Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (37ο): «Άνθρωπος»

 

«Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο,
κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος
έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του,
κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.»

(Γιάννης Ρίτσος)

 

 

-Σοφοκλής, [Για τον άνθρωπο]

 

«Πολλά τα δεινά μα απ’ τον άνθρωπο κανένα δεινότερο

Περνά τον αφρισμένο πόντο με τις φουρτούνες του νοτιά

Στη μέση σκάβει το βαθύ και φουσκωμένο κύμα

και την υπέρτατη θεά, τη Γη την άφθαρτη παιδεύει την ακάματη

Οργώνοντας με καματερά χρόνο το χρόνο φιδοσέρνοντας αλέτρι.

Και των αστόχαστων πτηνών τις φυλές κυνηγά με βρόχια,

Των αγρίων θηρία τα έθνη, των βυθών την  υδρόβια φύτρα

Με δίχτυα πλεγμένα στριφτά, ο τετραπέρατος.

Τα’ αγρίμι της βουνοκορφής δαμάζει με τεχνάσματα

Φορεί στων αλόγων την πλούσια χαίτη ζυγό

Και στον ταύρο, που βαρβάτος βοσκάει στα όρη.

Ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά, τη σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων

Την όρεξη να ζει σε πολιτείες, πώς να γλιτώσει το χαλάζι μες στ’ αγιάζι

Την άγρια δαρτή βροχή μέσα στον κάμπο

Ο πολυμήχανος..αμήχανος δε θ’ αντικρίσει τα μελλούμενα

Το χάρο να ξεφύγει μόνο δεν μπορεί

Μ’ όλο που βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές σ’ αγιάτρευτες αρρώστιες.

Τέχνες μαστορικές σοφίστηκε που δεν τις βάζει νους

Κι όμως μια στο καλό, μια στο κακό κυλάει

Όποιος κρατεί τον ανθρώπινο νόμο

Και του θεού το δίκιο, που όρκος το δένει φριχτός, πολίτης

Αλήτης και φυγάς, όποιος κλωσάει τα’ άδικο, μακάρι και μ’ αποκοτιά

Ποτέ σε τράπεζα κοινή με κείνον που τέτοια τολμάει.»

(Σοφοκλής, Αντιγόνη, μτφ. Κ. Γεωργουσόπουλος, εκδ. Ελευθεροτυπία)

 

-Τόμας Σ. Έλιοτ, «Οι κούφιοι άνθρωποι»

(απόσπασμα)

 

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι/ είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι

σκύβοντας μαζί/ κεφαλοκαύκι άχυρο. Αλίμονο!

Οι στεγνές φωνές μας, όταν/ ψιθυρίζουμε μαζί

είναι ήσυχες και ανόητες/ σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι

ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί/

στο ξερό μας κελάρι.

 

Σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα

παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση.

 

Αυτοί που πέρασαν/ με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο  Βασίλειο

μας θυμούνται-αν καθόλου-όχι ως χαμένες

βίαιες ψυχές, μα μονάχα/ ως κούφιους ανθρώπους

τους βαλσαμωμένους ανθρώπους….

III

«…αυτή είναι η νεκρή χώρα/ αυτή είναι του κάκτου η χώρα

εδώ τα πέτρινα είδωλα/ σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν

την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω από το σπίθισμα σβησμένου άστρου…

V

…Mεταξύ ιδέας/ και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης/ και δράσης/ πέφτει η Σκιά

Γιατίι δικό σου είναι το βασίλειο
Μεταξύ αντίληψης/ και δημιουργίας

μεταξύ κίνησης/ και απάντησης/ πέφτει η Σκιά

Η ζωή είναι πολύ μακριά

Μεταξύ πόθου/ και σπασμού

μεταξύ δύναμης/και ύπαρξης/
μεταξύ ουσίας/ και πτώσης

πέφτει η Σκιά

Γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή/ γιατί η ζωή είναι δική σου

δική σου/ αυτός είναι ο τρόπος
που ο κόσμος τελειώνει

όχι με ένα πάταγο αλλά με ένα λυγμό».

(Τ. Σ. Έλιοτ, «Άπαντα ποιήματα», μτφ. Αριστοτέλης Νικολαϊδης, εκδ. Κέδρος).

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης,  «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος)

 

 

-Γ. Σεφέρης, [Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος]

 

«… Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο

για να πονούμε

γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το με-

γάλο ποτάμι

αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε

χόρτα

και ζωυτανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που

σπέρνουν και που Θερίζουν

και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των

νεκρών.

Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι

τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων

κι από τα μάτια των αυθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα

χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,

χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα ή

έστω και για τα μεγάλα~

όταν κοιτάζουν ίσια- πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συν-

ήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,

oχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό

περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,

πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλά-

ζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει~

αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πό-

θου μας και της  καρδιάς μας,

στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι

ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,

πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε

σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην  άμμο

αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο

λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.»

(Γ. Σεφέρης, απόσπασμα από το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»)

 

 

-Ο. Ελύτης, [Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος]

 

«Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος

να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος

 

λίγο φαΐ λίγο κρασί

Χριστούγεννα κι Ανάσταση

 

κι όπου φωλιάσει και σταθεί

κανείς να μην του φτάνει εκεί

 

Μα ήρθαν αλλιώς τα πράματα

τονε ξυπνάν χαράματα

 

τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος

του τρώνε και το λίγο βιος

 

κι από το στόμα την μπουκιά

πάνω στην ώρα τη γλυκιά

 

του τηνε παίρνουνε κι αυτή

χαρά στους που ‘ναι οι δυνατοί!

 

Χαρά στους που ‘ναι οι Δυνατοί

γι’ αυτούς δεν έχει χόρταση.»

(Ο. Ελύτης, «Ο ήλιος ο ηλιάτορας», Ίκαρος)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (37ο): «Άνθρωπος»

  1. Αντρέ Μπρετόν: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση»

    Η άνθρωπος

    Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
    ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
    ήταν ως τώρα του ανδρός
    και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.

    Ποιος είναι και πώς
    πιο πολύ μονάχος,
    παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
    τώρα, εγώ ή εκείνος;
    Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
    όμως πότε υπήρχα δίχως του
    και τώρα,
    πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
    ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καημός;
    Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
    χάνομαι διαρκώς,
    όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

    Πώς θα ιδώ το πρόσωπό μου,
    την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
    όταν τόσο παλεύω
    και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.

    «Ότι δια σου αρμόζεται
    γυνί τω ανδρί.»

    Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
    του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
    δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
    Τι θα γίνει που τόσο καλά,
    τόσο πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
    πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

    Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος
    και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
    και τώρα είμαι και μπορώ
    κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
    κι εγώ, έχω το δικό μου φως,
    εγώ πότε, σελήνη,
    είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
    κι έχω τόσην υπερηφάνεια
    που πάω τη δική του να φτάσω
    και να ξεπεραστώ, εγώ,
    που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
    μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
    και δεν θέλω από κείνον τίποτα
    να δεχτώ και δεν θέλω να περιμένω.

    Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
    Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
    ξέσκισμα που τοιμάζω,
    για να γνωρίσω τον κόσμο δι’ εμού,
    για να πω το λόγο δικό μου,
    εγώ που ως τώρα υπήρξα
    για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,

    εγώ πια δεν του ανήκω
    και πρέπει μονάχη να είμαι,
    εγώ, η άνθρωπος.
    [Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη]

    Αφήγηση

    Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
    κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
    κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
    σαν κι αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
    στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα.
    Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους
    ατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν
    γυναίκες που γερνούνε δύσκολα
    αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες
    σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες
    και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών.
    Πηγαίνει μέσα στους δρόμους ποτέ δεν πλαγιάζει
    δρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γης
    μηχανή μιας απέραντης οδύνης
    που κατάντησε να μην έχει σημασία.
    Άλλοι τον άκουσαν να μιλά μοναχό καθώς περνούσε
    για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια
    για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες
    που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς
    άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο
    εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου
    τα πρόσωπα ανυπόφορα από τη στοργή.
    Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος κι ήσυχος
    μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα
    σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ’ το τρένο
    ξυπνώντας άσχημα κάποια συννεφιασμένη αυγή.
    Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτα
    σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
    και σας μιλώ γι’ αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτα
    που να μην το συνηθίσατε
    προσκυνώ.
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση

    Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
    Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
    πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
    τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
    μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
    μὲς ἀπὸ σένα – πλησιάζουν τὰ πράγματα,
    γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα –
    τώρα μπορῶ
    ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
    Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
    σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.
    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ
    Όταν αγγίζω
    τη χειρότερη σιγή
    που δεν μπορώ με τίποτα
    να τη συνδέσω
    καθώς απλώνει γύρω η αβεβαιότητα
    σαν το νερό στο πάτωμα
    τρέχοντας απ’ τη ραγισμένη στάμνα
    σκέφτομαι πόσο αδικήσαμε
    τους ήχους όλων των πρωτογόνων.
    Όμως
    είναι καλύτερη κ’ η πιο νωθρή σιγή
    κ’ η πιο τυφλή μας γεύση
    χαρούμενη σελέστα.
    είναι πολύ προτιμότερο
    το χάζεμα των λεωφορείων
    η αγάπη των διαβάσεων
    από πράσινο σε πράσινο –
    μικρό μυθιστόρημα των βημάτων –
    ανάμεσα σε ολόιδιες εξελίξεις
    όπως ο ήλιος γίνεται
    λαμπρή μεγάλη αδιαφορία
    ή θα ’λεγα συναχωμένος κούρος,
    είναι πολύ προτιμότερο
    το χάζεμα των αυτοκινήτων
    από κάθε
    θλιβερή βλάστηση
    στο αυτάρεσκο τοπίο της γλώσσας
    μ’ ένα φρικώδη χείμαρρο συντακτικού
    μ’ ένα αιματωμένο ξύρισμα
    για ν’ αγοράζουμε μισοτιμής
    το σεβασμό των άλλων
    με τα «σαφώς»,
    «εντέλει»
    και «σαφέστατα»
    των πάσης φύσεως δικηγόρων.
    Αν δεν πεθαίνει κάτι – ειν’ η μοναξιά μας.
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Νουθεσίες σε κάποιον άνθρωπο ξεχωριστό

    Φυλάξου απ’ την εξουσία,
    η ισχύς της μπορεί να σου ανοίξει το λάκκο,
    χιόνι, χιόνι, χιόνι, σου ακινητοποιεί το βουνό.
    Φυλάξου απ’ το μίσος,
    μπορεί το στόμα του ν’ ανοίξει και να σε εκτινάξει
    να φας το πόδι σου, λεπρός της μιας στιγμής.
    Φυλάξου απ’ τους φίλους,
    γιατί σαν τους προδώσεις,
    όπως και θα κάνεις,
    θα θάψουν το κεφάλι τους στην τουαλέτα
    και θα χαθούν τραβώντας το καζανάκι.
    Φυλάξου απ’ το πνεύμα,
    γιατί ξέρει τόσα που δεν ξέρει τίποτα
    και σε αφήνει ανάποδο εκκρεμές,
    εκστομίζοντας γνώση, ενόσω η καρδιά σου
    καταρρέει απ’ το στόμα σου.
    Φυλάξου απ’ τα παιχνίδια, το κομμάτι του ηθοποιού,
    το λόγο που σχεδιάζεται, μαθαίνεται, δίδεται,
    καθώς θα σε δώσουν
    και θα στέκεσαι σαν απογυμνωμένο αγοράκι
    που κατουρά το ίδιο του το παιδικό κρεβάτι.
    Φυλάξου απ’ την αγάπη
    (εκτός κι αν είναι αληθινή,
    και κάθε σημείο του σώματός σου λέει ναι, και τα δάχτυλα ακόμη),
    θα σε τυλίξει σαν μούμια,
    και η κραυγή σου δεν θα εισακουστεί
    και από τα ζωτικά σου όργανα δεν θα λειτουργεί κανένα.
    Αγάπη; Κάνε την άντρα. Κάνε τη γυναίκα.
    Πρέπει να είναι ένα κύμα μες στο οποίο να θες να γλιστρήσεις,
    στο οποίο θα δώσεις το σώμα σου, στο οποίο το γέλιο σου θα δώσεις,
    δώσε, σαν η χαλικώδης άμμος σε παρασύρει,
    τα δάκρυά σου στη γη. Το να αγαπάς κάποιον είναι κάτι
    σαν προσευχή που δεν τη σχεδιάζεις, απλώς πέφτεις
    στην αγκαλιά της, αφού η πίστη σου τη δυσπιστία σου ξεκάνει.
    Άνθρωπε ξεχωριστέ,
    αν ήμουν στη θέση σου, σημασία δεν θα ‘δινα
    στις νουθεσίες μου,
    μισές φτιαγμένες από δικές σου λέξεις
    και κομματάκι δικές μου.
    Μια σύμπραξη.
    Δεν πιστεύω λέξη απ’ όσα είπα,
    αν εξαιρέσεις μερικές, αν εξαιρέσεις ότι σε σκέφτομαι σαν κάποιο νέο δέντρο
    με κολλημένα τα φύλλα του επάνω, και ξέρω πως θα ριζώσεις
    ώστε η αληθινή πρασινάδα να φανεί.
    Αφέσου. Αφέσου.
    Ω, άνθρωπε ξεχωριστέ,
    φύλλα εν δυνάμει,
    αυτή η γραφομηχανή στο διάβα της προς αυτά σε βρίσκει καλό,
    μα θέλει κρυστάλλινα ποτήρια να διαλύσει
    ως ένδειξη τιμής,
    για σένα,
    όταν ο σκοτεινός φλοιός ξεπεταχτεί
    και θα αεροπορείς ανάλαφρα
    σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι.
    Ανν Σέξτον
    24 Μαρτίου 1974
    (δημοσιευμένο μετά θάνατον – το πρώτο της συλλογής)

    Ah, look at all the lonely people

    Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρύφαλο

    Ἔχω πάνω στὸ τραπέζι μου
    τὴ φωτογραφία τοῦ ἀνθρώπου
    μὲ τ᾿ ἄσπρο γαρούφαλο
    ποὺ τὸν τουφέκισαν
    στὸ μισοσκόταδο
    πρὶν τὴν αὐγὴ
    κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς τῶν προβολέων.
    Στὸ δεξί του χέρι
    κρατᾶ ἕνα γαρούφαλο
    πού ῾ναι σὰ μιὰ φούχτα φῶς
    ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ θάλασσα
    τὰ μάτια του τὰ τολμηρὰ
    τὰ παιδικὰ
    κοιτάζουν ἄδολα
    κάτω ἀπ᾿ τὰ βαριὰ μαῦρα τους φρύδια
    ἔτσι ἄδολα
    ὅπως ἀνεβαίνει τὸ τραγούδι
    σὰ δίνουν τὸν ὅρκο τους
    οἱ κομμουνιστές.
    Τὰ δόντια του εἶναι κάτασπρα
    ὁ Μπελογιάννης γελᾶ
    καὶ τὸ γαρούφαλο στὸ χέρι του
    εἶναι σὰν τὸ λόγο πού ῾πε στοὺς ἀνθρώπους
    τὴ μέρα τῆς λεβεντιᾶς
    τὴ μέρα τῆς ντροπῆς.
    Αὐτὴ ἡ φωτογραφία
    βγῆκε στο δικαστήριο
    ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ θανατικὴ καταδίκη.
    NAZIM ΧΙΚΜΕΤ

    Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή

    Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων

    Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
    εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
    πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
    πιὸ λυπημένα
    πιὸ διαρκῆ.
    * * *
    Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
    τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.
    Χωρὶς ἀνθρώπους μπόρεσα νὰ ζήσω,
    ὅμως ποτὲ χωρὶς τραγούδια·
    μοὔτυχε ν᾿ ἀπιστήσω κάποτε
    στὴν πολυαγαπημένη μου,
    ὅμως ποτέ μου στὸ τραγούδι
    ποὺ τραγούδησα γι᾿ αὐτήν·
    οὔτε ποτὲ καὶ τὰ τραγούδια
    μ᾿ ἀπατήσανε.
    * * *
    Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους
    πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα.
    * * *
    Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα
    ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
    καὶ νὰ γευτῶ
    ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
    ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
    καὶ νὰ νιώσω
    τίποτα, τίποτα
    δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
    ὅσο τὰ τραγούδια…
    ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

    ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ

    Υποθήκαι (Κωνσταντίνος Καρυωτάκης)

    Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
    μπορούνε με χίλιους τρόπους.
    Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
    όταν ακούσεις ανθρώπους.
    Όταν ακούσεις ποδοβολητά
    λύκων, ο Θεός μαζί σου!
    Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
    και κράτησε την πνοή σου.
    Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
    στον πλατύ κόσμο μια θέση.
    Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
    του δίνουν όψη ν’ αρέσει.
    Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
    με την πειθώ, με το ψέμα,
    όταν οι άνθρωποι διαφιλονικούν
    τη σάρκα σου και το αίμα.
    Όταν έχεις μια παιδική καρδιά
    και δεν έχεις ένα φίλο,
    πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
    στη μπουτονιέρα σου φύλλο.
    Άσε τα γύναια και το μαστροπό
    Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
    Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
    κράτησε σκήπτρο και λύρα.

    Άνθρωποι (Βύρων Λεοντάρης)

    … και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα
    ούτε επιστροφή, να πιάσουμε.
    Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
    μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία,
    ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
    όπου η βροχή τής χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη

    λασπώνει τη ματιά με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών.
    Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς ν’ αφουγκραστούμε
    τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια για να δούμε
    τα μάτια σου στα μάτια μας – κλειδί των φεγγαριών.
    Τη νύχτα αναζητήσαμε – κι αυτή μας πλημμυρά,
    ποθήσαμε τη σιωπή – μα ήρθε η απουσία,
    τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά
    και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:
    Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
    δε μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
    τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε – κι εκείνα τους αγγέλους,
    χαμογελάσαμε στην άνοιξη – κι εκείνη στα παιδιά της.
    Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε∙ ήμασταν άνθρωποι πολύ,
    άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης,
    άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις,
    άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί.
    Βύρων Λεοντάρης

    Ένας κοινός άνθρωπος

    φόρεσε τη γραβάτα
    το λευκό του πουκάμισο
    τα γυαλισμένα του παπούτσια
    το πρόσωπο που αρμόζει στην περίσταση
    και λύγισε τη μέση

    κάθε άνθρωπος το έχει κάνει αυτό
    κάθε άνθρωπος έχει ξεχάσει
    μόνιμα το ξεχνάει
    να ψάξει μέσα του
    φοβάται μην ανακαλύψει
    ένα μικρό αναρχικό να κρύβεται και να του γνέφει

    και τι θα γίνει τότε
    η ακριβέστατα ρυθμισμένη του ζωή
    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο

    Το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
    να διέκρινε άραγε των ροδόδεντρων την αρμονία;
    Όχι – όχι – μιαν απέραντη ηθικολογία
    δε θα βοηθήσει να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο

    να ελπίζεις – να ελπίζεις πάντα – πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους
    – που τους ρημάζει η τρομερή «ευκολία» –
    θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους
    που τους διέπει καλοσύνη – πόθος ευγένειας – ηρεμία
    ίσως όχι πολλές – ίσως να ‘σαι άτυχος: καμία –
    τότες εσύ προσπάθησε να γενείς καλλίτερος
    εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική ισορροπία

    άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως κάνουν κάτι
    σύ σκέψου – τώρα πια – με τι γλυκιά γαλήνη
    προσμένεις να ‘ρθ’ η ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο του
    θάνατου κρεβάτι.
    (ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ)

    Che fece …. il gran rifiuto

    Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
    που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
    να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
    έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

    πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
    Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
    όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
    εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του
    ΚΑΒΑΦΗΣ

    • Ciao, Aggeliki!!!!… Grazie mille e tanti baci!… Tutto perfetto!!!….

      -«…Και οι άνθρωποι λησμόνησαν όλους τους θεούς/ εκτός από
      τοκογλυφία, λαγνεία, εξουσία…»
      (Τ. Σ. Έλιοτ)

      -«Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε να αντικρύσετε τον ήλιο
      Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε να αντικρύσετε τον άνθρωπο…»
      (Γ. Σεφέρης)

      -«Απελπίσου τέλος πάντων ως άνθρωπος, ορθώσου στα νύχια της αγωνίας, γίνου διάττορος», (Ν. Καρούζος)

      «Ερασιτέχνης άνθρωπος είμαι
      πόσο καλύτερα παράπονα να φτιάξω;»
      (Κική Δημουλά)

      -«Γι αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που
      κλαίει.
      Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,
      φιμωμένο και γιγάντιο,
      Εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί».
      (Τάσος Λειβαδίτης)

      -«Βέβαια, κανένας με το ζόρι τους ανθρώπους
      Δεν μπορεί να τους κάνει να αγαπήσουν
      Όμως κοιτώ με φρίκη με τι τρόπους
      Τα καταφέραν και τους κάναν να μισήσουν.»
      (Βύρων Λεοντάρης)

      -«Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
      μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
      -άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
      άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως….”»
      (Βύρων Λεοντάρης)

      -Μιχάλης Κατσαρός, [Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι]
      «Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι σαν ακουστεί το Εμπρός επαναστάτες
      Ξαφνιάζονται σαν ακουστεί Ελευθερία
      Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή Έλληνα Λειβαδίτη
      για έρωτες σπίτια και ηρεμία
      όσο ανθρώπινα κι αν είναι.
      Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάξεις όπως άλλοτε μαζί μου
      θάνατος στους τυράννους. (…)
      Εγώ με τη φωτιά του 17 προχωράω αντίθετα
      από τα συνέδρια τις συσκέψεις. (…)
      Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.
      Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.»

      -«Ο άνθρωπος που εισόρμησε πια στην απώτερη θλίψη
      με δίχως έστω ένα τριαντάφυλλο
      μ’ εκείνα τ’ ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια
      στο μισοσκέπαστο ερημόκκλησο σέρνοντας
      τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας
      ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση-: πως είμαστε
      καθημαγμένοι ερασιτέχνες του Πραγματικού
      μ’ ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας
      πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα του Άδη.

      Πολύκρουνη η θύελλα σπάζει τα ματογυάλια της κι ο μέγας
      τρόμος αδράχνει τα μελλούμενα
      σχηματίζοντας αποστήματα στη μνήμη.
      Κατάχαμα της ασίγαστης σιγής ένα κινούμενο
      κειμήλιο-σκουλήκι.

      Η ζωή που μικραίνει: η μεγάλη αλήθεια.
      Στον οπού πιάνει το τσαπί γίνεται τσάπισμα
      στον οπού πίνει το νερό γίνεται πιόμα.
      Έρχεται έαρ αειπάρθενο προφέροντας αρώματα
      κρατεί μια κατάμαυρη λεπτότατη κλωστή
      στα ύπαιθρα της νύχτας
      το σημείο του γκιώνη που είν’ άγνωστο πέρα…»
      (Νίκος Καρούζος, Η έναστρη φωτεινότητα)

      -«Διάβασα μιαν άκρως ενδιαφέρουσα
      επιστημονική εξακρίβωση

      ότι εμείς οι άνθρωποι
      είμαστε επί της γης τα μόνα πλάσματα
      που κλαίμε.

      Κι ένιωσα υπερήφανη που
      μόνον η δική μας εσωστρέφεια διαθέτει
      τόσο εκδηλωτικούς συνάνθρωπους αδένες….»
      (Κική Δημουλά, απόσπασμα από το «Προστιθέμενη αξία»)

  2. Καλημέρα, Γιάννη!

    Eπανέρχομαι δριμύτερη.
    Κυριακάτικα, αντί να πάω στην εκκλησία(!!!), όπως οι καλοί χριστιανοί, προτίμησα να προσευχηθώ στο …Ναό της Ποίησης.
    Άρχισα πάλι να ψάχνω. Είχα την αίσθηση ότι κάτι είχαμε παραλείψει. Σα να μην ασχολήθηκα πολύ με το ΜΕΓΑ θέμα. Έτσι μου φάνηκε.
    Και να τι βρήκα:

    ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ
    Μεγαλώσαμε και είμαστε
    πολύ πικραμένοι.

    Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
    μια πλήξη πια
    υγιείς εμείς
    μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

    Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα
    Έχουμε τόσα
    που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

    Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
    μάς παραδίδονται αφειδώς
    γιατί το σφρίγος πάντοτε
    ποθούσε τη σοφία.

    Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
    Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ
    πικραμένοι.

    Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.
    (Γιάννης Βαρβέρης)

    Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου

    Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.
    Τ’ ότι έφυγε από σένα, δεν είναι απόδειξη
    Ότι πολύτιμος δεν είναι. Παραδέξου το:
    Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.

    Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.

    Έφυγε από σένα, γιατί υπηρετούσες μια καλή υπόθεση
    Κι αυτός πήγε μια τιποτένια να υπηρετήσει. Παραδέξου το, όμως:
    Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.
    (Mπρεχτ)

    Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους’
    ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο’
    χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
    μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
    και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
    στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
    Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
    άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν
    σαν έρθει ο θέρος
    προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι’
    σαν έρθει ο θέρος
    άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
    άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
    Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
    σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
    Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
    Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
    Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.
    Γιώργος Σεφέρης [Τελευταίος Σταθμός – 5 Οκτωβρίου 1944, απόσπασμα]

    Ανθρωπάκι βιαστικό
    (Little man in a hurry, 1935)

    ανθρωπάκι
    (μες τη βιάση
    μες την
    σοβαρή αγωνία )
    κόψε πάψε ξέχνα ησύχασε

    στάσου

    (παιδάκι
    που ’χει παλέψει
    που ’χει αποτύχει
    που ’χει κλάψει)
    γείρε όμορφα στο χώμα

    κοιμήσου

    μεγάλη βροχή
    μεγάλο χιόνι
    μέγα ήλιε
    μεγάλη σελήνη
    (ελθέ εντός
    μας)
    (e.e.cummings)

    ΕΝΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
    Τούτος ο καθημερινός άνθρωπος (ο κοντός
    κι απεριποίητος) που τούδωσα νερό
    και τούδειξα το δρόμο, που δεν έχει
    στη γης ούτε ένα δωμάτιο δύο επί δύο,
    μπορεί και να μη χωράει στο σύμπαν.
    BΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Ιmagine all the people living in peace

    Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ MΠΛΕ ΚΙΘΑΡΑ
    XIV
    Πρώτα μια λάμψη, μετά μια άλλη, μετά
    Ως χίλιες ακτινοβολούν στον ουρανό.
    Η κάθε μια άστρο μαζί και σφαίρα- κι η μέρα
    Ο πλούτος είναι της ατμόσφαιρας τους.
    Η θάλασσα προσθέτει σκόρπια τα χρώματα της.
    Οι ακτές είναι όχθες πυκνής ομίχλης.
    Ένας Γερμανικός πολυέλαιος, λέει κάποιος-
    Ένα κερί είναι αρκετό για να φωτίσει τον κόσμο.
    Τον φανερώνει. Ακόμα και το μεσημέρι
    Λάμπει σε ουσιώδες σκοτάδι.
    Τη νύχτα, φωτίζει το φρούτο και το κρασί,
    Το βιβλίο και το ψωμί, τα πράγματα όπως είναι,
    Σ’ ένα σκιόφως όπου
    Κάποιος κάθεται και παίζει τη μπλε κιθάρα.
    (Wallace Stevens, Μετάφραση: Μάρω Παπαδημητρίου)

    Παράξενος άνθρωπος

    Βγαίνει απ’ το καβούκι του
    μονάχα τη νύχτα
    αρτιμελής σταλαχτίτης σιωπής
    όταν οι άλλοι επιστρέφουν οιμώζοντας
    με κομμένα δάκτυλα
    για να χαϊδέψουν τις μπαγιάτικες γυναίκιες τους
    και να σπαργανώσουν των τραυμάτων τα βρέφη
    στη φόδρα του ύπνου

    Τότε λοιπόν ξεπορτίζει
    απ’ τις χαραμάδες της μνήμης
    μ’ ένα μολύβι κρεμασμένο στον ώμο
    κι’ επιστρέφει ξημερώματα
    κατάκοπος
    μ’ ένα ματωμένο ποίημα στη ζώνη

    Παράξενος άνθρωπος
    ο ποιητής
    (Θανάσης Μαρκόπουλος)

    ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ
    Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
    κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
    έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
    ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
    κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
    έστω και μια φορά;
    είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
    για τους απεγνωσμένους;
    (Χριστιανόπουλος)

    «Η φύση δεν έχει για το σπόρο του ανθρώπου
    Εκτίμηση ή φροντίδα περισσότερη
    Απ’ ό,τι για του μυρμηγκιού».
    ΛΕΟΠΑΡΝΤΙ

    People help the people

  3. Παιδιά μου, υπέροχη ανάρτηση, με την καταπληκτική συνδρομή της φίλης Αγγελικής κι αν γίνεται να ξεχωρίσω (πράγμα πολύ δύσκολο) το «άνθρωποι μονάχοι» αλλά και Λειβαδίτη και Χριστιανόπουλο! Πολύ καλή δουλειά, φίλε Γιάννη άφησε την λίγες μέρες αν θες, μπας και προλάβουμε να την απολαύσουμε κι άλλο! Καλή σας μέρα παιδιά! 🙂

  4. Άντε πάλι εγώ…
    Δεν θα μπορούσε να λείπει…

    Ο ανθρωπάκος

    Πολύ καλή ημέρα να έχετε!

  5. Ο συνειρμός έφερε το:

    Ανθρωπάκι, Κατσιμιχαίοι

    Και καπάκι:

    Ανθρώπων έργα

    • Ciao, Ageliki!!!… Μα τόσα πολλά και τόσο όμορφα, ποιήματα και μουσικές!!!…Grazie mille!!!
      Όντως με, και μόνο, την ανάρτησή μου και το πρώτο σχόλιό σου δεν μπορούσε να καλυφθεί επαρκώς ένα τόσο μεγάλο θέμα… Μ’ όσα επιπλέον προσθέσαμε (στους σχολιασμούς) νομίζω πως καλά τα καταφέραμε!… Να ‘σαι πάντα καλά, την αγάπη μου!
      Προσθέτω και τούτα τα ποιήματα που βρήκα ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη μου:

      -Τάκης Βαρβιτσιώτης, «Άνθρωποι εσείς της εποχής μου»

      “Άνθρωποι εσείς της εποχής μου
      Το άσμα σας ειν’ από πέτρα
      Και δεν μπορεί να συγκινεί
      Ξεχάσατε τη νιότη και το πάθος
      Τον έρωτα τη μουσική

      Άνθρωποι εσείς της εποχής μου
      Το άσμα σας είναι σταυρωμένο
      Μοιάζει μ’ απέραντη πληγή
      Κι ειν’ όλο πλημμυρισμένο
      Από την άγριά σας οιμωγή

      Μια νύχτα λοιπόν περιμένω
      Πιο πρόσφορη από την τωρινή
      Όπου τ’ αστέρια θα πλέουν στα μάτια σας
      Μιαν άλλη νύχτα
      Πιο φωτεινή”
      (Τάκης Βαρβιτσιώτης, Όχι πια δάκρυα, εκδ. Κέδρος)

      -Μανόλης Αναγνωστάκης, «Ήταν άνθρωποι»

      «Ήταν άνθρωποι
      Πολλοί πολλοί άνθρωποι
      Αγκαλιασμένοι
      Με τα δάχτυλα σφιχτά
      (Σα χειροπέδες)
      Κι όταν σκοτείνιασε
      Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι
      Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι
      Όσο σβήναν τα φώτα ένα ένα
      Όσο βούλιαζε η νύχτα
      Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι
      Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους
      Κι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τους
      Κι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους
      Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους
      Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες
      (Όλο και λίγοι πιο λίγοι)
      Ώσπου σε μια στιγμή
      Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι
      Κι έσκισε το πουκάμισό του
      Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος
      Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.
      (Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια).»
      (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

      -Ντύλαν Τόμας, «Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι»

      «Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’
      απ’ τα δέντρα
      Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
      Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
      Από φόβο μήπως έρθουμε
      Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.

      Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
      Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
      Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
      Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
      Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.

      Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
      Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
      Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.

      Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
      Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
      Είναι ο σκοπός και το τέλος.

      Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε
      μέσ’ απ’ τα δέντρα.»
      (Ξένη ποίηση 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

      -Μπ. Μπρεχτ, «ΕΤΣΙ ΠΛΑΘΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»
      [ So bildet sich der Mensch ]

      «Λέει ναι , και λέει όχι .
      Δέρνει , και τόνε δέρνουνε .
      Πάει μ’ αυτούς , πάει μ’ εκείνους .
      ΄Ετσι πλάθεται ο άνθρωπος αλλάζοντας
      κι έτσι γεννιέται μέσα μας η εικόνα του .
      Μας μοιάζει , και δε μας μοιάζει ωστόσο .»
      (Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, Θεμέλιο)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: