Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (42ο): «Σιωπή»…

Μαξ Ερνστ, «Τα μάτια της σιωπής»

Μαξ Ερνστ, «Τα μάτια της σιωπής»

 

 

«Αχ, σιωπή παντοτινή του Είναι σπλαχνοσύνη» (Ν. Καρούζος)…. 

 

 

1. Νίκος Καρούζος, «Αντι – νεφέλωμα»

 

Η σιωπή δεν είναι λεφτεριά,

η σιωπή δεν είναι αιχμαλωσία

η σιωπή δεν είναι δωρεά, η σιωπή

δεν είναι ιδιοκτησία

η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο

η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη

κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιγή μιλιέται

κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια

καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες

η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα

η σιωπή δεν κατάγεται από την Κίνα, η σιωπή

τη γλώσσα της φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες

αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα

στους ρήτορες οπού σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται

πηγαίνει τις Κυριακάδες στην εκκλησία για να ψάλλει

συχνά τηγανίζει πατάτες

τα τύμπανα δικά της είναι , οι γενετήσιοι

σπασμοί της αγάπης

τα ουρλιάσματα των γυναικώνε στα μαιευτήρια

όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα

μα όμως τι όλεθρος

η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

 

 

2. Βύρων Λεοντάρης, «Η σιωπή που ακολουθεί»

 

Όχι μόνο τ` αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε
με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές,
που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων,
των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών
μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυό στόματα,
που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.
(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, εκδ. ύψιλον/βιβλία)

 

 

3. Θανάσης Κωσταβάρας, «Τα διαπιστευτήρια της σιωπής»

 

Διάβασα πάλι όλα μου τα ποιήματα
που έχω γράψει για σένα.
Τόσα πολλά λόγια
και τόσα λίγα τα ειπωμένα, τόσα στο βάθος τ’ ανείπωτα.

Όμως εσύ που μπορείς να διαβάσεις
τους άγραφους νόμους του μέσα μου σύμπαντος
εσύ που έχεις ακούσει το μοναχικό τριζόνι της νύχτας
που είδες το αόρατο φέγγος μιας τρομερής αποκάλυψης
εσύ, προπάντων εσύ
που συνεχίζεις ν’ ανθίζεις
πάνω στο μαύρο χιόνι που απλώνεται γύρω μου
μη βιαστείς να με κρίνεις να κλείσεις τους δρόμους, να διαβάσεις λάθος το μήνυμα.

Κοίταξέ με μόνο στα μάτια
μέτρησε τη βαθιά πληγή που ανοίγεται μέσα τους
άκου τη σιωπή που κάνει να τρίζουν τα φύλλα στις αστροφεγγιές τους
κι όταν ημερέψεις το φόβο
που σαν το παγιδευμένο αγρίμι ουρλιάζει
τότε θα καταλάβεις.

Θα δεις τι πόθοι ασφυκτιούν
το πάθος συντηρούν στις κρύπτες τους
τα ζυγιασμένα λόγια.

 

*Σχόλιο: «Ο πολύτιμος ήχος της σιωπής»…

«Ο ήχος της σιωπής είναι πλέον μια θολή ανάμνηση, όπως η προστατευμένη ιδιωτική ζωή και η συγκέντρωση της προσοχής σε ένα μόνο πράγμα, ή πρόσωπο, κάθε φορά. Μισόν αιώνα πριν, ο Ελβετός φιλόσοφος Μαξ Πικάρ είχε προειδοποιήσει: «Τίποτα δεν έχει αλλάξει τόσο τη φύση του ανθρώπου όσο η απώλεια της σιωπής», η οποία κάποτε ήταν φυσική σαν τον ουρανό και τον αέρα.

Καθώς σατανικά μικρά γκάτζετ συνωμοτούν για να παρακολουθούν τις κινήσεις μας και να καταγράφουν τις δραστηριότητές μας παντού, παράγοντας ένα μπαράζ εικόνων και ήχων, υπάρχουν όλο και λιγότερες στιγμές από αυτές που η Βιρτζίνια Γουλφ αποκάλεσε “στιγμές ύπαρξης”, οι οποίες ξεχωρίζουν από “το βαμβάκι της καθημερινότητας”.

“Η στοχευμένη προσοχή θα είναι το αγαθό που θα λείπει περισσότερο στη μελλοντική ζωή. Θα νομίζεις ότι δεν χάνεις τίποτα, αλλά πιθανότατα θα τα χάνεις όλα”, λέει ο καλλιτέχνης και συγγραφέας Εντ Σλόσμπεργκ. Για πολύ καιρό, η τέχνη πρόσφερε ένα καταφύγιο για τη σιωπή, “αλλά τώρα η τέχνη είναι συχνά τόσο φασαριόζικη και έντονη και πολυεδρική, που δυσκολεύεσαι να σταθείς κάπου για λίγο. Ιδιαίτερα όταν κουβαλάς μαζί σου μια μικροκάμερα και συνεχώς καταγράφεις και κάνεις play back, αντί να επιτρέψεις στον εαυτό σου στιγμές ανάπαυλας και σύνθεσης, αφήνοντας το μυαλό σου να ονειροπολήσει”.

Να, όμως, που η τέχνη, σε μια εμπνευσμένη στροφή, προσέφερε και πάλι την ευκαιρία να βιώσουμε μια σιωπηλή “στιγμή ύπαρξης” στο “The Artist”, την πολυβραβευμένη βωβή ταινία που εντυπωσίασε τους πάντες στο Φεστιβάλ των Καννών και σάρωσε στα όσκαρ.

Αποδείχτηκε ότι ήταν πολύ έξυπνη ιδέα να κάνεις μια βωβή ταινία το 2011, ως αντίδοτο στη σύγχρονη μάστιγα της άσκοπης φλυαρίας.

Εδώ η σιωπή δεν είναι μόνο χρυσός, αλλά υπενθυμίζει πόσα πολλά μπορείς να πεις χωρίς λόγια. Αν αφαιρέσεις τη γλώσσα, τις πράσινες οθόνες και τα τρισδιάστατα γυαλιά, τα αισθήματα -η υπερηφάνεια, η ζήλια, ο φόβος, η αγάπη- εκφράζονται πιο ατόφια και γοητευτικά.

Advertisements

Single Post Navigation

13 thoughts on “Πες το με ποίηση (42ο): «Σιωπή»…

  1. Silencio, Beethoven

    Η ΣΙΩΠΗ
    Ὅσο καὶ ἄν μένουν ἀνεκτέλεστα τὰ ἔργα, ὅσο καὶ ἄν εἶναι πλήρης ἡ σιγὴ (ἡ σφύζουσα ἐντούτοις) καὶ τὸ μηδὲν ἄν διαγράφεται στρογγύλον, ὡς ἄφωνον στόμα ἀνοικτόν, πάντα, μὰ πάντα, ἡ σιγὴ καὶ τὰ ἀνεκτέλεστα ὅλα, θὰ περιέχουν ἕν μέγα μυστήριον γιομάτο, ἕνα μυστήριον ὑπερπλῆρες, χωρὶς κενὰ καὶ δίχως ἀπουσίαν, ἕν μέγα μυστήριον (ὡς τὸ μυστήριον τῆς ζωῆς έν τάφω) – τὸ φανερὸν, τὸ τηλαυγές, τὸ πλῆρες μυστήριον τῆς ὑπάρξεως τῆς ζωῆς, Ἄλφα-Ὠμέγα.
    (Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα)

    Ναι, μόνο στη σιωπή σου υπάρχεις

    και μόνον απ’ την ίδια σου σιωπή
    το λάλον ύδωρ αναβλύζει εντός μου

    κι αυτό το φέγγος που
    σε περιβάλλει
    που μέσα του ενοικείς και κυοφορείσαι
    θαρρώ σιωπής εμφάνεια είναι
    θαρρώ τους δυο μες στη σιωπή συμπλέκεις κόσμους

    κι ο τόπος σου
    είναι ο τόπος όπου σμίγουν
    ζόφος και φως
    κι εσύ
    με φως και ζόφο
    πλάθεσαι και κυριαρχείς
    στα σιωπηλά σκιόφωτα του ονείρου

    και ιδού
    τα μέσα στο βυθό τοπία
    ξυπνούν κι ανθίζουν με
    τον ερχομό σου
    στολίζονται άστρα και όστρακα
    κι αργά
    προς τον δικό μας αναδύονται κόσμο
    (Ορέστης Αλεξάκης, συλλογή Βυθός, 1985)

    Στο τέλος όλα σωπαίνουν…

    Στο τέλος, όλα σωπαίνουν
    και μόνο στάζει μια βρύση

    Για να μπορείς να θυμάσαι
    (Ορέστης Αλεξάκης, συλλογή Ο ληξίαρχος, 1989)

    Το βαλς της σιωπής, Γιώργος Καζαντζής

    1. Η σιωπή μου
    Στον Πέτρο Δήμα

    Οι πρώτοι φθόγγοι που άκουσα στη ζωή μου, οι πρώτες λέξεις
    δεν ήταν το νανούρισμα της μάνας μου και το κελάηδημα της σιταρήθρας.
    Πάνω απ’ το λίκνο μου άρθρωνε ρήματα το γαλάζιο
    κι έμπαζε μέσ’ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο η σιωπή
    ένα ποτάμι υπέροχα λόγια. Μιας θαυμαστής
    γλώσσας το χρυσό αλφάβητο διακλαδιζόταν μέσα μου.
    Περνώντας μέσ’ από κοιτάσματα χρυσαφιού
    στα βάθη μου εξακολουθεί το θείο αυτό ποτάμι
    να ρέει, σιγά, σαν τα νερά των βυθισμένων ποταμιών,
    που τρέχαν μ’ ένα βούισμα μελισσιών κάτω απ’ τους βράχους
    του Ταϋγέτου, όταν οι ωραίες νύχτες τον νανουρίζαν
    σαν ένα βρέφος κι ο λαγός όρθιος άκουγε το άπειρο!
    Ό,τι καλύτερο άκουσα στον κόσμο αυτό δεν ήταν
    παρά τα δάκρυα των απλών ανθρώπων κι η σιωπή.
    Ακούστε το παλλόμενο πρωινό χαμόγελό μου!
    Είμαι μια τόσο φλύαρη ψυχή! Ω, μη μου λέτε
    πως δε μιλώ. Ούτε στιγμή δε σταματά η φωνή μου.
    Σύννεφο εντός μου υψώνονται του θέρου οι σιταρήθρες
    όταν σιωπώντας σας κοιτώ στα μάτια. Ένα μελτέμι
    που βγαίνει μέσ’ από χρυσά φλάουτα είναι η σιωπή μου.
    Η κάθε λέξη της σιωπής μου ανθίζει άγραφα χρώματα
    κι είναι στημένα μέσα μου άπειρα ουράνια τόξα
    που βρέχουνε χρωματιστές λέξεις μες στη σιωπή μου.
    (Νικηφόρος Βρεττάκος)

    2. Νύχτα σε άκρα σιωπή

    Αν ακούγονταν ήχος , δε θα ‘ταν παρά
    οι αχτίδες που κρέμονταν. Τι είναι φωνή;
    Σε θυμάμαι που μίλαγες. Συλλογίζομαι τώρα
    πως μες στη φωνή του πουλιού και τ’ ανθρώπου
    καθρεφτίζεται ο ήλιος.
    (Νικηφόρος Βρεττάκος)

    3. ΧΟΡΙΚΟ
    Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει…
    Υπάρχουνε βάθη που δεν τ’ ανιχνεύει ο ήλιος…
    Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη…
    Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες.
    Τα μάτια δε λένε…
    Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες…
    Να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται
    του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,
    αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωναν όλα
    τα δέντρα του κόσμου…
    (Νικηφόρος Βρεττάκος)

    4. Η σιωπή

    Έγινε ξαφνικά μια σιωπή, που όλα φώναζαν
    μές στο σπίτι βοήθεια. Εγώ ψύχραιμος, όσο
    κι’ αν έτρεμαν όλα μέσα μου, όσο
    κι’ αν είχα το πρόσωπο κίτρινο και άσπρο,
    περίμενα πάντοτε πως κάτι θα σάλευε πριν
    αρχίσουν να λιώνουν κερί και νερό
    τα χαρτιά, τα βιβλία μου
    πρίν
    οι εικόνες στον τοίχο σκύψουν τα πρόσωπα.
    Δυό γαρούφαλα έριξαν κιόλας στον τοίχο
    τα κεφάλια λιπόθυμα. Βοήθησε, Κύριε!
    Βρέξε να σβύσεις το σκοτάδι που καίει,
    τη σιωπή που ανεβαίνει απ’ τις τέσσερες
    γωνιές του σπιτιού. Ένας κόμπος φωνής
    θα ριχνε άπλετο φως.
    ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Σιωπή, Χρήστος Θηβαίος

    ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ( στη μνήμη της Σιωπής)

    I

    Σαν σήμερα πριν ένα χρόνο κηδεύαμε τη σιωπή Λιγοστοί φίλοι τη συνόδευσαν θυμάμαι στην τελευταία της κατοικία Κάποιος είπε πως ειχ’ ένα χαμόγελο στα χείλη επιεικείας
    ημερών του ήλιου προτού γεράσει ο κόσμος! μάλλον Ένα στεφάνι κατετέθη των δικαίων κι ύστερα διαλύθηκαν ησύχως δεν ξέρω κατά που….

    II

    ….Πώς να ζήσεις με χίλια στόματα να κροταλίζουν στα παράθυρα σπασμένα σύμφωνα φωνήεντα σπασμένα Και πως ν’ αντέξεις αυτόν που τρέμει μέσα φοβισμένος Κάποιοι

    Μας έκλεισαν στο πουθενά Καιρός φρονώ για σήραγγες προς την αμίλητη θάλασσα την κατακόκκινη των πρώτων
    Γκαντζης Αντώνης

    Silence – Charlie Haden & Chet Baker

    Ἡ χώρα τῆς σιωπῆς

    Ἡ χώρα τῆς σιωπῆς εἶναι ἀπὸ κρύσταλλο –
    γαλάζιο κρύσταλλο, σὰν ἀπὸ πάγο.
    Ἐκεῖ χορεύουνε τὰ πάντα ἀθόρυβα
    κι ὅλες οἱ εἰκόνες διαθλῶνται στὸ ἄπειρο.
    Τὰ δάκρυα τῶν παιδιῶν καὶ τὰ παράπονα
    ἀφήνουν τὸ λεπτό ἦχο τῆς κιθάρας
    Τῶν σιωπηλῶν πλασμάτων τὰ χαμόγελα
    ρόδινη ἀνταύγεια ὑψώνουν στὰ μεσούρανα
    καὶ τὰ βαθιά βλέμματα τῆς ἀγάπης
    ἀνάβουν φλόγες πυρκαγιᾶς γαλάζιες.
    Στὴ χώρα τῆς σιωπῆς ὅ,τι εἶναι γνήσιο
    σὰν μιὰ καμπάνα ἀκούγεται γιορτάσιμη
    ποὺ ἀνοίγει βουερούς θόλους στὰ οὐράνια.
    Στὴ χώρα τῆς σιωπῆς συχνά ἀκροάστηκα
    τὶς σημένιες κωδωνοκρουσίες
    ποὺ ὑψώνει κάποιο σμῆνος γερανῶν.
    Σὲ γάμους μυστικούς, σὲ λιτανεῖες,
    σὲ τελετὲς οὐράνιες παρευρέθηκα
    στὴ χώρα τῆς σιωπῆς πού εἰναι ἀπὸ κρύσταλλο,
    γαλάζιο κρύσταλλο σὰν ἀπὸ πάγο…
    ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

    ΄Επεφτε βαθιά σιωπή

    Μαθήματα στην πείνα

    «Σου αρέσω;» ρώτησα το μπλε σακάκι.
    Καμία απάντηση.
    Σιωπή αναπήδησε απ’ τα βιβλία του.
    Σιωπή έσταξε απ’ τη γλώσσα του
    και κάθισε ανάμεσά μας κι έφραξε το λαιμό μου.
    Έσφαξε την εμπιστοσύνη μου.
    Άρπαξε από το στόμα μου τσιγάρα.
    Ανταλλάξαμε λέξεις τυφλές
    και δεν έκλαψα,
    δεν ικέτεψα,
    μαυρίλα πλάκωσε την καρδιά μου
    και κάτι που είχε υπάρξει καλό,
    ένα είδος φιλεύσπλαχνου οξυγόνου,
    έγινε φούρνος του γκαζιού.
    Σου αρέσω;
    Τι εξωφρενικό!
    Τι ερώτηση είναι αυτή;
    Τι σιωπή είναι αυτή;
    Και γιατί περιφέρομαι ακόμα εδώ διάτρητη απ’ όσα είπε η σιωπή του;
    AN ΣΕΞΤΟΝ
    (Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου)

    Η σιωπή (Aν Σέξτον)

    Όσο πιο πολύ γράφω, τόσο η σιωπή μοιάζει να με καταβροχθίζει
    C.K. Williams

    Το δωμάτιό μου είναι ασπρισμένο,
    άσπρο σαν τον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού
    κι άλλο τόσο σιωπηλό’
    λευκότερο απ’ τα κόκαλα της κότας
    που λευκαίνουν στη σελήνη,
    άσπιλα σκουπίδια,
    κι άλλο τόσο σιωπηλό.
    Υπάρχει ένα άσπρο άγαλμα πίσω μου
    κι άσπρα φυτά
    που θεριεύουν σα χυδαίες παρθένες
    βγάζουν τις λαστιχένιες γλώσσες τους
    αλλά δε λένε τίποτα.

    Τα μαλλιά μου είναι το μόνο σκούρο.
    Κάηκαν στην άσπρη τη φωτιά
    κι είναι κάρβουνο μόνο.
    Οι χάντρες που φορώ είναι κι αυτές μαύρες
    είκοσι μάτια ανασυρμένα
    απ’ το ηφαίστειο
    σε τέλεια σύσπαση.

    Γιομίζω το δωμάτιο
    με λέξεις απ’ την πένα μου.
    Απ’ αυτήν στάζουν οι λέξεις σαν αποβολή.
    Εκσφεντονίζω λέξεις στον αέρα
    κι επιστρέφουν σαν μπαλιές σ’ επιφάνεια σκληρή.
    Κι όμως υπάρχει σιωπή.
    Πάντα σιωπή.
    Σαν ένα πελώριο στόμα βρέφους.

    Η σιωπή είναι ο θάνατος.
    Έρχεται κάθε μέρα με τον καταπέλτη του
    να κάτσει στον ώμο μου, ένα άσπρο πουλί,
    να τσιμπολογάει τα μαύρα μάτια
    και τον παλλόμενο ερυθρό μυώνα
    στου στόματός μου.

    (μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
    Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές – εκδόσεις Ύψιλον, 1983)

    Silentium, Arvo Part

    ΣΤΗ ΛΥΠΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ
    Η γλώσσα της Λυπιού είναι η σιωπή

    Προοίμιο

    Στη σιωπή τα ποιήματα
    γεννιούνται όπως στον έρωτα
    μόνο που το συνηθίζει
    η ασυγκίνητη σιγή
    και να τα γεννάει
    και να τα καταπίνει.

    1
    Εδώ σπουδάζεις τη σιωπή
    σα να ’ταν ξένη γλώσσα
    κι αν έχεις ασκηθεί αρκετά
    ξέρεις να ξεχωρίζεις τη διάλεκτο
    της μέρας απ’ τη βαριά προφορά
    της νύχτας.
    Τα πουλιά τα μαθαίνεις απ’ έξω
    όπως και το φως που αλλοιώνει
    τη σημασία του τίποτα.
    Δεν θα μπορέσεις ποτέ αυθόρμητα
    να εκφραστείς σ’ αυτή τη γλώσσα
    όμως θα σ’ αιφνιδιάζει πάντα η αλήθεια της.
    Διαβάζεις τα δέντρα, τα βουνά στο πρωτότυπο.
    Λες: Τι έχω εγώ να πω σ’ αυτή τη γλώσσα;
    Το πληγωμένο ζώο μέσα σου βαθιά δεν απαντά.
    Σωπαίνει.
    (ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΚΑΤΕΡΙΝΑ)

    • Καλημέρα, καλή Κυριακή, Αγγελική!!!!
      Perfetto!!!…. Τόσα πολλά και τόσο ωραία για τη «σιωπή»!… Το ποίημα του Εμπειρίκου και της Σέξτον τα είχα κρατημένα για σχολιασμό αλλά με πρόλαβες! Τα υπόλοιπα του σχολίου σου δεν τα ήξερα! Grazie mille!!!

      -«…Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
      Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
      Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει
      στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
      «Έρμο τουφέκι σκοτεινό,τι σ’ έχω `γώ στο χέρι;
      Οπού συ μου `γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».»
      (Διονύσιος Σολωμός)

      -Νίκος Εγγονόπουλος, «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής»
      «… πολύ σιωπηλά είναι όλα, κι η σιωπή είναι
      καλή μονάχα σαν κλείνει μέσα της χαρά.
      Αλλιώς τη φοβάμαι…» Λη

      τα σπέρματα
      των λυκανθρώπων
      κουράζουν
      τα πηδάλια
      του ορίζοντος
      ριχτούν
      αναμμένες φλογέρες
      μέσα
      στα ματωμένα φουστάνια
      που κρέμονται

      στα πυκνά κλαριά
      των δέντρων
      πνίγουν κοράκια
      μεσ’ στους καθρέφτες
      ζητούν
      τη δικαιοσύνη
      και τον οίκτο
      των
      παιδιών

      εγώ
      όμως
      βάζω κόκκινα λουλούδια
      μεσ’ στα μαλλιά της
      ορθώνομαι
      ολόγυμνος
      μέσα σε κήπους
      πορφυρούς
      χάνομαι
      μέσα σε
      σκοτεινές σπηλιές
      που κρυφτούν
      βαθιά
      ραφτομηχανές
      και ψάρια
      κίτρινα
      που μιλούν
      σα λουλούδια

      κι ίσως
      εγώ να είμαι πια
      αυτός ο λυκάνθρωπος

      των αστραπών
      αυτός που λεν
      σα βραδιάζει
      ο «άνθρωπος παρένθεσις»
      μες στις φυσούνες
      της πλεκτάνης
      στα
      σάβανα
      της πορείας
      εν ώρα
      νυκτός
      όταν
      πεθαίνει
      ένα πουλί
      σα θειαφοκέρι

      κι έτσι πέφτουν
      σταλαματιά, σταλαματιά
      στους κρόταφους
      των απεγνωσμένων
      κλειδοκυμβάλων
      τα ζευγάρια
      των απογοητευμένων
      κι ένα
      βαρύ σύννεφο
      από μακριά
      ξανθά μαλλιά
      με μάτια φαιά
      πετάει αθόρυβα
      μες σε
      στενόμακρα υπόγεια
      οπ’ ανθούν μόνο
      λιμάνια

      και
      γυπαετοί

      κι είναι η σιωπή
      φωτιά
      μιαν ανεμόσκλα
      που τοποθετούν
      προσεκτικά
      στα χείλια
      κι ένα άσπρο
      άλογο
      που είναι
      ένα δέντρο
      κοντά στη θάλασσα
      κι ένα κόκκινο
      άλογο
      σαν
      σημαία

      και τρέχω
      πάνω στα νερά
      ακούραστα
      με το λυρικό
      ποδήλατο
      με την περικεφαλαία
      της αγάπης

      κι όταν φτάσω
      στο τελευταίο
      σκαλί
      της σκοτεινής
      αυτής σκάλας

      κι ανοίξω
      την πόρτα
      του δωματίου
      τότες μόνε αντιλαμβάνομαι
      πως το δωμάτιο
      ήταν
      είναι
      ένας μεγάλος κήπος
      γιομάτος μουσική
      και
      ζωγραφιές

      ένα δωμάτιο
      γεμάτο σεντόνια
      ριχμένα
      μέσα στον κήπο

      σεντόνια
      π’ άλλα ανεμίζανε
      σα σημαίες
      κι ωσάν
      υελοπίνακες
      κι άλλα ήτανε
      ριχμένα κάτω
      σαν καθρέφτες
      κι άλλα
      μιλούσαν
      λέξεις άναρθρες
      σαν καπνοδόχες
      κι άλλα στρωμένα
      σε κρεβάτια
      σαν κομήτες

      άλλα έμοιαζαν
      κανάτια
      άλλα ήτανε
      σαν προβοσκίδες
      κι άλλα
      έντυναν
      με δροσιά
      και τραγικές κραυγές
      γυναίκες ολόγυμνες
      κι ωραίες

      έτσι
      που πρέπει
      ίσως ναν κι ανάγκη απόλυτη
      να παραβάλω
      την όλη
      κατάσταση
      μ’ ένα γυαλί
      που όταν
      βάζεις
      το μάτι
      βλέπεις
      ένα βαθύ
      πηγάδι
      και στο
      βάθος
      ένα
      πουλί

      -Αργύρης Χιόνης, «Περί σιωπής λόγος»
      «Η σιωπή είναι το κέλυφος του ήχου. Κλεισμένος μέσα της, ο ήχος τη ραμφίζει, όπως ραμφίζει το πουλί του αυγού το τσόφλι, θέλει κι αυτός να βγει και να πετάξει. Είναι μοιραίο λοιπόν να θρυμματίζεται, κάποια στιγμή, η σιωπή (τέτοια είναι η τάξη των πραγμάτων), για να μπορέσει ο ήχος ν’ ακουστεί. Ωστόσο, αν και θρυμματίζεται, ποτέ δεν αφανίζεται, αλλά, έτσι, κομματιασμένη, μέσα στον ήχο παρεισφρέει και, με παύσεις μαγικές, τον μετατρέπει, από θόρυβο, σε μουσική και ποίηση»

  2. Φίλε Γιάννη, δεν θα με μαλώσεις… Οι «σιωπές» της Αγγελικής μας, με «το βαλς της σιωπής» αλλά και το «Μαθήματα στην πείνα» με συνεπήραν! Η Τέχνη άλλωστε είναι μια! Καλό Σαββατόβραδο φίλοι μου! Σημ: Αγγελική μου, λέω να το δανειστώ το ποίημα «Μαθήματα στην πείνα», είναι συγκλονιστικό… Τα φιλιά μου!

    • Καλημέρα, καλή Κυριακή!… Αλίμονο, να μαλώσω την καλή μου φίλη, joan petra!!!!
      Η αγαπημένη φίλη, Αγγελική, είναι υπέροχη!!!
      Την αγάπη μου!!!

  3. Καλημέρα, Γιάννη, με νεότερα.
    (Τα ποιήματα ανήκουν στους δημιουργούς τους, ως γνωστόν, joan petra!)

    Silence, Night and Dreams, PREISNER

    Σώπα, μη μιλάς…

    Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
    κόψ’ τη φωνή σου
    σώπασε επιτέλους
    κι αν ο λόγος είναι αργυρός
    η σιωπή είναι χρυσός.

    Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
    έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
    «σώπα».

    Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
    μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»

    Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
    «κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!»

    Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
    Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.

    Ο λόγος του μεγάλου
    η σιωπή του μικρού.

    Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
    «Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
    «θα βρεις το μπελά σου, σώπα».

    Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
    «Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
    κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»

    Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
    η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
    ήξερε να σωπαίνει.
    Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε «Σώπα».

    Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
    «Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
    Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
    με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

    Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
    σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
    Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
    Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
    Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
    Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
    και μαζευτήκαμε πολλοί
    μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

    Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
    τα πάντα κι όλα πολύ
    εύκολα, μόνο με το Σώπα.
    Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».

    Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
    κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
    και κάν’ την να σωπάσει.
    Κόψ’ την σύρριζα.
    Πέτα την στα σκυλιά.
    Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

    Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
    Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
    χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
    Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

    Και δεν θα μιλάς,
    θα γίνεις φαφλατάς,
    θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.

    Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’ την αμέσως.
    Δεν έχεις περιθώρια.
    Γίνε μουγκός.
    Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου.

    Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
    ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
    γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
    και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
    και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
    με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
    ΜΙΛΑ!….

    ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ (απόδοση Γιάννη Ρίτσου;)

    Με πνίγει τούτη η σιωπή

    II
    Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
    Και πίσω απ’ τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
    Ερωμένη
    Αλλοτινών ήχων γόησσα

    Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
    Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
    Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του – εκεί.

    III
    Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
    Όλα τα δάχτυλα
    Σιωπή
    Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
    Σιγά σιγά ξετυλίγεται
    Η εξομολόγηση
    Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!
    EΛΥΤΗΣ

    Πώς να σωπάσω μέσα μου

    Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
    δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ ψίθυροι
    σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
    σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
    σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
    ΣΕΦΕΡΗΣ, απόσπασμα

    Μίλα.
    Πες «αστέρι», που σβήνει.
    Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
    Πες «πέτρα»,
    που είναι άσπαστη λέξη.
    Έτσι, ίσα ίσα,
    να βάλω έναν τίτλο
    σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.
    Κική Δημουλά, απόσπασμα
    (Από τη συλλογή Το Λίγο του κόσμου)

    Η σιωπή μες το πηγάδι, Στόκας

    Νίκος Καρούζος, Ύλη της σιωπής η νύχτα: στο δικό της στόμα η αλήθεια είναι ελάχιστη κι ας την ξέρεις απ’ το εύοσμο σώμα την ψηλόλιγνη λεξούλα γιασεμί .

    Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα
    Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη
    μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο
    μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμένα μάτια
    στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας
    τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας
    ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε
    καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ
    μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας
    πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη.
    Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας
    τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα
    σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη.
    Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο
    κειμήλιο-σκουλῆκι.
    Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
    Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
    στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.
    Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα
    κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ
    στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας
    τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα…
    ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    «Η σιωπή είναι η φόδρα της ομιλίας~ και όλων των κραυγών, των ουρλιαχτών, των θορύβων, των πάντων. Όλα είναι σιωπή – και να σας πω γιατί: Διότι όλα φεύγουν – μην κοιτάτε που τα κρατεί το μαγνητόφωνο. Ό,τι έχουμε πει έχει φύγει, έχει πάει στη σιωπή. Το μαγνητόφωνο είναι, απλώς, μια υπόμνηση της σιωπής. Η σιωπή είναι η δεξαμενή της ομιλίας~ και όλων των θορύβων» (Η Θεία Βλακεία – Η τελευταία συνέντευξη, στον Κωνσταντίνο Αν. Θεμελή).
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Silence – Charlie Haden, Jan Garbarek, Egberto Gismonti

    Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

    Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
    Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
    Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
    βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
    Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
    ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
    Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
    τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
    ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, απόσπασμα

    Της σιωπής τα κάστρα, Θηβαίος

    Το μυστικό άνθος
    Δεν είναι που δεν έχεις τι να πεις
    μάλλον
    κάποιο μυστικό άνθος
    άρχισε να ωριμάζει
    στη σιωπή σου.
    (Νίκος Γρηγοριάδης)

    Νάνος Βαλαωρίτης, Μια γυναίκα με πράσινο φόρεμα στεκόταν στη γωνιά του δρόμου του παλατιού
    Σιωπή παγερή, σιωπή γεμάτη αγκάθια σιωπή από άγρια πρόσωπα και κόκκινα μάτια –σιωπή – Σιωπή θα τα πω στον πλάστη όλα, για να μάθεις να είσαι συνεπής και ορθόδοξος…

    Breaking the silence, Laureena Mc Kennitt

    Το ποίημα είναι
    τ’ αρνητικό της σιωπής.(Ρίτσος)

    • …. Νέο ποιητικό- μουσικό «κύμα»!… Σ’ ευχαριστώ πολύ και πάλι, Αγγελική!… Είχα κρατημένο το «Σώπα», του Νεσίν, μου το «πρόλαβες» κι αυτό!… Σ’ ευχαριστώ δε ιδιαίτερα για το απόσπασμα από τη συνέντευξη του αγαπημένου μου Νίκου Καρούζο, το οποίο δεν το είχα υπόψη μου!
      Καλό κυριακάτικο απόγευμα μ’ ένα ποίημα και δυο όμορφα μουσικά κομμάτια…

      -Γιώργης Παυλόπουλος, «Η σιωπή»
      Στην Αυγή – Άννα Μάγγελ

      Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
      που έρχεται τη νύχτα.
      Ανεβαίνει τη σκάλα
      χωρίς νʼ ακούγονται πατήματα
      μπαίνει στην κάμαρα
      και κάθεται στο κρεβάτι μου.
      Μου φοράει το δαχτυλίδι της
      και με φιλεί στο στόμα.
      Τη γδύνω.
      Μου δίνει τότε τις βελόνες
      και τα τρία χρώματα
      το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
      Κι αρχίζω να κεντάω
      πάνω στο δέρμα της
      όλα όσα δε σου είπα
      και ποτέ πια δε θα σου πω.
      (Λίγος άμμος)

  4. Γνώρισα την σιωπή
    των άστρων και της θάλασσας,
    Την σιωπή του δάσους
    πριν τον ανοιξιάτικο άνεμο,
    Την σιωπή μιας μεγάλης αγάπης,
    Τη σιωπή της βαθειάς ειρήνης στη ψυχή
    Την σιωπή του γιού με τον πατέρα
    και την σιωπή μιας αρχαίας σοφίας.
    Edgar Lee Masters

    Σώπα κι άκουσε, Τσαλιγοπούλου

    Υπάρχει η σιωπή τ’ ουρανού
    πριν να ξεσπάσει η καταιγίδα,
    κι η σιωπή του δάσους..
    πριν αρχίσει να φυσά ο αγέρας,
    η σιωπή της ήρεμης θάλασσας
    μέσα στην νύχτα,
    η σιωπή όσων αγαπούν
    και της ψυχής η σιωπή..
    αλλά υπάρχει ακόμα και η σιωπή
    που ζητάει μονάχα ν’ακουστεί.

    Romano Battaglia
    °Μια καθαρή καρδιά°

    ΕΝΑΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΜΟΝΟ
    Ο στίχος μου έναν αναγνώστη μόνο θέλει,
    Μονάχα αυτόν που μ’ αγαπάει και με γνωρίζει,
    Αυτόν που ενώ μέσα στο τίποτε αρμενίζει
    Σα μάντης ξέρει ό,τι μες στ’ αύριο ανατέλλει.

    Γιατί η σιωπή παρουσιάστη στα όνειρά του
    Συχνά μ’ ανθρώπινη μορφή, κι εκεί στα βάθη,
    Πλάι-πλάι η τίγρις και το τρυφερούλι ελάφι
    Αργοπορούνε πότε πότε στην καρδιά του.

    Από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Attila Jozsef (σε απόδοση ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ)

    My Silent Cry

    Δεν φοβάμαι την ταραχή των βίαιων
    τρέμω την σιωπή των σκεπτόμενων.
    ήλθε ο καιρός ν’ ανοίξω τα παράθυρα
    στη ζωή που δεν κάνει φασαρία
    αλλά γράφει την αληθινή ιστορία του ανθρώπου.

    Martin Luther King

    Σκόρπια:

    Άσε με να κάτσω πλάι σου
    κι ό,τι θέλεις συλλογίσου,
    δε θα σου μιλήσω, δε θα σου μιλήσω.
    Μια φορά θυμάμαι μου μιλούσες, τώρα σιωπή.
    Σώπασε, κυρά δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις.
    Σώπα όπου να ‘ναι, θα σημάνουν οι καμπάνες.

    • Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!!!
      Ένα ποίημα δικό μου κι ένα όμορφο τραγούδι…

      «Σιωπή»

      Ακούτε τη σιωπή;
      Τι; Δεν την ακούτε;
      Ας σιωπήσουμε, λοιπόν
      Τίποτα να μην κάνουμε απόψε
      Μονάχα να σιωπήσουμε
      Μπορεί και να την ακούσουμε
      Να ακούσουμε την πυρκαγιά που τρίζει
      Και τις μεγάλες σελίδες
      Των παλιών ερώτων μας ν’ ανοίγουν
      Όπως ανοίγουν τα φύλλα των δέντρων
      Και τα βλέφαρα των εφήβων
      Κι ας είμαστε πολλοί
      Γύρω απ’ τη σιωπή μας
      Καθώς τις στάχτες της λήθης
      Θα σκαλίζουμε με καρτερία
      Με τη σιωπή μας θα μιλoύμε
      Μ’ όσους αγαπήσαμε
      Και μας χαιρέτησαν μια νύχτα
      Σιωπηλοί κι αυτοί και φύγαν…
      Και κει
      Μες στην απόλυτη σιωπή μας
      Μια ιαχή βυθού προτείνω
      Αυτό. Τίποτε άλλο
      Μια ιαχή βυθού
      Κι όλα θα τ’ ακούσουμε
      Και τη σιωπή μας
      Και το ουρλιαχτό μας
      Σιωπή

  5. Πώς να μην επανέλθω, τη στιγμή που βρήκα αυτόν το στίχο:

    Έκτωρ Κακναβάτος: «σφαγμένη εντός σου μιαν ερώτηση δε λέει να σωπάσει»

    Αφότου ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι ξέρα ο νους η ουλή βυθός
    μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις
    μέσ’ από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο.
    Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχεις
    χαράδρα η μνήμη, μάγμα απέραντο η οργή.
    Κι αν το νόημα είναι του βυθού;
    Η μελλούμενη πορεία αξία εσχάτη είναι
    ή το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω;
    Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου ‘μεινε φυσίγγι
    δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου
    που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ώς τον ενδότοιχο
    σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
    ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής
    με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
    όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
    κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ
    για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα…
    (Έκτωρ Κακναβάτος, “Η κλίμακα του λίθου”, 1964)

    Κι αυτό:

    Παίρνουν τα λόγια μου και τα κάνουν πουλιά
    Τα σκορπίζουν στους τέσσερις ανέμους
    Κι αγνώριστα ξαναγυρίζουν σε μένα
    Με τσακισμένα φτερά

    Πρέπει να σωπάσω
    ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ: ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

    Ακόμα ένα:

    Ηχηρό
    Και τέρμα η σιωπή
    Θα στέκω στο πλέγμα
    ορθή
    ν’ αρθρώσω τη λέξη
    σιωπή
    να μ’ ακούσεις
    Ολόκληρος κόσμος
    να δει πως φεύγω
    κι αλλάζω ζωή
    κι αλλάζω τον κόσμο που φεύγει
    Μα ούτ’ ευχή δεν θα πω
    για αρχή
    ούτε πώς
    ούτε τι
    και γιατί
    Κι ας με πνίγει εντός μου φωνή
    να μιλήσω
    Στο τέλος θα βρω
    πώς θα ζήσω
    φυγάδων αλάλων μιλιά
    θ’ αποκτήσω

    Αριστέα Παπαλεξάνδρου
    από τη συλλογή Υπογείως, 2012
    ενότητα Η ωραία τιμωμένη

    ΥΓ. Υπέροχες οι «Χίλιες σιωπές».
    Εντελώς μέσα στο πνεύμα της σιωπής και το δικό σου.
    Υποθέτω ότι τέλειωσα(;) κάπου εδώ.
    Και να σκεφτείς ότι αυτή τη φορά δεν άγγιξα καθόλου τον Τόλη Νικηφόρου, ο οποίος έχει γράψει τα πάντα για τα πάντα, χωρίς υπερβολή. Αχ, αυτή η Θεσσαλονίκη!

    Un petit silence, s’il vous plaît…

    • Ciao Ageliki!…Όντως άξιζε να επανέλθεις και σ’ ευχαριστώ πολύ!
      Ας κλείσουμε και το θέμα «σιωπή» μ’ ένα ποίημα του Καβάφη, στο οποίο απαξιώνει τη σιωπή (σιγή) υπερασπιζόμενος ενθέρμως το λόγο:

      Κ. Π. Καβάφης, «Λόγος και Σιγή»

      Aζά καν ελκαλάμ μιν φάντα, ασσουκούτ μιν ζαχάμπ.
      Aραβική Παροιμία

      «Είναι χρυσός η σιωπή και άργυρος ο λόγος.»

      Τίς βέβηλος προέφερε τοιαύτην βλασφημίαν;
      τίς χαυνωθείς Aσιανός παραιτηθείς εις μοίραν
      τυφλήν, βωβήν, τυφλός, βωβός; Ποίος οικτρός παράφρων
      ξένος τη ανθρωπότητι, την αρετήν υβρίζων,
      χίμαιραν είπε την ψυχήν, και άργυρον τον λόγον;
      Το μόνον μας θεοπρεπές δώρημα, περιέχον
      τα πάντα — ενθουσιασμόν, λύπην, χαράν, αγάπην·
      εν τη ζωώδει φύσει μας ανθρώπινον το μόνον!
      Συ όστις τον αποκαλείς άργυρον, δεν πιστεύεις
      το μέλλον, λύον την σιγήν, μυστηριώδες ρήμα.
      Συ εν σοφία δεν τρυφείς, πρόοδος δεν σε θέλγει·
      με την αμάθειαν — χρυσήν σιγήν — ευχαριστείσαι.
      Νοσείς. Είν’ η αναίσθητος σιγή βαρεία νόσος,
      ενώ ο Λόγος ο θερμός, ο συμπαθής, υγεία.
      Σκιά και νυξ είν’ η Σιγή· ο Λόγος, η ημέρα.
      Ο Λόγος είν’ αλήθεια, ζωή, αθανασία.
      Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν — σιγή δεν μας αρμόζει
      αφού εις το ομοίωμα επλάσθημεν του Λόγου.
      Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν — αφού λαλεί εντός μας
      η θεία σκέψις, της ψυχής άυλος ομιλία.

  6. Καλησπέρα Γιάννη.
    Η σιωπή είναι μεγάλο θέμα, και πολλά έχουν γραφτεί για κείνη. Σχήμα οξύμωρο θα έλεγε κανείς. Πολύ όμορφα όσα σχολιάσατε με την Αγγελική, πλούσιος ο λόγος για τη σιωπή. Έμαθα και πολλά που αγνοούσα.
    Από μένα μια κατάθεση παλιότερου γραπτού με αφορμή το ποίημα του Αζίζ Νεσίν «Σώπα, μη μιλάς»

    Από παιδί με χαρακτήρισαν γλωσσοκοπάνα.
    Κοινώς, μιλούσα συνέχεια και μάλιστα όταν δεν έπρεπε.
    Μεγαλώνοντας, έμαθα να σιωπώ.
    Να μιλάω όταν πρέπει και να μην πετάγομαι όταν δεν πρέπει.
    Μοιραία το παιδί μέσα μου παραπονέθηκε.
    Αναρωτιέμαι εύλογα: πότε σιωπά κανείς;
    Όταν δεν έχει κάτι ουσιαστικό να πει; Όταν δεν ξέρει τι να πει ή πώς να το πει; Όταν φοβάται να μιλήσει; Όταν αδιαφορεί; Όταν περιφρονεί;
    Σιωπή ίσον συναίνεση; Σιωπή ίσον αμάθεια ή ημιμάθεια; Σιωπή ίσον τι;
    Τα ερωτήματα με βασάνιζαν για αρκετό καιρό.
    «Η σιωπή είναι χρυσός» λένε κάποιοι.
    «Ε, τότε γιατί δεν είμαστε πλούσιοι όσοι το βουλώνουμε;» λένε κάποιοι άλλοι.
    Η σιωπή λέει βαριές κουβέντες, η σιωπή κάνει κρότο, η σιωπή, η σιωπή…
    Της βάλανε και επίθετα. Ένοχη σιωπή, εκκωφαντική σιωπή.
    «Η σιωπή είναι αρετή» λένε ακόμη.
    Κι εγώ σκέφτομαι ότι η αξία ενός πράγματος εξαρτάται από το έργο που επιτελεί.
    Άρα, η σιωπή ανάλογα με τον τρόπο που την χρησιμοποιεί κάποιος, παίρνει και την ανάλογη αξία.
    Ο ηλίθιος λάμπει όταν σιωπά, ο έξυπνος ξέρει πότε να σιωπά. Ο βλάκας σιωπά γιατί δεν ξέρει τι να πει και ο έξυπνος σιωπά γιατί σκέφτεται.
    Χιλιάδες αποφθέγματα, ποιήματα και φιλοσοφικές αναλύσεις για τη σιωπή. Μπερδεύτηκα.
    «Ή λέγε τι σιγής κρείττον, ή σιγήν έχε», κοινώς, μη μιλάς αν δεν έχεις να πεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή.
    Καλό είναι να μη μπερδεύουμε το σιωπώ με το αποσιωπώ και το παρασιωπώ.
    Η δική μου σιωπή μοιάζει μ’ εκείνη που επικρατεί όταν πέφτει το χιόνι.
    Πολλές φορές μοιάζει μ’ εκείνη που επικρατεί στο μάτι του κυκλώνα.
    Το ποίημα του Αζίζ Νεσίν «Σώπα, μη μιλάς!», αντηχεί στα αυτιά μου και το παιδί μέσα μου χαίρεται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: