μου νείρομαι
    Τὸν ἔρωτα ἢ τὴ χαμένη ἀγάπη.
    ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    Νίκος Εγγονόπουλος, Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π᾽ αγαπάμε

    είν᾽ οι γυναίκες π᾽ αγαπάμε δάση
    το κάθε δέντρο τους είν᾽ κι ένα μήνυμα του πάθους
    σαν μέσ᾽ σ᾽ αυτά τα δάση
    μας πλανέψουνε
    τα βήματά μας
    και χαθούμε
    τότες είν᾽
    ακριβώς
    που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας

    έχουνε οι γυναίκες π᾽ αγαπούμε θεία την ουσία
    κι όταν σφιχτά την αγκαλιά μας
    τις κρατούμε
    με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ᾽ όμοιοι
    στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
    τίποτε δεν είν᾽ πια δυνατό να μας κλονίση
    με τα λευκά τους χέρια
    αυτές
    γύρω μας γαντζώνουν
    κι έρχονται όλοι οι λαοί
    τα έθνη
    και μας προσκυνάνε
    φωνάζουν
    αθάνατο
    στους αιώνες
    τ᾽ όνομά μας
    γιατί οι γυναίκες π᾽ αγαπάμε
    την μεταδίνουν
    και σ᾽ εμάς
    αυτή
    τη θεία τους
    ουσία.

    Ρόδα Αειθαλή

    Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
    βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
    δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
    όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
    όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
    Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
    στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
    στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
    στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
    στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
    Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
    μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι` αυτές
    ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμα τους
    ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.
    TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

    ΥΓ. Προτάσεις:
    Άνεμος, Φίλοι, Τρένα- Σταθμοί, Χορός, Μουσική, Δρόμος, Ταξίδι, Χιόνι, Φωτογραφία. Πατέρας, Χρώματα, Συνάντηση

    • Grazie mille, Ageliki!!!
      Από τις προτάσεις σου το επόμενο θέμα μας μάλλον θα είναι το «Σταθμός (τρένων)», που είδη το έχω κάπως ψαγμένο…

      -Άννα Αχμάτοβα, «Επίγραμμα»

      «Θα μπορούσε η Βεατρίκη σαν τον Δάντη να δημιουργήσει,
      Είτε η Λάουρα το πάθος της αγάπης να υμνήσει;
      Τις γυναίκες εγώ δίδαξα πώς να μιλούν,
      Αλλά, Θεέ μου, πώς να τις μάθω να σιωπούν;»
      (Ρώσοι ποιητές 20ου αιώνα, εκδ. Μεσόγειος)

      -Ανδρέας Εμπειρίκος, [Εχεμύθεια»

      «Με την ριπή του ανέμου στα μαλλιά
      Της γυναικός που στροβιλίζεται μες στο σαλόνι
      Και παίρνει την ζωή όπως της έρχεται
      Και με στολίδια και παιδιά
      Που την λατρεύουν κι όλο λέγουν τ’ονομά της
      Και με τους άνδρες που σηκώνουν
      Όρθιο το χέρι τους στον ουρανό
      Μες στην εξαίσια λειτουργία των παλμών τους
      Στον στρόβιλο του βαλς που πλησιάζει
      Τα στήθη τους στα στήθη της γυναίκας.»

      -Κ. Π. Καβάφης, «Προς τας Kυρίας»

      Sigh no more, ladies, sigh no more,
      Μen were deceivers ever, etc. etc.
      SΗAΚΕSPΕARΕ

      Κυρίαι, μη εις στεναγμούς
      περνάτε τον καιρόν•
      δόλιον είναι σμήνος το γένος των ανδρών.
      Επί της γης ο εις των πους,
      κι’ ο άλλος στο νερόν,
      επιμονήν δεν δείχνουν εις έργον ή σκοπόν.
      Μη στενάζετε, λοιπόν,
      μη πενθήτε διά λεπτόν,
      ίνα ευτυχισμέναι ήσθε, ζήσετε μακράν αυτών!

      Μη πλέον, θλιβερά φωνή,
      των πενθηρών ωδών
      ψάλλετε τα παράπονα στα ώτα των κωφών•
      η πλάνη των διαγωγή
      είναι αρχαίον κακόν
      ωσάν το πρώτον θέρος ’που εφάνη ανθηρόν.
      Μη στενάζετε, λοιπόν,
      μη πενθήτε διά λεπτό,
      ίνα ευτυχισμέναι ήσθε, ζήσετε μακράν αυτών!
      (Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

  4. Πες μου πως δεν το έχεις κι αυτό, δεν θυμάμαι να το διάβασα:
    Οδυσσέας Ελύτης: «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής»

    Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
    Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
    Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

    Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
    Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
    Κι όταν σε πήρε το φιλί
    Γυναίκα

    Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας
    τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
    Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας
    τώρα που οι μακρυνές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα

    Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
    τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

    Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
    Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
    Κι όταν σε πήρε το φιλί
    Γυναίκα

    Καλό βράδυ σε όλους παιδιά!

  5. Μια γυναίκα μπορεί, Ελένη Βιτάλη

    ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

    Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
    Τα μάγουλά της βαμμένα
    και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
    Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
    που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού να αρχίσει.
    Κάθισα ξύπνιος ύστερα -και την κοίταζα.
    Το πρόσωπό της μισό
    είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.
    Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.
    Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους την ερημιά του μάστορα.
    (Γιώργος Μαρκόπουλος)

    Γυναίκες

    YΓ. Καλή (βροχερή) Κυριακή!

    «Και στης ζωής τους πιο βαρείς χειμώνες
    αλκυονίδες μέρες καρτερούν»
    (ΔΡΟΣΙΝΗΣ) είναι η απάντησή μου στο μακράν ωραιότερο όλων σχόλιό σου στη joan petra.

    • Ciao Ageliki!!!… Καλό υπόλοιπο Κυριακής, μια Κυριακή παγωμένη εδώ στο Βόλο με χιονισμένο το Πήλιο!…
      Υπέροχο το ποίημα του Μαρκόπουλου, το έχω αναρτημένο από πολύ καιρό εδώ, στη σελίδα «Έλληνες ποιητές 1»… Grazie mille!!!

      Κι από μένα κάτι δικό μου:

      -Γιάννης Π. Τζήκας, «Γυναίκα “double face”»

      “Γυναίκα μάνα, γυναίκα παραμάνα
      Γυναίκα «συν γυναιξί και τέκνοις»
      Γυναίκα του ελέους και του χρέους
      Γυναίκα του έρωτα του πάθους
      Γυναίκα του ύψους και του βάθους
      Γυναίκα των ονείρων
      Γυναίκα της διπλανής πόρτας
      Γυναίκα η δική σου και του άλλου
      Γυναίκα «πέτρα του σκανδάλου»
      Γυναίκα της ερήμου
      Γυναίκα των πολυκατοικιών
      Γυναίκα των παράνομων δεσμών
      Γυναίκα σεξ απίλ
      Γυναίκα «πας γυρεύοντας, μωρό μου»
      Γυναίκα παρθένα
      Γυναίκα κάθε βράδυ στην αρένα
      Γυναίκα του καημού και των λυγμών
      Και γέφυρα των στεναγμών
      Γυναίκα χαμόγελο και αγκαλιά
      Γυναίκα ” ο όφις με εξαπάτησε”
      Γυναίκα σφήκα και κεντρί
      Γυναίκα άγγελος στη γη
      Γυναίκα δις- δαιμώνα
      Γυναίκα γλύκα και απαντοχή
      Γυναίκα αρμύρα στην πληγή
      Γυναίκα μοντέλο και γυναίκα του μπορντέλου
      Γυναίκα έρωτας παντοτινός
      Γυναίκα γκόμενα, γυναίκα φιλενάδα
      Γυναίκα βίζιτα, στη Βάθης περατζάδα
      Γυναίκα φως, γυναίκα Πηνελόπη
      Γυναίκα το μισό του ουρανού
      Γυναίκα της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: