Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (41ο): «Θάλασσα»…

 

«Θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται» (Ελύτης)

 

«Τη θάλασσα τη θάλασσα ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;» (Σεφέρης)

 

-Νίκος Καρούζος, «Θάλασσα: η αρχαιότητα της γεωγραφίας» 

Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος

μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός…
Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σε ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια
με τη ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων
εκείνος όπου ποτέ δεν την έμαθε
την αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη
βρωμίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.

Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα  τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια…
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας
έσω κι ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη
στου γερο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο στασίδι –
μακρόσυρτο κι άναυδο μυστήριο
που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μες στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.
Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ’ άστρα.

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγιδα
να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως
ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είναι αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ως το θάνατο
τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα
κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

 

 

-Κώστας Βάρναλης, [Να σ’ αγναντεύω θάλασσα]

Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα
κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους

(Πρόλογος «Στο φως που καίει»)

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Φωνή απ’ την Θάλασσα»

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,

σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

 

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Η ΘΑΛΑΣΣΑ»

«Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.»

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Άλλοτε η θάλασσα»

«Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα
Τις μέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές
και τα χρώματα
Τα βραδιά ξαπλώναμε κάτω απ’ τα δέντρα και τα σύννεφα
Τις νύκτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε
Ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου
Και μονάχα ύστερα ησυχία
Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς
Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά
Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε
ο Γαλαξίας
Και όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά ο θεός»

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (41ο): «Θάλασσα»…

  1. Δεν αγαπώ την θάλασσα, λατρεύω όμως ο,τι έχει γράψει (γενικώς) ο Χριστιανόπουλος! Καλό σου βράδυ φίλε μου!

    • Καλημέρα, joan petra!!!…Ούτε κι εγώ αγαπώ ιδιαίτερα τη θάλασσα, αλλά είναι «πολυτραγουδισμένη» και ποιητικά και μουσικά!… Πολύ καλός ποιητής ο Χριστιανόπουλος αλλά για μένα δεν είναι στις (ποιητικές) προτεραιότητές μου!
      Καλή Κυριακή!!!!

  2. ΘΑΛΑΣΣΑ,

    Η θάλασσα…

    Η θάλασσα, πώς έγινε έτσι η θάλασσα
    Άργησα χρόνια στα βουνά,
    με πλήγωσαν οι πυγολαμπίδες.
    Τώρα σε τούτο τ’ ακρογιάλι περιμένω
    ν’ αράξει ένας άνθρωπος
    ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.

    Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα;
    Ένα δελφίνι την έσκισε μια φορά
    κι ακόμη μια φορά
    η άκρη του φτερού ενός γλάρου.
    Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα
    όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα
    κι ακόμη σαν ήμουν παλληκάρι
    καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα,
    γυρεύοντας ρυθμούς,
    μου μίλησε ο θαλασσινός Γέρος:

    «Εγώ είμαι ο τόπος σου,
    ίσως να μην είμαι κανείς
    αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις»

    (Γ.Σεφέρης-«Επί σκηνής» Δ΄)

    Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας (Μυθιστόρημα ΚΔ’, Γιώργος Σεφέρης)

    Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
    Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
    αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
    ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια,
    ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:
    Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.

    ΙΒ’
    ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ
    Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
    και παραπάνω
    το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει
    τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
    λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
    κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη
    και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
    το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
    ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.
    Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
    να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
    Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
    και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
    Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
    και το παίξαμε στα ζάρια.
    Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.
    Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.
    ΣΕΦΕΡΗΣ

    Θάλασσα, Μίλβα

    Ὅλος ο κόσμος εἶναι ἕνα νησί
    πού ἔχει γύρω του θάλασσα. Ὅταν
    ξημερώνοντας κάθεσαι σ’ ἕνα λιβάδι
    καί κοιτάζεις, νομίζεις πώς μέσα σου εἶναι
    πού ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καί πώς
    ἀντικρύ σου ὁ ὁρίζοντας εἶναι ὁ καθρέφτης του.
    (Νικηφόρου Βρεττάκου «Το νησί», από τη συλλογή «Το βάθος του κόσμου»).

    Ίσως είναι το μητρικό σου αλάτι
    που σήμερα μ’ έφερε, θάλασσα,
    κοντά σου. Αλλά κι αν ακόμη
    δεν είσαι μητέρα μου, μοιάζουμε
    πάντως. Μπορεί και τα λόγια μου
    να είναι αέρας σαν τα δικά σου.
    Καιρός είναι άλλωστε ν’ αφήσουμε
    τα όνειρα, σαν μια φούχτα άμμο
    που τη ρίχνουμε πίσω μας. Αρκεί
    πως αυτός ο παράδοξα όμορφος
    κόσμος μάς μάγεψε. Μεθύσαμε
    θάλασσα!
    Τόσο η ψυχή μου όσο
    κ’ εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.
    ( Νικηφόρος Βρεττάκος, Συνάντηση με τη θάλασσα, εκδόσεις Τρία φύλλα, 1991).

    Θαλασσογραφία, Σαββόπουλος

    Στὸν Παράδεισο ἔχω σημαδέψει ἕνα νησὶ
    Ἀπαράλλαχτο ἐσὺ κι ἕνα σπίτι στὴ θάλασσα
    Μὲ κρεβάτι μεγάλο καὶ πόρτα μικρὴ
    Ἔχω ρίξει μὲς στ’ ἄπατα μιὰν ἠχὼ
    Νὰ κοιτάζομαι κάθε πρωὶ ποὺ ξυπνῶ
    Νὰ σὲ βλέπω μισὴ νὰ περνᾶς στὸ νερὸ
    Καὶ μισὴ νὰ σὲ κλαίω μὲς στὸν Παράδεισο.
    (Οδυσσέα Ελύτη «Το Μονόγραμμα» VII.)

    Μέσα στα κύματα θα χτίσω το παλάτι μου

    ΘΑΛΑΣΣΑ θάλασσα
    στὸ νοῦ στὴν ψυχὴ καὶ στὶς φλέβες μας θάλασσα.
    Εἴδαμε τὰ πλοῖα νὰ φέρνουν τὶς μυθικὲς χῶρες
    ἐδῶ στὴν ξανθὴ ἀμμουδιὰ
    ὅπου ἀργοποροῦν οἱ βραδινοὶ ὁδοιπόροι.
    Ντύσαμε τὶς παιδικὲς ἀγάπες μας
    μὲ νωπὰ φύκια.
    Προσφέραμε στοὺς θεοὺς τῆς ἀκρογιαλιᾶς
    ὄστρακα στιλπνὰ καὶ βότσαλα.
    Χρώματα πρωϊνὰ διαλυμένα στὸ νερὸ
    πυρκαϊὲς δειλινῶν στοὺς ὤμους τῶν γλάρων
    κατάρτια ποὺ δείχνουν τὸ ἄπειρο
    ἀνοιχτὰ κατώφλια στὸ βῆμα τῆς νύχτας
    καὶ πάνω ἀπ’ τὸν ὕπνο τῆς πέτρας
    μετέωρο κατάφωτο ἀσίγαστο
    τὸ τραγούδι τῆς θάλασσας
    νὰ μπαίνει ἀπ’ τὰ μικρὰ παράθυρα
    νὰ σχεδιάζει κήπους λάμψεις καὶ ὄνειρα
    στὰ νωπὰ τζάμια καὶ στὰ κοιμισμένα μέτωπα.
    (Γιάννη Ρίτσου «Το εμβατήριο του ωκεανού», απόσπασμα).

    Μια θάλασσα μικρή, Σαββόπουλος

    ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ
    Κώστας Καρυωτάκης

    Ι
    Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό.

    Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μού άγγιζαν τα μαλλιά. Άστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της.

    Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί.
    (απόσπασμα)

    Θάλασσα πικροθάλασσα, γιατί να σ’ αγαπήσω

    Μία Πίκρα

    Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τα ‘ζησα
    κοντά στ’ ακρογιάλι,
    στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
    στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

    Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
    ζωούλα προβάλλει,
    και βλέπω τα ονείρατα κι ακούω τα μιλήματα
    των πρώτων μου χρόνων κοντά στο ακρογιάλι,

    στενάζεις καρδιά μου το ίδιο αναστέναγμα:
    Να ζούσα και πάλι
    στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
    στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

    Μια μένα είναι η μοίρα μου, μια μένα είν’ η χάρη μου,
    δεν γνώρισα κι άλλη:
    Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
    και σαν ωκιανός ανοιχτή και μεγάλη.

    Και να! μεσ’ στον ύπνο μου την έφερε τ’ όνειρο
    κοντά μου και πάλι
    τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
    τη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

    Κι εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε,
    μια πίκρα μεγάλη,
    και δε μου τη γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
    της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι!

    Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
    και ποια ανεμοζάλη,
    που δε μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
    πανώριο ξαγνάντεμα κοντά στ’ ακρογιάλι;

    Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ αξήγητη,
    μια πίκρα μεγάλη,
    η πίκρα που είν’ άσβηστη και μεσ’ τον παράδεισο
    των πρώτων μας χρόνων κοντά στο ακρογιάλι.
    ΠΑΛΑΜΑΣ

    Αχ, θάλασσά μου σκοτεινή

    Άπαντα τα λάμδα της θαλάσσης
    προσεκτικά να τα’ ανεβάζει ένα-ένα
    μέσα σε διάφανα μπλε σταγονίδια μη σπάσουν
    ο γερανός του γλάρου.

    Ποια θάλασσα;
    Σκέτο νερό πειρατής οφθαλμαπάτης.
    Πρόσφυγας εκ μακρινής κοσμογονίας.
    Εκμαυλιστικά απέραντο χάρη στις βαραθρώσεις
    σχιζοειδείς οξυθυμίες αρχικά του σύμπαντος.
    Οφθαλμοπόρνος της ιερόδουλης φυγής.

    Ποια θάλασσα;
    Καιρός να επικρατήσει η λογική
    του σώματος ετούτου που διαθέτεις.

    Ντύσου και κολύμπα.

    (απαγορεύεται η ρίψις δακρύων.
    Είναι που είναι από μόνη της αλμυρή
    λύσσα η ωριμότης).
    (ΔΗΜΟΥΛΑ, απόσπασμα)

    ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΕΠΕΙΓΟΝ

    Βάρκα ελήφθη
    κουπί και θάλασσα όχι.
    Αμέλησες ή τα έκλεψε η ίδια
    η μεταφορική τους σημασία;
    ΔΗΜΟΥΛΑ

    Θάλασσα πλατιά, Σαββίνα Γιαννάτου

    Στη θάλασσα

    Ω Θάλασσα! σαν ήμουνα παιδί, εξεκινούσα
    απ’ το μικρό μου το χωριό κι ερχόμουνα σε σένα
    κι από ‘να βράχο κοίταζα, ρεμβαστικά, για ώρες
    τα κύματά σου κάτω μου να σκάζουν αφρισμένα.

    Μέσα μου σάλευε η ψυχή για μακρινά ταξίδια
    κι ονειρευόμουνα λαμπρές, μεγάλες πολιτείες
    όπου θα ζούσα μια ζωή φανταχτερή, παρόμοια
    μ’ εκείνη που σε ξενικές εδιάβαζα ιστορίες.

    Τώρα, από κείνον τον καιρό έχουν περάσει χρόνια,
    τα βήματά μου έσυρα σε πλήθος ξένους τόπους
    και γνώρισα όλες τις ζωές και όλους τους ανθρώπους
    και, κουρασμένος, έρχομαι σήμερα να ξεχάσω
    της ταραγμένης μου ζωής τη μάταιη ιστορία

    μες τη δική σου, ω Θάλασσα, μεγάλη ανησυχία!
    ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

    Πέρα από τη θάλασσα

    Η θάλασσα προσπαθεί ν’ αποκαλύψει
    ένα μεγάλο μυστικό
    ή το λιγότερο
    να συναρμολογήσει ξανά
    τους παιδικούς εαυτούς μας,
    αυτά που χάσαμε κάποτε για ένα παγωτό
    ή ένα μεταχειρισμένο ποδήλατο,
    τα φωταγωγημένα δρομάκια
    όλο και πιο σκοτεινά
    -ανεξήγητο βέβαια αν σκεφτείς
    πως τα παιδιά πάντα χαμογελούσαν-
    πράγματα εδώ κι εκεί
    φλόγες να τρεμοπαίζουν σ’ ένα όνειρο,
    ζήσαμε δε ζήσαμε
    ποιος θ’ απαντήσει το φρικτό ερώτημα,
    να εξηγήσει,
    Ουρανέ,
    άνοιξε πάλι το παιδικό βιβλίο με τις εικόνες
    και θύμισέ μας
    πώς είναι να κάνει κανείς όνειρα…

    (Σταύρος Σταυρόπουλος, Από τη συλλογή «Προχωρημένοι χειμώνες και άλλα φθινόπωρα» Εκδόσεις Ακτίς 2012)

    Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα, θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα

    H ΘΑΛΑΣΣΑ

    Έχω ανάγκη τη θάλασσα γιατί με διδάσκει:
    δεν ξέρω αν μου δίνει μουσική ή συνείδηση:
    Δεν γνωρίζω αν είναι κύμα μονάχα η πλάσμα βαθύ
    ή μονάχα βραχνή φωνή η θαμβωτική εικασία
    ιχθύων και καραβιών.
    Γεγονός είναι ότι και κοιμισμένος ακόμα
    με κάποιο μαγνητικό τρόπο
    κυκλοφορώ
    στην παγκοσμιότητα των κυμάτων.
    Δεν είναι μονάχα τ’ αλλοιωμένα κοχύλια,
    σα ν’ ανάγγελνε κάποιο αργό θάνατο
    τρεμουλιάρης πλανήτης,
    όχι, με τη λεπτομέρεια ανοικοδομώ την ημέρα,
    με μια ριπή αλατιού το σταλακτίτη,
    και με μια κουταλιά τον άπειρο θεό.
    Διατηρώ ό, τι με δίδαξε.
    Τον αγέρα, τον αδιάκοπο άνεμο, το νερό και την άμμο.
    Μοιάζει ελάχιστο για τον νέο
    που ‘ρθε εδώ να ζήσει με τις πυρκαγιές του,
    αυτός ο παλμός όμως που κατερχόταν
    κι ανέβαινε στην άβυσσο του,
    το ψύχος του γαλάζιου που κροτάλιζε καιγόμενο,
    και η στείρωση του άστρου,
    το τρυφερό ξεκαθάρισμα του κύματος
    που σπαταλάει το χιόνι με τον αφρό,
    η ειρηνική κι ασάλευτη εξουσία
    σαν πέτρινος θρόνος στα βάθη,
    αντικαταστήσανε τον περίβολο
    που μεγάλωνε η πεισματάρικη θλίψη,
    συσσωρεύοντας λησμονιά,
    κι άλλαξε ξάφνου η ύπαρξη μου:
    Προσχώρηση στην καθάρια κίνηση.
    ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

    Είναι ωραία η θάλασσα, Πυξ Λαξ

    «Τραγουδούσε πέρα απ’ την ευφυΐα της θάλασσας.
    Το νερό ποτέ δεν έπαιρνε σχήμα στο μυαλό ή τη φωνή.
    Σαν ένα ολότελα σωμάτινο σώμα, που ανεμίζει
    τα άδεια του μανίκια• κι ωστόσο η μιμική του κίνηση
    αποτελούσε επίμονη κραυγή, προκαλούσε επίμονα μια κραυγή
    που δεν ήταν δική μας, αν και την εννοούσαμε.
    Κραυγή εξωανθρώπινη, του αληθινού ωκεανού.

    Η θάλασσα δεν ήταν μάσκα.
    Ούτε κι εκείνη.
    Το νερό και το τραγούδι δεν ήταν σύμφυρμα ήχων
    ακόμη κι αν ό, τι τραγουδούσε ήταν ό, τι άκουγε
    μια και ό, τι τραγουδούσε αρθρωνόταν λέξη τη λέξη.
    Ίσως γιατί σε όλες της τις φράσεις αναδευόταν
    το λίκνισμα του νερού και το αγκομαχητό του ανέμου.
    Όμως ακούγαμε εκείνην, όχι τη θάλασσα.

    Γιατί εκείνη ήταν η δημιουργός του τραγουδιού που τραγουδούσε.
    Η θάλασσα, πάντα μαντιλοδεμένη, στο φέρσιμό της τραγική
    ήταν μονάχα ένας τόπος που πλάι του βάδισε για να τραγουδήσει».
    (απόσπασμα του ποιήματος «Η ιδέα της τάξης στο Κη Γουέστ», του Γουάλας Στίβενς, μεταφρασμένο από την Κατερίνα Σχινά)

    O Mare e Tu – Andrea Bocelli & Dulce Po ntes http://www.youtube.com/watch?v=OwfbTVzN-fc#t=46

    • Καλημέρα, στην αγαπητή μου φίλη, Αγγελική!… «Πιασιάρικο» θέμα ποιητικά και μουσικά η «θάλασσα» και συ τα «έδωσες όλα»!!!!… Grazie mille!!!

      -Εουτζένιο Μοντάλε, «Μεσόγειος»

      Θάλασσα παλιά, με μέθυσε η φωνή
      που από τα στόματά σου βγαίνει, σαν ανοίγουν
      πράσινες καμπάνες, κι ύστερα ξανά
      πισωδρομούν και σβήνουν.
      Το σπίτι των αλλοτινών καλοκαιριών μου
      κοντά σου ήταν, το ξέρεις,
      εκεί στη χώρα όπου ο ήλιος ψήνει
      και τα κουνούπια συννεφιάζουν τον αέρα.
      Σαν και τότε σήμερα πέτρα γίνομαι μπροστά σου,
      θάλασσα, μα πια δεν λογαριάζομαι άξιος
      για το προμήνυμα το επίσημο
      που κλει η αναπνοή σου: Συ πρώτη μου ‘χες πει
      πως η μικρούλα η ζύμωση
      μέσ’ στην καρδιά μου ήταν μια στιγμή
      της δικής σου• πως ήταν ριψοκίνδυνος
      για μένα κατά βάθος ο δικός σου νόμος:
      να είμαι πλατύς και πολυπρόσωπος
      κι ωστόσο σταθερός
      κι έτσι από καθετί ακάθαρτο ν’ αδειάζω
      όπως συνήθειο το ‘χεις συ που ρίχνεις στις ακτές
      ανάμεσα σε φελλούς, σε φύκια και σταυρούς
      τ’ άχρηστα απορρίμματα του αβυσσαλέου βυθού σου.

      Να μπορούσα τουλάχιστο να κλείσω
      σ’ αυτό μου το ρυθμό που αγκομαχά
      κάτι απ’ το παραμιλητό σου•
      να μου δινόταν να ταιριάσω
      στις δικές σου φωνές την τραυλή μιλιά μου, –
      εγώ που ονειρευόμουν να σου κλέψω
      τα λόγια τ’ αρμυρά
      όπου φύση και τέχνη γίνονται ένα,
      για να διαλαλήσω πιο καλά τη μελαγχολία μου
      γερασμένου παιδιού που δεν έπρεπε να συλλογάται.
      Κι ωστόσο δεν έχω άλλα απ’ τα φθαρμένα γράμματα
      των λεξικών, και τη σκοτεινή
      φωνή που για έρωτα μιλεί, σβήνει,
      γίνεται αξιοθρήνητη φιλολογία.
      Δεν έχω άλλα από τα λόγια αυτά
      που σαν δημόσιες γυναίκες
      προσφέρονται σ’ όποιον τις θέλει•
      δεν έχω άλλες απ’ τις κουρασμένες τούτες φράσεις
      που κι αύριο μπορεί να μου τις κλέψουν
      ρέμπελοι φοιτητές γι’ αληθινούς στίχους.
      Κι η βοή σου αυξαίνει, κι απλώνεται
      γαλάζιος ο νέος ίσκιος.
      Μ’ αφήνουν οι σκέψεις μου για δοκιμή.
      Αισθήσεις δεν έχω, ούτε νου. Δεν έχω όρια.

      -Οδυσσέας Ελύτης, «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα»

      Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
      Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι
      Το χέρι σου έφευγε με το νερό
      Να στρώσει νυφικό το πέλαγος
      Το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό.
      Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά
      Πλέανε πλάι στο όνομά σου
      Σκίζοντας τ’ ανθισμένα κύματα
      Κάτω μπατέρναν τα λευκά πανιά
      Σ’ απανωτές σπιλιάδες γρέγου.

      Μ’ άσπρα τριανταφυλλαγκάθια
      Έραβες φιόγκους προσμονής
      Για τα μαλλιά των λόφων της αγάπης σου
      Έλεγες: Η χτενίστρα του φωτός
      Είναι πηγή στη γη που διασκεδάζει.

      Κλέφτρα σαΐτα σκάνταλο του γέλιου
      Ω εγγονούλα της γρια-λιακάδας
      Μέσ’ απ’ τα δένδρα πείραζες τις ρίζες
      Άνοιγες τα χωνάκια του νερού
      Ραβδίζοντας της λησμονιάς τα τζίτζιφα.

      Ή πάλι νύχτα μ’ άσωτα βιολιά
      Μέσα στους μισοχαλασμένους μύλους
      κρυφομιλούσες με μια μάγισσα
      Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
      που ήταν το ίδιο το φεγγάρι.

      Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
      Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
      Για το δικό σου το χατίρι
      Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
      βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι.

      -Ουίλιαμ Γέιτς, «Τρελό κορίτσι»

      Εκείνο το τρελό κορίτσι που αυτοσχεδιάζει τη μουσική του
      Την ποίησή του, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά
      Με την ψυχή του τώρα διχασμένη
      Και σκαρφαλώνει, πέφτει, δίχως να ξέρει πού…
      Με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ
      Είναι κάτι ωραίο και υψηλό, κάτι
      Ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

      Δεν έχει σημασία ποια συμφορά το βρήκε
      Την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη
      Και τυλιγμένη, τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της
      Εκεί που στοίβαζαν δεμάτια και καλάθια
      Έβγαλε μια φωνή παράξενη, τραγουδιστή:
      «Ω θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».
      (Ουίλιαμ Μπ. Γέιτς, Μυθολογίες και οράματα, εκδ. Γαβριηλίδης)

      -Νικηφόρος Βρεττάκος, «Άπλωνα, θάλασσα»

      Άπλωνα, θάλασσα, τα χέρια παντού,
      Ζητώντας απ’ όλα βοήθεια κι αγάπη.
      Όλα μου έδωσαν. Κ’ εκτός από τον
      ομιλούντα σου φλοίσβο και τον
      ρυακίζοντα ουρανό, η ψυχή μου
      πήρε απ’ όλα, θησαύρισε
      πράγματα. Κ’ έγινε ομοίωση,
      σώμα μικρό του παντός. Η φωνή του
      φωνή μου, φως μου το φως του.
      Η ψυχή μου, ο κόσμος που γίνεται
      λόγος. Η ψυχή μου, ο λόγος
      που γίνεται κόσμος.

  3. Σε αντίθεση με αμφότερους, λ α τ ρ ε ύ ω τη θάλασσα. Δεν είναι τυχαίο που έχω γίνει χειμερινή κολυμβήτρια τελευταία.
    Αλλά και ως θέμα η Θάλασσα έχει μεγάλο εύρος δυνατοτήτων, ανεξαρτήτως αρεσκείας. Και η Λύπη δεν μας αρέσει ως κατάσταση, αλλά πόσα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν…

    Όλος ο Καββαδίας, πολύς Ελύτης, μπόλικος Σκαρίμπας και πολλοί άλλοι έχουν αγαπήσει και λατρέψει το γαλάζιο στοιχείο (στοιχειό;).

    Το τραγούδι του Αρχιπελάγους

    Όποια θάλασσα κι αν πάρεις
    στα παράφορα νερά μου μέσα
    θα πνιγείς.
    ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

    Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω

    Σε θάλασσα καλοκαιριού που ανάσκελα
    Λυμένα πια τα μέλη και ανασαίνοντας
    Aλμύρα ήλιου, ολόκληρος
    Στο δαχτυλάκι το μικρό της άνωσης
    Λιώνει το βάρος του μυαλού
    Mε απέραντο πορτοκαλί σκοτάδι που όρμησε
    Ως τις κλειδώσεις
    Tι εύκολα
    Kαθώς αδειάζει κάθε ιδέα
    Kι ανάστροφα
    Pουφάει την αόρατη ευφροσύνη
    του –να– μην
    Ωσπου ολοκάθαρα: «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»
    αστράφτοντας
    καρφώθηκε στη σκέψη μου
    η σκέψη.
    (Aντώνης Φωστιέρης, από τη συλλογή «Πολύτιμη λήθη». Eκδόσεις Kαστανιώτη, 2003)

    Σκοτεινή θάλασσα της πόρτας μου

    Ξυπνάω άνθρωπος μισός
    κι ανάβω
    το πικρό τσιγάρο του καφέ

    Ο άλλος μου κωλυσιεργεί στο όνειρο
    Σβήνει στο τζάμι του πρωινού
    τα χρώματά της
    πρωθύστερη η δύση
    Σκοτεινή θάλασσα
    της πόρτας μου
    αν σε ανοίξω μόνος μου
    θα πνιγώ.
    (Γιάννης Τόλιας, Ευλύπη, 2011)

    ΘΑΛΑΣΣΑ

    Όμως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο
    θανάσιμο πάθος, δε θα γαληνέψουν.

    Τα σύννεφα τα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια
    στο μολυβένιο ουρανό
    σαν τα χτυπά του ήλιου το φως’ σαν τα χτυπά ο αγέρας
    φεύγουνε πίσω απ’ το βουνό.

    Κι είναι θερίο η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα
    δίνει της – μπλάβο εκεί μακρυά,
    πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο-
    κάποια παράξενη θωριά.

    Τα κύματα τα πράσινα, τα γκρίζα και τα μπλάβα,
    πέρα, απ’ του πελάου τα φαρδιά,
    τα φέρνει ρήγας ο βοριάς, μπατσίζουνε τα βράχια,
    μπατσίζουνε την αμμουδιά.

    Τις βάρκες τις ψαρόβαρκες ο φόβος κυβερνήτης
    μες στο λιμάνι τις κρατεί’
    μα η σκέψη μου όλο σέρνεται στα γαλανά τα πλάτια
    μ’ ένα χρυσόνειρο δετή.

    Σα γλάρος μαυροφτέρουγος πετά η ψυχή μου, σμίγει
    με την ψυχούλα του νερού
    και τήνε πάει ο άνεμος και τήνε πάει το κύμα
    κι είναι παιχνίδι του καιρού.

    Κι ενώ πονώ τον πόνο σου και πάω προς το βυθό σου
    και χάνομαι με τον αφρό,
    ύστερα, στο γαλήνεμα, την ηλιακή χαρά σου,
    θάλασσα, δεν θαν τη χαρώ.
    ( Κ. Γ. Καρυωτάκη, Ο πόνος των πραγμάτων)

    Το βαπόρι

    Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
    στο άτι της σιγής κι’ όλα να πάης
    και vάv’ πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
    σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι’ ο Μάης.

    Κι’ εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
    βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
    πάλι εσύ κι’ ο Μάης κι’ οι ανέμοι
    κι’ έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

    Και νάναι όλα απ’ ό,τι φεύγει —και δε μένει—
    σε μια πόλη ακατοίκητη, κι’ εντός μου
    ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
    έξω απ’ την τρικυμία τούτου κόσμου.
    ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

    Τα βράδια όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
    και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
    μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
    είναι γι αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά
    ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

    Ὅποιος φέρνει τὴ θάλασσα στὴν ἀγκαλιά του
    Εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑποφέρει ἀπὸ βάρος
    Εἶναι σὰ νὰ μὴ ντρέπεται ποὺ πηγαίνει μὲ τὸν ἀγέρα
    Εἶναι σὰ νὰ κρατάει ὁλάκερη τὴ γῆ μέσα στὸ βλέμμα
    (Γ. Σαραντάρης)

    Μεσοπέλαγα αρμενίζω

    • … Νέο θαλασσινό κύμα ποίησης και μουσικής!… Να ‘σαι καλά, Αγγελική μου!…
      Ώστε και χειμερινή κολυμβήτρια!!!… Bravissima!!!
      Εμένα δε με τραβά ιδιαίτερα η θάλασσα ίσως γιατί δεν την «έζησα» από παιδί, καθότι σχεδόν ορεσίβιος στην καταγωγή….

      -»Πρόσεχε να προφέρεις καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια» (Ελύτης)

      -Οδυσσέας Ελύτης, «Μικρή πράσινη θάλασσα»

      «Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
      Που θα ‘θελα να σε υιοθετήσω
      Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία
      Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο

      Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
      Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο
      Να γυρίσεις τον ήλιο και ν’ ακούσεις
      Πως η μοίρα ξεγίνεται και πως
      Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται
      Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς
      Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα

      Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
      Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
      Να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη
      Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή
      Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι
      Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε
      Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω

      Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
      Για να σε κοιμηθώ παράνομα
      Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου
      Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών
      Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου.»
      (Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

      -Πιέρ Ρεβεντρύ, «Στο πέλαγο»

      «Το πτερύγιο του πνεύματος περήφανο για το εύρος του
      Τα νησιά της θάλασσας βαμμένα ανοιχτά κυανά
      Ο σταυρός από κατάρτια ιστιοφόρων
      Γι αυτήν την ανώνυμη και απρόσωπη κατεύθυνση
      Το σπιθοβόλημα των φτερών κάτω απ’ την προσταγή του Λεβάντε
      Ο ήλιος στη μπουτονιέρα
      Ο σκαμμένος δρόμος των φαντασμάτων
      που αναμένουν μπροστά στο σταθμό.

      Η νερένια κορυφογραμμή λάμπει προπορευόμενη
      τα λόγια του ανέμου σκορπίζουν
      το βλέμμα του πεπρωμένου χάνεται
      όλα σαλεύουν και σκαμπανεβάζουν
      Ο νερόλακκος ξεραίνεται
      όταν η θάλασσα αποτραβάει τη γλώσσα της
      Δεν απομένει παρά ο καπνός στο πέρασμα του βάθους
      οι τελευταίες ανταύγειες
      η καρδιά
      Και συγκίνηση.»
      (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

      -Φ. Γκ. Λόρκα, «Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας»

      Η θάλασσα
      χαμογελάει στα μάκρη
      δόντια τ’ αφρού
      ουράνια χείλη

      -Τι πουλάς ω κόρη θλιμμένη
      με τα στήθη σου γυμνά ;

      -Καλέ κύρη , το νερό πουλάω
      των θαλασσών

      -Τι φέρνεις μελαχρινούλα
      με το αίμα σου αντάμα ;

      -Φέρνω, καλέ κύρη , το νερό
      των θαλασσών

      -Τούτα τ’ αλμυρά δάκρυα
      πούθε βγαίνουν μητέρα ;

      -Κλαίω καλέ κύρη το νερό
      των θαλασσών

      Καρδιά , κι αυτή η πίκρα η μεγάλη
      πούθε αναβλύζει ;

      -Πολύ πικρό είναι το νερό
      των θαλασσών!

      Η θάλασσα
      χαμογελάει στα μάκρη
      δόντια του αφρού
      ουράνια χείλη

  4. Το θαλασσί της θάλασσας κι όλο το μπλε του χάρτη

  5. Κύματα, Σπανουδάκης

    Θαυμάσια είναι η θάλασσα
    θαυμάσια είναι η θάλασσα
    που τα χέρια του θεού
    την έστειλαν
    να κοιμηθεί πάνω στον κόσμο
    η γη ξεραίνεται
    η σελήνη θρυμματίζεται
    ένα προς ένα τα άστρα
    στροβιλίζονται και γίνονται σκόνη
    μα η θάλασσα
    δεν αλλάζει
    κι ακόμα βγαίνει από χέρια και
    επιστρέφει σε χέρια
    και είναι με τον ύπνο…
    έρωτας,
    η ψυχή σου
    σκάει
    πάνω
    στα χείλη μου
    e.e. cummings

    Tα κύματα της θάλασσας μου το ‘πανε, Μπακιρτζής

    III
    Η θάλασσα θρυμματίστηκε σε αναρίθμητα κρύσταλλα
    Τα μαζέψαμε και καβάλα στον άνεμο ταξιδεύουμε
    Τα ρίχνουμε όπου βλέπουμε γυναίκες να δέρνονται
    Σα να στερήθηκαν τα παιδιά τους
    Τότε ξαναγίνονται οι θάλασσες
    Και άφθαστη αθωότητα τις διακρίνει
    Τότε εμείς οι άντρες πετάμε ψηλότερα στον ουρανό
    Για να χορτάσουμε από μακριά το φέγγος
    Ενώ οι γυναίκες αιώνια αφηγούνται στα μωρά
    Τ η γέννηση των θαλασσών.
    ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ
    (Από τη συλλογή «Στους φίλους μιας άλλης χαράς»)

    ΥΓ. Δεν ξέρω γιατί ήταν τόσο δύσκολο να δημοσιευτεί αυτό το σχόλιο.
    Ξαναεπιχειρώ, ωστόσο…

    • Ciao Ageliki!… Καλή εβδομάδα!!!
      Ευχαριστώ πολύ για όλα!…. Από ποίηση ξέμεινα γι’ αυτό περιορίζομαι στο τραγούδι «Ποια θάλασσα» με το Χρήστο Θηβαίο σε στίχους του Νάνου Βαλαωρίτη….

  6. anastasios stampelos on said:

    Ονειρεμενη σελιδα , καταπληκτικη 1000 μπραβο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: