Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (38ο): «Χριστούγεννα»….

-Μπέρλοντ ΜΠΡΕΧΤ,«Φτάνουν Χριστούγεννα»

“Φτάνουν Χριστούγεννα λοιπόν! Παραμονή

κι εμείς σαν όλους ετοιμάσαμε γιορτή.

Μα δεν είν’ άνετα σαν φάτνη εδώ μέσα:

Μπαίνει το κρύο από παντού, δεν έχει μπέσα.

Χριστούλη, κόπιασε, γεννήσου αν θες, μα κοίτα:

Σου στρώσαμε, δεν έχει τζάκι όμως και πίττα.

Τρέμουμε κι όλοι αγκαλιαζόμαστε σφιχτά

σαν τους πρωτόγονους σε σκοτεινή σπηλιά.

Το χιόνι πέφτει στο κορμί μας, το παγώνει·

το χιόνι εισβάλει στην καλύβα και σαρώνει.

Κόπιασε, χιόνι, μπες, θα βρεις φίλους εδώ:

Κι εμάς μας έδιωξαν από τον ουρανό.

Κρασί ζεσταίνουμε, παλιό και δυνατό·

κάνει καλό με τέτοιον άγριο καιρό.

Ζεστό κρασί, ξύλα στην πόρτα καρφωμένα.

Έξω, ουρλιάζουνε αγρίμια θυμωμένα.

Κοπιάστε, αγρίμια, να κρυφτείτε απ’ το χιονιά:

Ούτε τ’ αγρίμια έχουνε ζεστή φωλιά.

Θα ρίξουμε τα πανωφόρια στη φωτιά,

να γίνει η φλόγα της για λίγο πυρκαγιά,

να ζεσταθούμε ενώ θα καίγεται η στέγη,

να ζούμε όταν το σκοτάδι πια θα φεύγει.

Κόπιασε, άνεμε–εκεί έξω πως αντέχεις;

Κι εσύ κουράστηκες, κι εσύ σπίτι δεν έχεις.”

 

-Φερνάντο Πεσσόα, «Χριστούγεννα»

“Γεννιέται ένας Θεός.  Άλλοι πεθαίνουν. Η αλήθεια

ούτε ήρθε, ούτε υπήρξε: το λάθος άλλαξε

έχουμε τώρα μια ανταλλάξιμη αιωνιότητα

κι ήταν πάντα καλύτερο αυτό που συνέβη.

Τυφλή γνώση οργώνει το άχρηστο χώμα

τρελή πίστη ζει της λατρείας το όνειρο.

Ένας νέος Θεός είναι μόνο μια έκφραση,

κι αυτό  είναι όλο.

Μην ερευνάς, μην εμπιστεύεσαι:

όλα είναι άλυτο αίνιγμα.”

-Νίκος Καρούζος, «Τα Χριστούγεννα του σταλαγμίτη»

               (απόσπασμα)

“Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας

στην κοιλιά του καρπού λησμονημένος

και του έδωσαν το όνομα Καρπός

όλα τ’ άστρα των παιδιών αγαπημένων

με τους ανέμους όταν λευκάζουν το χειμώνα.

Εντούτοις άκουσα το σπήλαιο

κι ανεβαίνοντας

σ’ ένα βαθύ άλογο πήγαινα σ’ αυτό

κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά προς τη θέρμη

του βρεφικού δέρματος όνομα βαθύ κι ανάερο.

Δεν έβρισκε λαλιά ο πλατύς ελαιώνας για να φωνάξει

κι ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια

μονάχα το άστρο νικούσε το πλήθος που είναι τ’ αστέρια

λάμποντας το Ένα.

Ο Θεός έκραζε τη λαλιά:

Δίδαξέ με

στο άστρο στρεφόμενος, είπε,

και τα μαρτύρια γεννήθηκαν απάνω απ’ τις λάμψεις

χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα. […]

ιδού λοιπόν ο χρόνος είναι χιόνι δεν είναι ρολόγι-

και κρατούσε το θήλυ πότε τα φεγγιστά νερά

πότε μαύρες πέτρες της Δήλου.

Σαν είδα το σπήλαιο

συγκρατήθηκα στην πρώτη φλέβα του βράχου μας

ενώ με κάλεσε το ακέραιο γαϊδούρι κινώντας

και τα δυο του χέρια

μα όμως ευγένεια φανερώνοντας ήρθε και το βόδι

πειθήνιο στον ήλιο της νύχτας

για να δω το δοκιμασμένο χρυσάφι.

Κι αντίκρισα το χρυσάφι

καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας

ήτανε το  βρέφος στη μητρική βύθιση

ολομόναχο με τ’ άστρα.

Ώσπου χάραξε…

Στο σπήλαιο – μιας ηλικίας χαμένης – δεν υπήρχαν

ειμή μόνο σταλακτίτες που κρέμονταν, δεν υπήρχαν

ειμή μόνο σταλακτίτες ανυψούμενοι.

Εγώ ο σταλαγμίτης, ολοένα,

πλησιάζω το σταλαχτίτη που με κράζει απεγνωσμένα

για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα τη μεγάλη ένωση…”

(Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

-Τάσος Λειβαδίτης, «Παραμονή Χριστουγέννων»

(σ’ ένα στρατιωτικό αντίσκηνο στο μέτωπο)

[…] «Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο

δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου

μα είναι πολλά χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου

πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.

Έχει αρκετή θέση για να πεθάνεις.

Θα ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά

όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

[…] Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά

ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.

Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.

-Θωμά, πάρε τσιγάρο

και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.

Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι

απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.

Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου.

Ο Θωμάς σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα

και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα.

Το άλλο του χέρι είναι κομμένο.

Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει

μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγόνι του

θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.

Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά

η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.

Συλλογιέσαι τα άστρα πίσω απ’ την καταχνιά

σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.

Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη

χώσε τα χέρια σου.

-Καληνύχτα, Θωμά. Καλά Χριστούγεννα.

Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.»

 

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (38ο): «Χριστούγεννα»….

  1. René Aubry ~ Noël Aux Balkans

    Τόλης Νικηφόρου, λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

    ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
    μόνος στον κόσμο.
    ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
    στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
    καράβια για τα όνειρα,
    ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους.
    παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
    στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα
    (Από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο,1999)

    ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
    Στὴν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη

    Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987
    εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
    ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
    σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
    Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.
    Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
    ὁ Διονύσιος Σολωμὸς
    πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
    ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος
    πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
    ὁ Μπουζιάνης
    πόσα ὁ Σκλάβος
    πόσα ὁ Καρυωτάκης
    πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
    πέρασε ὁ Σκαλκώτας
    πόσα
    πόσα
    Δυστυχισμένα Χριστούγεννα τῶν Ποιητῶν.
    (Σαχτούρης Μίλτος)

    Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

    Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
    σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
    (αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
    δὲ θέλει δῶρα
    δὲ θέλει χρήματα
    πάγο καὶ χρόνια
    χιόνια καὶ πάγο
    σκισμένα ροῦχα
    ἀχνὰ παπούτσια
    ὁ χρυσὸς νεκρὸς
    θὰ βγεῖ ἔξω
    δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
    τὸν ἀλήτη νεκρὸ
    θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
    νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
    κι ὕστερα πάλι
    σὲ λίγες μέρες
    ἥσυχα θὰ πεθάνει
    (ὁ νεκρός)
    ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος
    κι ὅλες οἱ ρόδες
    κόκκινες ὅπως πρῶτα
    θὰ γυρίζουν πάλι.
    (Μίλτος Σαχτούρης)

    Γενέθλια

    Η μέρα που γεννήθηκες
    αναπαρίσταται, Θεάνθρωπέ μου

    κάποιο άστρο
    θαμπό από το άθεον όζον
    σε ψάχνει

    οι μάγοι δε θυμούνται
    αν γέρασαν ή έχουν πεθάνει

    τα ξυλιασμένα δάχτυλα του θαύματος
    ρωτούν πού είναι η φάτνη

    κι εγώ εκεί σκυμμένη
    μες στο προσκύνημα της αναζήτησής σου
    σε μια συμμετοχή απαρατήρητη
    μοναχική

    δεν το αρνούμαι νιώθω να διαπερνά
    και του δικού μου σώματος
    την ξυλιασμένη δυσπιστία

    η σεβαστή, ασύλληπτη του θαύματος
    θερμαντική ανάγκη
    ……..
    Κική Δημουλά
    [Από την ποιητική συλλογή «Τα εύρετρα», απόσπασμα]

    Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
    να ’ν’ ήμερος να’ναι άκακος

    λίγο φαΐ λίγο κρασί
    Χριστούγεννα κι Ανάσταση
    (Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Ηλιάτορας)

    Να ‘μουν του στάβλου εν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
    την ώρα π’ άνοιξε ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!
    Να δω την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
    το στέμμα των ακτινών του γύρω από το μέτωπό του.
    Να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,
    και από τη θεια του πνοή να γίνω λουλουδάκι,
    να μοσχοβοληθώ κι εγώ από την ευωδία
    που άναψε στα πόδια του των μάγων η λατρεία.
    ΠΑΛΑΜΑΣ

    Χαίρονται όλοι -το βλέπω- αλλ’ εσβήστη
    από κρύα παγωμένη πνοή
    στις ψυχές των ανθρώπων η πίστη
    κ’ είναι τώρα η χαρά της τους τυφλή.
    Στα σκοτάδια του κόσμου μια μέρα
    πάλι εκείνη σαν άστρο ας φανεί
    πού τους Μάγους οδήγησε πέρα
    να λατρέψουν το ουράνιο παιδί.
    (Γεράσιμος Μαρκοράς, απόσπασμα)

    «H Γέννηση»

    Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
    Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.
    (Τάσος Λειβαδίτης , «Ο αδελφός Ιησούς» )

    John Lennon – Happy Xmas [War Is Over]

    • Καλησπέρα Αγγελική!… Σου εύχομαι ολόψυχα καλά Χριστούγεννα και καλές γιορτές!!!

      -Κάποτε ο Μπρόντσκι, ο νομπελίστας Ρώσος ποιητής, έθεσε στον εαυτό του το παρακάτω ερώτημα: “Τι το αξιοσημείωτο έχουν τα Χριστούγεννα;”, Η απάντηση που έδωσε ο ίδιος ήταν: “Είναι το ότι μετράμε μέσα από τα Χριστούγεννα τη ζωή μας, ότι μετράμε την ύπαρξή
      μας μέσα από τη συνείδηση ενός ατόμου, ενός ιδιαίτερου ατόμου”.

      -Γιόζεφ Μπρόντσκι, «24 Δεκεμβρίου 1971»

      “Τα Χριστούγεννα είμαστ’ όλοι μάγοι λίγο πολύ.
      Στα μπακάλικα χώνονται και σπρώχνουν.
      Χαλβά με γεύση καφέ ζητούν ένα κουτί,
      το ταμείο πολιορκούν, μαλώνουν,
      ένα πλήθος φορτωμένο πακέτα χιλιάδες
      είναι μαζί και γκαμήλες και βασιλιάδες.
      Δίχτυα, τσάντες, χαρτοσακούλες και ό, τι άλλο,
      Καπέλα, γραβάτες, στραβά φορεμένα.
      Μυρωδιά από βότκα, ρετσίνι, μπακαλιάρο,
      μανταρίνια και μήλα με κανέλα φτιαγμένα.
      Χάος προσώπων, κλειστοί είναι οι δρόμοι
      προς τη Βηθλεέμ, φραγμένοι από χιόνι.
      Κι οι φέροντες φτωχικά δώρα
      στα λεωφορεία πηδούν, τσακίζονται στην πόρτα
      την κλειστή/ χάνονται σε λάκκους στις αυλές
      κι ας ξέρουν τώρα πια πως η φάτνη είναι αδειανή:
      ούτε ζώα ούτε παχνί ούτ’ Εκείνη
      που χρυσό ένα φωτοστέφανο τη ντύνει.
      Άδειο. Όμως να τη σκεφτείς φτάνει
      και βλέπεις ξαφνικά φως απ’ το πουθενά.
      Να ’ξερε ο Ηρώδης πως όσο η δύναμή του αυξάνει
      τόσο πιο αληθινό, πιο αναπόφευκτο το θαύμα θα ξεσπά.
      Ο αδιάλειπτος αυτός δεσμός
      είναι των Χριστουγέννων ο βασικός μηχανισμός.
      Κι αυτό γιορτάζουν σήμερα παντού
      κι όπως πλησιάζει η Εορτή
      ενώνουν τα τραπέζια. Δεν απαιτούν
      ακόμα τα’ άστρο, αλλά η θέληση η αγαθή
      φαίνεται στους ανθρώπους από μακριά
      κι οι ποιμένες συδαυλίζουν τη φωτιά.
      Το χιόνι πέφτει, δεν καπνίζουν, σαλπίζουν
      στη στέγη οι καμινάδες. Τα πρόσωπα ένας λεκές όλα.
      Ο Ηρώδης πίνει. Οι γυναίκες τα μωρά τους κρύβουν.
      Ποιος θα ‘ρθει; Κανείς δεν ξέρει τώρα:
      το σημάδι δεν μας το ‘παν κι οι καρδιές μας ίσως
      τον νιόφερτο να μην αναγνωρίσουν.
      Όμως όταν στο κατώφλι διασκορπά
      της νύχτας την ομίχλη την πυκνή το ρεύμα,
      μια μορφή αναδύεται που πέπλο φορά
      με το Βρέφος και το Άγιο Πνεύμα,
      τη νιώθεις, δεν ντρέπεσαι, το μέσα σου χαίρει,
      κοιτάς τον ουρανό και βλέπεις τ’ αστέρι.”
      (Γιόζεφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της Θείας Γέννησης, Καστανιώτης)

      -Κωστής Παλαμάς, «Χριστούγεννα»
      Α
      “Τι φως και χρώμα κ’ εμμορφιά να σκόρπιζε τ’ αστέρι
      Οπού στην κούνια του Χριστού τους Μάγους έχε φέρει.
      Ποιος άγγελος το διάλεξε για τέτοιο ταχυδρόμο!
      Τ’ άλλα τ’ αστέρια θάβλεπαν το φωτεινό τους δρόμο,
      Κι από τη ζήλεια θάτρεμαν… Αστέρι, σε ποια χώρα
      Του απέραντου σ’ ουρανού να λαμπυρίζεις τώρα;
      Η παντοδύναμη Φθορά μην έσβησε το φως σου;
      Ή μήπως εισ’ αθάνατο κ’ εσύ σαν το Χριστό σου;
      Δεν κατεβαίν’ η λάμψη σου κ’ εδώ στα χώματά μας;
      Για όλα τ’ άστρ, αλίμονο! Δεν είναι η ματιά μας…
      Και μόνον όταν τα λαμπρά Χριστούγεννά μας θάμπουν,
      Θαρρώ πως οι ακτίνες σου μες στην ψυχή μου λάμπουν.
      Τι φως και χρώμα κ’ εμμορφιά να σκόρπιζε τ’ αστέρι,
      Οπού στην κούνια του Θεού τους Μάγους έχει φέρει!”
      (Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τ. 1ος, Γκοβόστης)

      – Ο Μίλτος Σαχτούρης συνδέει αγχωτικά τη Γέννηση με τα γεγονότα του Εμφυλίου:

      «Σημαία / ακόμη / τα δόκανα στημένα στους δρόμους / τα μαγικά σύρματα / τα σταυρωτά / και τα σπίρτα καμένα / και πέφτει η/ οβίδα στη φάτνη / του μικρού Χριστού / το αίμα το αίμα το αίμα.», («Χριστούγεννα 1948»)

  2. myownpersonalwinter on said:


    Εύχομαι με αρκετή δόση χιούμορ καλές γιορτές σε σένα Γιάννη και σε όλους. 🙂

    • Ευχαριστώ πολύ Νάνσυ!!!!
      Καλά Χριστούγεννα επίσης, καλές γιορτές μ’ ένα όμορφο ιταλικό χριστουγεννιάτικο τραγούδι…

  3. Ευχές κι από μένα, Γιάννη, για τις ημέρες και Χρόνια πολλά!

    Joseph Brodsky, Ο γέγονε γέγονε (απόσπασμα)

    1
    Έφτασα ως τα Χριστούγεννα με άδεια τσέπη
    Ο εκδότης για το βιβλίο μου ν’ απαντήσει πρέπει.
    Το ημερολόγιο της Μόσχας στο να μιμηθεί το Κοράνι ρέπει.
    Μουσαφίρης να πάω πουθενά δεν μπορώ,
    ούτε σε φίλο που ‘ναι όλο κλαψιάρικα παιδιά τριγυρισμένος
    ούτε σε οικογένεια ούτε σε κοπελίτσα γνωστή ο καημένος.
    Παντού να έχεις λεφτά είσαι υποχρεωμένος.
    Κάθομαι στην καρέκλα και τρέμω από θυμό.
    2
    Αχ καταραμένο επάγγελμα του ποιητή.
    Το τηλέφωνο σιωπά, έπεται δίαιτα αυστηρή.
    Ίσως από το συνδικάτο κάτι βγει,
    αλλ’ αυτό είναι σαν να τα παίρνεις από μια κυρία.
    Το να χάσεις την ανεξαρτησία σου είναι πολύ πιο σοβαρό
    από την αθωότητα να χάσεις. Απ’ έξω βέβαια εγώ
    υποθέτω θα είναι ευχάριστο να ονειρεύεσαι το γαμπρό,
    ευχάριστο να έρχεσαι σε «γάμου κοινωνία».
    [Γιόζεφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της Θείας Γέννησης, μτφρ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ]

    • Ευχαριστώ πολύ!!!… Καλά Χριστούγεννα, με υγεία κι αγάπη κι από μένα Αγγελική!…
      Μπρόντσκι κι εγώ, ένα άλλο ποίημά του απ’ το ίδιο βιβλίο (Τα ποιήματα της Θείας Γέννησης, Καστανιώτης) που το ‘χω στη βιβλιοθήκη μου:

      -Γιόζεφ Μπρόντσκι, «24 Δεκεμβρίου 1971»

      “Τα Χριστούγεννα είμαστ’ όλοι μάγοι λίγο πολύ.
      Στα μπακάλικα χώνονται και σπρώχνουν.
      Χαλβά με γεύση καφέ ζητούν ένα κουτί,
      το ταμείο πολιορκούν, μαλώνουν,
      ένα πλήθος φορτωμένο πακέτα χιλιάδες
      είναι μαζί και γκαμήλες και βασιλιάδες.
      Δίχτυα, τσάντες, χαρτοσακούλες και ό, τι άλλο,
      Καπέλα, γραβάτες, στραβά φορεμένα.
      Μυρωδιά από βότκα, ρετσίνι, μπακαλιάρο,
      μανταρίνια και μήλα με κανέλα φτιαγμένα.
      Χάος προσώπων, κλειστοί είναι οι δρόμοι
      προς τη Βηθλεέμ, φραγμένοι από χιόνι.
      Κι οι φέροντες φτωχικά δώρα
      στα λεωφορεία πηδούν, τσακίζονται στην πόρτα
      την κλειστή/ χάνονται σε λάκκους στις αυλές
      κι ας ξέρουν τώρα πια πως η φάτνη είναι αδειανή:
      ούτε ζώα ούτε παχνί ούτ’ Εκείνη
      που χρυσό ένα φωτοστέφανο τη ντύνει.
      Άδειο. Όμως να τη σκεφτείς φτάνει
      και βλέπεις ξαφνικά φως απ’ το πουθενά.
      Να ’ξερε ο Ηρώδης πως όσο η δύναμή του αυξάνει
      τόσο πιο αληθινό, πιο αναπόφευκτο το θαύμα θα ξεσπά.
      Ο αδιάλειπτος αυτός δεσμός
      είναι των Χριστουγέννων ο βασικός μηχανισμός.
      Κι αυτό γιορτάζουν σήμερα παντού
      κι όπως πλησιάζει η Εορτή
      ενώνουν τα τραπέζια. Δεν απαιτούν
      ακόμα τ’ άστρο, αλλά η θέληση η αγαθή
      φαίνεται στους ανθρώπους από μακριά
      κι οι ποιμένες συδαυλίζουν τη φωτιά.
      Το χιόνι πέφτει, δεν καπνίζουν, σαλπίζουν
      στη στέγη οι καμινάδες. Τα πρόσωπα ένας λεκές όλα.
      Ο Ηρώδης πίνει. Οι γυναίκες τα μωρά τους κρύβουν.
      Ποιος θα ‘ρθει; Κανείς δεν ξέρει τώρα:
      το σημάδι δεν μας το ‘παν κι οι καρδιές μας ίσως
      τον νιόφερτο να μην αναγνωρίσουν.
      Όμως όταν στο κατώφλι διασκορπά
      της νύχτας την ομίχλη την πυκνή το ρεύμα,
      μια μορφή αναδύεται που πέπλο φορά
      με το Βρέφος και το Άγιο Πνεύμα,
      τη νιώθεις, δεν ντρέπεσαι, το μέσα σου χαίρει,
      κοιτάς τον ουρανό και βλέπεις τ’ αστέρι.”
      (Γιόζεφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της Θείας Γέννησης, Καστανιώτης)

      -Κι ας ξεφύγουμε για λίγο από την ποίηση μ’ ένα διήγημα του Βάρναλη για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη:

      Κώστας Βάρναλης, «Τα χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη»:

      «Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…
      Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την “Ακρόπολιν” και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!
      Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.
      Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:
      – Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).
      Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.
      Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.
      Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν’ ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.
      Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των• και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, “άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν”, η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα….
      Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.
      Αλλ’ η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.
      Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.
      Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ’ αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.
      – Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ’ η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.
      Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ’ ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).
      Ιδού κι ο Μπάρμπ’ Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον• είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.
      – Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!
      Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:
      – Όρσε, κουβέρνο!
      Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!
      Αλλ’ ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ’ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.
      – Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.
      Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.
      Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
      Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!…
      Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και … εξύπνησεν.
      Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: