Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (40ο): «Πόλη – πολιτεία»

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Η Πόλις»

 

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Ρομπέρ Ντεσνός, «Μια πόλη»

 

“Μες στην πόλη που κρεμούν τον διάβολο από τα κέρατα

Μέσα στην πόλη την κλειστή και ανοιχτή

Μέσα στην πόλη που με μολύβι και χαρτί μετρούν όλους τους πόθους

 

Στην πόλη δίχως τόπο και φωτιά

Στην πόλη δίχως πίστη και νόμο

Στην πόλη που δεν έχει παλικάρια

 

Στην πόλη που ο καθένας διασκεδάζει

Στην πόλη που με παγωμένα δάκρυα κλαιν

Στην πόλη των έντεκα ωρών

Μη νομίσετε ότι ξέρω και πολύ καλά τι τρέχει-

Ακόμη δεν την έχω επισκεφτεί.”

(Ξένη ποίηση του 2ου αιώνα, Καστανιώτης)

 

 

-Charles Bukowski , “Ένα ποίημα είναι μια πόλη”

“Ένα ποίημα είναι μια πόλη γεμάτη δρόμους και υπόνομους
γεμάτη αγίους, ήρωες, ζητιάνους, παλαβούς,
γεμάτη κοινοτοπίες και ποτά,
γεμάτη βροχή αστραπές και περιόδους
ξηρασίας,ένα ποίημα είναι μια πόλη εμπόλεμη.
ένα ποίημα είναι μια πόλη που ρωτάει γιατί το ρολόι,
ένα ποίημα είναι μια πόλη παραδομένη στη φωτιά.
ένα ποίημα είναι μια πόλη κατεχόμενη,
τα κουρεία της γεμάτα με κυνικούς μπεκρήδες.
ένα ποίημα είναι μια πόλη όπου ο Θεός διατρέχει
τους δρόμους με άλογο, γυμνός, σαν τη Λαίδη Γκοντίβα,
εκεί που σκύλοι γαβγίζουν μες στη νύχτα, κυνηγώντας
τη σημαία, ένα ποίημα είναι μια πόλη ποιητών,
σχεδόν όλοι όμοιοι μεταξύ τους,
και ζηλιάρηδες, και πικρόχολοι…
ένα ποίημα είναι τώρα αυτή η πόλη,
50 μίλια πιο πέρα από το πουθενά,
στις 9.09 το πρωί,
η γεύση του ποτού και του τσιγάρου,
δίχως αστυνόμους, δίχως εραστές στους δρόμους,
αυτό το ποίημα, αυτή η πόλη, τις πόρτες της κλείνει,
οχυρωμένη, σχεδόν αδειανή,
πένθιμη δίχως δάκρυα, γερνώντας δίχως λύπηση,
τα άγρια βουνά,
ο ωκεανός σαν φλόγα μαβιά,
ένα φεγγάρι που τη δόξα του στερείται,
μια αμυδρή μουσική από τσακισμένα παράθυρα…
ένα ποίημα είναι μια πόλη, ένα ποίημα είναι ένα έθνος,
ένα ποίημα είναι ο κόσμος…
και τώρα τούτο βάζω κάτω από το μικροσκόπιο
ο παλαβός εκδότης να το αξιολογήσει,
και η νύχτα είναι αλλού
και γριές κατάκοπες στέκονται στη σειρά,
στις εκβολές οι σκύλοι σε παράταξη,
οι σάλπιγγες αναγγέλουν κρεμάλες,
καθώς ασήμαντοι άνθρωποι κομπάζουν
για πράγματα που δεν μπορούν να κάνουν.”

 

 

-Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Για τις πόλεις»

 

“Από κάτω τους οχετοί.

Μέσα τους τίποτα, κι από πάνω καπνός.

Ζήσαμε εκεί μέσα. Τίποτα δε χαρήκαμε.

Φύγαμε κείθε γρήγορα. ΚΙ αργά φεύγουν κι αυτές.”

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Μ. Πλωρίτης, Θεμέλιο)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ανυπόταχτη πολιτεία»

(απόσπασμα)

 

ΙΙ

«…Η πολιτεία περνάει μέσ΄ απ΄ τα φώτα της.

Η πολιτεία ανάβει τις φουφούδες της μεσοκαλόκαιρα στις γωνίες

των δρόμων.

Η πολιτεία μοσκοβολάει ψημένο καλαμπόκι.

 

Α, πολιτεία, αγαπημένη μου,

με τους κεραυνούς σου μυστικά αποθηκευμένους στους υπόνομους

κάτου στα υπόγεια, βαθιά βαθιά, με το χτικιό, με τη φτώχεια,

με την τρέλα.

 

Α, πολιτεία μου του τίμιου ιδρώτα,

η νύχτα σου με το εκδρομικό σακίδιο στον ώμο της

γυρνώντας απ΄ την Κυριακή προς τη Δευτέρα, με τις πευκοβε-

λόνες στα μαλλιά της

και με το κοκκινόχωμα στα χέρια της –Ανυπόταχτη, ανυπό-

ταχτη, ανυπόταχτη,

σπιθίζοντας την οργή σου κάτου απ΄ τ΄ άπληστα ρουθούνια των

εμπόρων

φτιάχνοντας σκάλες με τα δεκανίκια των ανάπηρων

για ένα πολύ ψηλό σπίτι

για ένα πολύ ψηλό βουνό

για έναν πολύ ψηλό ουρανό

να φτάσεις το πόμολο του ήλιου

και ν΄ ανοίξεις την πόρτα στον κόσμο.

Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας

μέσα σ΄ όλη την έκταση της νύχτας

πάνου απ’ τους γλόμπους των θυρωρείων, πάνου απ΄ τις πινακίδες

όπου χασμουριούνται τα κλειδιά των απόστρατων.

 

Αχ πολιτεία αλλοπαρμένη με τα ροζιασμένα χέρια σου.

Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας.

 

Δυο εργάτες με τις φόρμες τους περνούν πιασμένοι σβέρκο σβέρκο.

Ένα κορίτσι αφήνει χάμου τους κουβάδες του για να μπορέσει να

χαμογελάσει.

Οι στύλοι του τηλέγραφου δρασκελούν με τα μακριά τους πόδια

το σκοτάδι.

 

Άνθρωποι με σκυφτό κεφάλι γυρνούν κοιτάζοντας το χώμα

σαν να μετράν τη γη και το μάκρος των τάφων και το μάκρος του

ίσκιου τους

σα να ψάχνουν για το κλειδί του σπιτιού τους και για την καρδιά

τους.

Ο αγέρας μιας πυρκαγιάς φουσκώνει τα σκισμένα τους πουκάμισα.

 

Α, πολιτεία, πολιτεία. Έχετε δει μια πολιτεία πιο γυμνασμένη

στο θυμό και στην πείνα και στον έρωτα;

Μια πολιτεία πιο αγαπημένη;

Πολιτεία μου,

οι ταμπέλες στα σταυροδρόμια σου δεν είναι πια γερμανικές,

αμερικάνικες είναι. Πότε λοιπόν θα διαβάσουμε τα ονόματα των

οδών σου στη γλώσσα μας;

 

Όλα τα παράθυρα προσηλωμένα στο ρολόι της καρδιάς σου –

ποιάν ώρα περιμένουν; ποιο δευτερόλεπτο;

ποια μυστική προθεσμία περιμένουν;

 

Ναι, θα τον ρίξουμε μια μέρα ανάσκελα τον πόνο.

 

Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε

να βοηθήσουμε την πολιτεία που κοιλοπονάει τα μετάλλινα παιδιά

της.

Εσύ είμαι εγώ.

Εσύ κι εγώ, είμαστε εμείς.

Οι άξονες έχουν πολύ τεντωμένα τα νεύρα τους

κι έχουν πολλά τραγούδια που δεν τα ‘παν ακόμα.

Ποιος φταίει που λείπει το τραγούδι μας;

Εσύ κι εγώ κι εμείς.

 

Πολιτεία του κατραμιού και του θυμού και του ασβέστη, φταίμε

εμείς.

Ακούστε το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε….»

(Γ. Ρίτσος, “Ανυπότακτη πολιτεία”, εκδ. Κέδρος)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

16 thoughts on “Πες το με ποίηση (40ο): «Πόλη – πολιτεία»

  1. Μια πόλη μαγική

    πήγα να πέσω. στην άκρη του μυαλού μου μια πόλη ολόκληρη χωρίς σπίτια, με των ανθρώπων τα σώματα φωτισμένα από μέσα σαν άστρα, κι οι κινήσεις τους σαν αχνός σ’ έναν αέρα μαύρο, σαν της νύχτας πολλά μικρά αερόπλοια: πιλότοι οι καρδιές τους. κόκκινες δηλαδή αναπνοές όλη η πόλη αυτή, και αγωνία σαν της φύσης, τόσο ήρεμη, των αρχαίων Ελλήνων η παντοδύναμη αδυναμία παντού. πόλη στην άκρη του μυαλού μου με σπίτια της τα σώματα, με χελιδόνια της τίγρεις, με φάρο της εμένα εδώ, με την καρδιά μου πάντα δική της. με λιμάνι της τη θάλασσα που πήγα να πέσω.
    (ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ: ΑΠΟ «ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ»)

    Μητριά πόλη

    Πώς είναι να μισείς την πόλη σου
    να νιώθεις την πατρίδα σου σαν ξένη
    σαν κάτι που σου δένει στο λαιμό θηλιά
    για να σε πνίξει, πώς είναι να μισείς
    τον κόσμο που την κατοικεί, τις άθλιες
    φάτσες που κυκλοφορούν, ψυχές
    αγριεμένες, δοσμένες στο κυνήγι άνομου
    διεφθαρμένου κέρδους. Πώς είναι
    να μισείς τις μέρες σου, το χρόνο σου
    που φεύγει σκοτωμένος στο τερατώδες
    σκηνικό που στήνεται τριγύρω.
    Πώς είναι να αισθάνεσαι νεκρός
    ή σαν σακάτης, αμέτοχος εις τα κοινά
    ανήμπορος να κάνεις κάτι, πώς είναι
    από την πόλη σου να θέλεις να ξεφύγεις.
    Λόγια που βρέθηκαν σʼ ένα χαρτί βρεγμένο
    στην πίσω τσέπη του παντελονιού ύστερα
    που τον έβγαλαν πνιγμένο απʼ το ποτάμι
    το βαθύ μιας ξένης πόλης. Δεν ήξεραν
    ποιος είναι κι αν ήταν έγκλημα ή πράξη
    αυτοκτονίας. Αργότερα μαθεύτηκε
    πως ήταν ποιητής μιας ταλαιπώρου χώρας.
    (Πιερής Μιχάλης)

    Όμορφη πόλη

    Εντίθ Πιάφ: ΄Ομορφη πόλη

    ΟΙ ΑΡΡΩΣΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ
    Οι άρρωστες πολιτείες
    κυνηγούν τους σκύλους απ’ τα πάρκα,
    καρφώνουν στα δέντρα κομματικές σημαίες
    και μνημόσυνα.

    Οι άρρωστες πολιτείες λατρεύουν τον χιτώνα
    και φτύνουν τον άνθρωπο,
    φτιάχνουν προσευχές στις διαφημίσεις
    και κατασκευάζουν πιστούς
    από γερασμένες μήτρες.

    Οι άρρωστες πολιτείες ψηφίζουν, ξαναψηφίζουν
    ξαναψηφίζουν, ξαναψηφίζουν
    για το τίποτα.

    Οι άρρωστες πολιτείες γκρεμίζουν τον κήπο μου,
    μου επιβάλλουν τι θα φάω το μεσημέρι.
    Καίνε τα χωράφια για μια σπιθαμή χρυσού.

    -Τι θέαμα κι αυτό-.

    Επικοινωνούν αλλά δεν συζητούν,
    συζητούν αλλά δεν ακούν,
    ακούν αλλά δεν ακούν.

    Τυφλώνονται από τα στρας και τις γραβάτες
    ταξιδεύουν με ζάπινγκ,
    ονειρεύονται χειροπέδες.

    Οι άρρωστες πολιτείες δεν κάνουν γκουχ γκουχ γκουχ,
    μόνο κρακ κρακ κρακ.
    Κι άλλες φορές κραχ κραχ κραχ.
    (Aντρέας Τσιάκος)

    Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

    «Η πόλη που γεννήθηκα»

    Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών
    δεν αποκρίνεται κανείς.
    Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.
    Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της
    και με τυφλώνουν ρεκλάμες.
    Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες.
    Βόρειο πλάτος, αίμα.
    Βόρειο μήκος, θάνατο.
    (Τίτος Πατρίκιος)

    Πάμε γι’ άλλες πολιτείες

    Η πόλη που ζω

    Αυτή η πολιτεία καλλιεργεί τη μοναξιά μου
    Επιβάλλει το βήμα μου να’ ναι πίσω
    Εξαναγκάζει την καρδιά
    Αυτή η πόλη γίνεται χώρα μοναδική
    με τα καλντερίμια, τις γραμμές των τραμ
    τους στρατιώτες της στα φυλάκια
    Αυτή η χώρα μου μ’ εξαγοράζει

    Κρύβομαι ανάμεσα σε σοκάκια
    Λένε πως η μοναξιά
    ζει με τους πεθαμένους
    πως τα σπίτια που περιτριγυρίζονται
    με κάγκελα, είναι σπίτια νεκρών.
    Όνειρα με φωταγωγημένες εκκλησίες
    και φρούτα παράκαιρα.
    Τα πόδια εξακολουθούν να βαδίζουν.
    (Ρούλα Αλαβέρα)

    Μεθυσμένη πολιτεία

    ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ, 1

    αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
    για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
    απ’ τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
    και από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
    σπόρια ονείρου

    εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
    ο ήλιος ν’ αμολάει απλόχερα τους ήχους
    από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
    στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

    αριστερά και δεξιά πιο κάτω
    ν’ απλώνεται η πλατεία ουρανός
    με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου
    και τ’ άσπρα σύννεφά της ν’ ανεμίζουν
    σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

    μέσα απ’ τη γη να ξεπροβάλλει
    η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
    όλα στη θέση τους αμετακίνητα
    όπως το χέρι του πατέρα
    τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

    η φλόγα απ’ το δαδί να λαμπαδιάζει
    στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
    κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
    και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος
    ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα

    διαρκώς ν’ αλλάζουν και να μένουν
    όλα στη θέση τους αμετακίνητα
    αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
    απ’ όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
    η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

    ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ, 2

    θίασος παιδικός της γειτονιάς
    που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια
    στο παλκοσένικο του δρόμου
    ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε
    στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου

    οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι
    ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός
    που πήγαζε στα όρη της Αμύντα
    κι εξέβαλε στην ωκεάνεια πλατεία
    όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν
    αρχαίες αγορές κι αγάλματα

    Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος
    ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν
    το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου
    και ναυλοχούν στο βορινό λιμάνι Ολύμπου

    διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες
    χλομά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια
    πεισματικά που αγκυροβόλησαν
    σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία
    και αξιώθηκαν να μη γνωρίσουν
    την καταισχύνη των μεγάλων

    τα όνειρα που μείναν όνειρα
    κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου
    στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης

    Από το βιβλίο: Τόλης Νικηφόρου, «ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα», Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013, σελ. 18-19.

    Ξέρω μια πόλη

    Πόλη κρυόκωλη
    και πόλη αργόμισθη
    και πόλη σαφρακιασμένη
    πρόωρα γερασμένη
    κιτρινιάρα
    κομπλεξικιά
    φτωχοπουτάνα…
    Πάντες
    οι χθεσινοί πρεντζόβλαχοι
    και βρωμοποδαράδες
    ριγούν από ευτυχία
    μέσα στην αγκαλιά σου
    πλήρως ικανοποιημένοι
    γαμώντας τα μοτοσακό τους
    τα μηχανάκια τους
    τις μηχανάρες τους
    τα αυτοκίνητά τους
    πληρώνοντας την βεντζίνα τους
    σαν κατσικίσιο γάλα
    και οι μαμάδες απαυτώνονται
    τηλεοπτικώς
    αγοράζουν στο σούπερ μάρκετ
    το καταπέτασμα
    για τα… παιδάκια τους…
    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

    The Holy City

    • Καλημέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή!!!
      Αν και ποιητικά θεώρησα το θέμα «πόλη- πολιτεία» αρκετά περιορισμένο, εσύ είσαι και πάλι «ποταμός»… Bravissima, Ageliki!!!!

      -Γ. Σεφέρης, [Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία]

      “…Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία,
      Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς.

      Κάποτε βλέπεις το μεσημέρι
      στην άσφαλτο του δρόμου να γλιστρά
      ένα κοπάδι μαύρα φύλλα σκορπισμένα-
      Περνούνε διαβατάρικα πουλιά κάτω απ’ τον ήλιο
      μα δε σηκώνεις το κεφάλι.

      Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία!

      Άγνωστες γλώσσες της Βαβέλ,
      χωρίς συγγένεια με τη γραμματική
      το συναξάρι μήτε το ψαλτήρι
      που σ’ έμαθαν να συλλαβίζεις το φθινόπωρο
      σαν έδεναν τις ψαροπούλες στα μουράγια•
      άγνωστες γλώσσες κολλημένες
      σαν αποτσίγαρα σβηστά σε χαλασμένα χείλια.

      Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς!…”
      (Απόσπασμα από το ποίημα «Ο Στράτης Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα»)

      *»Μια πόλη να την τραγουδάς»…

      -Όσιπ Μάντελσταμ, [Γύρισα στην πόλη μου]

      “Γύρισα στην πόλη μου τη γνωστή μέχρι δακρύων
      μέχρι τα γάγγλια και τους φουσκωμένους παιδικούς
      αδένες.

      Ήρθες-ν μου ‘πες- κατάπινε λοιπόν τώρα στα γρήγορα
      ψαρόλαδο απ’ του Λένιγκραντ τα ποταμίσια φανάρια.

      Κι αμέσως ξανανοιώσε τη δεκεμβριάτικη μέρα,
      όπου την πίσσα τη δυσοίωνη με το κροκάδι ανακατεύει.

      Πετεμπούργκ, δε θέλω να πεθάνω ακόμα:
      Στα τηλέφωνά σου είναι ακόμα οι αριθμοί μου.

      Πετεμπούργκ τις διευθύνσεις σου ακόμα κρατώ
      για να βρω των νεκρών τις φωνές.

      Κατοικώ σε μια ολόμαυρη σκάλα και στο κρόταφό μου
      τα ξεριζωμένα με σάρκα χτυπάει κουδούνια σου

      και θαρρώ πως οι μικρές αλυσίδες στην πόρτα μου
      δεσμά προμαντεύουν.”
      (Όσιπ Μάντελσταμ, Ποιήματα, Διογένης)

      -Κώστα Ριτσώνη, [Πόλεις]

      Σαν βρέχει θυμάμαι το Παρίσι
      τη συνοικία Μπιτονβίλ
      μες στο κλειστό δωμάτιο
      Μαροκινοί Σπανιόλοι Πορτογάλοι
      και δυο παιδιά απ’ τον Βόλο
      ακούνε ένα πικρό τραγούδι της βροχής
      πάνω στη λαμαρίνα

      Καταραμένες πόλεις της Ευρώπης
      κτισμένες πάνω σε ηλεκτρικά καλώδια
      και τσιμεντένιες γέφυρες
      (Από τη συλλογή “Αγκαλιά”, εκδ. Διαγωνίου, 1974)

      -Ποταμιάνος Γιάννης, «Σ’ αυτή την πόλη»

      «Στη μεγάλη λεωφόρο βαδίζουν
      όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος
      Όλοι βλέπουν
      τα ίδια δένδρα, τα ίδια πρόσωπα
      τους ίδιους δρόμους
      Σ’ αυτή την πόλη
      ο καθένας έχει τ’ όνειρό του
      κι όλοι μαζί το ίδιο
      Ο καθένας ζει το δικό του εφιάλτη
      κι’ όλοι μαζί τον ίδιο

      Σ’ αυτή την πόλη
      οι μυλόπετρες της μέρας
      μας αλέθουν
      όλους μαζί και τον καθένα μόνο του
      Σ’ αυτή την πόλη
      τα σκυλιά κι οι άνθρωποι
      έχουν θλιμμένα μάτια
      Σ’ αυτή την πόλη
      άνθρωποι και σκυλιά
      ψάχνουν αποφάγια στα σκουπίδια
      Σ’ αυτή την πόλη τη σκληρή
      αυτό που δίνεις παίρνεις
      μοναξιά στη μοναξιά
      φτώχεια στη φτώχεια
      θάνατο στο θάνατο

      Αυτή η πόλη πρέπει ν’ αλλάξει
      Στη μεγάλη λεωφόρο πρέπει
      να βαδίσουμε
      όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος
      με τα ίδια όνειρα γραμμένα
      στο μέτωπό μας
      με τα ίδια συνθήματα
      γραμμένα στα πανό μας
      Αυτή η πόλη σου επιστρέφει
      ό,τι της δίνεις
      αγάπα τη να σ’ αγαπήσει
      κάψε τη για να σε κάψει
      να φυτρώσουν στ’ αποκαΐδια της
      λουλούδια
      Αυτή η πόλη είσαι εσύ
      άλλαξε λοιπόν, ν’ αλλάξει
      Βγες επιτέλους στη μεγάλη λεωφόρο
      μ’ ένα όνειρο στο μέτωπο
      έτοιμος για να καείς

      Σ’ αυτή την πόλη οι ήρωες είναι
      άνθρωποι απλοί
      προχωρούν σκυφτοί στα σκοτεινά
      του φόβου μονοπάτια
      Ο ήρωες σ’ αυτή την πόλη
      φοβούνται αλλά προχωρούν
      είναι πολλοί
      μα δεν διστάζουν να γίνουν ένας

      Σαν έρθουν οι καιροί
      σ’ αυτή την πόλη οι άνθρωποι
      γίνονται δέντρα, γίνονται δάσος
      ριζωμένοι βαθιά στο χώμα
      δρασκελούν πολλά χιλιόμετρα ιστορίας
      σε μια νύχτα

      Σαν έρθουν οι καιροί
      Αυτοί που δεν έχουν τίποτα να χάσουν
      θα δείξουνε το δρόμο
      Αυτοί π’ αρνούνται τη ζωή
      που τους χαρίζουν
      και διαλέγουν μόνοι το δρόμο τους
      και το θάνατό τους
      Αυτών το μπόι, θα μετρήσει η ιστορία,
      με τη μεζούρα των αιώνων»

      *Να θυμίσω και τα κλασικά λογοτεχνικά πεζά: τις «Ακυβέρνητες πολιτείες», του Τσίρκα, τις «Αόρατες πόλεις», του Ίταλο Καλβίνο και «Το τέλος της μικρής μας πόλης», του Δ. Χατζή.

  2. Άλκηστις Πρωτοψάλτη – Πόλη

    Ναι, όλα Πόλη. Κι αυτά κι εκείνα. Και οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες», (που κι εγώ τις σκέφτηκα) και όλα.
    Και, -συνειρμός- το αγαπημένο βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ στο κέντρο της Αθήνας, με τις μεγαλύτερες εκπτώσεις και τους καλύτερα ενημερωμένους υπαλλήλους στην Ελλάδα, που είναι όλοι τους φανατικοί βιβλιόφιλοι.
    Στο συστήνω, αν δεν το ξέρεις.
    http://www.politeianet.gr/index.php?option=com_virtuemart&Itemid=695

    Δίκιο έχεις. Εντέλει, αποδείχτηκε δύσκολο θέμα και για μένα, περισσότερο από όσο νόμιζα. Ξαφνικά όμως έπεσε στην αντίληψή μου κι αυτό:

    ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

                       Στον Έλιοτ Γουάινμπεργκερ

      Νέα του σήμερα και ερείπια αύριο κιόλας, θαμμένα και αναστημένα κάθε μέρα,
      συνυπάρχουν σε οδούς, πλατείες, λεωφορεία, ταξί, σινεμάδες, θέατρα, μπαρ, ξενοδοχεία, περιστερεώνες, κατακόμβες,
      η πόλη τεράστια και χωράει σε μιά κάμαρα τριών τετραγωνικών μέτρων ατελείωτη σαν γαλαξίας,
      η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
      η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
      η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιάς λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο,
      η πόλη που βλασταίνει στα βλέφαρα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα μου και αφυπνίζεται,
      με τα μνημεία και τ’ αγάλματά της, με τις ιστορίες και τους θρύλους της
      σ’ έναν κρουνό φτιαγμένον από πάμπολλα μάτια και όπου το καθένα της καθρεφτίζει το ίδιο σταματημένο πάνω στη στιγμή τοπίο,
      πριν απ’ τα σχολεία και τις φυλακές, τους αριθμούς και τα αλφάβητα, τους ιερούς βωμούς και τον νόμο:
      ο ποταμός που είναι τέσσερα ποτάμια, ο κήπος, το δέντρο, η Γυναίκα και ο Άντρας ντυμένος άνεμο
      – να επιστρέφεις, να επιστρέφεις, να ξανάσαι πηλός, να λούζεσαι σ’ αυτό το φως, να κοιμάσαι κάτω από όλες τούτες τις φωτοχυσίες,
      να πλέεις στα νερά του χρόνου σαν το φλογισμένο σφενταμόφυλλο που το παρασέρνει το ρεύμα,
      να επιστρέφεις, κοιμόμαστε άραγε ή είμαστε ξύπνιοι; είμαστε, απλώς βρισκόμαστε εδώ, ξημερώνει, είναι νωρίς,
      βρισκόμαστε στην πόλη, αδύνατον να βγούμε απ’ αυτήν χωρίς να πέσουμε σε άλλην, ταυτόσημη και εν τούτοις διαφορετική, μια πόλη άλλη,
      μιλώ για την τεράστια πόλη, πραγματικότητα καθημερινή φτιαγμένη με δύο μόνο λέξεις: οι άλλοι,
      και σε καθέναν τους υπάρχει ένα εγώ κομμένο από ένα εμείς, ένα εγώ ασύδοτο,
      μιλώ για την πόλη που χτίστηκε απ’ τους νεκρούς, που κατοικείται από τ’ αδιάλλακτα φαντάσματά της, που κυβερνάται απ’ τη δεσποτική της μνήμη,
      η πόλη με την οποία μιλώ όσο δεν μιλώ με κανέναν και που τώρα μου υπαγορεύει τούτες τις άγρυπνες λέξεις,
      μιλώ για τους πύργους, τις γέφυρες, τους υπόγειους σιδηρόδρομους, τα υπόστεγα, θαύματα και όλεθρους,
      το αφηρημένο Κράτος και τις συγκεκριμένες αστυνομίες του, τους παιδαγωγούς του, τους δεσμοφύλακές του, τους ιεροκήρυκές του,
      τα καταστήματα που έχουν τα πάντα και που καταναλώνουμε τα πάντα και όλα γίνονται μεμιάς καπνός,
      τις αγορές με τις πυραμίδες των φρούτων τους, εναλλαγή των τεσσάρων εποχών, τα κρεμασμένα σφαχτάρια στα τσιγκέλια, τους λόφους των μπαχαρικών και τους πύργους με τα βαζάκια τουρσιών και τις κονσέρβες κρέατος,
      όλα τα χρώματα και τα αρώματα, όλες οι γεύσεις και όλα τα υλικά, η παλίρροια των φωνών –νερό, μέταλλο, ξύλο, λάσπη–, η φασαρία, η συναλλαγή και η κοροϊδία από την πρώτη-πρώτη ημέρα και εντεύθεν αδιαλείπτως,
      μιλώ για τα κτίρια από πέτρα πελεκητή και μάρμαρο, από τσιμέντο, γυαλί, σίδερο, για τον κοσμάκη στους προθάλαμους και τα κατώφλια, για τ’ ασανσέρ που ανεβαίνουνε και κατεβαίνουν σαν τον υδράργυρο στο θερμόμετρο,
      για τις τράπεζες και τα διοικητικά συμβούλιά τους, για τα εργοστάσια και τους διευθυντές τους, για τους εργάτες και τις αιμομικτικές τους μηχανές,
      μιλώ για την αμνήμονη παρέλαση της πορνείας σε δρόμους μεγάλους όπως ο πόθος και όπως η ανία,
      για το πηγαινέλα των αυτοκινήτων, καθρέφτη των μόχθων μας, των διαφόρων μορφών του χρέους και του πάθους (γιατί, προς τί, για πού;),
      για τα πάντοτε υπερπλήρη νοσοκομεία και όπου πάντοτε πεθαίνουμε μόνοι,
      μιλώ για το σκιόφως μερικών ναών και για τις τρεμάμενες φλόγες των κεριών στην αγία τράπεζα,
      γλώσσες δειλές, με τις οποίες μιλούν οι ανάπηροι με τους αγίους και με τις παρθένες σε μιά γλώσσα φλογισμένη και συνεχώς διακοπτόμενη,
      μιλώ για τον δείπνο κάτω απ’ το μονόφθαλμο φως, στο κουτσό τραπέζι και στα φαγωμένα γύρω-γύρω στα χείλη τους πιάτα,
      για τις αθώες φυλές που καταυλίζονται στους χερσότοπους με τα γυναικόπαιδά τους, με τα ζωντανά και τα φαντάσματά τους,
      για τους αρουραίους στον υπόνομο και για τους ατρόμητους σπουργίτες που κάνουνε φωλιά τους τα καλώδια, τα γεισώματα και τα μαρτυρικά δεντράκια,
      για τους διαλογιζόμενους γάτους και τις ελευθεριάζουσες διηγήσεις τους στο φως της σελήνης, της σκληρής θεάς των ταρατσών,
      για τους περιπλανώμενους σκύλους, που είναι οι δικοί μας φραγκισκανοί μοναχοί και οι δικοί μας μπχίκου, για τους σκύλους που ξεθάβουνε τα κόκαλα του ήλιου,
      μιλώ για τον αναχωρητή και για την κοινότητα των λιμπερτίνων, για τον όρκο των εκδικητών και για των κλεφτών τη συμμορία,
      για τη συνωμοσία των ισοτιστών και για την εταιρεία των Φίλων του Εγκλήματος, για τη λέσχη των αυτοχείρων και για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη,
      για τον Φίλο των Ανθρώπων, ακονιστή της λαιμητόμου, και για τον Καίσαρα, Τέρψη του Γένους των Ανθρώπων,
      μιλώ για την παραλυτική συνοικία, για τη λαβωμένη μάντρα, τη στερεμένη πηγή, το μουντζουρωμένο άγαλμα,
      μιλώ για τους σκουπιδότοπους που έχουνε ανάστημα βουνού και για τον αμίλητο ήλιο που καθαρίζεται μέσα στην αιθαλομίχλη,
      για τα σπασμένα τζάμια και για την έρημο των παλιοσίδερων, για το έγκλημα της χθεσινής νύχτας και για το συμπόσιο του αθάνατου Τριμαλχίωνα,
      για το φεγγάρι ανάμεσα στις κεραίες των τηλεοράσεων και για μιά πεταλούδα πάνω σ’ έναν κάδο απορριμμάτων καθισμένη,
      μιλώ για ροδαυγές σαν πέταγμα γερανών στη λίμνη και για τον ήλιο με τις διάφανες φτερούγες που κουρνιάζει στα πέτρινα φυλλώματα των εκκλησιών και για το κελάρυσμα του φωτός στους γυάλινους κορμούς των ανακτόρων,
      μιλώ για κάτι σούρουπα στις αρχές φθινοπώρου, καταρράχτες άυλου χρυσού, μετασχηματισμούς αυτού του κόσμου, τα πάντα χάνουν το σώμα τους, τα πάντα μετεωρίζονται,
      το φως στοχάζεται και καθένας μας νιώθει να ’ναι μέσα στον στοχασμό τούτου του φωτός που αντανακλάται, κι όσο διαρκεί μιά μεγάλη στιγμή ο χρόνος εξατμίζεται, και ξανάμαστε εκ νέου αέρας,
      μιλώ για το καλοκαίρι και για τη νύχτα την αργόσυρτη που μεγαλώνει στον ορίζοντα σαν βουνό καπνού που λίγο-λίγο καταρρέει και πέφτει επάνω μας σαν κύμα,
      συνδιαλλαγή των στοιχείων, η νύχτα έχει γείρει και το κορμί της είναι ποτάμι ορμητικό που μονομιάς κοιμήθηκε, εμείς κλυδωνιζόμαστε στα κύματα της ανάσας της, η ώρα είναι πια χειροπιαστή, μπορούμε να την πιάσουμε όπως πιάνουμε τους καρπούς στα δέντρα,
      ανάψανε τα φώτα, οι λεωφόροι καίγονται απ’ τη φλόγα του πόθου, το φως το ηλεκτρικό στα πάρκα διαπερνάει τα φυλλώματα και πέφτει πάνω μας βροχούλα πράσινη και φωσφορίζουσα που μας φωτίζει χωρίς να μας μουσκεύει, τα δέντρα μουρμουρίζουνε, μας λένε κάτι,
      υπάρχουν δρόμοι στο ημίφως που είναι χαμογελαστοί υπαινιγμοί, δεν ξέρουμε πού πάνε, ίσως τραβάνε την αποβάθρα των χαμένων νησιών,
      μιλώ για τ’ αστέρια πάνω στα ψηλά λιακωτά και για φράσεις δυσανάγνωστες που γράφουν στις πέτρες του ουρανού,
      μιλώ, ναι, για το ξαφνικό ανεμομπόρι που μαστιγώνει τα τζάμια και ταπεινώνει τις αλέες, κράτησε εικοσιπέντε λεπτά και τώρα πια υπάρχουν εκεί ψηλά γαλάζιες τρύπες και πίδακες φωτός, ο ατμός ανεβαίνει από την άσφαλτο, τ’ αυτοκίνητα λάμπουνε, έχει λούμπες εκεί όπου σαλπάρουν πλεούμενα φορτωμένα ανταύγειες,
      μιλώ για σύννεφα νομαδικά και για μιά λυγερή μουσική που φωτίζει ένα δωμάτιο σε κάποιον πέμπτον όροφο και για μιά θορυβώδη ροή γελώτων εν τω μέσω της νυκτός σαν νεράκι μακρινό που ρέει ανάμεσα σε ρίζες και σε χλόες,
      μιλώ για την προσδοκώμενη συνάντηση με αυτή την απροσδόκητη μορφή όπου το άγνωστο σαρκώνεται εμφανιζόμενο ανεξαιρέτως στον καθένα:
      μάτια που είναι η νύχτα που ανοιγοκλείνει και η μέρα που ξυπνάει, η θάλασσα που απλώνεται και η φλόγα που ομιλεί, στήθη γενναία: παλίρροια σεληνιακή,
      χείλη που λένε σουσάμι και ανοίγει ο χρόνος και η κάμαρα η μικρή γίνεται κήπος μεταμορφώσεων, ο δε αήρ και το πυρ συναρμόζονται, ενώ η γη και το ύδωρ συγχωνεύονται,
      ή μήπως είναι η έλευση της στιγμής, όπου ακριβώς εκεί πέρα, σ’ εκείνη την άλλη πλευρά που δεν είναι άλλη από τούτην εδώ, το κλειδί κλειδώνεται και ο χρόνος παύει εκπορευόμενος;
      στιγμή του ίσαμ’ εδώ, τέλος λόξυγκος, βόγκου και αγωνίας, η ψυχή χάνει σώμα και γκρεμίζεται από μιά τρύπα του πατώματος, πέφτει μες στον ίδιο της τον εαυτό, ο χρόνος δεν πατάει πουθενά, είναι ανεδαφικός, διαβαίνουμε έναν διάδρομο αχανή, λαχανιάζουμε σε κάποιαν αμμουδιά,
      η μουσική άραγε αυτή πλησιάζει ή απομακρύνεται, αυτά τα φώτα τα χλωμά σβήνουν ή ανάβουνε; τραγουδάει το διάστημα, ο χρόνος κατεδαφίζεται: πνέει τα λοίσθια, είναι το βλέμμα που γλιστράει στον λείο τοίχο, είναι ο τοίχος που σωπαίνει, ο τοίχος,
      μιλώ για τη δημόσια ιστορία μας και για τη μυστική ιστορία μας, τη δική σου και τη δική μου ιστορία,
      μιλώ για το πέτρινο δάσος, την έρημο του προφήτη, τη μυρμηγκοφωλιά των ψυχών, τη σύναξη των φυλών, τον οίκο των κατόπτρων, τον λαβύρινθο των αντιλάλων,
      μιλώ για τον μεγάλο αχό που έρχεται από τα βάθη των χρόνων, μουρμούρισμα ασυνάρτητο εθνών που ενώνονται ή απόλλυνται, κουτρουβάλα μαζών και των όπλων τους σαν τρόχαλα που σπάνε εκτοξευόμενα, ήχος κουφός οστών καθώς γκρεμίζονται στην τάφρο της ιστορίας μέσα,
      μιλώ για την πόλη, για μιά βοσκοπούλα αιώνων, για μια μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει, που μας επινοεί και έπειτα μας ξεχνάει.

    Octavio Paz, «Μιλώ για την Πόλη» (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

    Κι εγώ σαν πόλη αφήνομαι

    • Ciao, Ageliki!…
      Σε ό, τι αφορά το βιβλιοπωλείο «Πολιτεία», το ξέρω πολύ καλά, όσα χρόνια έμενα στην Αθήνα (περίπου 20) αλλά και τώρα όταν κατεβαίνω στην πρωτεύουσα από κει ψωνίζω τα βιβλία μου (και από την «Πρωτοπορία»)…
      Στο θέμα μας τώρα… Όσο ψάχνεις όλο και κάτι ακόμα ανακαλύπτεις…

      1. Μίνα: «Άδεια πόλη»…

      2. Παρέθεσες στο πρώτο σχόλιό σου ένα ποίημα του Γκόρπα… Ψάχνοντας στο συλλογικό τόμο των ποιημάτων του (Θ. Γκόρπας, Τα ποιήματα, 1957-1983, Κέδρος) βρήκα και τούτο:

      -Θωμάς Γκόρπας, «Χαμένη πόλη»

      “Φυσάει αεράκι εδώ πάνω
      ταράτσα είναι και η Αθήνα
      σκαρφαλωμένη ένα γύρο στα βουνά
      καρφιτσωμένη στα σεκλέτια της…

      Μελαγχολία μέσα στο ταξί
      και μέσα της μεσάνυχτα
      και μέσα στα μεσάνυχτα
      οι αναμνήσεις αναμεμιγμένες
      με κρότους και τραγούδια…
      καίγεται η βενζίνη ο καιρός
      η απόσταση το τσιγάρο μου
      κ’ ένα τοπίο της…
      Η Αθήνα
      τώρα από την ταράτσα σκελετός
      και φάντασμα και φαντάζομαι
      ηλεκτρονικά τα μαγαζάκια
      του μέλλοντος και τα παιδιά να πίνουν
      τα τραγούδια μου παλιό κρασί
      γλυκό γλυκό κι ανέρωτο…”

      2. Ψάχνοντας και στην ανθολογία «Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές» βρήκα και το παρακάτω του Ashbery…
      -John Ashbery, «Η πόλη το απόγευμα»

      “Ένα βέλο από αχλή προστατεύει
      το παμπάλαιο εκείνο απόγευμα
      στη φωτογραφία που ξεχάστηκε απ’ όλους
      οι περισσότεροί τους
      ξεμωραμένοι από γεράματα και θάνατο.

      Αν μπορούσε κανείς να συλλάβει την Αμερική
      ή τουλάχιστον μιαν έξοχη λησμοσύνη
      που στάζει στο περίγραμμά μας
      και προσδιορίζει τον όγκο μας
      με μια κηλίδα που κι αυτή φεύγει

      αλλά μνημονεύει
      γιατί προσδιορίζει, εντέλει
      γκρίζες γιρλάντες, εκείνους τους τρεις
      προσμένοντας το φως ν’ αλλάξει
      τα μαλλιά του ενός να τα παίρνει ο αέρας
      και να φαίνονται ανάποδα
      στον καθρέφτη της λίμνης.”
      (μτφ. Τάσος Δενέγρης)

      3. ΤΡΥΠΕΣ: «Παράξενη πόλη»…

      4. Και μια μικρή περίληψη από το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, «Αόρατες πόλεις»:
      «Τι είναι όμως σήμερα η πόλη για μας; Σκέφτομαι ότι έγραψα κάτι σαν τελευταίο ποίημα αγάπης για τις πόλεις, τη στιγμή που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να τις ζήσουμε. Η κρίση της πολύ μεγάλης πόλης είναι η άλλη όψη της κρίσης της φύσης. (…) Βιβλία όμως που προφητεύουν καταστροφές και αποκαλύψεις υπάρχουν ήδη πολλά• το να γράψει κανείς ακόμα ένα, θα ήταν πλεονασμός και κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου. Αυτό που ο δικός μου Μάρκο Πόλο θέλει να ανακαλύψει είναι οι κρυφές αιτίες που οδήγησαν τους ανθρώπους να ζήσουν στις πόλεις, αιτίες που μπορούν να ισχύουν πέρα και πάνω από οποιαδήποτε κρίση. Οι πόλεις είναι ένα σύνολο πραγμάτων: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας• οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών, όπως εξηγούν όλα τα βιβλία της οικονομίας, αλλά οι ανταλλαγές αυτές δεν είναι μονάχα ανταλλαγές εμπορευμάτων, είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων, αναμνήσεων. Το βιβλίο μου ανοίγει και κλείνει με εικόνες ευτυχισμένων πόλεων που συνεχώς αλλάζουν σχήμα και χάνονται, κρυμμένες μέσα σε δυστυχισμένες πόλεις…»

  3. η πόλη

    Δεν πέφτει η πόλη.
    Ακριβός ο δρόμος.
    Μην τρέχεις.
    Στάσου, στάσου,
    σ’ ακολουθώ.
    Δεν πέφτει η πόλη.
    Ήρεμα νερά.
    Λιώνουν τα χιόνια.
    Μην τρέχεις.
    Δεν αντέχω.
    Δεν πέφτει η πόλη.
    Σου μάζεψα τα λουλούδια.
    Γελαστά, να τα φοράς.
    Δεν πέφτει η πόλη.
    Εμείς την ανεβαίνουμε.
    (Βατούσιος Χρήστος)

    Bertolt Brecht,
    Μήνυμα του ετοιμοθάνατου ποιητή στη νεολαία

    Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
    Καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
    Πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
    Πού δέ γεννηθήκατε, ακούστε τώρα
    Τη φωνή τη δική μου, πού πέθανα
    Όχι δοξασμένα.
    (Απόσπασμα)

    Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
    κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
    Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
    κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

    Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
    οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
    Κι εγώ σ αυτές απλά να σε εσύσταινα
    σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες
    ZEΡΒΟΥΔΑΚΗΣ

    Kι εσύ ‘σαι πολιτεία που σε ψάχνω μες το χάρτη

    Νομίζω ότι τελείωσα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις…

    …Ποια πόλη
    ποια χώρα
    ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα…

    Και πάει λέγοντας…

    Καθόλου ευκαταφρόνητα τα ευρήματα τελικά, παρά το ζόρικο θέμα.

    • …Και κάτι τελευταίο (;) από μένα…. Ένα ποίημα του Ελυάρ από την ανθολογία της Μαρίας Λαϊνά, «Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα» (Ελληνικά γράμματα)…

      -Πωλ Ελυάρ, [Να ξαναγυρνάς σε κάποια πόλη]

      “Να ξαναγυρνάς σε κάποια πόλη από βελούδο ή πορσελάνη, τα παραθυ-
      ρα θα ‘ναι ανθογυάλια όπου τ’ άνθη όλα, παρατώντας τη γη, θα δει-
      χνουν το φως τέτοιο στ’ αλήθεια που είναι.

      Να κοιτάζεις τη σιωπή, να της δίνεις στα χείλη ένα φιλί κι όλες οι στέ-
      γες να ‘ναι όμορφα μελαγχολικά πουλιά με ξέσαρκες φτερούγες.

      Ν’ αγαπάς μονάχα τ’ απαλά και τ’ ασάλευτα, πόχουν γύψινο μάτι, σε-
      ντεφένιο μέτωπο, μάτι αόρατο, ζωντανό μέτωπο, χέρια που, χωρίς ποτέ
      να κλειούν, κρατούν το καθετί στη ζυγαριά τους, την πιο δίκαιη του κό-
      σμου, αμετάβλητη, άσφαλτη.

      Όχι, δε θα κοκκινίσει πια η καρδιά του ανθρώπου, δε θα πάει χαμένη πια,
      επιστρέφω από τον εαυτό μου αέναα, στους αιώνες των αιώνων.”

      -Θυμάσαι το παλιό θαυμάσιο δίσκο του Κηλαηδόνη, «Μικροαστικά», (σε στίχους Νεγρεπόντη);….
      Ας ακούσουμε το «Μακριά από την πόλη»…

      • Εννοείται πως το θυμάμαι. Τα «Μικροαστικά» ήταν η πρώτη κασέτα που απόκτησα εν μέσω δικτατορίας και την άκουγα μέχρι που εκείνο το «Κολλήγα γιος» το είχα λιώσει. Και το ‘λεγα και λάθος, γιατί δεν ήξερα τη λέξη. Άκουγα «ΚολήΒα γιος» μέχρι που μια μέρα μου εξήγησε ο πατέρας μου τη σημασία της λέξης.
        Χαίρομαι που μου το θύμισες…

      • Ciao Ageliki!… Ευχαριστώ!… Νομίζω ότι μετά την «Οκτάνα» του Εμπειρίκου, αλλά και το δικό της ποίημα, που μας χάρισε η καλή μας φίλη, Νάνσυ, εξαντλήσαμε το θέμα… Βέβαια θα υπάρχουν κι άλλα πολλά για την «Πόλη- πολιτεία» αλλά πού να τα θυμηθείς και πού να κάτσεις να τα βρεις!!!… Την επόμενη φορά πάλι με καινούριο θέμα!!!!… Την αγάπη μου!

  4. «Κι εγώ σαν πόλη αφήνομαι
    τη νύχτα του Σαββάτου
    να κάνεις στην αγκάλη μου
    το γύρο του θανάτου»…

    Φιλιά πολλά Αγγελική και Γιάννη. Καλό σας βράδυ!

    • Καλησπέρα, στην καλή μου φίλη, joan petra!!!!…
      Ευχαριστώ πολύ για τους ωραίους στίχους που μας θύμισες από το θαυμάσιο παλιό τραγούδι της Αλεξίου σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Μανόλη Ρασούλη!
      Την αγάπη μου!… Καλό βράδυ!

  5. myownpersonalwinter on said:

    καλημέρα!

    Δύο από μένα.
    Το πρώτο αγαπημένο από τον Αντρέα Εμπειρίκο.

    όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα

    Όταν δια της πίστεως και της καλής θελήσεως, αλλά

    και από επιτακτικήν, αδήριτον ανάγκην δημιουργηθούν

    αι προϋποθέσεις και εκτελεσθούν όχι οικοδομικά, ή

    ορθολογιστικά, μα διαφορετικά τελείως έργα, εις

    την καρδιά του μέλλοντος, εις την καρδιά των υψηλών

    οροπεδίων και προ παντός μέσα στην καρδιά του κάθε

    ανθρώπου, θα υπάρξη τότε μόνον η Νέα Πόλις και

    θα ονομασθή πρωτεύουσα της ηνωμένης, της αρραγούς

    και αδιαιρέτου Οικουμένης.

    Άγνωστον αν η παλαιά, που εκτείνεται προ του

    ωκεανού στα πόδια του κατακορύφου βράχου που μοιάζει

    με το Τζέμπελ-αλ-Ταρέκ, άγνωστον αν θα εγκαταλειφθή,

    ή αν θα υφίσταται καν στα χρόνια εκείνα, ή αν, απέραντη

    και κενή, θα διατηρηθή ως δείγμα μιάς ελεεινής, μιας

    αποφράδος εποχής, ή ως θλιβερόν μουσείον διδακτικόν,

    πλήρες παραδειγμάτων πρό αποφυγήν. Εκείνο που είναι

    βέβαιον είναι ότι η Νέα Πόλις θα οικοδομηθή, ή μάλλον

    θα δημιουργηθή, και θα είναι η πρωτεύουσα του

    Νέου Κόσμου, εις την καρδιά του μέλλοντος και των

    ανθρώπων, μετά χρόνια πολλά, οδυνηρά, βλακώδη και

    ανιαρά, ίσως μετά μιαν άλωσιν οριστικήν, μετά την

    μάχην την τρομακτικήν του επερχομένου Αρμαγεδδώνος.

    Δεν θα εξετάσω τας λεπτομερείας…

    Αυτό που με ενδιαφέρει απολύτως-και θα έπρεπε να

    ενδιαφέρη όλους-είναι ότι η Νέα Πόλις θα

    ολοκληρωθή, θα γίνη. Όχι βεβαίως απο αρχιτέκτονας

    και πολεοδόμους οιηματίας, που ασφαλώς πιστεύουν

    οι καημένοι, ότι μπορούν αυτοί τους βίους των

    ανθρώπων εκ των προτέρων να ρυθμίζουν και το μέλλον

    της ανθρωπότητος, με χάρακες, με υποδεκάμετρα, γωνίες

    και Τ, μέσα στα σχέδια της φιλαυτίας των,

    ναρκισσευόμενοι (μαρξιστικά, φασιστικά ή αστικά),πνίγοντες

    και πνιγόμενοι να κανονίζουν.

    Όχι, δεν θα κτισθή η Νέα Πόλις έτσι, μα θα κτισθή από

    όλους τους ανθρώπους, όταν οι άνθρωποι. έχοντας εξαντλήσει

    τας αρνήσεις, και τας καλάς και τας κακάς, βλέποντες το

    αστράπτον φως της αντισοφιστείας-τουτέστι το φως της άνευ

    δογμάτων, άνευ ενδυμάτων Αληθείας-παύσουν στα αίματα και

    στα βαριά αμαρτήματα χέρια και πόδια να βυθίζουν, και

    αφήσουν μέσα στις ψυχές των, με οίστρον καταφάσεως, όλα

    τα δένδρα της Εδέμ, με πλήρεις καρπούς και δίχως

    όφεις-μα τον Θεό, ή τους Θεούς-τελείως ελεύθερα να ανθίσουν.

    Ναι, ναι (αμήν, αμήν λέγω υμίν),σας λέγω την αλήθειαν.

    Η Νέα Πόλις θα κτισθή και δεν θα είναι χθαμαλή σε

    βαλτοτόπια. Θα οικοδομηθή στα υψίπεδα της Οικουμένης,

    μα δεν θα ονομασθή Μπραζίλια, Σιών, Μόσχα, ή Νέα Υόρκη,

    αλλά θα ονομασθή η πόλις αυτή Ο κ τ ά ν α .

    Και τώρα ο καθείς θα διερωτηθή ευλόγως: Μα τι θα πή Οκτάνα;

    Και τώρα (αμήν, αμήν) λέγω υμίν :

    Οκτάνα, φίλοι μου, θα πή μεταίχμιον της Γης και του

    Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει.

    Οκτάνα θα πή πύρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος σπέρμα.

    Οκτάνα θα πη έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του.

    Οκτάνα θα πή ανά πάσαν στιγμήν ποίησις, όμως όχι ως μέσον

    εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του

    πνεύματος διηνεκής.

    Οκτάνα θα πή η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι

    αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εν τέλει δυνατόν, ακόμη και

    την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και

    την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής.

    Οκτάνα θα πή το «εγώ» «εσύ» να γίνεται (και αντιστρόφως

    το «εσύ» «εγώ» ) εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν

    έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν

    μέθεξιν υπέρτατην, που ίσως αυτή να αποτελή την θείαν Χάριν,

    το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που

    εν εκστάσει συντελείται.

    Οκτάνα θα πή πάση θυσία διατήρησις της παιδικής ψυχής

    εις όλα τα στάδια της ωριμότητος, εις όλας τας

    εποχάς του βίου….

    Οκτάνα θα πή εν πλήρει αθωότητι Αδάμ, εν πλήρει

    βεβαιότητι Αδάμ-συν-Εύα.

    Οκτάνα θα πή απόλυτος ενότης πνεύματος και ύλης.

    Οκτάνα θα πή παντού και πάντα εν ηδονή ζωή.

    Οκτάνα θα πή δικαιοσύνη.

    Οκτάνα θα πή αγάπη.

    Οκτάνα θα πή παντού και πάντα καλωσύνη.

    Οκτάνα θα πή η αγαλλίασις εκείνη που φέρνει στα χείλη

    την ψυχή και εις τα όργανα τα κατάλληλα με ορμήν το σπέρμα.

    Οκτάνα θα πή ό,τι στους ουρανούς και επί της γης ηκούετο,

    κάθε φοράν που ως μέγας μαντατοφόρος, με έντασιν

    υπερκοσμίου τηλεβόα, ο Άγγελος Κυρίου εβόα.

    Γλυφάδα, 20. 8. 1965
    Το δεύτερο δικό μου.

    Στην πόλη

    Γνωρίζει φτώχια, παρακμή
    Παραίτηση, αδιαφορία
    Παντού φασισταριά κι αστυνομία
    Πολιτικούς λαμόγια
    Δημοσιογράφους πιόνια
    Η πόλη
    Μυρίζει θάνατο και φόβο
    Δακρυγόνο, καπνό και χημικό
    Δάκρια, μύξα κι εμετό
    Μούχλα, ούρα και κανέλα
    Η πόλη
    Δείχνει ερείπια και σκόνη
    Χαρτόκουτα, αδέσποτα, σκουπίδια
    Ζητιάνοι, άστεγοι, πουτάνες,
    Αλλοδαποί, ζώα και πρεζόνια
    μοίρα ίδια
    Η πόλη
    Νιώθει οργή, αγανάκτηση, θυμό
    Εξαπάτηση κι εμπαιγμό
    Ευθύνες κι ενοχές
    Ξεφτιλισμένες παροχές
    Η πόλη
    Ουρλιάζει σύνθημα, όραμα κι ελπίδα
    Αγάπη, σφρίγος, ορμή, παλμό
    Φίλους, συντρόφους, αδέρφια είδα
    Μαζί να στέκονται ενάντια στο θεριό
    Στην πόλη

    • Ciao Nansy!!!!…. Ευχαριστώ πολύ!…
      Να ‘σαι καλά που πήγε το μυαλό σου στην υπέροχη «Οκτάνα» του Εμπειρίκου!… Θα ‘ταν σοβαρή παράλειψή μας να μην παραθέσουμε εδώ αυτό το ποίημα με την «Πόλη» που ονειρεύτηκε ο Εμπειρίκος!….
      Πολύ πολύ καλό και το δικό σου οργισμένο μα τόσο αληθινό (ιδιαίτερα για τις μέρες μας) ποίημα!…
      Χίλια ευχαριστώ!!!!!

    • @myownpersonalwinter:

      Πολύ ωραία η συμμετοχή σας με την Οκτάνα του Εμπειρίκου, στην οποία, ομολογώ ότι δεν πήγε καθόλου το μυαλό μου.
      Κάπου εδώ θα έπρεπε ίσως να χωρέσουμε και τη Νεφελοκοκκυγία του Αριστοφάνη, θαρρώ:

      Πισθέταιρος: Στην πόλη αυτή δε θέλουμε δρόμους, κύριέ μου, μήτε αυτοκίνητα, κύριέ μου, μήτε μηχανάκια, μήτε εργοστάσια, κύριέ μου, μήτε υπουργεία, κύριέ μου, μήτε γεωμέτρες, κύριέ μου, κατάλαβες; Εδώ έχουμε έναν πολύ ωραίο νόμο, ξέρεις: Να σπάμε στο ξύλο τους αλήτες!

      (Ενδιαφέρουσα η ποιητική σας προσπάθεια. Συνεχίστε.
      Δεν υπάρχει δρόμος. Το δρόμο τον ανοίγεις περπατώντας, λένε οι Χαΐνηδες.)

      • ….Μόλις τέλειωσα τον προηγούμενο σχολιασμό και να, που βλέπω το νέο σχόλιό σου!!!… Όντως πολύ σημαντική η συμμετοχή της Νανσυ με την «Οκτάνα», που, όπως σημειώνω και στο προηγούμενο σχόλιό μου, ούτε και το δικό μου μυαλό πήγε στο ποίημα του Εμπειρίκου!!!
        Πολύ σημαντική βέβαια και η δική σου αριστοφανική παράθεση!….Grazie mille!!!

  6. myownpersonalwinter on said:

    Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.
    Από σας έχω μάθει, μαθαίνω κι έχω να μάθω πολλά ακόμα. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: