Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

“Παγκόσμια Ημέρα του Μετανάστη” η σημερινή (18/12)…

1349789986651_thomas-kilpper-migration-to-europe-via-lampedusa-2009-2010--the-artist-and-galerie-christian-nagel-berlin-cologne-antwerp

(Η 18η Δεκεμβρίου έχει ανακηρυχθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως Παγκόσμια Ημέρα Μεταναστών)

Μετανάστες:  Ζωές υπό διωγμό…

-Χρήστος Ρουμελιωτάκης, «ΞΕΝΟΣ ΕΙΜΙ»:

“Ξένος ειμί και μισθοφόρος –
κάθε φορά που στη στροφή βλέπω τη θάλασσα
το νιώθω.

Όλη τη μέρα πολεμώ σε ξένο τόπο
τα βράδια, κάτω από το λύχνο,
καθώς με πιάνει η νοσταλγία της πατρίδας
συγγράφω την ανάβασή μου.

Ξένος ειμί και μισθοφόρος –
αν τη διαβάσετε να είστε επιεικείς,
στην εποχή μου
δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πεθαίνεις.”

O Σαχζάτ Λουκμάν, δολοφονημένος από Έλληνες φασίστες τον περασμένο Ιανουάριο.

O Σαχζάτ Λουκμάν, δολοφονημένος από Έλληνες φασίστες τον περασμένο Ιανουάριο.

 -Η Σούκραν Μπίμπι δεν έχει φύγει ποτέ από τη χώρα της. Πριν από έξι χρόνια, μάλιστα, δεν ήξερε καν τη μόνη χώρα που, όπως φαίνεται, επρόκειτο να επισκεφθεί. Έξι χρόνια πριν άκουσε για πρώτη φορά το όνομα Ελλάδα από τα χείλη του 21 ετών γιου της, του Σαχζάτ Λουκμάν, όταν της είπε πως θα φύγει για να βοηθήσει την οικογένειά του με τις οκτώ κόρες και τον ένα αδελφό. Έξι χρόνια είχε να δει και το παιδί της πριν το αντικρίσει νεκρό, δολοφονημένο από χρυσαυγίτες, τον περασμένο Ιανουάριο. Και τώρα η Σούκραν Μπίμπι θα κάνει το μόνο της ζωής της ταξίδι για να παραστεί στη δίκη των δολοφόνων του παιδιού της, που ξεκινά σήμερα Τετάρτη 18 Δεκέμβρη. Τι ειρωνεία, είναι η Παγκόσμια Ημέρα του Μετανάστη!

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on ““Παγκόσμια Ημέρα του Μετανάστη” η σημερινή (18/12)…

  1. Ὅταν ἔρχεται ὁ Ξένος

    Τὴν ὥρα ποὺ μέναμε κλεισμένοι στὴ μεγάλη κάμαρα μὲ τοὺς σκεπασμένους καθρέφτες / ἦρθε Ἐκεῖνος, ἀκάλεστος, ξένος – τί ζητοῦσε; / Ἐμεῖς δέ θέλαμε νὰ δοῦμε, ν’ ἀκούσουμε, νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε. / Τὸ σκονισμένο του ροῦχο ἐλεητικό – δέ ζητούσαμε ἐμεῖς εὐσπλαχνία –, / τὰ λυωμένα παπούτσια του ἀπαιτοῦσαν συμπάθεια – δέν εἴχαμε ἐμεῖς νὰ δώσουμε τίποτα –, / ξένος, ἀκάλεστος, ἀμέτοχος στὴ λύπη μας, / ἦρθε νὰ λυπηθῇ ἐμᾶς. Πίσω ἀπ’ τὰ σκονισμένα γένεια του / τρεμόφεγγαν τ’ ἀστέρια τοῦ χαμόγελου / μὲ αὐτή τὴν αὐταρέσκεια τῆς ἐπιείκειας, μὲ τὴ συγκατάνευση / τῆς ἀρχαίας δοκιμασίας του, σὰ νάλεγε: Κι αὐτό θὰ περάσῃ, / ὅπως οἱ κεντημένες μπάντες στοὺς τοίχους τῶν παλιῶν σπιτιῶν / σμίγοντας μιὰ νοικοκυρίστικη σοφία μὲ πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια / – τριαντάφυλλα, γαρύφαλα, πανσέδες (ὄχι μενεξέδες), / κ’ οἱ κορδέλλες ὁλόγυρα οἱ κεντημένες κίτρινες…

    Τί ἤθελε;.. / Κι ἄν ἔχουμε, δέ θέλουμε νὰ δώσουμε τίποτα. Ἄς μᾶς ἀφήσουν ἐπιτέλους / στὸ σεπτό σεβάσμιο πένθος μας, στὸ θάνατό μας, / στὴν περηφάνειά μας νὰ μή δειλιάζουμε μπροστά στὶς σκιές τῶν πραγμάτων νὰ μᾶς ἀφήσουν / νὰ ἐξαντλήσουμε τὴ στάση τῆς γονυκλισίας μας, ἀκούγοντας παρήγορο / τὸν ξυλοφάγο στὶς γωνιές τῆς σιωπῆς… / Νὰ φύγῃ, εἴπαμε. / Ξένος, ἀκάλεστος, ὕπουλος, / ὑποκρινόταν τὸ φτωχό γιὰ νὰ πιστέψουμε στὸν πλοῦτο μας, / νὰ μή μᾶς ταπεινώσῃ, νὰ μᾶς δωροδοκήσῃ μὲ τὴν ὀρφάνειά του, / μὲ τὴν ἀχάμνια του (ἔδειχνε κιόλας τὰ γυμνά πλευρά του, τὸ φαρδύ του στέρνο), / γιὰ ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὰ μᾶς ἕνα χαμόγελο πάλι, μιὰ νέα μαρτυρία ζωῆς∙ / κουδούνιζε πάνω μας τὸ βλέμμα του σάν παιδική κουδουνίστρα, / νὰ συγκεντρώσῃ τὴν προσοχή μας σ’ ἕνα ἀλλοῦ∙ ἀναποδογύριζε / τὶς τσέπες τοῦ παντελονιοῦ καὶ τοῦ σουρτούκου του / νὰ δείξῃ τὸ ἄδειο του, νὰ μᾶς πείσῃ∙ / κι ἀπ’ τὶς τσέπες του πέφταν λίγα χνούδια μονάχα, λίγα τρίμματα καπνοῦ / μαλακά σὰ νὰ χιόνιζε σ’ ἕνα μικρό γκρίζο τοπίο, μισό μέτρο, / κ’ οἱ ἀντεστραμμένες ἄδειες τσέπες του ἦταν / σάν τ’ αὐτιά ἥμερων ζώων ποὺ ἀφουγκράζονται πέρα ἀπ’ τὴ σιωπή, / ἢ σὰ μικρές ξύλινες σκάλες σ’ ἕναν περιστεριῶνα / ὅπου μυρίζει ἀσβέστης, κουτσουλιά καὶ ζεστά πούπουλα. / Ἦταν μιὰ ἀρχή ἀπὸ μικρή τρυφερότητα ποὺ δέν ξαφνιάζει, δέ μετατοπίζει∙ / ἦταν μιὰ μετρημένη λήθη, νὰ ξεθαρρευτοῦμε, / νὰ ἐπεκτείνουμε τὴ μνήμη πρὸς τὰ πέρα ἢ πρὸς τὰ πάνω…

    Ἀπὸ ποῦ ἔρχονταν αὐτός ὁ Ξένος; Τί ζητοῦσε; Ὁ δρόμος του / ἐρχόταν ἀπ’ τὸ χτές ἢ ἀπ’ τὸ αὔριο;
    ( Γιάννης Ρίτσος -απόσπασμα)

    • Ciao Ageliki!… Grazie molto!!!
      Ο «Ξένος» όσο και τα υπόλοιπα «πεζο-ποιήματα» που περιέχονται στον τόμο «Τέταρτη διάσταση» νομίζω ότι είναι απ’ τα καλύτερα του Ρίτσου!
      Ωραιότατο και του Πορφύρη που δεν γνώριζα!
      Εγώ παραθέτω κάτι από την εκκλησιαστική υμνολογία…
      -Από ιδιόμελον της Μ. Παρασκευής:
      «Δος μοι τούτον τον ξένο, τον εκ βρέφους
      ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω. Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπειν
      του θανάτου τον ξένον. Δος μοι τούτον τον ξένον, όστις οίδε ξενίζειν
      τους πτωχούς τε και ξένους… Δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ότι ξένος
      ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη»!
      ( ο ξένος εδώ είναι ο σύντροφος Χριστός, για τον οποίο έχει γραφεί και το ιδιόμελο)

      *Και Μανού Τσάου «Ο λαθρομετανάστης»…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: